|
|||||||||||
|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ Κείμενα γνωστών Αναρχικών |
MUSEIFUSHUGI ΣΥΝΤΟΜΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ
ΙΑΠΩΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ Ένα
πολύ σπουδαίο άρθρο για την Ιστορία του
Αναρχικου Κινήματος στην Ιαπωνία πριν
τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λάβαμε από ένα
σύντροφο Αναρχικό με την παράκληση να
δημοσιευθεί στη Σελίδα ΑΝΑΡΧΙΑ του
ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. Το άρθρο είναι του matthew
turner. Εισαγωγή
Η
λαμπρή ανάπτυξη της Ιαπωνίας από στατική
φεουδαρχία σε μεγαλοβιομηχανική δύναμη
στο μικρό χρονικό διάστημα των 100 χρόνων,
έχει δικαιολογημένα τραβήξει την προσοχή
των ιστορικών και ομοίως των
οικονομολόγων. Ερευνώντας για τα μυστικά
που κρύβονται πίσω από αυτό το οικονομικό
"θαύμα", πολλοί σχολιαστές έχουν
κοιτάξει στις διαχειριστικές τεχνικές
της Ιαπωνίας και στις βιομηχανικές της
σχέσεις, οι οποίες πολύ συχνά
παρουσιάζονται ως πολύ πιο αρμονικές και
λιγότερο αλλοτριωμένες απ' αυτές της
δύσης. Ακόμα και μερικοί αριστεροί
παρατηρητές, ενθαρρυμένοι από τις
φλογερές αφηγήσεις "πρόθυμων"
εργατών που βρίσκουν εκπλήρωση σε "οργανικές"
σωματειακές δομές, έχουν γοητευτεί από
την υπόσχεση μιας φιλικής, ανθρώπινης
μορφής του καπιταλισμού κι έχουν κλείσει
τα μάτια τους στην αισχρή ανισότητα και
στην εκμετάλλευση του Ιαπωνικού
εργασιακού συστήματος. Σαγηνεμένοι από
τις θεωρίες αμερικάνων σπεσιαλίστων
μάνατζερ και την ιαπωνική σωματειακή
προπαγάνδα, μερικοί αριστεριστές έχουν
υποστηρίξει ότι οι ιαπωνικές εταιρείες
έχουν τιθασεύσει ελευθεριακές
συμπεριφορές που υπάρχουν στην ιαπωνική
και στη βουδιστική κουλτούρα για να
κερδίσουν γνήσιες δεσμεύσεις από την
εργατική δύναμη. Η
Ιαπωνία έχει μια ελευθεριακή παράδοση,
αλλά αυτή δε βρίσκεται στις αίθουσες των
διοικητικών συμβουλίων ή στα γραφεία των
μοντέρνων ιαπωνικών σωματείων, πόσο
μάλιστα στις μισοψημένες θεωρίες
αμερικάνων μάνατζερ-γκουρού. Βρίσκεται
στους αγώνες των αγροτών και των εργατών
που ονειρεύτηκαν ένα διαφορετικό μέλλον
για την χώρα τους και που πολέμησαν για να
φράξουν την ιμπεριαλιστική παλίρροια και
την καπιταλιστική εκμετάλλευση στις
αρχές της μοντέρνας Ιαπωνίας. Βρίσκεται
επίσης στις προσπάθειες αυτών των
πρωτοπόρων που νωρίτερα αυτόν τον αιώνα
απέρριψαν την αδικία της μεροληψίας
απέναντι στις γυναίκες και στις εθνικές
μειονότητες -διάκριση που υπάρχει ακόμα
στην καρδιά της σωματειακής Ιαπωνίας- και
που πάλεψαν για να δημιουργήσουν μια
κοινωνία βασισμένη στην αληθινή ισότητα
και στο σεβασμό για το άτομο. Δυστυχώς
οι ιστορίες πολλών απ' αυτών των
πρωτοποριακών ομάδων και ατόμων δεν
έχουν ακόμα ειπωθεί. Υπάρχει έλλειμμα
πληροφοριών για το αναρχικό κίνημα στην
Ιαπωνία και παρ' όλες τις προσπάθειες
ενός μικρού αριθμού αφοσιωμένων
ερευνητών, υπάρχει ελάχιστο υλικό για μια
γενική επισκόπηση της ιστορίας αυτού του
κινήματος για να εμπνεύσει και να
παρακινήσει τους ενθουσιώδης που δεν
έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν
ιαπωνικά. Σκοπός αυτής της μικρής
δουλειάς επομένως, είναι η συγκέντρωση
ενός περιορισμένου υλικού που υπάρχει
πάνω στο ιαπωνικό αναρχικό κίνημα μέχρι
τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και η παρουσίασή
του με τρόπο εύκολο και ευπρόσιτο, έτσι
ώστε αυτοί που ενδιαφέρονται για αυτό το
θέμα να έχουν τουλάχιστον μια γενική
εικόνα για τις ομάδες και τα άτομα που
ήταν αναμειγμένα. Με αυτό στο μυαλό, θα
πρέπει να τονιστεί ότι οι πηγές πάνω στις
οποίες έχει βασιστεί το κείμενο αυτό,
είναι κυρίως δευτερεύουσες, και
ομολογουμένως υπήρχε μεγάλη δυσκολία (κυρίως
όσον αφορά το εργατικό κίνημα) στο να βγει
νόημα μέσα από αντιφατικές θεωρήσεις και
αναξιόπιστες προσωπικότητες. Συνεπώς, το
αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο να
αντιμετωπιστεί όχι σαν μια έγκυρη πηγή,
αλλά σα μια χρήσιμη εισαγωγή, απ' την
οποία μπορεί κάποιος να ωθηθεί και να
ερευνήσει βαθύτερα ένα συναρπαστικό και
ικανοποιητικό πεδίο μελέτης. Σημείωση:
όλα τα ιαπωνικά ονόματα είναι γραμμένα με
το ιαπωνικό στυλ, δηλαδή με το
οικογενειακό όνομα πρώτο. Ιστορικό Η
Ιαπωνία, στη διάρκεια των διακοσίων
πενήντα χρόνων απ' τη στιγμή της
ενοποίησής της στα τέλη του 16ου αιώνα
μέχρι την επανάσταση του Meiji στα μέσα του
19ου αιώνα, ήταν ουσιαστικά ξεκομμένη από
τον υπόλοιπο κόσμο και η πλειοψηφία των
κατοίκων δεν είχε ιδέα για τις νέες
τάσεις της κοινωνικής σκέψης που σάρωναν
τότε την Ευρώπη. Το απολυταρχικό
φεουδαρχικό καθεστώς του Tokugawa shogunate [shogunate:
κληρονομικός αρχιστράτηγος στην Ιαπωνία]
είχε την εξουσία όλη αυτή τη περίοδο.
Επέβαλλε αυστηρή εσωτερική ασφάλεια και
σκληρούς νόμους λιτότητας και έθεσε σε
ισχύ μια άκαμπτη ιεραρχική ταξική δόμηση
ενισχυμένη με μια νέο-κομφουκιανή
ιδεολογία, αποσκοπώντας στο διχασμό των
αντιπάλων και την αποδυνάμωση κάθε
κινδύνου για την εξουσία. Απ' τις αρχές
όμως του 19ου αιώνα, η εσωτερική πίεση απ'
τους αγρότες και την ανερχόμενη αστική
τάξη -στην οποία οι σαμουράι ήταν
καταχρεωμένοι- και οι εξωτερικές απειλές
απ' τις Ενωμένες Πολιτείες και άλλες
χώρες, συνέπραξαν στην αποδυνάμωση του
Tokugawa και το 1867 μια ομάδα νεαρών σαμουράι
από απομακρυσμένες επαρχίες ένωσαν τις
δυνάμεις τους για να καταλάβουν τον
έλεγχο της χώρας και επέβαλαν ένα νέο
καθεστώς υπό το όνομα του αυτοκράτορα Meiji. Εν
μέρει εις απάντηση στις απαιτήσεις των
Δυτικών δυνάμεων, που θεωρούσαν ότι η
Ιαπωνία είναι ένα μοντέρνο κράτος, ικανό
για τη διευθέτηση των υποθέσεών του, οι
νέοι ηγέτες του Meiji έβαλαν μπροστά ένα
πρόγραμμα ταχύ εκσυγχρονισμού,
δανειζόμενοι την δυτική τεχνολογία και
τις καθιερωμένες παγίδες των ευρωπαϊκών
δυνάμεων και ταυτόχρονα δυναμώνοντας
σημαντικά την στρατιωτική δύναμη. Στο
σύντομο διάστημα των 30 χρόνων οι σαμουράι
αφοπλίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από
ένα μοντέρνο στρατό επιστρατευμένων,
εισήχθηκε η υποχρεωτική στρατιωτική
εκπαίδευση και εκδόθηκε ένα σύνταγμα που
καθιέρωσε ένα κοινοβούλιο. Η πραγματική
εξουσία όμως, παρέμεινε στα χέρια μιας
ολιγαρχίας αποτελούμενη από μια χούφτα
πρώην σαμουράι και ευγενών και το
εκπαιδευτικό σύστημα σχεδιάστηκε έτσι
ώστε να ενσταλάξει αισθήματα πίστης και
υπακοής στους ανθρώπους με πιο πρακτικές
ικανότητες στην τέχνη και την επιστήμη. Το
κράτος όμως ήταν ανίκανο να ελέγξει όλους
τους δρόμους της γνώσης. Με την Ιαπωνία
τώρα ανοιχτή στον έξω κόσμο, οι
μορφωμένοι ιάπωνες και ιδιαιτέρως αυτοί
που άνηκαν στην τάξη των κατώτερων
σαμουράι, απέκτησαν πρόσβαση σε
μεταφράσεις μιας τεράστιας γκάμας
κλασικών δυτικών, μεταξύ των οποίων ήταν Η
Ουτοπία του Τόμας Μούρ και το Self Help
του Σάμιουελ Σμάιλς. Οι ιδέες του Λοκ, του
Μιλς και του Ρουσώ αντανακλάστηκαν στις
φωνές του Jiyuto [Φιλελεύθερο Κόμμα] και
του Jiyu Minken Undo [Κίνημα για την Ελευθερία
και τα Δικαιώματα των Ανθρώπων] (και τα
δύο σχηματίστηκαν γύρω στο 1880 από τους
παραδοσιακούς ανταγωνιστές της νέας
ολιγαρχίας) για πιο αντιπροσωπευτικά
ιδρύματα και για την καθιέρωση των
βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους
τους πολίτες. Αλλά στους ηγέτες της χώρας
όλες οι πολιτικές διαφωνίες ήταν
αντιδραστικές γιατί αποδυνάμωναν το
κράτος και η βίαιη επίθεση εναντίων των
δημοκρατικών ιδεών έπρεπε να αντισταθεί
με κάθε κόστος. Η αντίδραση λοιπόν της
κυβέρνησης ήταν να προσπαθήσει να
αυξήσει τον έλεγχό της με το να εισάγει
νόμους που απαιτούσαν την δήλωση των
πολιτικών κομμάτων και εφημερίδων, ώστε
να της δώσει το δικαίωμα να λογοκρίνει ή
να απαγορεύει διάφορες δημοσιεύσεις. Αυτή
η επιθυμία για την κατάπνιξη της
αντιπολίτευσης συνέχισε να είναι
χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιαπωνικής
πολιτικής μέχρι τη δεκαετία του '30, όταν η
αυξανόμενη στρατιωτική και απολυταρχική
φύση της ιαπωνικής κοινωνίας καθήστησε
την πολιτική αντιπαλότητα εντελώς
αδύνατη. Κι ακόμα κι αν το εργατικό κίνημα
χάρηκε μια μικρή περίοδο ευημερίας τη
δεκαετία του '20 -στο κορύφωμα της
επονομαζόμενης "Δημοκρατίας του Taisho"-
αυτοί που προσπάθησαν να μιλήσουν κατά
της αδικίας αντιμετώπισαν σημαντική
εχθρότητα. Παρ' όλ' αυτά, είναι
ενθαρρυντικό να γνωρίζουμε ότι τόσοι
πολλοί προτίμησαν να μιλήσουν. Πρώιμες Εξελίξεις Όταν
συζητά κανείς για την ιαπωνική κοινωνία
την περίοδο έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο,
είναι συνηθισμένο να το κάνει σύμφωνα με
δύο παραδόσεις: την εξουσιαστική,
ιεραρχική, πατερναλιστική παράδοση των
σαμουράι και την πιο δημοκρατική
παράδοση των αγροτικών χωριών. Μια
περιεκτική ιστορία του ελευθεριακού
κινήματος στην Ιαπωνία λοιπόν, θα πρέπει
να περιέχει μια θεώρηση της ζωής σ' αυτά
τα αγροτικά χωριά, αλλά μιας και εδώ μας
ενδιαφέρει το αναρχικό κίνημα κι όχι η
ελευθεριακή παράδοση, μια τέτοια εξέταση
έχει παραλειφθεί. Για τον ίδιο λόγο
έχουμε εξαιρέσει μια θεώρηση του Ζεν
Βουδισμού, η οποία, όπως αρκετοί
παρατηρητές έχουν επισημάνει, είναι
έμφυτα εικονοκλαστική και ελευθεριακή
όσον αφορά την άρνηση της ιεραρχίας και
της κυριαρχίας. Μολονότι ένας μικρός
αριθμός Βουδιστών ιερέων είχαν σχέση με
το ιαπωνικό αναρχικό κίνημα, αυτοί
έδρασαν ενάντια στις επιθυμίες των
ηγετών των ιδρυμάτων τους, οι οποίοι τους
απαρνήθηκαν ολοσχερώς. Η
αρχή του αναρχικού κινήματος στην
Ιαπωνία δεν οφείλεται σε κάποιο
συγκεκριμένο γεγονός ή πρόσωπο. Δεν είναι
ξεκάθαρο το πότε οι αναρχικές ιδέες
πρωτοφιλτραρίστηκαν στην Ιαπωνία, αν και
οι θεωρίες του Μπακούνιν πιστεύεται ότι
επηρέασαν το Toyo Shakaito [Ανατολικό
Σοσιαλιστικό Κόμμα], το οποίο
σχηματίστηκε στο Ναγκασάκι το Μάιο του
1882. Το Toyo Shakaito ήταν στην πραγματικότητα
μια αντιδραστική συνεργασία χωριατών
οδηγούμενοι από τον Tarui Tokichi [1850 - 1922], ο
οποίος αργότερα πήγε στο Κίνημα για την
Ελευθερία και τα Δικαιώματα των Ανθρώπων
και εκλέχθηκε στο κοινοβούλιο το 1892. Το
Κόμμα είχε 70 με 80 μέλη, αλλά ισχυριζόταν
ότι έχει την υποστήριξη 3000 ακολουθητών
και ζητούσε πολιτικό ήθος, οικονομική
ισότητα και το μεγαλύτερη δυνατή
κοινωνική πρόνοια για το μεγαλύτερο
δυνατό αριθμό ατόμων. Επίσης συνηγορούσε
για την κολλεκτιβική ιδιοκτησία και την
κοινοβιακή ανάθρεψη των παιδιών. Έζησε
όμως λίγο, έως τον Ιούνιο του 1882, αν και ο
Tarui συνέχισε να αγωνίζεται για τους
σκοπούς του κινήματος μέχρι που
συνελήφθη το 1883. Ο Kotoku Shusui και η Heiminsha Το
1887 η κυβέρνηση εισήγαγε νέες διατάξεις
για την συντήρηση της ειρήνης [Peace Preservation
Regulations], δίνοντας στην αστυνομία
εκτεταμένη δύναμη για να εκδιώξει απ' τα
περίχωρα της πρωτεύουσας όποιον θεωρούσε
επιβλαβή για την δημόσια τάξη. Αρκετά
μέλη του Jiyuto απελάθηκαν απ' το Τόκιο υπό
αυτές τις διατάξεις, ανάμεσα σ' αυτούς κι
ο Kotoku Denjiro [1871 - 1911], ένας νεαρός
φιλελεύθερος που αργότερα τον τράβηξε ο
σοσιαλισμός και τελικά κατέληξε να έχει
τη φήμη του πιο γνωστού αναρχικού
προπαγανδιστή της Ιαπωνίας. Μετά
την απέλασή του απ' το Τόκιο, ο Kotoku (πιο
γνωστός με το ψευδώνυμό του Kotoku Shusui)
εντάχθηκε στο Κίνημα για την Ελευθερία
και τα Δικαιώματα των Ανθρώπων,
πλησιάζοντας έναν απ' τους εκπροσώπους
του, τον Nakae Chomin στην Οσάκα, όπου έμεινε
και αφιερώθηκε στην μελέτη της κινέζικης
γλώσσας και των ξένων γλωσσών. Εκείνη τη
περίοδο άρχισε να μελετάει τα έργα του
Μαρξ και του Κροπότκιν, οι οποίοι τον
επηρέασαν σημαντικά στην περαιτέρω
πολιτική του εξέλιξη. Στα είκοσι τρία του
ο Kotoku άρχισε να δουλεύει σα μεταφραστής
ξένων ειδήσεων για την εφημερίδα Jiyu shimbun
και, το 1985 μετακόμισε στο Τόκιο για να
δουλέψει στην εφημερίδα Chuo shimbun. Λόγω
διαφωνίας με την πολιτική της σύνταξης
της εφημερίδας, ο Kotoku έφυγε για να
δουλέψει στο Yorozu choco, όπου σε μεγάλο βαθμό
έγραφε για την εσωτερική και την
εξωτερική πολιτική, για εκπαιδευτικά και
κοινωνικά θέματα. Το ενδιαφέρον του για
τα καθημερινά κοινωνικά προβλήματα τον
οδήγησαν το 1898 στο Shakaishugi Kenkyukai (Η
κοινωνία για τη μελέτη του σοσιαλισμού)
και δύο χρόνια μετά εγκαθίδρυσε, μαζί με
τους Kinoshita Naoe, Katayama Sen και Abe Iso, το Shakai Minshuto [Σοσιαλιστικό
Δημοκρατικό Κόμμα]. Το τελευταίο, το
οποίο υποστήριζε "το σοσιαλισμό, τη
δημοκρατία και την ειρήνη" ήταν
επικηρυγμένο, μια αντανάκλαση της
σκληρής συμπεριφοράς που υιοθέτησε η
κυβέρνηση προς κάθε ομάδα που είχε σχέση
με το σοσιαλισμό, σε οποιαδήποτε μορφή. Το
1903, αφού έφυγε απ' την εφημερίδα Yorozu choho σε
αντίδραση για την υποστήριξή της στον
πόλεμο με τη Ρωσία, ο Kotoku ενώθηκε με μια
ομάδα χριστιανών και σοσιαλιστών για να
δημιουργήσουν τη Heiminsha, μια οργάνωση που
ασκούσε σημαντική επιρροή, η οποία
εξέδιδε την εφημερίδα Heimin shimbun [Η
Εφημερίδα του Πολίτη] και έδρασε σαν
κεντρικό σημείο για νέους σοσιαλιστές
την επόμενη δεκαετία. Ο Kotoku είχε ήδη
εγκαθιδρύσει τον εαυτό του σαν τον ηγέτη
της σοσιαλιστικής διανόησης, έχοντας
εκδώσει δύο δημοφιλή βιβλία: το Nijusseiki no
kaibutsu, teikokushugi [Ιμπεριαλισμός: το τέρας
του 20ου αιώνα] το 1901 και το Shakaishugi shinzui
[Η ουσία του Σοσιαλισμού] το 1903.
Συνέχισε τις σοσιαλιστικές κριτικές του
στις σελίδες της Heimin shimbun, η οποία το 1904
δημοσίευσε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Αυτό οδήγησε στη δήμευση όλων των εντύπων
και στην σύλληψη του Kotoku και συνεπώς
αυτές οι τρομοκρατικές τακτικές οδήγησαν
στο κλείσιμο της Heimin shimbun έως τον
Ιανουάριο του 1905, παρόλο που εμφανίστηκε
αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια. Ο
Kotoku φυλακίστηκε για παραβίαση των αρχών
του Τύπου και έμεινε απ' τον Φεβρουάριο
έως τον Ιούνιο του 1905 στη φυλακή Sugamo. Τη
περίοδο αυτή επικοινωνούσε με τον Albert
Johnson, ένα μέλος του κινήματος των
Βιομηχανικών εργατών του Κόσμου [Industrial
Workers of the World (I.W.W.)] στην Αμερική. Διάβαζε
πολύ, περιλαμβανομένων και των έργων του
Kropotkin τα οποία του είχε προτείνει ο Johnson
και, σε ένα γράμμα στον Johnson τον Αύγουστο
σημείωσε ότι είχε απορρίψει τον Μαρξισμό
για χάρη του αναρχισμού. Όταν
αποφυλακίστηκε, ταξίδεψε στην Αμερική
και συνάντησε συνδικαλιστές από το I.W.W.
καθώς και εξόριστα μέλη από το Ρωσικό
Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα στο Σαν
Φρανσίσκο. Βοήθησε ακόμα στο να
οργανωθούν οι Ιάπωνες εργάτες στην
Καλιφόρνια. Οι εμπειρίες του απ' τις
Ενωμένες Πολιτείες (ήταν ιδιαίτερα
εντυπωσιασμένος με τον τρόπο που οι απλοί
άνθρωποι συνεργάστηκαν μετά τον σεισμό
στο Σαν Φρανσίσκο) τον οδήγησαν στο να
απορρίψει τον κοινοβουλευτισμό για χάρη
της άμεσης δράσης, μια μεταστροφή που
ανακοίνωσε στη συνάντησή του με το Shakaito [Σοσιαλιστικό
κόμμα] όταν επέστρεψε στην Ιαπωνία το
1906. Αυτό οδήγησε το σοσιαλιστικό κόμμα σε
άμεση ρήξη και τελικά στην διάσπαση του
Shaikato. O
Kotoku, μετά την επιστροφή του στην Ιαπωνία
άρχισε να επικοινωνεί με τον Κροπότκιν
στο Λονδίνο και το 1908 άρχισε να
μεταφράζει το The Conquest of Bread. Τον επόμενο
χρόνο εκδόθηκε από τη Heiminsha και, αν και
ήταν επίσημα απαγορευμένο, τα
περισσότερα αντίτυπα του βιβλίου
διανεμήθηκαν. Τον Μάιο του 1909 άρχισε να
εκδίδει το περιοδικό Jiyu shiso [Ελεύθερη
Σκέψη], αλλά κι αυτό τράβηξε την
προσοχή της κυβέρνησης και τα δύο πρώτα
τεύχη απαγορεύτηκαν. Μια φιγούρα κλειδί
για την εσχάτη προδοσία [High Treason Incident], η
Kanno Suga, δούλεψε μαζί με τον Kotoku για το
περιοδικό, γεγονός που οδήγησε τον
τελευταίο στην πτώση του. Kanno Suga Η
Kanno Suga [1881 - 1911], κόρη ενός διευθυντή
μεταλλωρυχείου, πέρασε άσχημα και
δύσκολα παιδικά χρόνια. Είχε βιαστεί σε
μικρή ηλικία και τη βάραιναν οι τύψεις
έως ότου διάβασε μια εργασία απ' τον Sakai
Toshihiko στην οποία συμβούλευε τα θύματα
βιασμού να μην καταβάλλονται από
αισθήματα ντροπής ή ενοχής. Αυτό
αποτέλεσε το έναυσμα για να ενδιαφερθεί
για τον σοσιαλισμό και άρχισε να διαβάζει
τις εργασίες του Sakai και άλλων
σοσιαλιστών. Η Kanno ονειρευόταν να γίνει
συγγραφέας και το 1902, μετά από τρία χρόνια
ενός δυστυχισμένου γάμου από προξενιό,
άρχισε να δουλεύει σα δημοσιογράφος. Λίγο
μετά ανακατεύτηκε με τις προσπάθειες τον
Γιαπωνέζων χριστιανών για τη βελτίωση
των νόμων περί πορνείας και αυτό την
έφερε σε επαφή με τη Heiminsha, στο οποίο
εντάχθηκε το 1904. Ενώ
δούλευε για την εφημερίδα στο Wakayama, η Kanno
γνώρισε το σοσιαλιστή Arahata Kanson [1887 - 1981].
Πήγε μαζί του στο Τόκιο όταν αυτός άρχισε
να δουλεύει στην Heimin shumbun το 1907. Τον Ιούνιο
του 1908, η Kanno παρακολούθησε μια
συγκέντρωση σοσιαλιστών και αναρχικών
στην οποία αυτή, ο Arahata και διάφοροι άλλοι
συλλήφθηκαν (το επονομαζόμενο
περιστατικό της Κόκκινης Σημαίας). Αν και
δεν την θεώρησαν υπεύθυνη για το
περιστατικό, προφυλακίστηκε για δύο
μήνες περιμένοντας τη δίκη της, ενώ ο Arahata
και διάφοροι άλλοι έλαβαν αυστηρές
ποινές φυλάκισης. Ο τρόπος που την
αντιμετώπισαν οι αρχές την έκαναν να
αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα
της ειρηνικής διαμαρτυρίας και πείσθηκε
για την αναγκαιότητα μιας πιο
επαναστατικής δράσης, στην οποία
συμπεριλάμβανε και τη δολοφονία. Μετά
την αποφυλάκισή της, η Kanno άρχισε μια
ερωτική σχέση με τον Kotoku, ο οποίος χώρισε
την δεύτερη γυναίκα του για να ζήσουν
μαζί το 1909. Η σχέση τους σκανδάλισε σε
μεγάλο βαθμό τους συντρόφους της, μιας
και ο προηγούμενος εραστής της Kanno, ο Arahata,
ήταν ακόμη στη φυλακή. Η Kanno δούλευε μαζί
με τον Kotoku για το περιοδικό Jiyu shiso, για το
οποίο συνελήφθηκε και φυλακίστηκε. Ακόμη,
αναμίχθηκε σε μία συνομωσία με στόχο τη
δολοφονία του αυτοκράτορα, και παρ' όλο
που σ' αυτό το στάδιο είχε αφήσει τον Kotoku
επειδή ήταν πολύ μετριοπαθής, αυτός
συνελήφθη και καταδικάστηκε, μαζί με
άλλους είκοσι πέντε, για τη διάσημη
εσχάτη προδοσία. Η Εσχάτη Προδοσία Το
σχέδιο της δολοφονίας του αυτοκράτορα Meiji
που αποτελούσε το κέντρο της εσχάτης
προδοσίας, ήταν ο νοητικός γόνος ενός
βιομηχανικού εργάτη που λεγόταν Miyashita
Takichi [1875 - 1911] και ενέπλεκε την Kanno Suga, το
Niimura Tadao [1887 - 1911] και τον Furukawa Rikisaku [1884 - 1911] .
Ο Miyashita έφτιαξε και τέσταρε μια βόμβα στα
τέλη του 1909, αλλά προδόθηκε από ένα φίλο ο
οποίος ειδοποίησε την αστυνομία. Αυτό
ήταν για τις αρχές (οι οποίες
διευθύνονταν από τον πρωθυπουργό Katsura Taro)
μια χρυσή ευκαιρία για την καταστολή των
αριστεριστών και, άρχισαν τις ομαδικές
συλλήψεις όσων είχαν σχέση με τους άμεσα
εμπλεκόμενους, όπως ήταν ο Kotoku που
συνελήφθη τον Ιούνιο του 1910. Εκατοντάδες
άτομα προφυλακίστηκαν και ανακρίθηκαν,
απ' τους οποίους οι είκοσι έξι
κατηγορήθηκαν για την εσχάτη προδοσία. Στις
19 Ιανουαρίου του 1911, μετά από μια δίκη
κλειστή στο κοινό απ' την οποία δεν
επιτράπηκε να δημοσιευτεί κανένα απ' τα
επιχειρήματα των συνηγόρων, όλοι οι
κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, οι
είκοσι τέσσερις απ' τους οποίους
επιβαρύνθηκαν με θανατική ποινή. Δώδεκα
απ' αυτούς μετρίασαν την ποινή με ισόβια,
αλλά μέσα σε μια εβδομάδα οι υπόλοιποι
δώδεκα, μεταξύ των οποίων ο Kotoku, η Kanno, ο
Niimura και ο Furukawa είχαν κρεμαστεί. Πολλοί απ'
τους υπόλοιπους πέθαναν αργότερα στη
φυλακή. Osugi Sakae Ο
Osugi Sakae [1885 - 1923] γεννήθηκε στο Marugame, επαρχία
του Kagawa, κι ήταν γιος ενός λοχαγού.
Ελπίζοντας να ακολουθήσει τον πατέρα του
και να γίνει αξιωματικός του στρατού, ο
Osugi μπήκε το 1899 στην Προπαρασκευαστική
Στρατιωτική Σχολή του Nagoya. Αν και
αποβλήθηκε μετά από μια σύγκρουση με τους
συμφοιτητές του, ο Osugi συνέχισε να ελπίζει
ότι θα ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα
και μετακόμισε στο Τόκιο όπου συνέχισε
την εκπαίδευσή του. Το 1903 γράφτηκε στο
Γαλλικό τμήμα της σχολής ξένων γλωσσών
του Τόκιο (ο ιαπωνικός στρατός είχε ως
μοντέλο τον γαλλικό και έτσι η γνώση των
γαλλικών ήταν απαραίτητη για να γίνει
αξιωματικός). Μέσα
απ' τις σπουδές του ο Osugi γνώρισε το
αναρχικό κίνημα στην Γαλλία και την
Ιταλία, και του προξένησε διπλά το
ενδιαφέρον λόγω των κοινωνικών
προβλημάτων στην Ιαπωνία, γεγονός που τον
οδήγησε στο να αποκτήσει επαφή με την
Heiminsha. Πήγε στην πρώτη του συγκέντρωση
λίγο καιρό μετά και μέσα στα επόμενα δύο
χρόνια παρακολουθούσε τακτικά
συνελεύσεις και βοηθούσε στο να
διανεμηθεί η Heimin shimbun, ενώ συνέχιζε τις
σπουδές του στη σχολή ξένων γλωσσών του
Τόκιο. Το Μάρτιο του 1906, ο Osugi συνελήφθη σε
μια διαδήλωση ενάντια στην αύξηση των
εισιτηρίων του τρόλεϊ και μπήκε για λίγο
στη φυλακή. Αυτό έδωσε τέλος στις όποιες
ελπίδες του είχαν απομείνει για να γίνει
αξιωματικός του στρατού και ήταν τότε που
αποφάσισε να αφιερωθεί στον σοσιαλισμό. Ο
Osugi παρατάχθηκε με τον Kotoku και τους άλλους
υποστηρικτές της άμεσης δράσης μέσα στη
Heiminsha, πηγαίνοντας μαζί τους σε
διαδηλώσεις τα επόμενα χρόνια. Συνελήφθη
αρκετές φορές και έμεινε στη φυλακή
συνολικά τρία χρόνια απ' την πρώτη του
σύλληψη μέχρι την τελική του αποφυλάκιση
το Νοέμβριο του 1910. Στη φυλακή διάβασε για
πρώτη φορά τα έργα διάσημων αναρχικών
όπως του Μπακούνιν, του Κροπότκιν, του
Μαλατέστα και του Ρεκλούς, κι επίσης
καταπιάστηκε με άλλα θέματα, όπως τη
βιολογία και την κοινωνιολογία. Συνέχισε
τις σπουδές του εκεί, αφιερωμένος στο να
μαθαίνει και μια γλώσσα σε κάθε φυλάκισή
του, και η λίστα των διαβασμάτων του
έφτασε να περικλείει τους κλασσικούς της
αγγλικής, της γαλλικής, της γερμανικής,
της ιταλικής και της ρωσικής λογοτεχνίας.
Ο Osugi ήταν επίσης θερμός μελετητής του
Esparanto και ίδρυσε το πρώτο ιαπωνικό
σχολείο Esparanto τον Σεπτέμβριο του 1906. Εν
μέρει χάρη στις θαυμαστές προσπάθειές
του, ήταν ικανός να πάρει το μανδύα του
θεωρητικού ηγέτη του αναρχικού κινήματος
της χώρας μετά το θάνατο του Kotoku, γιατί η
μακροχρόνια φυλάκισή του λόγω του
περιστατικού της Κόκκινης Σημαίας το 1908,
σήμαινε ότι γλίτωσε τη φυλάκιση για την
εσχάτη προδοσία και γλίτωσε απ' την τύχη
των περισσότερων συντρόφων του. Ο
Osugi βγήκε απ' τη φυλακή το 1910 για να βρει το
σοσιαλιστικό κίνημα αποδεκατισμένο και
μαζί με μια μικρή ομάδα ομοϊδεατών άρχισε
να αναζωπυρώνει τις φλόγες του
αναρχισμού. Το Δεκέμβρη του 1910 έγινε
μέλος του Baibunsha, μια εκδοτική εταιρεία
ιδρυμένη απ' τον Sakai Toshihiko [1970 - 1933] με σαφή
σκοπό να παρέχει δουλειά σε σοσιαλιστές
κατά την "χειμερία νάρκη". Ο Sakai, ένας
απ' τους ιδρυτές της Heiminsha, έγινε αργότερα
Μαρξιστής και ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής
του Osugi μέσα στο ιαπωνικό σοσιαλιστικό
κίνημα. Τον
Οκτώβρη του 1912 ο Osugi άρχισε να εκδίδει το
περιοδικό Kindai shiso [Μοντέρνα Σκέψη] με
τον Arahata Kanson. Το Kindai shiso, του οποίου τα
πρώτα 5000 αντίτυπα εκδίδονταν μηνιαίως
μέχρι το Σεπτέμβρη του 1913, θεωρήθηκε σαν
ένα επιστημονικό και λογοτεχνικό
περιοδικό, κυρίως για να αποφύγει την
λογοκρισία, αλλά ο Οsugi έκδιδε σ' αυτό
αρκετές σημαντικές εργασίες
σκιαγραφώντας τη φιλοσοφία του.
Επικεντρωνόταν σε ιδέες που απέκτησε απ'
τις μελέτες του στη φυλακή, μπλέκοντας
τον κομμουνισμό του Κροπότκιν και την
επιστημονική προσέγγιση του Ντάρβιν με
τον ατομικισμό του Στίρνερ και του Νίτσε
και τον αντι-ρασιοναλισμό του Μπέργκσον
και του Σορέλ. Το αποτέλεσμα ήταν μια
συναισθηματική έκκληση προς την εξέλιξη
του ατόμου μέσα απ' τη δημιουργικότητα,
κάτι που έγινε το κεντρικό θέμα των
γραπτών του Osugi. Αν και υποστήριζε το
εργατικό κίνημα και περιέγραφε τον εαυτό
του ως συνδικαλιστή, ο Osugi πάντα τόνιζε το
ρόλο του ατόμου και τη σημασία του να
εκπαιδεύονται οι εργάτες, για να
εξασφαλιστεί η επιτυχία οποιασδήποτε
επανάστασης. Ταυτόχρονα ήταν πάντα σε
επιφυλακή για τον κίνδυνο της απομόνωσης
του ατόμου απ' την κοινωνία και επίκρινε
τον ακραίο ατομικισμό του Στίρνερ, τον
οποίο εξίσωνε με εγωισμό. Απέρριπτε τους
διανοούμενους και κατέκρινε την τέχνη
και τη λογοτεχνία που δεν προσέγγιζαν τα
προβλήματα της εργατικής τάξης. Ο
ατομικισμός του Osugi, αντίθετα με του
Στίρνερ, ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή
θεωρία, προσπαθούσε να τον εφαρμόζει σε
κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής του. Γι'
αυτό το λόγο έγινε διαβόητος, ειδικά όταν
έκανε μια καταστροφική προσπάθεια να
δοκιμάσει τη θεωρία στον ελεύθερο έρωτα.
Ενώ ήταν παντρεμένος με την πρώτη του
γυναίκα, τη Hori Yasuko, ο Osugi έκανε σχέση με την
Kamichika Ichiko το 1915 και την Ito Noe τον επόμενο
χρόνο (και οι δύο ήταν μέλη της
φεμινιστικής οργάνωσης Seito [Οργάνωση
της Μπλε Κάλτσας]). Ενώ η Ito έμεινε μαζί
με τον Osugi μέχρι το θάνατό του το 1923
κάνοντας 5 παιδιά μαζί του, οι άλλες δύο
αντέδρασαν άσχημα. Η Κamichika τον μαχαίρωσε
το Νοέμβριο του 1916 και η Hori τον
εγκατέλειψε τον επόμενο χρόνο. Τα μέλη
του σοσιαλιστικού κινήματος ήταν εξίσου
σκανδαλισμένα με την συμπεριφορά του Osugi.
Κάποιοι έγραψαν καυστικές επιθέσεις
εναντίον του ενώ άλλοι τον απέφευγαν
εντελώς. Αν και ο Osugi ήταν αμετανόητος, οι
σχέσεις του έφεραν ένα τελειωτικό
αποτέλεσμα για το υπόλοιπο της καριέρας
του. Αφού
θεραπεύτηκε από το μαχαίρωμα, ο Osugi
αφιερώθηκε στις δραστηριότητές του με το
εργατικό κίνημα. Δημοσίευσε πολλά έντυπα
που απευθύνονταν στην εργατική τάξη, όπως
την εφημερίδα Rodo shimbun [Τα Εργατικά Νέα]
και το Rodo undo [Το Εργατικό Κίνημα]. Το
Δεκέμβριο του 1917 μετακόμισε σε ένα
βιομηχανικό προάστιο του Τόκιο για να
ζήσει μαζί με μία ομάδα εργατών, την
κατάσταση από κοντά. Μαζί με τους Wada Kyutaro,
Watanabe masataro, Kondo Eizo και άλλους σχημάτισαν
ομάδες μελέτης και εργατικά συνδικάτα,
όπως το Shinyukai και το Seishinkai, δύο
ριζοσπαστικά τυπογραφικά σωματεία, τα
οποία άσκησαν μεγάλη επιρροή στην
οργάνωση και στη στρατηγική τους. Μέλη
αυτών των σωματείων ήταν στις
εορταστικές εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς
το 1921. Σ' αυτό το στάδιο στην Ιαπωνία, οι
αναρχικοί δούλευαν ακόμα μαζί με τους
Μπολσεβίκους και άλλους ριζοσπάστες
σοσιαλιστές, και το Δεκέμβρη του 1920 αυτές
οι ομάδες συνεργάστηκαν για να
σχηματίσουν το Nihon Shakaishugi Domei [Ιαπωνικός
Σοσιαλιστικός Συνασπισμός] το οποίο
καυχιόταν ότι είχε γύρω στα 3000 μέλη. Αλλά
ο Osugi ξεμαγεύτηκε από τους Μπολσεβίκους
το '21, αφότου διάβασε τους απολογισμούς
της Έμμα Γκόλντμαν και του Αλεξάντερ
Μπέρκμαν για τα επακόλουθα της Ρωσικής
Επανάστασης, πράγμα που οδήγησε σε ρήξη
το ιαπωνικό εργατικό κίνημα. Κάποιοι απ'
τους στενότερους συνεργάτες του Osugi,
μεταξύ των οποίων και ο Wada, είχαν ήδη πάει
με το μέρος των Μπολσεβίκων μετά τη
συνάντηση με τον Λένιν στη Σιβηρία, και απ'
αυτό το σημείο κι έπειτα το αναρχικό
κίνημα στην Ιαπωνία άρχισε να αποσπά τα
στηρίγματά του απ' τους κομμουνιστές. Ξεμαγεμένος,
ο Osugi εξαπέλυσε αρκετές καυστικές
επιθέσεις για τη Ρωσία και τη συμπεριφορά
της προς τους αναρχικούς, ενώ ταυτόχρονα
κατέκρινε τον Sakai και άλλους για την
αυτομόλησή τους στον κομμουνισμό. Τότε,
αφού έμαθε τα νέα για τις δραστηριότητες
του Νέστωρ Μαχνώ στη Ρωσία, αποφάσισε να
παρακολουθήσει ένα αναρχικό συνέδριο στο
Βερολίνο με την ελπίδα ότι θα τον
συναντήσει. Έφτασε στην Ευρώπη τον
Φεβρουάριο του 1923 αλλά δυστυχώς
παρέμεινε στη Γαλλία, όπου συλλήφθηκε ενώ
έδινε λόγο στις εορταστικές εκδηλώσεις
της Πρωτομαγιάς στο Παρίσι. Απελάθηκε και
γύρισε πίσω στην Ιαπωνία τον Ιούλιο του
1923, όπου συνέχισε να γράφει για τον Μαχνώ (η
βαθιά εκτίμηση που έτρεφε για την
Ουκραϊνική επαναστατικότητα
αντανακλάται στο γεγονός ότι ονόμασε τον
μοναχογιό του Νέστωρ) και για τη διαφθορά
του ρωσικού πολιτεύματος. Τη
1 Σεπτέμβριου του 1923, ένας τεράστιος
σεισμός χτύπησε την περιοχή Kanto γύρω απ'
το Τόκιο, η οποία κατόπιν σαρώθηκε απ' τη
φωτιά. Κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και
χιλιάδες στρατιώτες μπήκαν στην περιοχή.
Ένα μέρος των προσπαθειών των αρχών για
να διατηρήσουν την τάξη μετά τον σεισμό,
ήταν να κρατήσουν εκεί τους σοσιαλιστές
και συνδικαλιστές, πολλοί απ' τους
οποίους σκοτώθηκαν. Στις 16 Σεπτεμβρίου, η
στρατιωτική αστυνομία συνέλαβε τον Osugi
μαζί με την Ito και τον εξάχρονο ανηψιό της
και λίγο αργότερα τους στραγγάλισαν. Ο
υπεύθυνος αξιωματικός Amakasu Masahiko,
δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση
δέκα χρόνων. Μολονότι δεν υπήρχαν
χειροπιαστές αποδείξεις που να
υποδηλώνουν ότι η δολοφονία του Osugi ήταν
διαταγή εκ ανωτέρω, ο Amakasu αποφυλακίστηκε
το 1926 και αργότερα μπλέχτηκε σε μια
προπαγάνδα της ιαπωνικής κυβέρνησης στο
Manchuria. Η Ito Noe και η Seito
Η
Ito Noe [1895 - 1923] ήταν μια ανεξάρτητη,
αυτόβουλη γυναίκα πριν ακόμα γνωρίσει
τον Osugi Sakae, αν και μαζί του ανέπτυξε την
αναρχο-φεμινιστική ιδεολογία της. Η Ito
γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια στην
περιφέρεια Fukuoka, και άρχισε να δουλεύει
στο ταχυδρομείο σε ηλικία 14 ετών αφού
τελείωσε το δημοτικό. Τον επόμενο χρόνο
μετακόμισε στο Τόκιο και γράφτηκε στο
σχολείο θηλέων Ueno. Εκεί ερωτεύτηκε τον
δάσκαλο των αγγλικών της, τον Tsuji Jun, με τον
οποίο παντρεύτηκε το 1915 και έκαναν δύο
παιδιά. Ο Tsuji θαύμαζε τον ατομικιστή
αναρχικό Μαξ Στίρνερ και αργότερα έγινε
διάσημος σαν ντανταϊστής φλαουτίστας. Ενώ
ζούσε με τον Tsuji, η Ito άρχισε να διαβάζει το
Seito, ένα φεμινιστικό περιοδικό που
έφτιαχνε η Seitosha [Οργάνωση της Μπλε
Κάλτσας]. Υπό την εκδοτική επιμέλεια
της ιδρύτριάς του, Hiratsuka Raicho, το Seito
κατευθυνόταν από καθαρά επαναστατική
ιδεολογία. Η Ιto ήθελε να αναμιχθεί με το
φεμινιστικό κίνημα και άρχισε να βοηθάει
στην επιμέλεια του περιοδικού το
Νοέμβριο του 1912. Έγραψε το πρώτο της άρθρο
για το περιοδικό στα 17 της και ο
ενθουσιασμός της ήταν τέτοιος που δύο
χρόνια μετά διορίστηκε συντάκτρια και
εκδότρια, υπεύθυνη για όλες τις
διοικητικές υποθέσεις. Οι αναρχικές
ιδέες της Ito άρχισαν να αντανακλώνται
στην οργάνωση και στο περιεχόμενο του Seito,
για το οποίο ισχυριζόταν ότι δεν είχε
συγκεκριμένους κανόνες ή κανονισμούς,
ούτε καθορισμένη πολιτική ή δόγμα. Το
1913 η Ito δημοσίευσε μια μετάφραση από το
βιβλίο της Έμμα Γκόλντμαν Η τραγωδία
της γυναικείας χειραφέτησης στο Seito
και αυτό τράβηξε την προσοχή του Osugi Sakae
που επίσης ενδιαφερόταν για τον Ρωσο-αμερικάνικο
αναρχισμό. Ο Osugi και η Ito πρωτογνωρίστηκαν
τον Σεπτέμβριο του 1914 και το 1916 άρχισε η
σχέση τους. Η Ito είχε χάσει τη πίστη της
στον Tsuji, ο οποίος αρχικά την υποστήριζε
και την ενθάρρυνε στις διανοουμενίστικες
επιδιώξεις της, αλλά ήταν επικριτικός
στην ανάμειξή της με το Seito. Χώρισαν και η
Ito πήρε τα παιδιά και μετακόμισε με τον Osugi
τον Απρίλιο του 1916. Σ' αυτό το στάδιο το Seito
είχε σταματήσει να εκδίδεται, κυρίως λόγω
της ανάμειξης της Ito με το περιστατικό του
μαχαιρώματος που επακολούθησε απ' το
πείραμα του Osugi πάνω στον ελεύθερο έρωτα.
Η φήμη της Ito ζημιώθηκε σοβαρά και
αποτραβήχτηκε απ' τη Seitosha, κι επειδή το Seito
είχε τόσο άμεση σχέση με την εκδότριά του,
κανένας δεν ήθελε να το αναλάβει χωρίς
αυτή. Υπό τη διαχείριση της Ito το
περιοδικό είχε αντιμετωπίσει αρκετά
επίμαχα θέματα, σπινθηροβόλες μελέτες,
όπως για παράδειγμα το πρόβλημα της
έκτρωσης και της αντισύλληψης. Μέσα απ'
τις σελίδες του, η Ito κατέκρινε συχνά
αυτούς που δεν μοιράζονταν τις
ριζοσπαστικές της απόψεις και επιτιθόταν
στον Sakai Toshihiko και άλλους παραδοσιακούς
σοσιαλιστές για τις πατερναλιστικές τους
στάσεις. Το 1917 η Ito μετακόμισε στην
εργατική συνοικία Kameido του Τόκιο με τον
Osugi, δουλεύοντας μαζί του στη εγκαθίδρυση
αρκετών περιοδικών τα επόμενα χρόνια.
Συνολικά παρήγαγε πάνω από 80 άρθρα και
μεταφράσεις, μεταξύ των οποίων μια μελέτη
πάνω στον Κροπότκιν που έγραψε μαζί με
τον Οsugi, καθώς και δύο μικρά
αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα, ενώ
ταυτόχρονα μεγάλωσε 7 παιδιά (μολονότι ο
Osugi ήταν από κάθε άποψη ένας αφοσιωμένος
και πρόθυμος πατέρας - για τα ιαπωνικά
δεδομένα!). Τα γραπτά της περιέχονται στην
ανθολογία του Osugi Sakae, και περιλαμβάνουν
έναν τόμο απ' τους 14 του συνόλου.
Δολοφονήθηκε μαζί με τον Osugi το Σεπτέμβρη
του 1923, σε ηλικία είκοσι οχτώ ετών. Ο Αναρχισμός και ο
Φιλολογικός Κόσμος Ο
αναρχισμός, ως μία απ' τις κυρίαρχες
τάσεις της κοινωνικής σκέψης τις αρχές
του εικοστού αιώνα στην Ιαπωνία, είχε
σημαντική επιρροή στους διανοούμενους,
περιλαμβάνοντας αρκετούς διαπρεπής
συγγραφείς. Πολλοί σοκαρίστηκαν απ' τις
εκτελέσεις του Kotoku και των άλλων για την
εσχάτη προδοσία, και παρ' όλο που υπήρξαν
προσπάθειες για να αποκρυφτούν τα
πρακτικά της δίκης και των εκτελέσεων, το
1911 ο ποιητής Ishikawa Takuboku [1885 - 1912] αντέγραψε
τα έργα που είχε γράψει ο Kotoku στη φυλακή
και τα δημοσίευσε μαζί με τα δικά του
σχόλια, καθώς και σχόλια από το βιβλίο του
Κροπότκιν Οι αναμνήσεις ενός
επαναστάτη, με τον τίτλο Ένα γράμμα απ'
τη Φυλακή. Το διήγημα του Mori Ogai Kinmoku no
to [Ο πύργος της σιωπής] [1910] ήταν
επίσης βασισμένο στο περιστατικό της
εσχάτης προδοσίας. Πολλά
μέλη απ' τη γνωστή σχολή δημιουργικής
γραφής Shirakaba [Λευκή Σημύδα] ήταν
θαυμαστές του Κροπότκιν και του Λέο
Τολστόι, τον χριστιανικό αναρχισμό του
οποίου έβρισκαν ιδιαίτερα γοητευτικό. Το
Σεπτέμβριο του 1918, ένας απ' αυτούς τους
συγγραφείς, ο Mushanokoji Saneatsu [1885 - 1976],
ξεκίνησε να δημιουργήσει μια κομμούνα
λεγόμενη Atarashikimura στην επαρχία Miyazaki.
Ενώθηκε με διάφορους νέους συγγραφείς
και ποιητές και η ομάδα έζησε μαζί
κοινοβιακά, μοιραζόμενοι ιδέες καθώς
περιποιόντουσαν το αγρόκτημα του χωριού. Άλλο
ένα μέλος της παραπάνω σχολής που
επηρεάστηκε απ' τον αναρχισμό ήταν ο Arishima
Takeo [1878 - 1923]. Γιος ενός υψηλόβαθμου
υπαλλήλου της κυβέρνησης, ο Αrishima
μορφώθηκε καλά και έφυγε απ' την Ιαπωνία
το 1903 για να φοιτήσει στην Αμερική τα τρία
επόμενα χρόνια. Εκεί διάβασε Γουόλτ
Γουίτμαν και Κροπότκιν, και κατά την
επιστροφή του στην Ιαπωνία σταμάτησε στο
Λονδίνο όπου γνώρισε τον εξόριστο ρώσο
αναρχικό, ο οποίος έδωσε στον Arishima ένα
γράμμα για τον Kotoku Shusui. Ο Arishima ήταν επίσης
φίλος με τον Osugi Sakae και υπάρχει η φήμη ότι
του έδωσε τα χρήματα για το ταξίδι του
στην Ευρώπη το 1922. Τον
ίδιο χρόνο ο Arishima κληρονόμησε ένα κτήμα 450
εκταρίων στο βόρειο νησί Hokkaido. Άκαμπτος
στην ιδέα ότι τα μέσα παραγωγής δεν θα
έπρεπε να ανήκουν σε ιδιώτη και ότι η γη
θα έπρεπε να είναι δημόσια ή να ανήκει
αμοιβαία σ' αυτούς που τη φροντίζουν, ο
Arishima αποφάσισε να κοινοποιήσει τη γη
στους αγρότες που εργάζονταν εκεί.
Οργάνωσε και εφοδίασε το κτήμα με τις
συμβουλές του τμήματος της αγροτικής
οικονομίας του πανεπιστημίου Hokkaido, αλλά
οι αρχές έφεραν αντίρρηση σ' αυτό το
κομμουνιστικό πείραμα και διέλυσαν την
κοινότητα. Το
πιο γνωστό έργο του Arishima είναι το
μυθιστόρημα Aru onna [Μια
συγκεκριμένη γυναίκα, A certain woman, 1919]. Σ'
αυτό το ημι-βιογραφικό έργο βασισμένο στα
ρεαλιστικά μυθιστορήματα απ' τα τέλη του
19ου αιώνα στην Ευρώπη, μια όμορφη γυναίκα
της μεσαίας τάξης προσπαθεί ανεπιτυχώς
να υπερνικήσει την προκατάληψη και την
υποκρισία της κοινωνίας για να ζήσει μια
ζωή αληθινή γι' αυτή. Οι προσωπικές
προσπάθειες του Arishima για την αυτογνωσία
αντανακλώνται σ' αυτό το λογοτεχνικό έργο,
ο οποίος αυτοκτόνησε μαζί με την ερωμένη
του στις 9 Ιουνίου του 1923. Ishikawa Sanshiro
Ο
Ishikawa Sanshiro ήταν συνάδελφος του Kotoku Shusui και
του Sakai Toshihiko στο προσωπικό για το Yorozu choco
και το 1903 ενώθηκε μαζί τους για να
δημιουργήσουν την Heiminsha, αφού παραιτήθηκε
απ' την εφημερίδα εις διαμαρτυρία για την
υποστήριξή της στον πόλεμο με τη Ρωσία.
Αντίθετα όμως με τον Kotoku και τον Sakai, ο
Ishikawa ήταν χριστιανός και αυτό τον οδήγησε
στο να διαχωριστεί απ' τους υλιστές και να
δημιουργήσει το περιοδικό Shinkgen [New Age]
μαζί με άλλους δύο χριστιανούς
σοσιαλιστές, τους Kinoshita Naoe και Abe Iso την
περίοδο που η Heimin shimbun έπαψε να εκδίδεται,
το 1905. Στο Shinkingen, ο Ishikawa ανέπτυσσε τις
ιδέες του για το σοσιαλισμό, πιέζοντας
τους εργάτες να αγκαλιάσουν το ιδανικό
του σοσιαλισμού μέσω της αμοιβαίας
αγάπης της ανθρωπότητας παρά του ταξικού
μίσους. Ο Ishikawa ήταν δύσπιστος σε όλα τα
πολιτικά κόμματα και αρνήθηκε να
συμμετάσχει στη Nippon Shakaito ή σε οποιαδήποτε
πρώιμη σοσιαλιστική οργάνωση. Αντ' αυτού
συγκεντρώθηκε στο γράψιμο και στη
διάδοση της προπαγάνδας. Τα
χριστιανικά πιστεύω του Ishikawa τον
οδήγησαν εν ειρωνεία στο να αγκαλιάσει
τον αναρχισμό περίπου την ίδια περίοδο με
τον Kotoku. Ενώ ήταν στη φυλακή για ένα χρόνο
απ' τον Απρίλιο του 1907 με την κατηγορία
ότι πρόσβαλλε τις αρχές του Τύπου, ο Ishikawa
δε μελετούσε μόνο τη Βίβλο αλλά και τα
έργα του Κροπότκιν, και όπως τόσοι άλλοι
διαπρεπής ιάπωνες αναρχικοί, αναδύθηκε
απ' τη φυλακή με αναρχικές πεποιθήσεις
σταθερά παγιωμένες μέσα του. Η "χειμερία
νάρκη" της πολιτικής καταπίεσης που
ακολούθησε την Εσχάτη Προδοσία δεν ήταν
μακριά και η αντίδραση του Ishikawa ήταν να
φύγει απ' την Ιαπωνία. Πήγε στην Ευρώπη
τον Μάρτιο του 1913 όπου πέρασε 8 χρόνια
εξορίας στη Βρεττανία, το Βέλγιο και τη
Γαλλία, όπου έζησε με τον Πωλ Ρεκλούς. Οι
εμπειρίες του με την οικογένεια του
Ρεκλούς και με τον Έντουαρντ Κάρπεντερ
στην Αγγλία επηρέασαν σημαντικά την
ανάπτυξη των ιδεών του με την επιστροφή
του στην Ιαπωνία το 1920. Ο
Ishikawa ήταν ιδρυτικό μέλος της
συνδικαλιστικής οργάνωσης Zenkoku Jiyu Rengo Rodo
Kumiai [Ελεύθερη Εθνική Ομοσπονδία του
Εργατικού Σωματείου], το οποίο
αναπτύχθηκε και πλαισιώθηκε κατά μήκος
αγνών αναρχο-κομμουνιστών μετά την
απόσπαση των συνδικαλιστών το 1929. Μαζί με
τον Hatta Shuzo, ο Ishikawa έγινε ο κύριος
υπέρμαχος του γεωργικού αναρχισμού,
υποστηρίζοντας ότι η γεωργία ήταν βασική
για την βιομηχανία. Υποστήριζε την ίδρυση
μιας ομοσπονδίας ανεξάρτητων και
αυτόνομων παραγωγών κοινοτήτων και το 1927
έβαλε τις θεωρίες του σε δοκιμασία
μετακομίζοντας σε μια γεωργική κοινότητα
στα περίχωρα του Τόκιο. Ενώ δούλευε στη γη,
ο Ishikawa συνέχισε τις προπαγανδιστικές
δραστηριότητές του στις σελίδες ενός
νέου μηνιαίου περιοδικού, το Dynamic. Μετά
τον πόλεμο έγραψε το βιβλίο Η Ιαπωνία 50
χρόνια μετά, στο οποίο είχε επεξεργαστεί
λεπτομερώς τα σχέδιά του για την
αναδιοργάνωση της ιαπωνικής κοινωνίας σε
μια ομοσπονδία από συνεργάτες. Μολονότι ο
Ishikawa είχε επικριθεί για την χριστιανική
αισθηματολογία του και για την
συμπεριφορά του προς την αυτοκρατορική
οικογένεια (είχε υπερασπιστεί τη
διατήρηση του Αυτοκράτορα σαν ένα "σύμβολο
κοινοτικής αγάπης"), ήταν ένας οξύνους
στοχαστής που παρέμεινε ένας αφοσιωμένος
ακτιβιστής σ' όλη του τη ζωή. Hatta Shuzo O
Hatta Shuzo [1886 - 1934], ξεκίνησε σαν χριστιανός
όπως ο Ishikawa, αλλά προσηλυτίστηκε στον
αναρχισμό μετά την εκτέλεση του Osugi το 1923.
Μαζί με τον Ishikawa ήταν ένα διαπρεπές μέλος
του Zenkoku Jiyu Rengo Rodo Kumiai και έγινε κύριος
υπέρμαχος του "αγνού αναρχισμού".
Αντίθετα από τους αναρχο-συνδικαλιστές,
οι αγνοί αναρχικοί θεωρούσαν τη μοντέρνα
βιομηχανία σαν μια κληρονομική
απολυταρχία και ιεραρχία, και συνεπώς
αντιτίθονταν στην συνδικαλιστική
προώθηση των δραστηριοτήτων του
σωματείου σαν το κύριο μέσο για τον
επαναστατικό αγώνα. Αντί αυτού, ο Hatta και
οι σύντροφοί του κοίταξαν στον αναρχο-κομμουνισμό
του Κροπότκιν για το μοντέλο μιας
μελλοντικής κοινωνίας, και τα αγροτικά
χωριά της ιαπωνικής υπαίθρου σαν μια
φυσική βάση όπου η νέα κοινωνία μπορούσε
να οικοδομηθεί. Ο
Hatta ήταν σημαντικά επηρεασμένος απ' τον
Κροπότκιν, αν και κατέκρινε την
εμπιστοσύνη του στην επιστήμη, την οποία
θεωρούσε απλά ένα σύστημα ειδικευμένης
γνώσης για μια συγκεκριμένη ιστορική
περίοδο και μια τάση ταξικού
ενδιαφέροντος. Απέρριπτε τη μαθηματική
επιστήμη για χάρη της τοπικής
παραδοσιακής σοφίας ή "τη γνώση που
συνδέεται με τη γη πάνω στην οποία ζούμε
σε κάθε περιφέρεια". Γεγονότα στην
Ιαπωνία τον είχαν πείσει ότι οι πόλεις
απομυζούσαν τις αγροτικές περιοχές, και
για να αντιστρέψει αυτή τη τάση επιδίωκε
να τροποποιήσει τη κλίμακα και τον σκοπό
της παραγωγής. Υπογράμμισε την
στρατηγική του στο βιβλίο του "Μια
έκκληση προς τους αγρότες" [An appeal to
the Peasants - 1931], στο οποίο παρότρυνε τα
χωριά να σταματήσουν να παράγουν
αγροτικά προϊόντα για να τα πουλάνε στις
πόλεις και να συγκεντρωθούν στο να
καλύψουν τις δικές τους ανάγκες και,
ταυτόχρονα να πάψουν να στηρίζονται στην
αστική Ιαπωνία αναπτύσσοντας τις
ικανότητές τους στην βιοτεχνία και να
εγκαθιδρύσουν εργαστήρια για να
αντικαταστήσουν τα βιομηχανικά προϊόντα
των πόλεων. Ο Hatta υποστήριζε ακόμα τη
χρήση φυσικών υποκατάστατων αντί
εμπορικών χημικών λιπασμάτων, από φόβο
ότι τα τελευταία θα οδηγούσαν στην
εξάρτηση απ' τη χρηματική οικονομία. Αυτό
οδήγησε σε συγκρίσεις με το μοντέρνο
σοσιαλ-οικολογικό κίνημα και ενώ οι
αλλαγές που ο Hatta επιζητούσε να φέρει θα
είχαν αναμφίβολα ως αποτέλεσμα μια πιο
οικολογική κοινωνία, η κύρια οδηγητική
δύναμη πίσω απ' τις ιδέες του ήταν
περισσότερο η ανησυχία για την κοινωνική
δικαιοσύνη παρά ο φόβος της
περιβαλλοντολογικής καταστροφής. Ο Αναρχισμός και το
Εργατικό Κίνημα Η
ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην
Ιαπωνία κατά την περίοδο που εξετάζουμε,
κωλυόταν από δύο συντελεστές: τον μικρό
αριθμό των βιομηχανικών εργατών και την
αντιπολίτευση. Αν και η κυβέρνηση του Meiji
είχε αρχίσει μια εκσυγχρονιστική
δραστηριότητα, δεν υπήρχε, συγκριτικά,
βαριά βιομηχανία στην Ιαπωνία μέχρι τον
πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ασυζητητί το
μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν
αγρότες. Επιπλέον, οι εργάτες στην
υφαντουργική βιομηχανία, που ήταν η κύρια
βιομηχανία μέχρι τον πρώτο Παγκόσμιο
Πόλεμο, ήταν κυρίως αμόρφωτες νεαρές
γυναίκες από την επαρχία οι οποίες
δούλευαν υπό φρικτές συνθήκες. Τα
εργοστάσια ήταν μικρά σε κλίμακα και τα
περισσότερα προσλάμβαναν μόνο μερικές
ντουζίνες εργάτες, πράγμα που εμπόδιζε
την οργάνωση των εργατικών σωματείων. Όπως
αναφέρθηκε προηγουμένως, οι αρχηγοί του
Meiji επέμεναν στην ανάγκη της ενότητας για
να πετύχουν τον εκσυγχρονισμό και τα
κριτήρια που εισήγαγαν στα τέλη του 19ου
αιώνα για να καταπολεμήσουν την
αντιπολίτευση επεκτάθηκαν ώστε να
ακινητοποιήσουν το εργατικό κίνημα.
Συγκεκριμένα, η Αστυνομική Δράση για τη
Δημόσια Τάξη [Public Peace Police Act] του1900 έθεσε
αποτελεσματικά τα εργατικά σωματεία
εκτός νόμου. Αν και διαφημιζόταν ότι
βοηθούσε στον έλεγχο και των
καπιταλιστών και των εργατών, τα παράπονα
που ακολούθησαν από ομάδες μηχανικών
τρένων και άλλων ειδικευμένων αρσενικών
εργατών για φτωχές εργατικές συνθήκες,
συντέλεσαν ώστε οι αστυνομικοί νόμοι για
την Δημόσια Τάξη να χρησιμοποιούνται
σχεδόν μόνο ενάντια στους εργάτες. Η
κυβέρνηση παρέμεινε ανταγωνιστική
απέναντι στα σωματεία μέχρι το τέλος του
πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν μια
οικονομική κρίση και οι διαμαρτυρίες για
την έλλειψη του ρυζιού την πίεσαν να
υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη στάση. Ο
αριθμός των βιομηχανικών εργατών
αυξήθηκε επίσης, φτάνοντας στο ύψος του
1.800.000 (παραπάνω απ' το διπλάσιο δηλαδή)
μεταξύ του 1914 και του 1919. Το
πρώτο μεγάλο εγχείρημα για τον
σχηματισμό μιας εργατικής ομοσπονδίας
έγινε το 1912, όταν ιδρύθηκε το Yuaikai υπό την
κυριότητα του Suzuki Bunji [1885 - 1946] . Ο Suzuki ήταν
χριστιανός και το Yuaikai εγκαινιάστηκε σαν
μια συμβιβαστική ομάδα των εργατών και
των καπιταλιστών, η οποία ήταν ξεκάθαρο
ότι δεν είχε καμία επαναστατική
ιδεολογία. Ωστόσο το Yuaikai περιελάμβανε
αρκετά ριζοσπαστικά σωματεία. Το
παλιότερο απ' τα επαναστατικά σωματεία
ήταν πιθανότατα το Oyukai, ένα σωματείο
τυπογράφων που σχηματίστηκε το 1907. Το 1916
αναδιοργανώθηκε σαν Shinyukai, και υπό την
επιρροή του Osugi Sakae και της ομάδας μελέτης
του της Hokufukai, γρήγορα έγινε ένα απ' τα πιο
ριζοσπαστικά σωματεία στην Ιαπωνία,
απεργώντας το 1919 υποστηρίζοντας τα
αιτήματα για το οχτάωρο. Τα μέλη του ήταν
στοιχειοθέτες δυτικών γλωσσών και έτσι
οι περισσότεροι ήταν μορφωμένοι και
οικείοι στις τάσεις των εργατικών
κινημάτων στο εξωτερικό. Το Shinyukai
ισχυριζόταν ότι είχε 650 μέλη το 1917, τα
οποία αυξήθηκαν σε 1500 τον ίδιο χρόνο,
γεγονός που το έκανε ένα από τα
μεγαλύτερα σωματεία τότε. Το
άλλο σωματείο που ήταν έντονα
επηρεασμένο απ' τις αναρχικές ιδέες του
Osugi Sakae την ίδια περίοδο, ήταν το Seishinkai, ένα
σωματείο των εργαζομένων σε εφημερίδες
που σχηματίστηκε το 1919. Το πρώην σωματείο
τους, το Kakushinkai, διαλύθηκε μετά από μια
πικρή απεργία ενάντια στις εφημερίδες
του Τόκιο, η οποία απέτυχε. Το Seishinkai
ενώθηκε με το Shinyukai το 1920 για την πρώτη
εορταστική εκδήλωση της πρωτομαγιάς στην
Ιαπωνία, κατά την οποία μερικές χιλιάδες
εργάτες παρέλασαν στο πάρκο Ueno του Τόκιο
ανεμίζοντας κόκκινες και μαύρες σημαίες. Το
Seishinkai και το Shinyukai ήταν αρχικά
προσαρτημένα στο Yuaikai, το οποίο γινόταν
όλο και πιο ριζοσπαστικό με το πέρασμα
των χρόνων. Το 1920 μετονομάστηκε σε Nihon Rodo
Sodomei [Ιαπωνική Εργατική Ομοσπονδία],
και στην ετήσια συνέλευσή του το 1922
εγκατέλειψε το αίτημά του για το δικαίωμα
ψήφου ανδρών και γυναικών, και το
αντικατέστησε με ένα κάλεσμα για
αμείλικτη μάχη ενάντια στους
καπιταλιστές και την δημιουργία μιας
νέας κοινωνίας μέσω της δράσης του
σωματείου. Ωστόσο, σ' αυτό το στάδιο οι
αναρχικοί είχαν φύγει λόγω μιας διαφωνία
για τις αρχές του οργανισμού (το Sodomei
προτιμούσε την κεντρική εξουσία, ενώ οι
αναρχικοί απαιτούσαν αποκεντρωτική
ομοσπονδιακή συγκρότηση), και σχημάτισαν
μια ανταγωνιστική οργάνωση, την Rodo Kumiai
Domeikai [Σωματειακό Συνασπισμό]. Το 1920
είχε γίνει μια προσπάθεια για τη
συγκρότηση όλων των σοσιαλιστικών ομάδων
και σωματείων της Ιαπωνίας σε ένα μόνο
οργανισμό που λεγόταν Nihon Shakaishugi Domei [Ιαπωνικός
Σοσιαλιστικός Συνασπισμός]. Αυτή η
ομάδα κυριεύτηκε από αναρχο-συνδικαλιστές,
αλλά καταργήθηκε το 1921 υπό κυβερνητικής
πιέσεως. Το 1922 έγινε άλλη μια προσπάθεια
για να σχηματιστεί ένα ενωμένο κίνημα με
την εγκαθίδρυση του Zenkoku Rodo Kumiai Sorengokai,
αλλά το εγκαινιαστικό συνέδριο στην Osaka
τελείωσε με φασαρίες (με την βοήθεια
αρκετών επιδρομών της αστυνομίας και τη
σύλληψη του Osugi Sakae), και αυτή η αποτυχία
σημάδεψε το τελικό σχίσμα ανάμεσα στους
αναρχο-συνδικαλιστές και του
μπολσεβίκους. Ο
θάνατος του Osugi το 1923 ήταν άλλο ένα πλήγμα
για τους αναρχο-συνδικαλιστές, οι οποίοι
έχαναν σταθερά έδαφος από τους Μαρξιστές,
που ως "επιτυχόντες" της Ρωσικής
Επανάστασης έπειθαν όλο και
περισσότερους ιάπωνες σοσιαλιστές για
την ανωτερότητα της Μπολσεβικής υπόθεσης.
Αλλά οι αναρχικοί παρέμειναν μια δύναμη
που δεν είχε κλείσει τους λογαριασμούς
της με το εργατικό κίνημα, ειδικά στην
περιοχή του Τόκιο, και το 1926 μια νέα
ομοσπονδία αναρχικών σωματείων, η Zenkoku Jiyu
Rengo Rodo Kumiai [Εθνική Ελεύθερη Ομοσπονδία
των Εργατικών Σωματείων], σχηματίστηκε,
συγκεντρώνοντας 25 σωματεία με συνολικό
αριθμό 8000 μελών. Τον προηγούμενο χρόνο ο
Nomin Jichikai [Συνασπισμός των
Αυτοκυβέρνητων Αγροτών] είχε ιδρυθεί
σαν ένα συνδικαλιστικό αγροληπτικό
σωματείο (ισχυριζόμενο ότι είχε 6300 μέλη
το 1926), ενώ στις αρχές του 1926 ο συνασπισμός
της Μαύρης Νεολαίας σχηματίστηκε σαν
καλυπτική ομάδα για τις αναρχικές ομάδες
και σωματεία στην περιοχή του Τόκιο. Ο
Συνασπισμός έφερε κοντά αρκετές
ενδιαφέρουσες ομάδες, όπως την Εγωιστική
Οργάνωση, την Οργάνωση των Μποέμ και την
Οργάνωση των Κριτικών Λογοτεχνίας, και
έγινε αρκετά διάσημος λόγω ενός
συμβάντος μετά την εναρκτήρια συνάντηση
τον Ιανουάριο του 1926 κατά το οποίο πολλά
μέλη συνωστίστηκαν στην περιφέρεια Ginza
του Τόκιο, ανεμίζοντας μαύρες σημαίες και
διαλύοντας στο δρόμο τους βιτρίνες
καταστημάτων. Το
1927 άρχισαν να εμφανίζονται ιδεολογικά
σχίσματα στην Zenkoku Jiyu Rodo Kumiai και οι
συνδικαλιστές που ήταν στην Ομοσπονδία
έφυγαν το 1929 για να σχηματίσουν την
ανταγωνιστική Nihon Rodo Kumiai Jiyu Rengo Kyogikai [Ιαπωνική
Ελεύθερη Σύσκεψη των Εργατικών Σωματείων].
Η Zenkoku Jiyu Rengo Rodo Kumiai, η οποία ακολούθησε
διαδοχικά μια αγνή αναρχο-κομμουνιστική
γραμμή, μεγάλωσε και απέκτησε παραπάνω
από 16000 μέλη το 1931, ενώ η αποχωριστήσα Nihon
Rodo Kumiai Jiyu Rengo Kyogikai ισχυριζόταν ότι είχε 3000
μέλη. Αν και η Zenkoku Jiyu Rengo Rodo Kumiai παρέμεινε
ενεργή μέχρι το 1935, η Ομάδα της Μαύρης
Νεολαίας κατέρρευσε το 1928 όταν η
κυβέρνηση άρχισε την πρώτη από μια σειρά
επιδρομών στους αριστεριστές,
συλλαμβάνοντας 1200 κομουνιστές και
αναρχικούς. Τον επόμενο χρόνο 700 ακόμα
άτομα συλλήφθηκαν, ενώ το 1935 έγινε μία
τελική μαζική συγκέντρωση αναρχικών και
οι οργανώσεις τους απαγορεύτηκαν εντελώς,
καθώς η Ιαπωνία γλιστρούσε όλο και
περισσότερο στην ολισθηρή πλαγιά του
ολοκληρωτισμό και του ολικού πολέμου. Ο Αναρχισμός και η
Suiheisha Η
αυξανόμενη δημοτικότητα των
σοσιαλιστικών και φιλελεύθερων ιδεών
στην Ιαπωνία μετά το 1918 ενθάρρυνε ομάδες
εκτός του εργατικού κινήματος να
οργανωθούν και να εντείνουν τις
προσπάθειές τους για την κοινωνική
αλλαγή. Μια τέτοια ομάδα ήταν οι Burakumin, οι
οποίοι ίδρυσαν το 1922 τη Suihesha [the Levellers], μια
εθνική οργάνωση που συντόνιζε
διαμαρτυρίες και άλλες δραστηριότητες.
Ωστόσο, όπως ήταν η κατάσταση με τις
σωματειακές ομοσπονδίες, η Suihesha έγινε
σύντομα πεδίο μάχης για αναρχικούς και
κομμουνιστές, καθώς αυτοί μάχονταν για
τον έλεγχο των σοσιαλιστικών κινημάτων
της χώρας. Οι
Burakumin θεωρούνται απόγονοι εργατών
δέρματος και άλλων ανθρώπων που η δουλειά
τους τους έφερε σε επαφή με τα νεκρά ζώα,
κάτι που ήταν ταμπού σύμφωνα με το Shinto και
τα βουδιστικά δόγματα. Την περίοδο του Edo
μέλη τέτοιων κοινοτήτων έγιναν παρίες
και τοποθετήθηκαν στον πάτο της
κοινωνικής ιεραρχίας. Αν και ήταν
εθνολογικά δυσδιάκριτοι απ' τους
υπόλοιπους γιαπωνέζους, η διάκριση
συνέχισε να ισχύει για τους Burakumin, ειδικά
σε θέματα όπως ο γάμος και η εργασία. Οι
Burakumin τυπικά ανεξαρτητοποιήθηκαν το 1871
και αναγνωρίστηκαν επισήμως σαν "ίσοι"
με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ωστόσο, η
ανεξαρτητοποίηση στην γενικότερη
κοινότητα και σε επίσημους κύκλους
συνεχίστηκε, παρακινώντας τις τοπικές
ομάδες των Burakumin να επιμείνουν σε
περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και να μπλέξουν
με ενέργειες διαμαρτυρίας. Η κυβέρνηση
αντέδρασε στήνοντας ένα κυβερνητικό
δίκτυο ομάδων αυτό-ανάπλασης σαν μέρος
μιας προσπάθειας για την ενθάρρυνση της
εθνικής ενότητας έχοντας την απειλή του
αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κινήματος,
αλλά η αποτυχία όλων αυτών και η ανατολή
της ριζοσπαστικής αριστεράς οδήγησε τους
Burakumin σε απαιτήσεις για ένα ανεξάρτητο
απελευθερωτικό κίνημα και συνεπώς στον
σχηματισμό της Suiheisha. Μεταξύ
1000 και 3000 άνθρωποι παρακολούθησαν το
εναρκτήριο συνέδριο της Suiheisha τον Μάρτη
του 1922, και μολονότι είναι δύσκολο να
εκτιμήσει κανείς το ύψος της υποστήριξης
που είχαν οι αναρχικοί, τουλάχιστον ένας
αυτό-αποκαλούμενος αναρχικός εκλέχθηκε
στην εξαμελή διοικητική επιτροπή. Ο Hirano
Shoken [1891 - 1940] ήταν τυπογράφος και ένα
ενεργό μέλος της αναρχο-συνδικαλιστικής
Shinyukai. Είχε γράψει αρκετά άρθρα για
αριστερά περιοδικά στο Τόκιο πριν πάει
στην Suiheisha, προβλέποντας ότι οι Burakumin θα
ξεσηκώνονταν για επανάσταση ενάντια
στους κυβερνητικούς καταπιεστές τους. Ο
Hirano ήταν ενεργός στην εθνική οργάνωση
μέχρι το Δεκέμβριο του 1924, όταν
εκδιώχθηκε με την κατηγορία ότι ήταν
κατάσκοπος της αστυνομίας. Συνέχισε να
δουλεύει με τις απελευθερωτικές ομάδες
των Burakumin στο Τόκιο, αλλά υπάρχουν
στοιχεία που υποδηλώνουν ότι αργότερα
είχε σχέση με πολλές δεξιές οργανώσεις.
Μερικοί σχολιαστές προτείνουν ότι ο Hirano
δεν ήταν ποτέ πραγματικά αναρχικός, αν
και αυτό είναι ακόμα και τώρα θέμα για
μεγάλες συζητήσεις. Άλλος
χαρακτηριστικός αναρχικός απ' την Suihensha
ήταν ο Kitahara Darsuke [1906 - 1981]. Ο Kitahara, ένας
πασιφιστής, στρατολογήθηκε το 1927 και
αναμίχθηκε σε αρκετές διαδηλώσεις
ενάντια στις διακρίσεις μέσα στο στρατό.
Στην πιο διάσημη απ' αυτές, ο Kitahara έσπασε
τις παρατάξεις κατά τη διάρκεια μιας
στρατιωτικής παρέλασης και πήγε στον
Αυτοκράτορα, παρουσιάζοντάς του μια
γραπτή έκκληση εκ μέρους μιας ομάδας
Burakumin στρατιωτών που συνελήφθησαν σε
προγενέστερο γεγονός. Μολονότι ο Kitahara
καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκισης, οι
ενέργειές του διαφημίστηκαν πολύ και
οδήγησαν στο να βελτιωθεί η μεταχείριση
των στρατολογημένων Burakumin. Το
δεύτερο συνέδριο του Suiheisha έγινε τον
Μάρτη του 1923. Οι εκπρόσωποι απέρριψαν
προτάσεις για συζήτηση όπως την
αναγνώριση της Σοβιετικής Ρωσίας και το
δικαίωμα του ψήφου σε άνδρες και γυναίκες,
κάτι που μαζί με την πίεση για άμεση δράση
οδήγησε κάποιους παρατηρητές στο
συμπέρασμα ότι η συνδικαλιστική φατρία
επικρατούσε σ' αυτό το στάδιο. Στο επόμενο
συνέδριο όμως, οι Μπολσεβίκοι είχαν
περισσότερη δύναμη, αν και καμιά πλευρά
δεν είχε ποτέ την υποστήριξη της
πλειοψηφίας των μελών του οργανισμού. Το
τέταρτο συνέδριο, παρά την ισχυρή
αντίσταση των αναρχικών, εισήγαγε μια
ιεραρχική δόμηση με μια καθολικά δυνατή
κεντρική επιτροπή. Οι αναρχικοί
διατήρησαν την κυριότητα σε μια σειρά
συνεδρίων το 1925 και 1926 για να
ισοβαθμήσουν την αντίθεσή τους προς τους
προεδρεύοντες και τους Μπολσεβίκους στο
κίνημα, και αν και υπερείχαν αριθμητικά,
συνέχισαν να αντιτάσσονται στις
μελλοντικές προσπάθειες των Μπολσεβίκων
να εκβιάσουν τη Suiheisha. Το Νοέμβριο του 1926
οργανώθηκαν σαν Zenkoku Siuheisha Kaiho Domei [Απελευθερωτικός
Συνασπισμός], μια καλυπτική ομάδα που
αποτελούταν από 27 αναρχικές ομάδες και
περισσότερους από χίλιους αναρχικούς, οι
οποίοι μποϊκοτάρανε το συνέδριο του 1928.
Εκείνη όμως τη περίοδο, οι αρχές
προωθούσαν την επιχείρησή τους ενάντια
στην αριστερά και η Suihesha αναγκάστηκε να
υιοθετήσει μια πιο μετριασμένη στάση.
Τελικά μετατράπηκε σε δεξιά οργάνωση, που
μάλιστα υποστήριξε την αποικιακή
επέκταση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 30. Η
Suiheisha διαλύθηκε επισήμως το 1942. Παρ' ότι
ένας μικρός αριθμός αναρχικών είχε ακόμη
σχέση με τις απελευθερωτικές ομάδες των
Burakumin, το μετα-πολεμικό κίνημα κυριεύτηκε
από οργανώσεις ευθυγραμμισμένες με τα
μεγάλα αντιπολιτευτικά κόμματα. Αλλά
παρέμεινε ένα κληροδότημα από την
ανάμιξη των αναρχικών με τους Burakumin στην
χρησιμοποίηση των τακτικών άμεσης δράσης
με τη μορφή των διαμαρτυριών του Kyudan.
Σύμφωνα με αυτή τη στρατηγική, ομάδες ή
άτομα που προσέβαλαν ή μεροληπτούσαν
τους Burakumin, αντιμετωπίζονταν άμεσα και
διατάζονταν να απολογηθούν. Αυτοί που
αρνούνταν γίνονταν στόχος σε μια όλο
αυξανόμενη επιθετική δράση διαμαρτυρίας,
η οποία τη δεκαετία του '20 ενέπλεκε συχνά
εκατοντάδες μέλη της Suiheisha σε βίαιες
συγκρούσεις. Σε ένα περιστατικό κοντά στο
Nara τον Μάρτη του 1922, δύο Burakumin
προσβλήθηκαν από έναν περαστικό που τους
έκανε μια χειρονομία και η άρνησή του να
ζητήσει συγγνώμη οδήγησε τελικά σε μια
αψιμαχία στην οποία 1220 υποστηρικτές της
Suiheisha συγκρούστηκαν με 1200 μέλη μιας
δεξιάς ομάδας. Τα σημερινά Kyudan είναι
συνήθως λιγότερο δραματικά, αν και
μπορούν ακόμα να προσφέρουν βασανιστικές
εμπειρίες στους στόχους τους. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Το
βιβλίο του Thomas A. Stanley Osugi Sakae: Anarchist in Taisho
Japan, περιέχει μια παρατεταμένη
βιβλιογραφία από δημοσιεύσεις στα
αγγλικά και στα ιαπωνικά που έχουν σχέση
με τον αναρχισμό στην Ιαπωνία. Οι
περισσότερες πληροφορίες που
περιέχονται εδώ ήρθαν απ' τα εξής: αγγλικές πηγές: ιαπωνικές πηγές: μετάφραση:
χριστίνα σ.
|
||||||||||
|
04/11/2003 |
Webmaster-Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης Ανάλυση οθόνης 800Χ600 |