|
Μέρος
2ο
Προηγούμενο
Νομοσχέδιο
για τους μετανάστες
Ένα
ακόμα αντικοινωνικό νομοσχέδιο
έρχεται να ρυθμίσει ό,τι λογαριασμούς
είχαν αφήσει τα αφεντικά ανοιχτούς με
την κρατική μεταναστευτική πολιτική.
Οι μετανάστες, ειδικά στην ευρώπη,
αποτελούν ένα ιδιόρρυθμο κομμάτι στις
τάξεις των προλετάριων. Έτσι από τη
μια είναι το πλέον υποβαθμισμένο, «αδικημένο»
κομμάτι της εργατικής δύναμης, από την
άλλη είναι το πιο ευέλικτο και στη
μεγάλη του πλειοψηφία έξω από
συλλογικές διεκδικήσεις, από κινήματα,
από αγώνες. Αυτή είναι μια μεγάλη ήττα
των ιθαγενών και ξένων προλετάριων,
καθώς η κατάρρευση του «υπαρκτού
σοσιαλισμού» και το κύμα
μετανάστευσης που εξαπέλυσε, βρήκε,
όπως φαίνεται, έτοιμα τα αφεντικά μόνο
και όχι την κοινωνία.
Ο
ξένος εργάτης, περιβεβλημένος με το
μύθο του «βρώμικου», του «άξεστου»,
του κλέφτη, μπήκε σαν εμβόλιμο
στοιχείο στην παραγωγή.
Χρησιμοποιήθηκε σαν φτηνό -εύπλαστο-
άμεσα «επαναπροωθήσιμο» εργατικό
δυναμικό, με τρόπο ώστε πολλές φορές
να θίγει τα κεκτημένα δικαιώματα σε
ασφάλιση-μισθούς. Tα εργατικά κινήματα
δεν επιδίωξαν να συνδεθούν με τους
εξαθλιωμένους, αλλά έφαγαν το
παραμύθι πως τα συμφέροντά τους ανά
κλάδο, ανά εθνικότητα διαφέρουν. Oι
ξένοι εργάτες έφτασαν να αποτελούν
μια καινούρια τάξη κατώτερη από αυτή
των ντόπιων εξαθλιωμένων. Αλλά και οι
ίδιοι οι μετανάστες, μεθυσμένοι από τη
θέα ενός μiνι-καπιταλιστικού
παραδείσου, όπως ο ελλαδικός χώρος,
κυνηγημένοι από τις κατασταλτικές
δυνάμεις περιθωριοποιημένοι από μια
ξενόφοβη κοινωνία, με οργανωμένες
δομές οικογενειοκρατικής μαφίας στις
κοινότητές τους, δεν δημιούργησαν
προϋποθέσεις ανάπτυξης κινημάτων (κινήματα
σαν αυτό των san papier στη γαλλία). Όπως
και να έχει το πράγμα, οι μετανάστες,
έρμαια στα χέρια των καπιταλιστών,
πληρώνουν με την αξιοπρέπειά τους, την
ποιότητα ζωής τους, την άνοδο των
ρυθμών ανάπτυξης στις «ανεπτυγμένες»
χώρες.
Στη
λογική της καλύτερης εκμετάλλευσής
τους κινούνται όλοι οι νόμοι, όλες οι
ρυθμίσεις. Kαι η καλύτερη εκμετάλλευση
απαιτεί ένα μοντέλο μετανάστη φτηνού,
προσωρινού, ελεγχόμενου,
γκετοποιημένου. Σε αυτό το πνεύμα
αντιλαμβανόμαστε τα εμπόδια που
μπαίνουν για την απόκτηση της
πολυπόθητης πράσινης κάρτας, μιας και
δημιουργούν ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς
παρανομίας με μικρές δόσεις
νομιμότητας :
Σύμφωνα
λοιπόν με τις νέες διατάξεις, για την
έκδοση πράσινης κάρτας είναι αναγκαία
η συμπλήρωση 2 χρόνων παραμονής στη
χώρα, αποδεδειγμένη με έγγραφα (διαβατήριο,
μισθωτήριο, ένσημα, φορολογική δήλωση).
Δίνεται άδεια παραμονής που διαρκεί 6
μήνες, μετά το τέλος των οποίων πρέπει
να προσκομιστεί βεβαίωση εργασίας,
λευκό ποινικό μητρώο και
πιστοποιητικό υγείας. Αν αναλογιστεί
κανείς το καθεστώς κάτω από το οποίο
δουλεύουν (μαύρη εργασία χωρίς ένσημα
και βεβαιώσεις), ζούν (πολλοί κάτω από
την ίδια στέγη- για ποια μισθωτήρια
μιλάμε;) και το πόσο προσωρινή και
εποχιακή δουλειά κάνουν σαν
ανειδίκευτοι εργάτες, καταλαβαίνουμε
ότι η συλλογή των απαραίτητων
δικαιολογητικών αφορά εξαιρετικά
λίγους. Το ίδιο και η νομιμοποίηση. Τα
γραφειοκρατικά μεν κολλήματα είναι
τόσα που μέχρι και οι αστικές φυλλάδες
συχνά πυκνά κράζουν καμιά εξώφθαλμη
περίπτωση.
Η
δε πράσινη κάρτα θα είναι προσωπική
και δεν θα αφορά μέλη της οικογένειας -μην
τυχόν και ριζώσει ο ξένος με τη
φαμελιά του και άντε μετά να τον
επαναπροωθήσουν μετά όταν δεν θα τον
χρειάζονται. Βέβαια, υπάρχουν κι
ευκολίες στην απόκτηση πράσινης
κάρτας. Όποιος καταδώσει, ρουφιανέψει
τον διπλανό του φτωχοδιάβολο και
βοηθήσει τις αρχές, αξίζει να
απολαμβάνει τα ψωροπρονόμια που
αρνούνται σε όλους τους άλλους. Μα και
για τους ντόπιους ο χαφιεδισμός
ανάγεται σε υποχρέωση. Η δε παρέκκλιση
από την ένδυση της κουκούλας του
καταδότη τιμωρείται ως παράβαση του
νόμου. Έτσι όποιος ιδιοκτήτης σπιτιού
δεν καταδώσει παράνομο μετανάστη,
όποιος δε βοηθήσει τις αρχές για τον
εντοπισμό των «παρανόμων», διώκεται ο
ίδιος ποινικά. Συγχρόνως οι παράνομοι
μετανάστες αποκλείονται στυγνά από
όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες. Δε θα
περιθάλπονται στα νοσοκομεία παρα
μόνο για πρώτες βοήθειες, οπότε και οι
γιατροί θα είναι υποχρεωμένοι να
καλούν τους μπάτσους, σε περίπτωση
σύλληψης δε θα δικαιούνται δικηγόρο,
τα παιδιά δεν θα μπορούν να πηγαίνουν
σχολείο κ.ά. Μιλάμε για μια πλειοψηφία
μεταναστών που θα είναι απόλυτα
όμηροι των σχεδιασμών του κράτους.
Ανάλογα
με τις ανάγκες της οικονομίας, είτε θα
απελαύνονται είτε όταν θα τους
χρειάζονται δεν θα τους «αποτρέπεται»
η είσοδός. Όσο θα μένουν στη χώρα θα
είναι απόλυτα αποκομμένοι από κάθε
στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα, σε
ένα περιβάλλον εχθρικό, συλλογικής
συνενοχής και ρουφιανιάς. Εκεί για να
ικανοποιήσουν τις ονειρώξεις των
στερημένων μικροαστών (νωπή η διαμάχη
για τις διατάξεις διευκόλυνσης των «καλλιτέχνιδων»
για να ξεκαυλώνει ο έλληνας αγρότης
στα «προσεχώς βουλγάρες»).
Η
υποβάθμιση -υποτίμηση της εργατικής
δύναμης σε απλό αντικείμενο, εργαλείο
παραγωγής, βρίσκει στο πρόσωπο των
μεταναστών την πιο ακραία της μορφή
και στο βαθμό αυτό αφορά όλους όσους
δεν συγκαταλέγουν τον εαυτό τους στα
αφεντικά. Η αναδιάρθρωση της εργασίας
στην κατεύθυνση του
παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού
στους μεν ντόπιους εργάτες είναι πιο
βραδυκίνητη, με μεγαλύτερο πολιτικό
κόστος (κάπου πρέπει να τον εντάξει το
κράτος τον πολίτη του, κάποιο επίδομα
να του δώσει, κάποιο πτυχίο να τον
βάλει να κυνηγήσει). Όσον αφορά δε τους
ξένους εργάτες, η ενσωμάτωση
περιττεύει. Μετά τη χρήση πετιέται.
Ο
βασικός σχεδιασμός του κεφαλαίου δεν
αφήνει αμφιβολίες για το πόσο κοινός
είναι ο παρονομαστής για τους
προλετάριους. Αυτό πρέπει να
συνειδητοποιήσουν ώστε να ξεπεράσουν
τους τεχνητούς διαχωρισμούς που τους
αποδυναμώνουν. Τα σχέδιά των
εξουσιαστών μπορούν να καταρρίψουν
μόνο οι κοινωνικοί αγώνες, η ενωμένη
αντίσταση ξένων και ντόπιων εργατών
από τη βάση.
Μάθε
παιδί μου γράμματα...(εκπαιδευτικές
μεταρρυθμίσεις)
Η
δεκαετία του ΄90 σημαδεύεται από
ουσιαστικά δύο μεγάλες προσπάθειες
μεταρ- ρύθμισης του εκπαιδευτικού
συστήματος. Η πρώτη γίνεται από την
κυβέρνηση της ΝΔ το 90-91 και η δεύτερη
από τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ξεκινώντας
το ΄97 με το νόμο Αρσένη και
συνεχίζοντας μέχρι και σήμερα με το
νόμο Ευθυμίου.
Η
αυταρχική πολιτική που χρησιμοποιεί η
δεξιά εκείνη την περίοδο, με στόχο την
όλο και μεγαλύτερη επιβολή της στους
διάφορους κοινωνικούς τομείς,
εκφράζεται στην εκπαίδευση με το νόμο
του Κοντογιαννόπουλου. Η υποχρεωτική
έπαρση σημαίας, η επιστροφή της
σχολικής ποδιάς και της «ευπρεπούς»
εμφάνισης, το περιβόητο point-system και η
όλο και μεγαλύτερη φρούρηση στα
σχολεία (κάγκελα, φύλακες, μπάτσοι),
επιβάλουν ένα καθεστώς συντηρητισμού
και ισοπέδωσης των ατομικών
ελευθεριών, της προσωπικότητας και
διαφορετικότητας του ατόμου. Αυτή η
προσπάθεια εκφασισμού ενός μεγάλου
κομματιού της κοινωνίας, ξεσηκώνει
τεράστιο κύμμα αντιδράσεων με
δυναμικές πορείες χιλιάδων ατόμων,
καταλήψεις σε σχολεία και
πανεπιστήμια, συγκρούσεις με την
αστυνομία. Παρόλη τη βίαιη καταστολή
από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς
του κράτους, τον αποπροσανατολισμό
και την προβοκάτσια από τα μέσα
μαζικής ενημέρωσης, τις φασιστικές
επιθέσεις ομάδων της ΟΝΝΕΔ και λοιπών
τραμπούκων (δολοφονία Τεμπονέρα από
τον ΟΝΝΕΔίτη φασίστα Καλαμπόκα), οι
αγώνες οξύνονται και ο υπουργός
αποσύρει το νομοσχέδιο.
Το
΄98 είναι η χρονιά που αρχίζει να
εφαρμόζεται μια νέα μεταρύθμιση η
οποία κρατάει μέχρι τις μέρες μας.
Νόμοι που αφορούν την αξιολόγηση των
καθηγητών (διαγωνισμός ΑΣΕΠ), το
εκπαιδευτικό σύστημα στα σχολεία, (εξετάσεις,
εννιαίο λύκειο, κατάργηση δεσμών)
καθώς και την τριτοβάθμια εκπαίδευση (αλλαγές
στη λειτουργία των πανεπιστημίων, κλπ)
συνθέτουν ένα νέο εκπαιδεύτικο
μοντέλο.
Και
οι δύο μεταρυθμίσεις στοχεύουν στην
κατεύθυνση της εκπαίδευσης ως μέσο
προπαγάνδας, ανάδειξης και έμμεσης
επιβολής της πραγματικότητας που
θέλει να ορίσει η κάθε εξουσία. Παρόλα
αυτα υπάρχει μια διαφορά. Η πρώτη
δημιουργείται κυρίως από την ανάγκη
της δεξιάς να επιβάλλει την αυταρχική
και συντηρητική της ιδεολογία στη
κοινωνία, ενώ η νέα μεταρρύθμιση θέτει
μια νέα βάση στο εκπαιδευτικό σύστημα,
η οποία σχετίζεται άμεσα με την «αναγκαιότητα»
εναρμόνησης των εκπαιδευτικών
συστημάτων της ευρωπαικής ένωσης (συμβατοί
τίτλοι σπουδών, «εργασιακά προσόντα»),
ώστε να ευνοείται η σύγκριση και η
κινητικότητα του
εργατικούδυναμικούαπό χώρα σε χώρα
καθώς συγχρόνως εναρμονίζεται το
ασφαλιστικό σύστημα και
επιτυγχάνεται ενιαία αγορά εργασίας.
Ολοι
οι νόμοι που αναφέρονται στη
μεταρρύθμιση, συνδέονται άμεσα μεταξυ
τους και αποτελούν μια σείρα και
συνέχεια στην οποία ο κάθε όρος
συμπληρώνει τον άλλον.
Ηδη
τα σχολεία ,με το νέο νομοσχέδιο,
μετατρέπονται σε ατελείωτα
εξεταστικά κάτεργα στα οποία ο
μαθητής βρίσκέται σε μια διαρκή
κατάσταση αξιολόγησης και ελέγχου ,γεγονός
που δημιουργεί διαχωριστικές γραμμές
μεταξύ «ικανών» και «ανίκανων» ,»έξυπνων»
και «χαζών» καλλιεργώντας τον
ανταγωνισμό και μια λογική
ατομικισμού και απομάκρυνσής από
συλλογικές πρακτικές.
Οι
αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
είναι αυτές που καταδεικνύουν με τον
καλύτερο τρόπο τη λογική της
νεοφιλελεύθερης αυτής μεταρρύθμισης
αλλά και τη λογική όλων των
επιχειρούμενων μεταρρυθμίσεων στους
υπόλοιπους κοινωνικούς τομείς.
Κατακερματισμός στην εργασία, στην
ασφάλιση, στην υγεία, κατακερματισμός
και στην εκπαίδευση. Ουδέποτε το
αστικό πανεπιστήμιο ήταν αποκομένο
από την αγορά εργασίας και από άλλα
οικονομικά και εξουσιαστικά
συμφέροντα. Αυτό αποδεικνύεται ουτωσή
άλλως από το γεγονός οτι η βασική
λειτουργία των πανεπιστημίων
καθορίζεται από τη βιομηχανία, μέσω
των ερευνητικών προγραμμάτων, τα
οποία διεξάγονται προς το συμφέρον
της. Ωστόσο αύτη τη στιγμή με την
πορεία που ακολουθείται το
πανεπιστήμιο μετατρέπεται
αποκλειστικά σε ένα
προπαρασκευαστικό εργοστάσιο μαζικής
παραγωγής φτηνού εργατικού δυναμικού
μικρού εκπαιδευτικού κόστους και
περιορισμένης εμβέλειας, χρήσιμης
όμως για της άμεσες ανάγκες της αγοράς
εργασιάς. Αυτό πρωτοεμφανίζεται με τα
Προγραμμάτα Σπουδών Επιλογής, που
στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά
το άνοιγμα στη διείσδυση των
επιχειρήσεων στα πανεπιστήμια,
προσαρμόζοντας έτσι τις σχολές που να
εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες
τους για ένα εργατικό δυναμικό
καταρτισμένο σε ένα συγκεκριμένο και
απόλυτα εξειδικευμένο αντικείμενο, με
την αναγκαιότητα της επανεκπαίδευσης
(δια βίου κατάρτιση), κάθε φορά που η
τεχνολογία και η αγορά θέτουν νέα
δεδομένα.
Την
παραπάνω λογική έρχονται να
συμπληρώσουν και οι αποφάσεις της
συνόδου της Μπολόνια, η οποία
πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 1999
και έλαβαν μέρος υπουργοί παιδείας
και εκπρόσωποι 29 χωρών. Αποφασίστηκε η
εννοποίηση των εκπαιδευτικών
συστημάτων με βάση το Αγγλοσαξονικό
πρότυπο δίνοντας έμφαση στη «...δημιουργία
της ευρωπαικής περιοχής ανώτατης
εκπαίδευσης ως βασικό μέσο για την
προώθηση της κινητικότητας και της
δυνατότητας εύρεσης εργασίας των
πολιτών καθώς και για τη συνολική
εξέλιξη της ηπείρου.» (από τη
διακήρυξη της Μπολόνια). Η κατασκευή
λοιπόν του μοντέλου του αυριανού
εργαζόμενου ξεκινάει απο την
εκπαίδευση που χάνει πια το
ακαδημαικό της προσωπείο και της
αναγνωρίζεται ο πραγματικός της ρόλος
μέσα σε μια κοινωνία που κυριαρχεί ο
καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.
Στο
δρόμο αυτό κινείται και η ντόπια
εξουσία με τα νέα νομοσχέδια (νομοσχέδιο
Ευθυμίου) που έρχονται να επιβάλουν
τις αποφάσεις της Μπολόνια. Η στα
χαρτιά «ανωτατοποίηση των ΤΕΙ» είναι
μια καλά καμουφλαρισμένη κίνηση για
την προσεχή διάσπαση των
πανεπιστημιακών πτυχίων σε δύο
κύκλους σπουδών (τρία έτη για το
δίπλωμα + δύο έτη για το master ), ενώ η
πολύκροτη αξιολόγηση ΑΕΙ και ΤΕΙ που
προάγεται απο μια άλλη ελίτ, αυτή των
πρυτάνεων, συμβαδίζει απόλυτα με τη
λογική των αφεντικών. Συνεχής
αξιολόγηση όχι μόνο του
εκπαιδευόμενου αλλά και του
εκπαιδευτή, και του εκπαιδευτηρίου,
για να συντάσεται κάθε στιγμή η λίστα
των άξιων ή των ανάξιων ανάλογα κάθε
φορά με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των
αφεντικών.
Συναθροίζοντας
όλα τα προηγούμενα, παρατηρούμε ότι
γεννιέται ένα νέο μοντέλο ανθρώπου-εργαζόμενου,
ένα πιόνι δηλαδή στις ανάγκες και τα
συμφέροντα της κάθε αγοράς και
εξουσίας, αποδυναμωμένο από
συλλογικές πρακτικές και λογικές,
πλήρως αποβλακωμένο και
κατευθυνόμενο.
Μέχρι
σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί
ποικίλες κινητοποιήσεις ενάντια στη
μεταρρύθμιση με πιο μαζικές και
δυναμικές αυτές κατά τη διάρκεια του
διαγωνισμόυ του ΑΣΕΠ και τις
μαθητικές καταλήψεις ενάντια στο
νομοσχέδιο Αρσένη. Οι κυβερνώντες για
να περάσουν τους σχεδιασμούς του
μηχανισμού για τον οποίο δουλεύουν,
χρησιμοποίησαν τακτικότατα την
προσφιλή μέθοδο του «διαίρει και
βασίλευε». Έτσι κατάφεραν να φέρουν σε
σύγκρουση κοινωνικές ομάδες (διορισμένοι-αδιόριστοι,
φοιτητές-σπουδαστές), οι οποίες
εγκλωβίστηκαν στα συντεχνιακά τους
αιτήματα και αναλώθηκαν σε μια μεταξύ
τους αντιπαράθεση, βοηθώντας έτσι
ακούσια τον μηχανισμό να ξεπεράσει
τις αντιδράσεις και να επιβάλει τις
αλλαγές του. Μέρος της τακτικής αυτής
είναι και η προώθηση κάθε φορά «πακέτων»
μέτρων και όχι ολικής μεταρύθμισης
για τον μετριασμό των αντιδράσεων και
τον περιορισμό τους σε μερική
ζητήματα και οχι στη συνολική
αμφισβήτηση του συστήματος.
Δεν
τρέφουμε αυταπάτες. Ο κύριος ρόλος του
αστικού πανεπιστημίου δεν παύει να
είναι η αναπαραγωγή της κυρίαρχης
ιδεολογίας και της κοινωνικής
ιεραρχίας.Μόνο που τώρα εντείνεται
τόσο ο εξειδικευμένος όσο και ο
κερδοσκοπικός για την άρχουσα τάξη
χαρακτήρας του. Ακόμα και αν
αντιτίθεται κανείς στο θεσμό του
αστικού πανεπιστημίου δε θα κάτσει με
σταυρωμένα τα χέρια, να το αφήσει να
μετατραπεί ολοκληρωτικά σε έρμαιο στα
χέρια του κάθε αφεντικού, διότι ο
αγώνας ενάντια στα σχέδια της
κυριαρχίας ξεκινά μέσα από όλους τους
κοινωνικούς σχηματισμούς.
όταν
ο τρόμος γίνεται νόμος...
Για
τρίτη φορά στη μεταπολιτευτική
ιστορία της χώρας επιχειρείται
θέσμιση νομοθετικών ρυθμίσεων που
αφορούν την τρομοκρατία. Μετά τις
αποτυχημένες, λόγω της δυναμικής τόσο
από τα κάτω αντίστασης όσο και των
ενδοκαθεστωτικών τριβών που
συνάντησαν, προσπάθειες των δεξιών
κυβερνήσεων του 78
και του 90, σειρά έχει μια σοσιαλιστική
που προωθεί «τροποποίηση του ποινικού
κώδικα για την προστασία του πολίτη
από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών
οργανώσεων», αποφεύγοντας όπως ο
διάολος το λιβάνι τον χαρακτηρισμό
της ως τρομονόμου. Με σκοπό να
συμβάλλουμε στο να καταλήξει ο νέος
τρομονόμος όπου και οι δύο
προηγούμενοι, ας δούμε τι κρύβεται
πίσω από αυτή την καλομελετημένη
επίθεση ενάντια στην κοινωνία. Λίγα
λόγια που δε θα μας πουν ποτέ
πολιτικοί και δημοσιογράφοι...
Τι
προβλέπει;
Κάποιες
φαινομενικά «λογικές» όσο και «ακίνδυνες»
διατάξεις του τρομονόμου ή πως
διαβάζει κανείς ανάμεσα στις λέξεις.
- Διαβάζουμε
λοιπόν στο άρθρο 1: «...τιμωρείται με
κάθειρξη μέχρι 10 ετών όποιος...αποσκοπεί
στη διάπραξη σε βαθμό κακουργήματος
εγκλημάτων...». Καλό κι αυτό! Τώρα
πλέον δε χρειάζεται να περιμένει η
αστυνομία να διαπράξεις κάποιο
έγκλημα για να σε μπαγλαρώσει, αφού
η πρόθεση συνιστά κατευθείαν πράξη!
10 χρονάκια λοιπόν επειδή
σκεφτόσουνα «κακά πράγματα». Μπορεί
να ακούγεται αστείο αλλά δεν είναι
καθόλου αν σκεφτεί κανείς το ποιός (μπάτσος,
ανακριτής, εισαγγελέας ή δικαστής)
και κυρίως το πώς αυτός θα αποφανθεί
για το αν κάποιος «ύποπτος» όντως
αποσκοπούσε στη διάπραξη
εγκλήματος. Η διάταξη αυτή σε
συνδυασμό με την άρση της αρχής του
ποινικού κώδικα «ένοχος ένοχο ου
ποιεί» και τη διάταξη περί
προστασίας μαρτύρων παρέχει
ουσιαστικά τη δυνατότητα της ανά
πάσα στιγμή ενοχοποίησης του
οποιουδήποτε: ένας ανώνυμος
μάρτυρας (που θα μπορούσε κάλλιστα
να είναι μπάτσος ή καταξιωμένος
ρουφιάνος) ισχυρίζεται ότι
συμμετείχε στην ίδια εγκληματική
οργάνωση με τον «ύποπτο» και
αποσκοπούσαν από κοινού στην τέλεση
κακουργημάτων. Με το νέο τρομονόμο,
ο μάρτυρας τη βγάζει καθαρή χάρη στα
μέτρα επιείκειας που προβλέπονται
χωρίς καν να αποκαλυφθεί το όνομα ή
το πρόσωπό του, ενώ ο αρχικά «ύποπτος»,
γίνεται κατηγορούμενος και
σαφέστατα ένοχος πλέον σαπίζει στη
φυλακή!
- Επιβάλλεται
η εξέταση βιολογικού υλικού «υπόπτου»
για διάπραξη κακουργηματικής
πράξης κατά την προανάκριση, ακόμα
και χωρίς τη θέληση του ίδιου.
Νομιμοποιείται λοιπόν για πρώτη
φορά μια προσφιλής τακτική της
αστυνομίας που γενικά βοηθάει την
ανακριτική διαδικασία: τα
βασανιστήρια. Ακούγεται ακραίο; Δεν
είναι όμως αφού κάθε μπάτσος έχει
πλέον και νομική κάλυψη στο
ξυλοφόρτωμα ενός «υπόπτου» ο οποίος
αρνήθηκε ή σκέφτηκε να αρνηθεί να
δώσει δείγμα για ανάλυση DNA.
- Μέτρα
επιείκειας, απόκρυψη πληροφοριών
και προστασία μαρτύρων. Βρίσκοντας
πάτημα στη διάχυτη στην ελληνική
κοινωνία καχυποψία, ο νέος
τρομονόμος προσπαθεί να καθιερώσει
ένα ιδιότυπο καθεστώς «ανέξοδου»
και υποχρεωτικού χαφιεδισμού.
Υποχρεωτικού άμεσα γιατί τιμωρεί
αυτούς που η αξιοπρέπειά τους δεν
τους επιτρέπει να γίνουν δοσίλογοι («...με
κάθειρξη τιμωρείται όποιος
ματαιώνει την αποκάλυψη ή δίωξη και
τιμωρία των πράξεων...») αλλά και
έμμεσα, απαλλάσσοντας από τις
ποινές τους όσα μετανοημένα μέλη «εγκληματικών
οργανώσεων» βοηθούν τις αρχές στην
εξάρθρωσή τους. «Ανέξοδου» για τον
ίδιο τον καταδότη/μάρτυρα
κατηγορίας, αφού η βρώμικη δουλειά
του γίνεται υπό πλήρη κάλυψη (απόκρυψη
προσωπικών στοιχείων, αλλαγή
ταυτότητας, κατάθεση με χρήση
ηλεκτρονικών μέσων, φύλαξη κτλ) όπως
προβλέπει το άρθρο 9. Αξίζει να
σημειωθεί ότι από τους
γραφειοκράτες του υπουργείου
δικαιοσύνης ανακαλύφθηκε άλλη μια «χρήση»
των «παράνομων» μεταναστών: σύμφωνα
με το άρθρο 2, η απέλαση όσων από
αυτούς «...καταγγείλουν αξιόποινες
πράξει-ς...» αναστέλλεται! Εκτός από
φτηνό εργατικό δυναμικό, οι
μετανάστες είναι λοιπόν καλοί και
για ρουφιάνοι! Κατάργηση των
ενόρκων. Ενώ λοιπόν σύμφωνα με τα
λόγια του υπουργού δημόσιας τάξης, η
συμμετοχή της κοινωνίας είναι
απαραίτητη για την καταπολέμηση της
«τρομοκρατίας» και παρόλο που κατά
γενική ομολογία του νομοθέτη, ο
πολίτης ανάγεται σε δεξί χέρι της
αστυνομικής και δικαστικής
εξουσίας ως ρουφιάνος, μάρτυρας
κατηγορίας ή και διώκτης «υπόπτων»,
όταν πλησιάζει η κορύφωση του
δράματος, η εκδίκαση δηλαδή της
υπόθεσης, αυτόματα υποβαθμίζεται η
αξία της συμμετοχής του με την
διάταξη που προβλέπει ότι τέτοιες
υποθέσεις θα δικάζονται πλέον όχι
από μικτά ορκωτά δικαστήρια όπου
συμμετέχουν και λαϊκοί ένορκοι,
αλλά από τακτικούς δικαστές μόνο.
Καταργείται με λίγα λόγια και η
τελευταία εγγύηση που στοιχειωδώς
παρείχε το αστικό δίκαιο απέναντι
στις πάμπολλες κρατικές, δικαστικές
ή αστυνομικές πλεκτάνες.
- Νέες
αστυνομικές μέθοδοι έρευνας. Δεν
μπορεί παρά να σου σηκωθεί η τρίχα
κάγκελο αν, έχοντας διαβάσει το «1984»
του Τζ. Όργουελ, ρίξεις μια ματιά στο
άρθρο 5 του νέου τρομονόμου! «ʼρση
απορρήτου επικοινωνιών», «καταγραφή
με ειδικά τεχνικά μέσα», «ανακριτική
διείσδυση», «συσχέτιση δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα», «έλεγχος
κίνησης λογαριασμών» προβλέπονται
παράλληλα με τις παραδοσιακές
μεθόδους αστυνομικής έρευνας,
προκειμένου να εξιχνιαστεί αδίκημα
που διέπραξε «εγκληματική οργάνωση».
Αυτό που δεν διευκρινίζει πουθενά
το κατά τα άλλα λεπτομερέστατο
σχέδιο νόμου, είναι το ποιοι και με
ποιο κριτήριο θα υφίστανται εν
αγνοία τους όλα τα παραπάνω. Είναι
δηλαδή στη διακριτική ευχέρεια του
κάθε ανακριτή και του κάθε
αρχιμπάτσου, να σε ανακηρύξει «ύποπτο»
για συμμετοχή σε εγκληματική
οργάνωση και να διατάξει την
παρακολούθηση και μαγνητοσκόπησή
σου, την υποκλοπή των τηλεφωνικών
σου συνομιλιών, τον έλεγχο της
αλληλογραφίας σου, τον έλεγχο των
τραπεζικών σου λογαριασμών και των
ευαίσθητων προσωπικών σου
δεδομένων. Τίποτα το καινούργιο θα
σκεφτεί κανείς. Όλες αυτές οι
πρακτικές εφαρμοζόντουσαν ανέκαθεν.
Σίγουρα, αλλά όταν πλέον
νομιμοποιούνται είναι και ικανές να
στοιχειοθετήσουν κατηγορίες. Μια
ολόκληρη κοινωνία στο μικροσκόπιο
λοιπόν και με τη βούλα του νόμου.
- Κι
αν τα εισαγωγικά που
χρησιμοποιούνται όπου αναφέρεται ο
όρος «εγκληματική οργάνωση»,
προκαλούν εντύπωση, τότε τι θα
έπρεπε να προκαλεί η μετατροπή της
κατηγορίας του ποινικού κώδικα «σύσταση
και συμμορία» σε κακούργημα που
τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι και 10
ετών, αναφέρεται στο σύνολο σχεδόν
των αδικημάτων του ποινικού κώδικα
και ονομάζεται πλέον «εγκληματική
οργάνωση».
- Αξίζει
τέλος να σημειωθεί ότι η
επανειλημμένη χρήση της λέξης «ύποπτος»
δεν είναι τυχαία όπως τυχαία δεν
είναι και η χρήση των εισαγωγικών.
Το ίδιο το σχέδιο νόμου δεν κάνει
πλέον λόγο για κατηγορούμενο ή
κατηγορούμενους για κάποιο αδίκημα,
αλλά για «ύποπτο» ή «ύποπτους». Η
διαφορά δεν είναι καθόλου λεπτή. Μην
ξεχνάμε ότι στον κατηγορούμενο το
σύνταγμα παρέχει αυτόματα κάποια
δικαιώματα (δικαίωμα παρουσίας
συνηγόρου, δικαίωμα άρνησης
κατάθεσης κτλ). Ως «ύποπτος»
αντίθετα, δεν είσαι σε θέση να
γνωρίζεις ότι θεωρείσαι τέτοιος,
άρα απολαμβάνεις όλες τις
ευεργετικές συνέπειες των παραπάνω
διατάξεων εν αγνοία σου, αλλά - και
κυρίως αυτό - πληρείς ανά πάσα
στιγμή τις προϋποθέσεις για να
χαρακτηριστείς ως τέτοιος από τις
διωκτικές αρχές, αφού πουθενά δεν
αναφέρεται σαφώς ποιες είναι αυτές
οι προϋποθέσεις! Είμαστε όλοι «ύποπτοι»
μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο!
Που
(μας λένε ότι) στοχεύει;
Σύμφωνα
με τις δηλώσεις του υπουργού
δικαιοσύνης και των κυβερνητικών
κολαούζων του, κύριο μέλημα της
νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που
επιμελήθηκε το μαγείρεμα του νέου
τρομονόμου, ήταν η πάταξη της
τρομοκρατίας. Όπως έχουν οι ίδιοι οι «ειδικοί»
επί του θέματος αφήσει να εννοηθεί
μέσω της αντιτρομοκρατικής
φιλολογίας, τρομοκρατικές θεωρούνται
οι ένοπλες οργανώσεις με σαφή
πολιτικό χαρακτήρα όπως η 17 Νοέμβρη
και ο Ε.Λ.Α. Και εδώ είναι που η
επιχειρηματολογία του συρφετού των
προπαγανδιστών του τρομονόμου
έρχεται να κοντράρει την κοινή λογική.
Κατέληξαν λοιπόν κατόπιν ωρίμου
σκέψεως τα τσακάλια οι ακαδημαϊκοί
που απαρτίζουν την επιτροπή, στο ότι
αυτό που θα βοηθήσει αποφασιστικά
στην εξάρθρωση των οργανώσεων αυτών,
είναι οι διατάξεις του τρομονόμου που
επιτρέπουν την «ανακριτική διείσδυση»,
το να παρεισφρήσουν δηλαδή undercover
μπάτσοι στις οργανώσεις αυτές και να
συλλέξουν πληροφορίες που θα
οδηγήσουν στη σύλληψη των «τρομοκρατών»!
Επίσης καθοριστική φαίνεται να είναι
και η υποχρεωτική ανάλυση γενετικού
υλικού που προβλέπεται για «υπόπτους»
γιατί υπάρχει, λέει, έτοιμη λίστα με
δείγματα DNA «τρομοκρατών» και αυτό που
απομένει είναι η επαλήθευση! Μάλλον
μας έχουν για πολύ ηλίθιους, αλλιώς
δεν εξηγείται... Έχουν εντοπίσει
δηλαδή τους τρομοκράτες αλλά δεν
μπορούν να τους συλλάβουν γιατί δεν
έχουν επαρκή στοιχεία (το ότι πιθανώς
οι εν λόγω «τρομοκράτες» έχουν στην
κατοχή τους ρουκέτες, όπλα και
εκρηκτικές ύλες προφανώς δεν αρκεί...)
και περιμένουν με ανυπομονησία τη
στιγμή που θα μπορούν - νόμιμα πλέον -
να τους πάρουν μια τρίχα από τα μαλλιά
τους για ανάλυση του DNA (κάτι που 5-6
γομάρια ασφαλίτες δεν μπορούν να
κάνουν κάποιο βράδυ σενα
στενάκι γιατί ε, είπαμε...δεν
επιτρέπεται!). Ας μη γελιόμαστε. Δε
χρειάζεται να είναι κανείς νομικός
για να καταλάβει το αυτονόητο:
κλειστές οργανώσεις τύπου 17Ν που
έχουν συνωμοτικό χαρακτήρα και
περιορισμένο αριθμό μελών, δεν
εξαρθρώνονται από τη μια μέρα στην
άλλη με την ψήφιση ενός νόμου. Η μη
σύλληψη των «τρομοκρατών» είναι
ξεκάθαρα θέμα ανικανότητας των
διωκτικών μηχανισμών.
Το
δεύτερο επιχείρημα που προβάλλουν με
σκοπό να πείσουν για τις «καλές
προθέσεις» του τρομονόμου, αφορά την
καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος
(εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σάρκας,
παράνομη διακίνηση όπλων,
λαθρομετανάστευση κτλ) και είναι
εξίσου αστείο με το πρώτο. Πέραν του
ότι το λεγόμενο «οργανωμένο έγκλημα»
ως φαινόμενο δεν έχει λάβει στην
ελλάδα τις διαστάσεις μιας μαφίας
όπως στην ιταλία, ώστε να απαιτεί για
την καταπολέμηση του μια ειιδική
νομοθετική ρύθμιση (που να προβλέπει π.χ.
προστασία μαρτύρων κτλ), η επιμονή
στην διάλυση τέτοιων δικτύων που
αποδεδειγμένα λειτουργούν, αν όχι υπό
την προστασία του κρατικού μηχανισμού
και σε αγαστή συνεργασία με αυτόν,
τουλάχιστον με την ανοχή του, δεν
πείθει και πολύ...
Που
πραγματικά στοχεύει;
...είναι
το εύλογο ερώτημα που προκύπτει αν
δεχτούμε όλα τα παραπάνω. Το μυαλό
όσων θυμούνται τον τρομονόμο του
Μητσοτάκη, με τις απάνθρωπες
διατάξεις και τις εξοντωτικές του
ποινές, ενστικτωδώς πηγαίνει - και όχι
άδικα - στο κακό. Οι αγωνιώδεις
προσπάθειες του υπουργού δικαιοσύνης
να μην κολλήσει η ρετσινιά του
τρομονόμου στο καινούργιο του
κατασκεύασμα άλλωστε, μιλούν από
μόνες τους. Δεν αρκεί όμως η
αντανακλαστική σκέψη «νόμος είναι,
για καλό δεν θαναι»,
αφού όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε, ως
κοινωνικό σώμα, αντιμέτωποι με μια
αποφασιστική επίθεση της κυριαρχίας
που επιχειρεί να στραγγαλίσει τα
όποια πολιτικά δικαιώματα μας έχουν
απομείνει.
Με
κύριο άξονα το άρθρο περί «εγκληματικών
οργανώσεων» και με την ένταξη σε αυτό
σχεδόν κάθε προβλεπόμενου «αδικήματος»,
χτυπιέται κατευθείαν η συλλογική
δράση, αφού εξισώνονται επικίνδυνα οι
ποινές που επισύρουν οι διάφορες
μορφές της. Όταν από το ίδιο άρθρο
προβλέπεται η τιμωρία π.χ. μιας ομάδας
μαθητών που καταλαμβάνουν το σχολείο
τους, μιας πορείας απολυμένων εργατών
που παρεμποδίζει τη δημόσια
συγκοινωνία, μιας ομάδας διαδηλωτών
που πετάνε πέτρες σε αστυνομικούς
κατά τη διάρκεια συγκρούσεων και ενός
συνεργείου παράνομων πολιτικών
αφισοκολλητών με την τιμωρία μιας
ένοπλης οργάνωσης που εκτοξεύει
ρουκέτες σε υπουργεία, τότε δεν μένει
καμιά αμφιβολία για το που πάνε τα
πράγματα...
Ο
νέος τρομονόμος πρέπει να ιδωθεί ως
μέσο εντατικοποίησης και επέκτασης
του έργου που είχε αναλάβει ο ποινικός
κώδικας, ώστε να περιληφθεί κάθε πτυχή
της πολιτικής, συλλογικής και μη
δράσης. Σκοπός του είναι να εντάξει
όλα τα κοινωνικά δρώμενα στις
παραγράφους του κώδικα αυτού,
αποπολιτικοποιώντας τα και στερώντας
τους τον κοινωνικό τους
προσανατολισμό. Και αν το έργο αυτό το
έφερε επάξια εις πέρας τόσες
δεκαετίες ο ποινικός κώδικας (οι
βαρύτατες ποινές που έχουν κατά
καιρούς επιβληθεί σε κοινωνικούς
αγωνιστές είναι η καλύτερη απόδειξη
γι΄ αυτό), το νέο τρομο-νομοθέτημα
έρχεται να καλύψει τις όποιες «αδυναμίες»
του, ώστε να μην υπάρχει πλέον η
παραμικρή διέξοδος για όσους «ενοχλητικούς»
μπουν στο στόχαστρο του κράτους και
των αφεντικών. Αποτελεί ένα πανίσχυρο
όπλο στα χέρια του καθεστώτος, με το
οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί κάθε
αναταραχή, κάθε σκίρτημα που απειλεί
το ίδιο και τους θεσμούς του.
Έχοντας
υιοθετήσει τη φιλοσοφία των
αντίστοιχων γερμανικών και ιταλικών,
ο «δικός μας» τρομονόμος
αντιμετωπίζει με την ίδια αυστηρότητα
όλες τις παραπάνω μορφές συνειδητής
πολιτικής δράσης, σε μια προσπάθεια να
την εξωθήσει στα άκρα, οπότε και θα
είναι πιο ευάλωτη απέναντι στους
κατασταλτικούς μηχανισμούς (προφανώς
ένα μαζικό κίνημα με φανερή και «νόμιμη»
παρουσία είναι πιο δύσκολα
αντιμετωπίσιμο από μικρές «παράνομες»
ένοπλες οργανώσεις με κρυφή
δραστηριότητα).
Το
ελληνικό κράτος, ακολουθώντας μια
άτεγκτη νεοφιλελεύθερη πολιτική,
ανοίγει μέτωπα με την κοινωνία σε
πολλούς ευαίσθητους τομείς: εργασία,
ασφάλιση, εκπαίδευση, υγεία.Η αυστηρή
λιτότητα που επιβάλλει, όσο και ο
αυταρχικός τρόπος με τον οποίο
γίνεται η επιβολή αυτή, δεν μπορεί
παρά να προκαλέσει αντιδράσεις από τα
κάτω. Και αν αυτές οι αντιδράσεις
είναι προς το παρόν προβλέψιμες,
ελέγξιμες με τα «παραδοσιακά» μέσα (αποσιώπηση
ή συκοφάντιση από τα μμε, εξασφάλιση
της μερικότητάς τους, χειραγώγηση από
συνδικαλιστές, και -φυσικά- καταστολή)
και εν τέλει ακίνδυνες γι΄ αυτό,
τίποτα δεν εγγυάται στο ελληνικό
κράτος και τα αφεντικά του, ότι η
υφέρπουσα και συνεχώς διογκούμενη
αγανάκτηση δεν θα οδηγήσει σε μια άνευ
προηγουμένου εκτόνωση. Με αρκετή
διορατικότητα νομοθετούν οι
τεχνοκράτες διαχειριστές της
εξουσίας, εξασφαλίζοντας μια καλή
καβάτζα στο νομικό τους οπλοστάσιο,
ένα τρομονόμο που απευθύνεται όχι
τόσο στους ήδη πολιτικά ενεργούς, όσο
στους εν δυνάμει αγωνιζόμενους:
εργαζόμενοι, άνεργοι, φορολογούμενοι,
εργάτες, μαθητές, αγρότες,
μικρομεσαίοι επιχειρηματίες,
υπάλληλοι, πληθυσμιακές ομάδες που
έχουν πληγεί ή πρόκειται να πληγούν
από τη συντονισμένη αναδιαρθρωτική
επίθεση του κράτους και του
υπερεθνικού κεφαλαίου.
ΜΜΕ
και κοινωνικός αποπροσανατολισμός
Σ’
αυτό το σημείο αξίζει να ειπωθούν
και δύο λόγια για το ρόλο που παίζουν
στην ιστορία τα μμε, φιλοκυβερνητικά
και μη. Δημοσιογράφοι, αναλυτές,
κανάλια και εφημερίδες, έχουν
καιρό τώρα αναλάβει με ζήλο τη δουλειά
που τους έχουν εμπιστευτεί τα μεγάλα
αφεντικά, προκειμένου ο τρομονόμος
τους να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί όσο
πιο ανώδυνα για αυτούς γίνεται.
Έχοντας συμβάλλει αποφασιστικά στην
εμφύτευση της μεγάλης ιδέας των
ολυμπιακών αγώνων και της
σπουδαιότητας του εθνικού αυτού
στόχου στην κοινή γνώμη (παρέα πάντα
με φανταχτερούς πολιτικούς,
απαστράπτοντα στελέχη του «2004» και
εθελοντικές μη κυβερνητικές
οργανώσεις), ουρλιάζουν όποτε βρεθεί
κάποιος να αμφισβητήσει την ικανότητα
της χώρας να αναλάβει τη διοργάνωση
της καπιταλιστικής αυτής φιέστας με
επιχείρημα την «ανεξέλεγκτη δράση
τρομοκρατικών οργανώσεων».
Δημιουργούν έτσι το καλύτερο άλλοθι
για την κατάθεση και ψήφιση του
τρομονόμου ασκώντας «κριτική» είτε
από δεξιά, είτε από αριστερά, στα
πλαίσια δηλαδή του γνωστού δίπολου
των συντηρητικών που υποστηρίζουν
ανοιχτά τον τρομονόμο παρουσιάζοντάς
τον ως αναγκαίο για την δυναμική
απάντηση στους συκοφάντες που θέλουν
«να μας φάνε την ολυμπιάδα» και των
προοδευτικών που σκίζουν τα ρούχα
τους για την καταπάτηση των πολιτικών
δικαιωμάτων και τελικά συμβιβάζονται
-όπως πάντα άλλωστε- με κάποιες «δημοκρατικές
τροποποιήσεις» επί του σχεδίου νόμου.
Αν στα δημοσιεύματα και τις σχετικές
εκπομπές που διαπνέονται από αυτό το
πνεύμα προστεθεί και η συνεχής
συντήρηση του θέματος της
τρομοκρατίας στην Ελλάδα -με ειδήσεις
του στυλ η «σκότλαντ γιάρντ περιμένει
την ψήφιση του νόμου», «λίστα 10
υπόπτων μελών της 17 Νοέμβρη έχει η CIA»,
«βρέθηκε η κλούβα που χρησιμοποίησαν
οι τρομοκράτες», κτλ, κτλ-, γίνεται
ευκολότερα αντιληπτός ο -για άλλη μια
φορά ύπουλος- ρόλος των μμε ως μέσων
αδρανοποίησης των κοινωνικών
αντανακλαστικών απέναντι στις
επιθετικές διαθέσεις της κυριαρχίας.
Όσο για την ολυμπιακή υστερία, ακόμα
δεν είδαμε τίποτα...
Oύ
γαρ έρχεται μόνον...
Το
κατάλληλο συμπλήρωμα για τη σωστή
δοσολογία του τρόμο-κοκτέιλ με το
οποίο οι ντόπιοι και ξένοι κρατούντες
σκοπεύουν να ποτίσουν, ή καλύτερα να
ναρκώσουν τις αντιστεκόμενες
κοινωνικές ομάδες και άτομα, είναι το
νέο νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις. Το
νομοσχέδιο σκοπεύει να εκσυγχρονίσει
και να δώσει ευρωπαϊκό αέρα στις
παμπάλαιες (κυρίως μεταξικές και
απριλιανές) διατάξεις της ελληνικής
νομοθεσίας για τις διαδηλώσεις.
Σύμφωνα με αυτό λοιπόν, κάθε πορεία ή
συγκέντρωση θα πρέπει να έχει έναν
επικεφαλή, που θα είναι και ο νόμιμος
υπεύθυνος για την τάξη και την εν
γένει νομιμότητά της (θαρρείς και
είναι βοσκός σε κοπάδι αιγοπροβάτων),
ο οποίος οφείλει να συνεργάζεται με
τους μπάτσους, ενημερώνοντας τους για
το μέρος, την ημερομηνία και την ώρα
που αυτή θα γίνει, καθώς και το
δρομολόγιο που αυτή θα ακολουθήσει, 48
ώρες πριν!!! Με το ίδιο πάντα σκεπτικό,
θα πρέπει να ορίζεται από τα πριν και -θεσμοθετημένη
πλέον- ομάδα περιφρούρησης (λέγε με
εσωτερική αστυνόμευση) της κάθε
διαδήλωσης, τομέας στον οποίο έχουν
πρωτοστατήσει τα Κ.Ν.Α.Τ. Εξάλλου, οι
συντάκτες του νομοσχεδίου,
επικαλούμενοι το κυκλοφοριακό
πρόβλημα και τους «αγανακτισμένους»
πολίτες και οδηγούς προκειμένου να
απαγορεύσουν την πλήρη διακοπή της
κυκλοφορίας των οχημάτων στους
δρόμους κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων,
ουσιαστικά τις αδρανοποιούν,
περιορίζοντας τους διαδηλωτές στο
πεζοδρόμιο. Η απαγόρευση αυτή
συνδυάζεται με τη διάταξη που
αποκλείει τη διέλευση των διαδηλώσεων
σε μεγάλη ακτίνα (100μ) από κρατικά
κτίρια και πρεσβείες, πράγμα που
πρακτικά αποτρέπει τις διαδηλώσεις π.χ.
στο κέντρο της Αθήνας και άλλων πόλεων.
Ένα ακόμα θρασύ και ξενόφερτο σημείο
του νομοσχεδίου, είναι η στέρηση του
δικαιώματος των διαδηλωτών να
ντύνονται «προκλητικά» (!;!), με
ομοιόμορφο τρόπο και να κρύβουν το
πρόσωπό τους π.χ. με μαντήλια. Και αυτό
γιατί, όπως γίνεται άλλωστε στην
γερμανία, θεσμοθετείται πλέον η
φωτογράφηση και μαγνητοσκόπηση των
διαδηλωτών από τους μπάτσους -εργολαβία
που είχαν ως τώρα αναλάβει οι
δημοσιογράφοι- και όπως γίνεται
εύκολα αντιληπτό, τα παιδιά θα πρέπει
να μπορούν να ξεχωρίσουν ποιος είναι
ποιος. Τέλος, οι προς ψήφιση διατάξεις,
καθορίζουν και τους τρόπους
αντίδρασης των μπάτσων σε περίπτωση
που οι διαδηλωτές ξεφύγουν από την
παραπάνω νομιμότητα: όχι μόνο
πατροπαράδοτα γκλόμπς, δακρυγόνα,
ασφυξιογόνα και αντλίες νερού, αλλά
και πυροβολισμοί προς εκφοβισμό στον
αέρα!!! Όλες δηλαδή οι καταχρήσεις της
αστυνομικής εξουσίας που οι
διαδηλωτές τόσα χρόνια ένοιωθαν στο
πετσί τους κατά τη διάρκεια των
ενοχλητικών πορειών (από τους άγριους
ξυλοδαρμούς και το ασφυκτικό ψέκασμα,
μέχρι και τις δολοφονίες από όπλα
μπάτσων που εκ των υστέρων
δικαιολογούνταν ως ακούσιες
εκπυρσοκροτήσεις ή εκφοβιστικοί
πυροβολισμοί) πλέον νομιμοποιούνται,
όποτε μάλλον που θα πρέπει να κάνουμε
καλού-κακού τη διαθήκη μας πριν από
κάθε πορεία! Πάνω απ΄όλα ανθρωπιστική
η σύγχρονη καταστολή...
Με
λίγα λόγια, η πληθώρα των άρθρων που
καταργούν τα αυτονόητα ως τώρα
δικαιώματα των διαδηλωτών, ουσιαστικά
αποτελεί ένα ευέλικτο νομικό εργαλείο
στη διάθεση του κράτους, έτσι ώστε
οποιαδήποτε μη αρεστή συγκέντρωση να
χαρακτηρίζεται παράνομη (είτε γιατί ο
αριθμός των ατόμων της περιφρούρησης
δεν κρίθηκε «ικανός», είτε γιατί
κάποιοι από τους διαδηλωτές φοράνε
μπλούζες με κουκούλες, είτε γιατί η
πορεία περνάει μπροστά από το
ταχυδρομείο της πόλης, είτε γιατί...)
και άρα να αντιμετωπίζεται βίαια απ΄
την αστυνομία με τη βούλα του νόμου.
Η
ήδη σκληρή βία της διεθνοποιούμενης
καπιταλιστικής εξουσίας απέναντι
στους ανυπάκουους υποτελείς της,
εξοπλίζεται νομικά και γίνεται ακόμα
πιο απάνθρωπη. Το ελληνικό κράτος δε
θα μπορούσε φυσικά να μείνει έξω απ΄
το χορό. Εγκαινιάζοντας με τον
περιβόητο τρομονόμο ένα νέο καθεστώς
μηδενικής ανοχής αντιδράσεων στα
πρότυπα των «ευρωπαϊκών μας εταίρων»,
συνεχίζει την ακάθεκτη επίθεσή του με
το νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις,
προκειμένου να αντιμετωπίσει και να
αποτελειώσει τα εναπομείναντα
αντιστεκόμενα κοινωνικά κομμάτια και
στο πλέον φυσικό τους περιβάλλον: το
δρόμο.
Γιατί
τώρα;
Εύλογο
είναι το ερώτημα γιατί οι κυρίαρχοιι
επιλέγουν αυτή την κοινωνική συγκυρία
για να «περάσουν» τον τρομονόμο και
τον νόμο για τις διαδηλώσεις. Ούτε
μαζικά κινήματα απειλητικά για την
κυριαρχία υπάρχουν αυτήν την στιγμή (και
έχουν συμβάλλει και οι συνδικαλιστές
«μας» σ΄ αυτό), ούτε μαζικές ένοπλες
οργανώσεις δρουν στον ελλαδικό χώρο (όπως
δρούσε π.χ. η «Φράξια Κόκκινος Στρατός-RAF»
στην γερμανία όταν ψηφίστηκε
αντίστοιχος νόμος εκεί. Γιατί λοιπόν
τώρα;
Μια
εκτίμηση θα μπορούσε να είναι ότι
ακριβώς λόγω της απουσίας κοινωνικών
κινημάτων που να αμφισβητούν την
καπιταλιστική θέσμιση, οι κυρίαρχοι
νιώθουν αρκετά σίγουροι για τέτοιους
αντικοινωνικούς νόμους. Αν
αναλογιστεί κανείς τις χρονικές
στιγμές που επιλέχθηκαν προκειμένου
να «περαστούν» τρομονόμοι, σήμερα η
συγκυρία μοιάζει ως η καλύτερη. Έτσι
το 1978, όταν η κυβέρνηση της Νέας
Δημοκρατίας προσπάθησε να
θεσμοθετήσει το τερατούργημα της,
ήταν πολύ νωρίς αφού οι μνήμες από το
αστυνομο-χουντικό κράτος ήταν ακόμη
νωπές. Το 1990 πάλι, η εγκληματική
κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε ήδη
συσσωρεύσει κοινωνική αγανάκτηση, που
δεν άργησε να εκδηλωθεί τα αμέσως
επόμενα χρόνια (με τις καταλήψεις και
τις μεγαλειώδεις πορείες των μαθητών,
με την ανυπακοή των εργαζομένων στην
ΕΑΣ κλπ). Επίσης και λόγω
ενδοκαθεστωτικών τριβών, ο τρομονόμος
τότε απέτυχε παταγωδώς και
καταργήθηκε από την κυβέρνηση του
ΠΑΣΟΚ, που ανέλαβε λίγο αργότερα.
Τώρα
όμως, το 2001, με μια κυβέρνηση
τεχνοκρατών που έχει δείξει ήδη
πολλές φορές στο παρελθόν το
αυταρχικό της πρόσωπο όταν
αναπτύσσονταν κοινωνικά κινήματα (αγρότες,
αδιόριστοι, μαθητές κλπ) και με «καλή»
αφορμή την Ολυμπιάδα του 2004, όλα
μοιάζουν σχετικά έτοιμα. ΜΜΕ,
συνδικαλιστές της ΓΣΕΕ (και όχι μόνο),
μπάτσοι και κόμματα, έχουν φροντίσει
να μην κινείται φύλλο. Τώρα θεωρούν οι
αφέντες ότι είναι η ευκαιρία να πάρουν
πίσω τα κοινωνικά, εργασιακά και
πολιτικά δικαιώματα και τις «ελευθερίες»
που είχαν παραχωρήσει τις
προηγούμενες δεκαετίες. Τρομονόμοι
λοιπόν, νόμος για το ασφαλιστικό, για
την υγεία, για τα εργασιακά, για τις
διαδηλώσεις. Ότι θεωρούνταν τόσα
χρόνια κατεκτημένο από την κοινωνία,
θα αρχίσει και πάλι να κλονίζεται.
Γιατί
τα δικαιώματα και οι ελευθερίες είναι
μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα στην
κοινωνία και στο καπιταλιστικό κράτος.
Όποτε η εξουσία κρίνει ότι η ισορροπία
γέρνει προς το μέρος της, το
εκμεταλλεύεται για περισσότερες
περικοπές δικαιωμάτων και ελευθεριών
των πολιτών. Ώσπου να επέλθει και πάλι
μια καινούργια ισορροπία πιο
κουτσουρεμένων δικαιωμάτων. Στο χέρι
μας είναι να απεγκλωβιστούμε από τους
φύλακες της σιωπής (ΜΜΕ, συνδικάλες,
κόμματα) και να οργανωθούμε με τρόπο
που να ακυρώνει κάθε ισορροπία με την
εξουσία, υπέρ της κοινωνίας.
Υποκείμενο
και τρομονόμος
Αν
ειδωθεί ο τρομονόμος ως συμβολική
επιβολή μιας σχέσης εξουσίας στο
υποκείμενο, ο στόχος του μπορεί να
αναγνωστεί ως η εσωτερίκευση μιας
εντύπωσης παντοδυναμίας των μηχαγχου
και καταστολής. Το υποκείμενο πρέπει
να συνειδητοποιήσει, ναι, ακόμη
κααδυναμία μπροστά στον μεταμοντέρνο
Γολιάθ. Χιλιάδες κάμερες,
μπατσοφορεμένα ακουστικά, κουμπιά,
υπερυθροδορυφόρογειάσου τεχνολογίες
δυναστεύουν τις μικρές μας ζωές. Ο
συρφετός εισαγγελέων, μπάτσων,
ειδικών αναλυτών DNA, «εντοπίζουν» στο
πι και φι τις επικίνδυνες μας σκέψεις
και γνωρίζουν όλους τους τρόπους για
να τις καταστείλουν πριν γίνουν πράξη.
Το «διαφανές κάτεργο» στο οποίο
θέλουν να μετατρέψουν την κοινωνία.
Κάθε σκέψη αντίστασης θα μοιάζει
μάταιη, κάθε φωνή που αντιπαρατίθεται
με τον μονόλογο της εξουσίας έχουν ήδη
φροντίσει τα ΜΜΕ να σιωπά, κάθε ένοχη
σιωπή (που δε ρουφιανεύει, δεν
καταδίδει, δεν παπαγαλίζει
ξεφτιλισμένα «μάλιστα») θα τιμωρείται
ως απροθυμία «συνεργασίας» με το
κτήνος.
Το
υποκείμενο πρέπει να αισθάνεται
αδύναμο και μόνο, η σκέψη για ανατροπή
θα πρέπει να απωθηθεί στη σφαίρα της
φαντασίας. Δεν είναι έτσι όμως. Όταν το
υποκείμενο καταλάβει ότι πάντα θα
υπάρχουν οι συμπεριφορές που,
παρακάμπτοντας όλο αυτό το
κατασκεύασμα των θεσμών της εξουσίας,
θα δίνουν ραντεβού στον χώρο της
ανυπακοής και της εξέγερσης, τότε
τίποτε δεν θα είναι αδύνατο. Γιατί
εκεί το υποκείμενο δεν είναι μόνο. Και
αυτό ακριβώς είναι που φοβίζει την
εξουσία: η αφύπνιση, η συνειδητοποίηση
ότι τα πράματα θα μπορούσαν να είναι
αλλιώς, η συνένωση της ανυπακοής.
Γιατί μέσα από την αλληλεγγύη και την
συλλογική αντίσταση χωρίς δομές
εξουσίας, γκρεμίζονται οι χάρτινοι
πύργοι των τεχνοκρατών, των πολιτικών,
των τραπεζιτών και των νομοθετών.
Eπίθεση
σε όλα τα μέτωπα. Οι προηγούμενες
σελίδες αυτό λένε. Επίθεση. Το
ελληνικό κράτος τώρα επιτείθεται και
στους δικούς του φιλήσυχους πολίτες.
Στο βρώμικο βωμό της "προόδου"
και των "κοινών συμφερόντων"
εκτελούνται η ελευθερία, η
αξιοπρέπεια και η ελπίδα (...ούτως ή
άλλως λαβωμένες από καιρό). Οι
διευθυντές μετράνε τα εβρώ και
επενδύουν στο μέλλον (τους). Στα
υπουργεία καταστρώνονται οι επόμενες
κινήσεις. Στα αστυνομικά τμήματα
γυαλίζονται τα γκλοπ (γιατί αραγε ;;;).
Στα κομματικά και συνδικαλιστικά
γραφεία δημιουργούν εντυπώσεις,
μετράνε ψήφους και ράβουνε τις άσπρες
σημαίες που θα ανεμίσουν μόλις
αγριέψουν τα πνεύματα.
Να
τους κάνουμε επιτέλους να καταπιούν
την τσίχλα τους που τώρα με τόση
σιγουριά και ειρωνεία μασουλάνε.
Να
επιτεθούμε και εμείς...
Επειδή
πιστεύουμε οτι σήμερα το νόημα της
συγκεκριμένης επετείου έχει
εκφυλιστεί, θεωρούμε σκόπιμο να
αρχίσουμε με μια μικρή ιστορική
αναδρομή για το πώς άρχισαν όλα κάποτε
στην αμερική....
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ
Οι
εξελίξεις στο εργατικό κίνημα μέχρι
το Μάϊο του 1886 στο Σικάγο.
Μέχρι
τα μέσα της δεκαετίας του 1870, η
συνδικαλιστική δραστηριότητα
οργανώνεται σε συνθήκες παρανομίας.
Μόνη νόμιμη οργάνωση είναι το
Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα που
ιδρύεται το 1876 και επικεντρώνεται
στις κοινοβουλευτικές σχέσεις, στις
εκλογικές συμμαχίες και στον εκλογικό
ανταγωνισμό, μη δίνοντας βάση στις
μαζικές κινητοποιήσεις και στις
απεργίες. Έτσι, αντίθετες με το Σ.Ε.Κ.,
βρίσκονταν οι αναρχικές και
επαναστατικές οργανώσεις των εργατών
που απέρριπταν τη συνεργασία με τα
κόμματα και τη συμμετοχή στους
καθεστωτικούς θεσμούς, ενώ
οικειοποιούνταν την παράδοση του
κολλεκτιβισμού και του ατομικιστικού
αναρχισμού στις Η.Π.Α., έχοντας σαν
όραμα την κοινωνική επανάσταση. Μετά
την αποτυχία του Σ.Ε.Κ στις εκλογές του
1880, οι επαναστατικές οργανώσεις
γίνονται όλο και πιο μαζικές,
παραγκωνίζοντάς το. Γίνεται μια σειρά
από συνέδρια όπως το Διεθνές
Σοσιαλεπαναστατικό Συνέδριο στο
Λονδίνο τον Ιούλιο του 1881 και το
Σοσιαλεπαναστατικό Συνέδριο στο
Σικάγο τον Οχτώβριο του 1881.
Δημιουργείται το Επαναστατικό
Σοσιαλιστικό Κόμμα (που θα
μετονομαστεί σε Μαύρη Διεθνής) και μια
Διεθνής Ένωση Εργαζομένων. Στις 14
Οκτωβρίου του 1883, γίνεται ένα
Ενοποιητικό Συνέδριο Σοσιαλιστών της
βόρειας Αμερικής στο Πίτσμπουργκ.
Εκεί υπήρξαν δύο κύριες τάσεις: η
ένοπλη τακτική και ο συνδικαλισμός.
Τελικά, στο συνέδριο υιοθετήθηκε μια
άποψη γνωστή και ως ιδέα του Σικάγο
που αναγνώριζε το συνδικάτο ως τη
σημαντική εστία δράσης των εργατών,
αλλα και την ανάγκη προώθησης βίαιων
δυναμικών πρακτικών στη λογική της
ανατροπής της καπιταλιστικής
κοινωνίας. Τον Ιούλιο του 1884
δημιουργείται το Κεντρικό Εργατικό
Συνδικάτο (Κ.Ε.Σ.), αποτελούμενο από
εργάτες που έφυγαν από τις
καθιερωμένες οργανώσεις. Μέχρι τον
Απρίλιο του 1885, στο Κ.Ε.Σ. συμμετέχουν 22
συνδικάτα, απ’
τα οποία τα 11 ήταν τα μεγαλύτερα
της πόλης. Κυρίως συμμετέχουν
μεταλλουργοί, εργάτες σφαγείων,
ξυλεργάτες και επιπλοποιοί. Στα τέλη
του 1885, η Μαύρη Διεθνής αριθμούσε 100
παραρτήματα και 6.000 μέλη σόλη
τη χώρα. Η περίοδος 1883-1886 ηταν μια
περίοδος καταστολής. Τα αφεντικά
και οι κρατικές αρχές χρησιμοποιούσαν
αστυνομία, στρατό και ένοπλους
χαφιέδες για να βιαιοπραγούν πάνω
στους εργάτες. Σύντομα λοιπόν πολλοί
επαναστάτες συνδικαλιστές άρχισαν να
στρέφονται από τη βία ως μέσο άμυνας,
στη βία ως συστηματική επιθετική
τακτική.
Το
αίτημα για οχτάωρη εργασία
Ο
μέσος όρος εργασίας για την εποχή ηταν
12 ώρες τη μέρα, 6 μέρες τη βδομάδα, ενώ
πολλοί εργάτες δούλευαν έως και 90 ώρες
την εβδομάδα! Το 1884, έγινε ένα συνέδριο
από τη μη σοσιαλιστική Ομοσπονδία
Οργανωμένων Συνδικάτων και Εργατικών
Ενώσεων στο Σικάγο, με κεντρικό θέμα
το αίτημα του οχταώρου. Συμφωνήθηκε
τότε να τεθεί σε ισχύ το οχτάωρο από
την 1η Μαίου του 1886. Μέχρι το 1886, η
πρόταση αυτή διαδίδεται πλατιά μέσα σ’
ολο το αμερικανικό εργατικό κίνημα.
Βέβαια πρέπει να πούμε ότι για
κάποιο διάστημα οι επαναστάτες
σοσιαλιστές και αναρχικοί
εναντιωνόντουσαν στην πρόταση για το
οχτάωρο, βλέποντάς την ως
ρεφορμιστικό αίτημα. Μόλις στις αρχές
του 1886 την υιοθέτησαν κι αυτοί, αλλά
ασφαλώς σαν μεταβατικό αίτημα,
επιμένοντας στο οτι πρέπει να
κατακτηθεί δίχως τη μεσολάβηση καμιάς
κεντρικής καμματικής ηγεσίας, στην
προοπτική της ανατροπής του
καθεστώτος. Ενδεικτικό είναι το
γεγονός ότι την Κυριακή πριν την
Πρωτομαγιάτικη απεργία που είχε
αποφασιστεί από πολλά συνδικάτα,
οργανώθηκε μια διαδήλωση οπου πήραν
μέρος 25.000 άτομα.
Τα
γεγονότα του Χέιμαρκετ
Τη
1η Μαίου ξεκίνησε η απεργία στο Σικάγο.
Η συμμετοχή εργατών έφτανε τις 65.000,
ενώ απεργίες ξεκίνησαν και σε άλλες
πόλεις της Αμερικής. Οι ταραχές
ξεκίνησαν το απόγευμα της 3ης του Μάη
στο εργοστάσιο Mc Cormick Raper Works όπου είχαν
συγκεντρωθεί 6.000 απεργοί ξυλεργάτες
με σκοπό τη δημιουργία μιας επιτροπής.
Μετά απο μια συμπλοκή 200 απεργών με
απεργοσπάστες, έφτασε η αστυνομία και
άρχισε να πυροβολεί ανεξέλεγκτα τους
απεργούς. Φυσικά υπήρξαν 6 νεκροί και
τραυματίες. Την επόμενη μέρα
ξεκίνησαν νέα επεισόδια. Το ίδιο βράδυ,
έγινε μια μαζική ειρηνική συγκέντρωση
στο Χέιμαρκετ, οπου συμμετείχαν
περίπου 3.000 άτομα. Μετά από διάφορες
ομιλίες το πλήθος άρχισε να διαλύεται.
Τότε παρουσιάστηκε ένα μεγάλο
βοηθητικό σώμα στρατού από 180
αστυνομικούς και επικεφαλή έναν
διαβόητο για τις κτηνωδίες του
επιθεωρητή. Ένας λοχαγός διέταξε να
διαλυθεί η συγκέντρωση και του
απάντησαν ότι η συγκέντρωση ήταν
ειρηνική. Καθώς αυτός στράφηκε στους
άντρες του για να δώσει διαταγή να
επιτεθούν, μια βόμβα εκτοξεύτηκε πίσω
από το το αμάξι των ομιλητών και
εξεράγη εκεί που στέκονταν οι
αστυνομικοί σκοτώνοντας 7 και
τραυματίζοντας 66. Επικράτησε πανικός.
Τα γεγονότα μαθεύτηκαν πολύ γρήγορα
και υπήρξε μεγάλη αναστάτωση. Στις 27
Μαίου, το κακουργοδικείο συνεδρίασε
και περιέλαβε στο κατηγορητήριο για
το φόνο του αστυνομικού Ματίας Τζ.
Ντήγκαν, που είχε σκοτωθεί απ’
τη βόμβα στο Χέιμαρκετ, τον Αλμπερτ
Πάρσονς, τον Αύγουστο Σπάις, τον Μάικλ
Σουώμπ, τον Σάμουελ Φήλντεν, τον
Τζώρτζ Ένγκελ, τον Αντολφ
Φίσερ, τον Όσκαρ Νημπ και τον Λούις
Λινγκ. Όλοι τους αποτελούσαν τις πιο
γνωστές μορφές στο χώρο των αναρχικών
του Σικάγο. Η δίκη τους άρχισε στις 21
Ιουνίου και διήρκησε 2 μήνες. Ο τρόπος
που διαλέχτηκάν οι ένορκοι δεν ήταν ο
συνηθισμένος της τυχαίας κλήρωσης,
αλλά από έναν κλητήρα. Με την εξέλιξη
της υπόθεσης, οι οκτώ κατηγορούμενοι
κατέληξαν να δικάζονται για τις ιδέες
τους. Στις 11 Νοεμβρίου του 1887, τη Μαύρη
Παρασκευή, οι κρατούμενοι κρεμάστηκαν
στη φυλακή.
|