Ο ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Ενας από τους γνωστότερους θεωρητικούς της Αναρχικής Θεωρίας
ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ: ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ
Το κείμενο που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ στηρίχθηκε σε μετάφραση από τα αγγλικά των δύο πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου του John Hart «Anarchism and the Mexican Working Class 1860-1931», σε στοιχεία που παραθέτει ο Μαξ
Νεττλώ (στην ελληνική έκδοση του βιβλίου «Ιστορία της Αναρχίας», εκδ. «Διεθνής Βιβλιοθήκη») καθώς και δημοσιεύματα στο διαδίκτυο. Αυτό είναι μια μετάφρασή μου και αφορά τη ζωή, τις ιδέες και τη δράση του Πλωτίνου Ροδοκανάκη, από τους ιδρυτές του αναρχικού κινήματος του Μεξικού. Θα
κυκλοφορήσει σε λίγο σε μπροσούρα ενώ θα είναι και ηλεκτρονικά διαθέσιμο στο www.punk.gr/nogod-nomaster. Καλή ανάγνωση! anthropia@hotmail.com
Ο Ροδοκανάκης όπως και οι Ευρωπαίοι σύγχρονοί του, έγραφε πάντα και μιλούσε αόριστα για τις λεπτομέρειες στο πώς η μελλοντική του κοινωνία, η βασισμένη πάνω στους εθελοντικούς συνδέσμους, θα μπορούσε να οργανώσει την οικονομία. Επιχειρηματολογούσε συχνά πάνω στη βάση των ηθικών
αρχών. Κινητοποιούμενος από την εξαθλίωση και την ταλαιπωρία των κατώτερων τάξεων της πόλης ως αποτέλεσμα της αρχικής βιομηχανικής επανάστασης, ο Ροδοκανάτης είδε τη λύση στα προβλήματα της κοινωνίας σε συγγενικά μικρές, μη πολιτικές συνεργατικές κοινότητες, τυπικό
χαρακτηριστικό του αναρχισμού στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο Ροδοκανάκης δεν αντιτάχθηκε στην τεχνολογική πρόοδο, αλλά βασίστηκε στην περιορισμένη και εμπειρική γνώση του για τη βιομηχανική επανάσταση, της οποίας όμως τα έσχατα αποτελέσματα πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία φοβόταν,
εκτός εάν η ανάπτυξή της ακολουθούσε άλλο μονοπάτι. Τελικά συμπέρανε ότι ο άνθρωπος ήταν καλύτερα να προσαρμοσθεί σε μικρές κοινότητες εν είδη ομάδων συγγένειας, στις οποίες θα μπορούσαν να ακμάσουν η αλληλοβοήθεια και η ανθρώπινη ελεημοσύνη. (σ.σ.: Ο Ροδοκανάκης ερμηνεύει
εμπεριστατωμένα την άποψη αυτή στην μπροσούρα του «Cartilla Socialista» καθώς και σε άρθρα του στο «El Socialista», ειδικά στο «Estudios de Filosofia Social»).
Ο Ροδοκανάκης φαινόταν απροετοίμαστος να δεχθεί την πιθανότητα ότι τόσο οι καπιταλιστές όσο και η εργατική τάξη του Μεξικού θα μπορούσαν να αποδεχθούν την ουτοπία του. Αλλά το αποτέλεσμα - όπως συνέβη και με τους αναρχικούς αδελφούς του στην Ευρώπη - ήταν ότι απέτυχε να καταπιαστεί
με την αναγκαιότητα της δημιουργίας βιώσιμων μέσων επιβίωσης ή αυτοπροστασίας των συνεργαζόμενων κοινοτήτων στο Μεξικό του 19ου αιώνα και κατά τη διάρκεια των πρώτων αναπτυξιακών σταδίων τους και όταν αυτές ίσως έρχονταν σε άμεση αντιπαράθεση με τους υπάρχοντες κοινωνικο-πολιτικούς
θεσμούς. Το ύστερο στάδιο της ανάπτυξης απέδωσε ξεκάθαρους καρπούς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Πορφύριο Δίας. Η κατάσταση αυτή της σκέψης του, συνδεδεμένη με την αντίθεση στη βίαιη επανάσταση, είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία του να βοηθήσει την προετοιμασία του μεξικανικού
αναρχισμού για τέτοιου είδους ενδεχόμενα.
Μετά από αρκετά χρόνια δράσης η αποτυχία του να εκπαιδεύσει το λαό και να επιφέρει τις επιθυμητές αλλαγές, οδήγησε αναμφίβολα σε μια αξιοσημείωτη απογοήτευση. Πάντως, η παρακμή της απήχησης των μελετών του κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880, η παύση των επαναστατικών του
δραστηριοτήτων και η επιστροφή του στην Ευρώπη το 1886, πιθανόν να ήταν αποτελέσματα των κατασταλτικών μέτρων που πάρθηκαν από τον Δίας και την κυβέρνησή του, παρά της αίσθησης της απελπισίας που ήταν αποτέλεσμα των αποτυχιών του.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1880 το καθεστώς Δίας διέλυσε το Congreso National de Obreros Mexicanos (Εθνικό Κογκρέσο των Μεξικανών Εργατών) - που υποστηριζόταν από το Ροδοκανάτη και το οποίο είχε μάλιστα συνδεθεί με την Αναρχική Ομοσπονδία του Ιούρα - προωθώντας και επιχορηγώντας έναν αυξανόμενο αριθμό
ελεγχόμενων από την κυβέρνηση συνδικάτων, αλληλοβοηθητικών συνδέσμων και συνεργατικών, τσάκισε το αγροτικό επαναστατικό κίνημα και έκλεισε ή ανάγκασε να αλλάξουν πολιτική όλες οι εργατικές εφημερίδες στις οποίες έγραφε ο Ροδοκανάκης. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε ως αιτία την
επαναστατική προπαγάνδα των εφημερίδων αυτών και τις θέσεις τους ενάντια στο κράτος. Αρκετοί συνεργάτες του Ροδοκανάτη συνελήφθησαν ή διέφυγαν. Ίσως, ως αποτέλεσμα αυτού του εκφοβισμού δημοσίευσε την τελευταία του μελέτη το 1885, μια φιλοσοφική διατριβή, στερημένη κάθε
επαναστατικού περιεχομένου και κατευθυνόμενη περισσότερο προς τη λογοτεχνία και σε λίγο χρονικό διάστημα, το 1886, επέστρεψε στην Ευρώπη.
Ο Ροδοκανάκης, ο ειρηνιστής ακαδημαϊκός και θεωρητικός, είδε τις ιδέες του να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από την αρχή στους κόλπους του μεξικανικού αναρχικού κινήματος - του οποίου άλλωστε ήταν ένας από τους ιδρυτές - από νέους ανθρώπους λιγότερο μετριοπαθείς και περισσότερο
κατευθυνόμενους από τη δράση. Η μπακουνικής έμπνευσης οργανωτική ομάδα «La Social», που ιδρύθηκε το 1865, αποτέλεσε ένα πρώιμο κεντρικό σημείο για τις δραστηριότητές τους. Δυστυχώς, εξαιτίας του ότι ήταν μια μυστική οργάνωση, λίγα είναι γνωστά για την «La Social». Προφανώς τα μέλη της κατά τη
διάρκεια της δεκαετίας του 1860 περιορίζονταν σε περίπου 12 τον αριθμό, οι περισσότεροι σπουδαστές. Η «La Social» κράτησε πάντως τον αριθμό των μελών της σαν ένα καλά φυλαγμένο μυστικό και οι δραστηριότητές της παραμένουν άγνωστες. Επιπλέον, εξαιτίας της κατά κάποιο τρόπο, κλειστής φύσης
της, ο σκοπός των δραστηριοτήτων της οργάνωσης δεν έχουν ακόμα καταγραφεί. Ως αποτέλεσμα αυτού έχουν εξακριβωθεί μόνο οι ταυτότητες των περισσότερο επιφανών μελών της και μόνο κάποια από τα σχέδιά τους. (σ.σ.: Πάντως, μια σύντομη περιγραφή για την «La Social» υπάρχει στο «El Hijo del Trabajo» στις
9 Μάη 1876).
Αν και η «La Social» διαλύθηκε μετά από μερικά χρόνια (μέχρι το 1871 που ανασυγκροτήθηκε), μερικά από τα αναρχικά μέλη της - ο Ροδοκανάκης, ο Φραντσίσκο Ζαλοκόστα, ο Σαντιάγκο Βιλλανουέβα και ο Χερμενεγκίλδο Βιλλαβιγκένθιο - έπαιξαν αργότερα σπουδαίο ρόλο στη δημιουργία του αγροτικού και
εργατικού κινήματος των πόλεων του Μεξικού. Το μεγαλύτερο μέρος του κινήματος αυτού προσπάθησε να ορθολογικοποιήσει τις ανάγκες των Μεξικανών αγροτών, όπως αυτές διατυπώθηκαν από τον πιστό υπερασπιστή της γαλλικής αγροτιάς, τον Προυντόν. Το εργατικό κίνημα των πόλεων, από την
απαρχή του ακόμα, υιοθέτησε τους μυστικούς συνδέσμους του Μπακούνιν ως μέθοδο οργάνωσης.
Γεννημένος στο Ντουράνγκο τη 1η Μάρτη 1844, γιος ενός γραφιά του φιλελεύθερου στρατού του Ιγνάθιο Κομονφόρτ, ο Φραντσίσκο Ζαλοκόστα ακολούθησε τις νικηφόρες φιλελεύθερες δυνάμεις όταν αυτές εισήλθαν στην Πόλη του Μεξικού το 1854. Όταν πέθανε ο πατέρας του κατά τη διάρκεια των πολέμων
της Reforma, στα τέλη της δεκαετίας του 1850, ο Φραντσίσκο έγινε ο κύριος μιας πλούσιας οικογένειας της Πόλης του Μεξικού. Παρακολούθησε ένα προπαρασκευαστικό σχολείο στην πρωτεύουσα και αμέσως μετά, πριν πάρει το δίπλωμά του, έγινε μέλος μιας ομάδας σπουδαστών επηρεασμένων από το
Ροδοκανάκη. Σε λίγο ο Ζαλοκόστα συμμετείχε σε θεωρητικές συζητήσεις όσον αφορά τη φύση του σοσιαλισμού και τις προτεινόμενες λύσεις του στις κοινωνικές αρρώστιες. Οι μελέτες του Ροδοκανάτη του χρησίμευσαν ως η απαραίτητη εισαγωγική ύλη. Αν και ο Ζαλοκόστα εγκατέλειψε σε λίγο το
σχολείο για να εισαχθεί σε μια ιατρική σχολή, ήταν ένας από τους πιο φλογερούς μαθητές του Ροδοκανάκη - μια μαθητεία που τον οδήγησε στο να γίνει ένα από τα πιο αυθεντικά και περισσότερο δραστήρια μέλη της «La Social».
Ο Σαντιάγκο Βιλλανουέβα, γεννημένος στην Πόλη του Μεξικού το Φλεβάρη του 1838, άρχισε να εργάζεται σε ένα ξυλουργικό εργαστήριο σε πολύ μικρή ηλικία, ώστε να ξεφύγει λίγο από τη φτώχεια που μάστιζε τους εργάτες γονείς του. Εξελίχθηκε σε μάστορα της δουλειάς. Το 1861 ο Βιλλανουέβα
τελείωσε κάποια μαθήματα τέχνης στην Ακαδημία Σαν Κάρλος, ενώ άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα Ανατομίας σε μια ιατρική σχολή. Κατά την παραμονή του στη σχολή αυτή ήρθε σε επαφή με τον Ζαλοκόστα και διαμέσου αυτού με το Ροδοκανάτη. Την εποχή αυτή έπρεπε να ήταν μια αρκετά
ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία. Ο Ροδοκανάκης, σε γράμμα του προς τον Ζαλοκόστα στις 21 Μάρτη 1870, αναφερόταν σ αυτόν ως «έναν μποέμικο τύπο νεαρού ελάχιστα αυτοπειθαρχημένου». Η ερμηνεία των Προυντόν και Μπακούνιν από το Ροδοκανάκη έλκυσε το Βιλλανουέβα στις αναρχικές ιδέες, ώστε διέθεσε
το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του στην οργάνωση των εργατών των πόλεων και στην προπαγάνδα.
Ο Χερμενεγκίλδο Βιλλαβιγκένθιο γεννήθηκε στην Πόλη του Μεξικού το 1842 και παρακολούθησε και αυτός μαθήματα στην ίδια ιατρική σχολή, όπου ήρθε σε επαφή με το Ροδοκανάκη διαμέσου του Ζαλοκόστα.
Στα τέλη του 1864 οι τρεις αυτοί σπουδαστές και κάποιοι άλλοι, άγνωστοι σε εμάς ακόμα και σήμερα, σχημάτισαν μια μικρή ομάδα και το Γενάρη του 1865 υιοθέτησαν το όνομα El Club Socialista de Estudiantes (Σοσιαλιστική Λέσχη Σπουδαστών). Αργότερα, τον ίδιο χρόνο, η ομάδα μετονομάστηκε σε La Social/Seccion Internationalista
(Η Κοινωνική/Διεθνιστικό Τμήμα). (σ.σ.: Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται σε ιστορικό άρθρο του Χοσέ Βαλαδές, με τίτλο «Sobre los origenes del movimiento obrero en Mexico» - «Για τις ρίζες του εργατικού κινήματος στο Μεξικό» - που δημοσιεύτηκε στην «La Protesta» του Μπουένος Αϊρες, τον Ιούνη του 1927). Το όνομα - εάν ήταν το
πραγματικό - έδειχνε μια αισθηματική ένωση με την μπακουνική Α Διεθνή.
Τον Οκτώβρη του 1864, καθοδηγούμενη από τον Βιλλανουέβα, η ομάδα ανέλαβε την πρώτη της αποστολή και αναδιοργάνωσε την πρώτη μεξικανική αλληλοβοηθητική οργάνωση La Sociedad Particular de Socorros Mutuos. Το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου η ομάδα ανασυγκρότησε τη Sociedad Mutua del Ramode Sastreria (Αλληλοβοηθητικό Σύνδεσμο
Ραφτάδων), που είχε αδρανοποιηθεί δέκα χρόνια πριν. (Αυτό αναφέρεται στο «El Obrero International» στις 7 Σεπτέμβρη 1874 και στο «El Socialista» στις 25 Αυγούστου του 1872). Οι εργάτες που έγιναν μέλη αυτών των νέων οργανώσεων έκλιναν προς έναν περισσότερο παθητικό τύπο αυτο-βοηθητικής και
αλληλοβοηθητικής ομάδας που δεν υιοθετούσε ιδεολογικές υποχρεώσεις. Οι αυθεντικοί μεξικανικοί αλληλοβοηθητικοί σύνδεσμοι που σχηματίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1850 ήταν κάτι λιγότερο από προσπάθειες συγκρότησης ομάδων με σχέδια για παροχή ασφαλειών ζωής επαρκών να καλύπτουν τα
έξοδα κηδειών και να παρέχουν επίσης ιατρική φροντίδα σε αυτούς που την είχαν ανάγκη. Αλλά οι πλήρεις ζήλου αυτοί σπουδαστές ενέπνευσαν τις επαναστατικές τους ιδέες στους εργάτες, ένα καθήκον που ήταν ευκολότερο να εκπληρωθεί εξαιτίας των άθλιων συνθηκών ζωής των εργατών. Οι
σπουδαστές προώθησαν την ανάγκη για αλληλοβοηθητικές οργανώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να απαιτήσουν άμεσες αυξήσεις μισθών και μείωση των εργασίμων ωρών και οι οποίες ως «οργανώσεις αντίστασης θα μπορούσαν να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενάντια στις επιθέσεις του κράτους και
του καπιταλισμού».
Το Μάρτη του 1865 οι δύο αυτές νεοσχηματισθείσες οργανώσεις πήραν ένα μήνυμα από τους εργάτες υφαντουργίας των εργοστασίων Jan Ildefonso της πόλης Τλαλνεπάντλα και στη La Colmena της Πόλης του Μεξικού, ότι ήθελαν να «οργανωθούν για να προασπίσουν τα συμφέροντά τους». (Αναφέρεται από τον Βαλαδές
στο «Precursores del socialismo»). Οι δύο αλληλοβοηθητικές οργανώσεις εξέλεξαν τότε τους Ζαλοκόστα και Βιλλανουέβα ως αντιπροσώπους για να συναντηθούν με τους εργάτες. Η συνάντηση που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της Sociedad Mutua del Ramo del Hilados y Tejidos del Valle de Mexico (Αλληλοβοηθητικός Σύνδεσμος
του Κλάδου των Υφαντουργών και των Εργατών της Πεδιάδας του Μεξικού) που συμπεριλάμβανε μερικούς εργάτες και των δύο εργοστασίων.
Στις 15 Μάρτη 1865 αντιπρόσωποι των παλαιότερων αλληλοβοηθητικών οργανώσεων συνδέθηκαν με τους πρόσφατα οργανωμένους εργάτες καθώς και διάφορους άλλους εργαζόμενους των δύο εργοστασίων υφαντουργίας σε ένα χορό όπου γιορτάστηκε η ίδρυση της νέας αλληλοβοηθητικής οργάνωσης. Στο χορό
αυτό παραβρίσκονταν και οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων. Οι δεύτεροι δεν γνώριζαν μάλλον τις προθέσεις των άρτι οργανωμένων εργατών τους και συμμετείχαν, επιδεικνύοντας καλή θέληση, για την αποφυγή πιθανών «κατακλυσμών». Οι ιστορικές συνέπειες της απόφασης των εργατών να οργανωθούν
ήταν όντως φοβερές. Το εργοστάσιο του San Ildefonso, αν και μεγάλο, εξαρτήθηκε από την τοπική κατανάλωση. Η ταραχή που προκλήθηκε από τη γαλλική εισβολή του 1862 και η συνεχής φιλελεύθερη αντίσταση μείωσαν τα κέρδη του και το Γενάρη του 1865 οι εργάτες έγιναν μάρτυρες μιας μείωσης του ήδη
γελοίου μισθού τους σε ενάμισι real για κάθε γιάρδα ύλης που παρήγαγαν. Επιπλέον, πενήντα περίπου εργάτες έχασαν την εργασία τους σε μια προφανή κίνηση οικονομίας από τη διεύθυνση του εργοστασίου. Γι αυτό το πρατήριο του εργοστασίου (tienda de raya) δεν ελάττωσε τις τιμές του μετά τις
μειώσεις των μισθών και απαίτησε το μεγαλύτερο μέρος των μισθών των εργατών για τον εαυτό του. Τότε οι ιδιοκτήτες αποφάσισαν να αυξήσουν τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας από τις 5 το πρωί μέχρι τις 6.40 το απόγευμα για τις γυναίκες και μέχρι τις 7.45 για τους άνδρες.
Στις 10 Ιούνη οι εργάτες του εργοστασίου άρχισαν να απέχουν από την εργασία τους. Την επόμενη μέρα οι συνάδελφοί τους του εργοστασίου La Colmena ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Η πρώτη απεργία στη μεξικανική εργατική ιστορία είχε ήδη αρχίσει. Οι εργάτες, ελπίζοντας ίσως να κερδίσουν
κυβερνητική προστασία, δημοσίευσαν ένα μικρό και παθητικό μανιφέστο που εξηγούσε την κατάστασή τους και το έστειλαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Maximilian. Η κυβέρνηση αντέδρασε με τη δημιουργία μιας gendarmeria imperial (σ.τ.μ.: εννοεί προφανώς εγκατάσταση ειδικής αστυνομικής δύναμης) στην
Πόλη του Μεξικού και τα περίχωρά της και εξέδωσε μια διαταγή προς τον αντιπρόσωπό της στην περιοχή να βοηθήσει τον ιδιοκτήτη του San Ildefonso. (Ο συνολικός αριθμός της αστυνομικής δύναμης ήταν 182 άνδρες).
Στις 19 Ιούνη 1865 ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Εουλάλιο Νουνιές, πήγε στο εργοστάσιο με ένα σώμα 25 περίπου ενόπλων. Κατά την άφιξή του αντιμετωπίστηκε από ένα αγριεμένο πλήθος και διέταξε τους άνδρες του να πυροβολήσουν τραυματίζοντας αρκετούς απεργούς. Ο Νουνιές συνέλαβε 25 εργάτες και
τους έθεσε υπό κράτηση στη φυλακή Tepeji del Rio. Πριν την απελευθέρωσή τους οι αρχές τους προειδοποίησαν ότι εάν επιστρέψουν στο San Ildefonso θα πυροβοληθούν. Η πρώτη απεργία στη μακρά πάλη του μεξικανικού εργατικού κινήματος έληξε έτσι με μια απόλυτη ήττα.
Η προϊστορία των γεγονότων στην Τλαλνεπάντλα είναι σημαντική για να κατανοήσουμε τους λόγους της ανάπτυξης μαζικών εξεγέρσεων στο Μεξικό κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια του όλου επεισοδίου οι οργανωτικές προσπάθειες των αναρχικών ήσαν ανεμπόδιστες από μια
ιμπεριαλιστική κυβέρνηση που ήταν απασχολημένη προφανώς με τους συνεχείς της αγώνες με τους φιλελεύθερους υπό τον Μπενίτο Σουάρεθ. Η πολιτική αστάθεια στο Μεξικό η οποία ανέθρεψε τη μακρόχρονη περιφρόνηση για την κυβέρνηση, επέτρεψε για λίγο την οργανωτική επιτυχία σε μια χούφτα
αναρχικών ακτιβιστών. Επιπλέον, είναι ξεκάθαρο ότι οι εργάτες των εργοστασίων San Ildefonso και La Colmena ανταποκρίθηκαν στην παρουσία των αναρχικών οργανωτών στους χώρους εργασίας τους, παρακινώντας τους στις απεργιακές τους προσπάθειες, επειδή η γενικότερη οικονομική κρίση είχε
επηρεάσει την παραγωγή και συνεισέφερε στην όξυνση των ήδη άθλιων εργασιακών συνθηκών στα εργοστάσια.
Σε μια προσπάθεια να επανέλθουν μετά την ήττα στην Τλαλνεπάντλα, ο Βιλλανουέβα και ο Βιλλαβιγκένθιο ακολούθησαν τις μπακουνικές αρχές, δημιουργώντας μια νέα οργανωτική ομάδα, τη La Sociedad Artisana Industrial (Σύνδεσμος Βιομηχανικών Τεχνητών). Το όνομα αυτό προήλθε από μια παλαιά
αλληλοβοηθητική οργάνωση, που είχε δημιουργηθεί το 1857. Η Sociedad Artisana Industrial έγινε το πρωταρχικό κέντρο της αναρχικής δραστηριότητας και της εργατικής οργάνωσης των πόλεων για μεγάλες χρονικές περιόδους, στα τέλη των δεκαετιών 1860 και 1870. Τα μέλη της ήταν αρχικά χαράκτες, ζωγράφοι και
γλύπτες, στους οποίους ο Βιλλανουέβα και ο Βιλλαβιγκένθιο, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ροδοκανάκη, άρχισαν να διδάσκουν την προυντονική φιλοσοφία.
Ενώ οι προσπάθειές του δεν βρήκαν ανταπόκριση στην Τλαλνεπάντλα, ο Ροδοκανάκης συνέχισε να επιμένει στο μακρόχρονο σχέδιό του για τις κοινοτικές αγροτικές αποικίες και το Γενάρη του 1865 άρχισε να εργάζεται πάνω στο σχέδιο αυτό στο Τσάλκο, στη νοτιοανατολική γωνιά του Μεξικού.
Εξήγησε τον τελικό του σκοπό ως «την καταστροφή των σχέσεων μεταξύ του κράτους και του οικονομικού συστήματος, της αναδιοργάνωσης της ιδιοκτησίας, της κατάργησης της πολιτικής και των πολιτικών κομμάτων, της ολοκληρωτικής καταστροφής του φεουδαρχικού συστήματος και της αποστολής
των αγροτικών μεταρρυθμιστικών νόμων. Αυτό είναι σοσιαλισμός και αυτό είναι που θέλουμε». (Στο άρθρο του «Lo que queremos»).
Ο Ροδοκανάκης ίδρυσε ένα σχολείο για αγρότες στο Τσάλκο που το ονόμασε La Escuela del Rayo y del Socialismo (Σχολείο του Φωτός και του Σοσιαλισμού). Το σχολείο αυτό, όπως φανερώνει και το όνομά του, ήταν αφιερωμένο στη διδασκαλία των αγροτών στη γραφή, στην ανάγνωση, στη ρητορική, στις μεθόδους
οργάνωσης και στις ελευθεριακές σοσιαλιστικές ιδέες. Ο λόγος που επιλέχθηκε το Τσάλκο δεν είναι ξεκάθαρος, αλλά η πρόοδός του προωθήθηκε αρκετά, έτσι που ο Ζαλοκόστα, παρακινημένος προφανώς από την περιγραφή του Ροδοκανάκη για την κατάσταση, εγκατέλειψε την Πόλη του Μεξικού το
Νοέμβρη του 1865 για να ενωθεί με το συνάδελφό του.
Η πασιφανής πρόθεση του Ροδοκανάκη, μέσω του προγράμματος σπουδών, ήταν να παράγει μορφωμένους σοσιαλιστές αγρότες, ικανούς για μια αποτελεσματική ρητορική και γνώση οργανωτικών μεθόδων. Ένας σπουδαστής με το όνομα Χούλιο Τσάβες Λοπέζ προσέλκυσε την προσοχή του Ροδοκανάκη, που
έγραψε στο Ζαλοκόστα γι αυτόν: «?ανάμεσά τους είναι ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος εργάζεται σε ένα αγρόκτημα κοντά στο Τεξκόκο. Έχει ήδη μάθει πώς να κάνει μια ομιλία με ικανοποιητικό βαθμό ευγλωττίας. Με έχει πληροφορήσει ότι είναι διατεθειμένος να κάνει μια ομιλία υιοθετώντας τις
αρχές του σοσιαλισμού πολύ γρήγορα. (σ.σ..: Η πρόθεση του Τσάβες ήταν να οργανώσει τους αγρότες στο αγρόκτημα όπου εργαζόταν ο ίδιος, κοντά στο Τεξκόκο). Του είπα για σένα και μου είπε ότι θα κάνει μια προσπάθεια να σου γράψει. (σ.σ.: Ο Τσάβες μόλις τότε άρχισε να γράφει). Το όνομά του είναι
Χούλιο Τσάβες». (Από γράμμα του Ροδοκανάκη στον Ζαλοκόστα στις 3 Σεπτέμβρη 1865).
Ο Ζαλοκόστα έφτασε στο Τσάλκο το Νοέμβρη του 1865. Για τα επόμενα δύο χρόνια οι Ροδοκανάκης και Ζαλοκόστα εργάστηκαν μαζί στο σχολείο, στρατολογώντας και διδάσκοντας αγρότες. Η προυντονική αγροτική ιδεολογία αποδείχθηκε ότι περιείχε ένα συγκεκριμένο πρόταγμα. Οι αγρότες, ειδικά ο
Τσάβες Λοπέζ, άρχισαν να υιοθετούν ακόμα και βίαιες ενέργειες για να κάνουν γνωστά τα παράπονά τους και να οργανώσουν την αγροτική τάξη στο Τσάλκο και τη γύρω περιοχή. Ο Ροδοκανάτης που φοβόταν τα αποτελέσματα της βίας, εγκατέλειψε το σχολείο το 1867 και επέστρεψε στην Πόλη του Μεξικού,
όπου άρχισε να εργάζεται εκ νέου στο προπαρασκευαστικό σχολείο. Αισθάνθηκε ότι είχε ολοκληρώσει το πρώτο στάδιο του σχεδίου του και ανέθεσε το σχολείο στο Ζαλοκόστα, τον άνθρωπο της δράσης «επειδή το σχολείο δεν ήταν πλέον ένα τέτοιο, αλλά μια λέσχη por y para la libertad (από και για την
ελευθερία)». (Από γράμμα του Ροδοκανάκη στον Ζαλοκόστα το Νοέμβρη του 1868).
Οι Ροδοκανάκης και Ζαλοκόστα επηρέασαν βαθύτατα τον Τσάβες Λοπέζ, ο οποίος επέδειξε τη μαστοριά του στα αναρχικά μαθήματα των μεντόρων του όταν έγραφε: «?Είμαι κομμουνιστής σοσιαλιστής. Είμαι σοσιαλιστής, επειδή είμαι εχθρός όλων των κυβερνήσεων και είμαι κομμουνιστής, επειδή οι
αδελφοί μου επιθυμούν να εργαστούν στη γη από κοινού». (σ.σ.: Αναφέρεται στο Diaz Ramirez, Apuntes Historicos).
Λίγο μετά την αναχώρηση του Ροδοκανάκη από το Τσάλκο, ο Λοπέζ διάλεξε μια μικρή ομάδα ακολουθητών και άρχισε να επιτίθεται στα αγροκτήματα στην περιοχή μεταξύ Τσάλκο και Τεξκόκο. Μέσα σε λίγους μήνες επέκτεινε τη δράση του νότια, στην περιοχή Μορέλος, αλλά και ανατολικά στο Σαν
Μαρτίν Τεξμελουκάν και δυτικά στο Τλαλπάν. Οι κυβερνητικές αρχές της περιοχής τον χαρακτήρισαν αρχικά ληστή, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι οι δυνάμεις του αναπτύσσονταν συνεχώς και οι προθέσεις του υπερέβαιναν εκείνες μιας απλής ομάδας. Το Μάρτη του 1868 ο Αντόνιο Φλόρες,
νομάρχης Τεξκόκο, προειδοποίησε την κυβέρνηση ότι «ο Χούλιο Τσάβες και η συμμορία του, που αποτελείται από κακούργους, δημιουργούν τεράστια προβλήματα, τόσα όσα και η κυβέρνηση. Στρατολογεί τους ιθαγενείς με υποσχέσεις για γη και αγροκτήματα. Οι επιτυχίες του είναι αυτές κα, εάν
δεν πάρετε ενεργητικά και βίαια μέτρα αμέσως, θα είναι πολύ αργά. Γνωρίζετε, φυσικά ότι οι ιθαγενείς αποτελούν την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού της επαρχίας. Μέχρι πρόσφατα δεν διακόπηκε το έργο μου σημαντικά, αλλά οι δυνάμεις των ανταρτών συνεχίζουν να αναπτύσσονται και εάν
δεν αντιμετωπιστούν γρήγορα και δυναμικά, θα υπερτερήσουν? Οι αντάρτες αυτοί έξω από το Τσάλκο έχουν κιόλας επιτεθεί στο Κοατεπέκ, στην Ακουάντλα και άλλα μέρη, στρατολογώντας κάθε φορά όλο και περισσότερα άτομα της ίδιας ιδεολογίας».
Το Μάρτη του 1868 πρόσθετες κυβερνητικές δυνάμεις κατέφθασαν στην περιοχή υπό τις διαταγές του στρατηγού Ραφαέλ Κουέγιαρ, ο οποίος άρχισε μια ενεργητική εκστρατεία για να συνθλίψει τον Τσάβες Λοπέζ, στις αρχές του χρόνου, πριν το κίνημα του δεύτερου μπορέσει να δυναμώσει. Αλλά ο
Κουέγιαρ συνειδητοποίησε γρήγορα ότι με το στράτευμα που διέθετε χρειαζόταν να αλλάξει τους αρχικούς του υπολογισμούς. Ανίκανος να εντοπίσει σε ένα μέρος τον εχθρό του, ο Κουέγιαρ κάλεσε περισσότερα στρατεύματα, παραπονούμενος ότι η εξέγερση είχε μεταβληθεί σε μια πραγματική
απειλή και ότι την βοηθούσαν παράνομα οι χωρικοί. Παρατήρησε επιπλέον, ότι οι αντάρτες είχαν αξιόλογη υποστήριξη και βοήθεια από το στρατηγό Μιγκουέλ Νεγκρέτε της Πουέμπλα, ενός γνωστού συνηγόρου της αγροτικής μεταρρύθμισης στο όνομα των χωριών (pueblos) και μακροχρόνιου αντιπάλου του
τότε προέδρου Χουάρεζ. Καθώς ο αγώνας συνεχιζόταν, ο Κουέγιαρ εντόπισε τα χωριά αυτά που προσέφεραν τη βάση της δύναμης του Τσάβες Λοπέζ. ʼρχισε έτσι μια αμφισβητήσιμη πολιτική καμένης γης στην περιοχή Τσάλκο-Τεξκόκο. Αλλά η εξέγερση συνεχίστηκε. Εξεγέρσεις στο Τσάλκο και στο
Τλαλμανάλκο καταστάλθηκαν με αρκετές απώλειες σε ζωές.
Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να καταστείλει την εξέγερση συνάντησαν αρκετά εμπόδια. Ο νομάρχης Τεξκόκο παραπονέθηκε για την αυξανόμενη δύναμη της εξέγερσης, ενώ υποστήριξε ότι οι καταχρήσεις και θηριωδίες ενάντια στους αγρότες από το στρατό του Κουέγιαρ τους αποξενώνουν. Τα
παράπονα αυτά καθώς και η αποστολή περισσότερων στρατευμάτων για να μπει ένα γρηγορότερο τέλος στην εξέγερση, προκάλεσαν επίσης και μια κυβερνητική έρευνα για την όλη συμπεριφορά του Κουέγιαρ. Ο δικαστής Χοσέ Μαρία Αλμαράς προήδρευσε της υπόθεσης, αλλά απέτυχε να ξεσκεπάσει αυτό
που ο ίδιος καθόρισε ως αξιοπιστία, αν και υπήρξαν διαμαρτυρίες ενάντια στις θηριωδίες του στρατού με συλλογή υπογραφών πολιτών στο Κοατεπέκ, στην Τσικολοαπάν και στην Ακουάντλα. Τις ομάδες αυτές των πολιτών, ο Κουέγιαρ τις κατηγόρησε ως συμπαθείς προς τον Τσάβες Λοπέζ και είπε ότι
ο νομάρχης Φλόρες ήταν αυτός που διέπραξε τις θηριωδίες. Κατηγορίες για διαφθορά επίσης βασάνιζαν και τις κυβερνητικές στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια τους αντάρτες. Οι ισχυρισμοί αυτοί οδήγησαν στην κατηγορία ενάντια στον Κουέγιαρ ότι πολλά κυβερνητικά όπλα και πολεμοφόδια
πουλήθηκαν σε ιδιοκτήτες αγροκτημάτων για προσωπικό του κέρδος. Αν και αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν πιστοποιώντας τις κατηγορίες αυτές και ακολούθησε μια επισταμένη έρευνα, δεν έγινε απολύτως τίποτα.
Ο Κουέγιαρ παρενοχλήθηκε με τη βία από επαναστάτες αγρότες από τη μια και ντόπιους παρατηρητές από την άλλη, που διαμαρτυρήθηκαν για την τακτική του. Επανέφερε έτσι το στρατιωτικό νόμο στην περιοχή και προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις εκείνων των χωρικών που υποπτευόταν ότι
βοηθούσαν τον Τσάβες Λοπέζ. Αποφάσισε, επίσης, να απελάσει μεγάλο αριθμό πολιτών από την Ακουάντλα, το Τσάλκο και την Κοατεπέκ καθώς και από την πόλη του Τσικολοαπάν, στο Γιουκατάν. Για μια ακόμα φορά ο Φλόρες διαφώνησε με τις δραστηριότητες του Κουέγιαρ και αυτή τη φορά η εθνική
κυβέρνηση διαμήνυσε στον Κουέγιαρ ότι οι κρατούμενοι πρέπει να δικαστούν πρώτα σύμφωνα με το νόμο. Αλλά η κυβέρνηση άλλαξε τη στάση της λίγες μέρες αργότερα. Ο πρόεδρος Χουάρεζ και ο Ιγνάτιο Μεχία, υπουργός Πολέμου, αφού εξέτασαν τις διάφορες αναφορές, αποφάσισαν ότι ο Κουέγιαρ
ορθώς έπραξε? Ο πολιτικός αρχηγός (jefe) του Τσάλκο (ο Κουέγιαρ), δήλωσε ότι οι κρατούμενοι είναι ένοχοι και πρέπει να σταλθούν στο Γιουκατάν.
Ο Φλόρες και άλλοι παρατηρητές συνέχισαν πάντως να απευθύνουν εκκλήσεις, επιμένοντας ότι αρκετοί από αυτούς που απελάθηκαν δεν είχαν τίποτα να κάνουν με την εξέγερση. Σε μια τελευταία έκκλησή τους είπαν ότι οι αναφορές των ερευνών ήταν άκυρες, επειδή ο δικαστής Αλμαράς, που είχε
υποστηρίξει τις πράξεις του Κουέγιαρ, ήταν κάποιος τρίτος που αγνοούσε τις δηλώσεις των πολιτών, «δεν καταλάβαινε το βάθος της σύγκρουσης και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ο κόσμος είχε πραγματικά υποφέρει. Η αντίθεσή τους στον Κουέγιαρ έφερε το χωριό Τσικολοαπάν σε κατάσταση
πανικού». Μετά από διακοπή μερικών μηνών, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το διάταγμα για τις απελάσεις και απηύθυνε περαιτέρω εκκλήσεις στην τοπική κυβέρνηση της Πολιτείας του Μεξικού. Με την τελική απόφαση δηλώθηκε ότι «λόγω νέων στοιχείων», μερικοί από τους παραβάτες
ίσως καταδικάζονταν μόνο σε φυλάκιση, αλλά ο πληθυσμός του Τσικολοαπάν «που υποστήριζε τον Χούλιο Τσάβες Λοπέζ, θα απελαθεί στο Γιουκατάν από τον υπουργό Πολέμου».
Ο Τσάβες Λοπέζ επέζησε από την εκστρατεία του Κουέγιαρ ενάντιά του το 1868, βλέποντας την υποστήριξη των χωρικών προς αυτόν και την υπόθεσή του να ανεβαίνει. Στις αρχές του 1869 ταξίδεψε στην Πουέμπλα, όπου βρήκε μια αγροτική εξέγερση σε εξέλιξη και σε ένα στάδιο οξύτητας. ʼρχισε να
παιχνιδίζει με την ιδέα μιας γενικής ένοπλης εξέγερσης και ρώτησε το Ζαλοκόστα γι αυτό για να δει τις αντιδράσεις του: «Ήρθα τελικά εδώ για να σου πω ότι υπάρχει μια μεγάλη δυσαρέσκεια ανάμεσα στα αδέλφια μας, επειδή οι στρατηγοί θέλουν να πάρουν τη γη τους. Τι πιστεύεις γι αυτό, εάν
κάνουμε μια σοσιαλιστική επανάσταση;». (Από γράμμα του Τσάβες Λοπέζ στον Ζαλοκόστα στις 13 Γενάρη του 1869).
Η αναφορά στους στρατηγούς ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες που επιθυμούν να αρπάξουν τη γη, ήταν κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της εποχής της Μεταρρύθμισης (Reforma) και μέχρι την επανάσταση του 1910, ένα συνεχές θέμα στην αγροτική πάλη. Πάντως, επειδή υπάρχει έλλειψη πληροφοριών, δεν
είναι δυνατόν να υπολογίσουμε την έκταση κατάσχεσης της γης κατά τη διάρκεια της Reforma. Αργότερα, κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων του καθεστώτος Ντιάζ, η διαμάχη για την αγροτική γη ήταν θέμα διαλόγου στον αγροτικό Τύπο και σε κάθε περίπτωση είχε τις ρίζες της στην κατάσχεση της γης
μιας τοπικής κοινότητας από έναν σφετεριστή γης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (Reforma).
Δύο μέρες πριν ο Τσάβες Λοπέζ παρουσιάσει τις ολοκληρωτικές του προσπάθειες για μια γενική αγροτική εξέγερση βρισκόταν κάπου ανάμεσα στο Τσάλκο και την Πουέμπλα στο μακρινό νοτιοανατολικό άκρο της Πολιτείας του Μεξικού. Γνώριζε ότι η πρόθεση της κυβέρνησης Χουάρεζ ήταν να
υποτάξει το κίνημά του και συνειδητοποίησε τις λίγες ευκαιρίες για επιτυχία, αλλά παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος στην υπόθεσή του: «Είμαστε περικυκλωμένοι από ένα σύνταγμα στρατού, αλλά αυτό δεν είναι σπουδαίο. Ζήτω ο σοσιαλισμός! Ζήτω η ελευθερία!». (Από γράμμα του Τσάβες στον
Ζαλοκόστα στις 18 Απρίλη 1869).
Η εξέγερση της οποίας ηγήθηκε ο Τσάβες Λοπέζ αντιπροσωπεύει ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην ιστορία του μεξικανικού αγροτικού κινήματος. Σηματοδότησε μια παρέκκλιση που άρχισε από μερικές λεηλασίες και εξελίχθηκε σε μια εξέγερση. Για πρώτη φορά οι αγρότες εξέφρασαν άμεσους στόχους
που ήταν αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής κριτικής με στόχο τη μεξικανική κυβέρνηση.
Οι λόγοι για τη διαμάχη του Τσάλκο ήσαν βαθιά ριζωμένοι στο παρελθόν. Πολύ πριν την άφιξη των Ισπανών το 16ο αιώνα, η επαρχία του Τσάλκο ήταν ένα από τα πρωταρχικά κέντρα κατοίκησης στην κεντρική πεδιάδα του Μεξικό. Η μεγαλύτερη πόλη της (cabecera), το Τσάλκο, από άποψη πολιτικής
σπουδαιότητας και πληθυσμού ερχόταν τρίτο μετά την Tenochtitlan - την πρωτεύουσα των Αζτέκων - και το Τεξκόκο, μια πρωταρχική σύμμαχο των τελευταίων. Μετά την ισπανική παρείσφρηση το Τεξκόκο παρήκμασε γρήγορα και αντικαταστάθηκε από το Τσάλκο ως η δεύτερη στη σειρά ινδιάνικη πόλη της
πεδιάδας. Σύμφωνα με στατιστικές της εποχής, το Τσάλκο διατήρησε και το μέγεθός του και την πολιτική του σπουδαιότητα, σχετικές με τους άλλους προ-κολομβιανούς αποικισμούς, εκτός από την Πόλη του Μεξικό, κατά τη διάρκεια της αποικιακής περιόδου.
Ενώ το Τσάλκο διατήρησε τη σχετική του αυτή σπουδαιότητα, όπως και οι άλλοι ιθαγενείς αποικισμοί, αποδεκατίστηκε από τις επιδημίες του 16ου αιώνα. Η φυγή του πληθυσμού συντελέστηκε τόσο γρήγορα κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του αιώνα αυτού, που η γη έμεινε ανενεργή γρηγορότερα
από ό,τι θα μπορούσε να αναδιανεμηθεί ή απορροφηθεί από τις ισπανικές κατασχέσεις. Με τον ερχομό του 1600 το μεγαλύτερο μέρος της γης στην περιοχή του Τσάλκο είχε εγκαταλειφθεί. Ο ιθαγενής πληθυσμός ήταν απλώς αρκετά ολιγάριθμος ώστε να καλλιεργήσει αυτή την άδεια περιφέρεια. Η
γεωργία του χωριού ήρθε για να αφιερωθεί όλο και περισσότερο στις συναφείς με τους αποικισμούς περιοχές. Οι επίσημοι των ινδιάνικων κωμοπόλεων κάτω από τις δικαστικές πιέσεις, την καθυστέρηση των μισθών και τη βαριά φορολογία, είτε πούλησαν είτε ενοικίασαν τις ιδιοκτησίες τους σε
Ισπανούς, οι οποίες σε κάθε περίπτωση όταν υπήρχε άδεια γη, θα μπορούσαν να αποκτηθούν από αυτούς.
Με τον ερχομό του 18ου αιώνα η περιοχή του Τσάλκο χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη αγροκτημάτων ιδιοκτησίας ισπανών και κρεολών που κυριαρχούσαν στην ινδιάνικη κοινωνία της περιφέρειας. Τα μεγαλύτερα, δυναμικότερα και μεγαλύτερης διάρκειας αγροκτήματα δημιουργήθηκαν κατά τη
διάρκεια αυτής της περιόδου κοντά στο Τσάλκο, στο San Juando Dios και στην Ασουνθιόν. Η αύξηση των ισπανικής ιδιοκτησίας γαιών δεν πέρασε απαρατήρητη από τους ινδιάνους και, ακόμα κατά την πρώιμη αποικιακή περίοδο, οι χωρικοί κατέφευγαν στα δικαστήρια για να προασπίσουν τις εκτάσεις τους.
Τα χωριά βρήκαν εξυπηρετικό το να διεκδικούν ένα καθεστώς κοινωνικής ιδιοκτησίας, ακόμα και όταν οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήσαν δημοτικοί και ήταν ευκολότερο να εγγραφούν στα ισπανικά αρχεία, τα οποία κατέγραφαν πόλεις ως κυρίαρχες, αλλά δεν μπορούσαν να υποδείξουν τα ονόματα των
κατόχων. Κατά αυτό τον τρόπο, με την έννοια της προστασίας, η κοινή ιδιοκτησία στη ζωή των χωριών μεγαλοποιήθηκε πέρα από αυτό που έπρεπε να είναι. Αυτή η τάση όσον αφορά τα ατομικά χωρικά δικαιώματα έθεσε τη βάση για το ύστερο λαϊκό αγροτικό αίτημα, ότι, δηλαδή, το municipio libre (το πολιτικά
ελεύθερο και οικονομικά ανεξάρτητο χωριό), πρέπει να αποτελέσει το θεμελιώδες πολιτικό και κοινωνικό τμήμα του έθνους. Αλλά παρόλη την επαγρύπνηση και την ενεργητική τους αυτοάμυνα, τα χωριά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν μακριά τους κατακτητές. Το αποτέλεσμα στην περιοχή Τσάλκο - Ρίο
Φρίο, στο ανατολικό Μορέλος και στη βορειοδυτική Πουέμπλα, ήταν η πρώιμη ανάδυση της περισσότερο πρωτόγονης μορφής της αγροτικής κοινωνικής διαμαρτυρίας, της κοινωνικής ληστείας. Η περιοχή κατακλύσθηκε από μικρούς «ληστρικούς στρατούς». Αυτό το κέντρο της ληστείας εξελίχθηκε
αργότερα στον τόπο της ιδεολογικά οργανωμένης αγροτικής εξέγερσης.
Με το τέλος της αποικιακής εποχής η διαδικασία πώλησης της γης δηλαδή των χωριών που είχαν περιέλθει σε φτώχεια ήταν αξιοσημείωτη και η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε σε όλο το 19ου αιώνα. Επιπλέον, ο πληθυσμός των χωριών συνέχισε να επιστρέφει, κάτι που άρχισε στις αρχές του 19ου αιώνα.
Η εξέγερση των ιθαγενών πληθυσμών δημιούργησε νέες πιέσεις στα χωριά και τις λίγες εκτάσεις γης που παρέμεναν διαθέσιμες στους κατοίκους της. Το τέλος της αποικιακής περιόδου, πάντως, σηματοδότησε την εισαγωγή ενός ακόμα στοιχείου της πολιτικής επανάστασης. Το πρόβλημα της
διανομής της γης αποτελούσε τώρα για πρώτη φορά ένα ανοιχτό ζήτημα στην εθνική πολιτική αρένα και θα μπορούσε στο εξής να παίξει ένα σημαντικό ρόλο. Στο Τσάλκο, εκτός από το πρόβλημα της αναδιανομής της γης, υπήρχε και το πρόβλημα του αυξημένου αριθμού φτωχών και άκληρων αγροτών στις
περιοχές όπου σημειώθηκε η αγροτική ταραχή.
Το 1866 ο αυτοκράτορας Maximilian μεσολάβησε σε μια διαμάχη ανάμεσα σε ένα από τα χωριά του Τσάλκο, το Xico και ενός τοπικού αγροκτήματος, επειδή το δεύτερο είχε αποκτήσει το περισσότερο μέρος της γης στην περιοχή και οι χωρικοί του Xico παραπονέθηκαν ότι δεν μπορούσαν να τραφούν εφόσον
πλήρωναν παραδοσιακά ωφελήματα (φόρους) στον ιδιοκτήτη του αγροκτήματος. Μια μεταγενέστερη διαμάχη στο χωριό Κοατεπέκ του Τσάλκο δείχνει τη διαμάχη που αναπτύχθηκε στο ύστερο μισό του 19ου αιώνα ανάμεσα στις φιλελεύθερες ιδέες και στη σωματειακή (συντεχνιακή) δομή της ιθαγενούς
επαρχίας. Οι πολίτες του Κοατεπέκ έστειλαν ένα κείμενο με υπογραφές στον αυτοκράτορα: «?ήμαστε οι πρώτοι που έχασαν τη γη τους. Δεν συμμορφωνόμαστε με τους κανόνες του νόμου, επειδή δεν ξέρουμε πώς». Οι χωρικοί διεκδίκησαν την ιδιοκτησία της γης για πάνω από δύο αιώνες και απαίτησαν
οι τοπικές αρχές να μην έχουν πλέον τον έλεγχο της γης του χωριού εξαιτίας της «προδοσίας» τους. Οι συνθήκες που αποτέλεσαν τη βάση της εξέγερσης του Τσάβες Λοπέζ είχαν ήδη δημιουργηθεί.
Στις 20 Απρίλη 1869 ο Τσάβες Λοπέζ δημοσίευσε το μανιφέστο του, καλώντας το μεξικανικό λαό στα όπλα ώστε να δημιουργήσει ένα νέο αγροτικό κίνημα και να αντισταθεί σε ό,τι αυτός περιέγραφε ως καταστολή από την πλευρά των ανώτερων τάξεων και την πολιτική τυραννία της κεντρικής κυβέρνησης.
Το μανιφέστο ήταν ένα σημαντικό ντοκουμέντο στην ανάπτυξη της αγροτικής ιδέας, όχι μόνο επειδή εισήγαγε την ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αντίληψη της ταξικής πάλης στο μεξικανικό αγροτικό κίνημα, αλλά ακόμα επειδή τοποθέτησε τις κακουχίες που άντεξαν οι αγρότες σε ένα ιστορικό πλαίσιο
και κατονόμασε τους πραγματικούς ενόχους. Απηύθυνε ένα κάλεσμα για το σχηματισμό αυτόνομων αρχών διοίκησης στα χωριά σε αντικατάσταση της κυριαρχίας της εθνικής κυβέρνησης που ήταν διεφθαρμένη και συνεργάτης των τσιφλικάδων.