Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

 Επικοινωνία

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Κείμενα γνωστών Αναρχικών

 

Ο Α. Στίνας στον αγώνα για την ελεύθερη και αυτόνομη σοσιαλιστική κοινωνία

Για να τιμήσω τη μνήμη του επαναστάτη Άγι Στίνα, που στις 6 Νοέμβρη συμπληρώνονται 14 χρόνια από το θάνατό του, δημοσιεύω αυτό το απόσπασμα από το κείμενο του Ανδρέα Αγγελακόπουλου, παλιού μέλους της ομάδας του Άγι Στίνα, με τίτλο «Το επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης», που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Μεταθέσεις» www.meta.gr. Διορθώσεις και γλωσσική επιμέλεια James Sotros, «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Νοέμβρης 2004, Μελβούρνη.

 

Ο Α. Στίνας από την ένταξή του στο κίνημα (1918) μέχρι τη διαγραφή του από το ΚΚΕ (Φεβρουάριος 1932)

 

Ο Σπύρος Πρίφτης, που από το 1926 πήρε το ψευδώνυμο Άγις Στίνας, γεννήθηκε το 1900 στο χωριό Σπαρτίλλας της Κέρκυρας από ευκατάστατη οικογένεια. Όπως γράφει ο ίδιος στο «Σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα» που προτάσσει στον Α΄ τόμο των «Αναμνήσεών» του: «Από παιδί ηλικίας 14-15 χρόνων επηρεάστηκα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και στα 18 μου χρόνια αποφάσισα ν' αφιερώσω τον εαυτό μου στο απελευθερωτικό κίνημα της εργατικής τάξης», παραμένοντας στον σκοπό αυτό πιστός και ακλόνητος εξήντα χρόνια κάτω από τη σημαία της σοσιαλιστικής Επανάστασης μέχρι το τέλος της ζωής του. Από τα 18 του χρόνια ήταν ουσιαστικά μέλος του τότε (1918) ιδρυθέντος Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), που το 1923 μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, την ταυτότητα όμως του κόμματος την πήρε τον Μάιο του 1920, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφού τότε συμπλήρωσε τα είκοσί του χρόνια. Πολύ προηγούμενα όμως συμμετείχε ενεργά στη διάδοση και υπεράσπιση των αρχών της Οκτωβριανής Επανάστασης και στην εκκαθάριση της Σοσιαλιστικής Ομάδας Κέρκυρας από τα ξένα στο σοσιαλισμό στοιχεία!

Σ' όλη τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου δεν είχαμε στην Ελλάδα καμιά σοβαρή αντιπολεμική κίνηση με περιεχόμενο διεθνιστικό. Τα αντιπολεμικά αισθήματα του λαού σφετερίστηκε και εκμεταλλεύτηκε η μοναρχική αντίδραση στην πάλη της κατά του βενιζελισμού, συγκαλύπτοντας τη γερμανόφιλη πολιτική της με το πρόσχημα της «ουδετερότητας» της χώρας απέναντι στην πίεση των συμμάχων της Αντάντ για έξοδο στον πόλεμο υπέρ αυτών. Στην Κέρκυρα, η εκεί σοσιαλιστική ομάδα όχι μόνο πήρε απροκάλυπτα θέση υπέρ της Γαλλίας, αλλά επιδοκίμασε όλα τα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης Βενιζέλου εναντίον των επιστράτων-ανυποτάκτων.

Τότε, όμως, έξω από την παλιά σοσιαλιστική ομάδα, ένας μικρός αριθμός νέων είχε συγκεντρωθεί στην Κέρκυρα γύρω από τον Ηλία Γιοβάνοβιτς και είχε διαπαιδαγωγηθεί απ' αυτόν με τις πιο γνήσιες αρχές του προλεταριακού και επαναστατικού διεθνισμού. Σ' αυτήν την ομάδα ανήκε εξ αρχής και ολόψυχα και ο έφηβος τότε Σπύρος Πρίφτης. Ο Γιοβάνοβιτς ήταν ένας επαγγελματίας επαναστάτης, εντελώς αφοσιωμένος στο κίνημα, ανήκε στην άκρα αριστερά του Σερβικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και είχε μια σοβαρή θεωρητική κατάρτιση. Απ' αυτόν ολόκληρη η μικρή ομάδα των νέων έμαθε για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου και για τα δύο αντιμαχόμενα μέρη, για το καθήκον μετατροπής του πολέμου σε Επανάσταση, για τους Ευρωπαίους σοσιαλ-πατριώτες, για την προδοσία και κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς, για την ανάγκη δημιουργίας νέας, για την Λούξεμπουργκ, τον Λήμπκνεχτ, τον Λένιν κ.λπ. Στην Κέρκυρα ήρθε με τα λείψανα του σερβικού στρατού, στρατιώτης κι αυτός, ύστερα από τη συντριβή της Σερβίας το 1916 από τις γερμανικές στρατιές υπό την διοίκηση του στρατάρχη, Φον Μάκενζεν, μετά από αφάνταστες στερήσεις και ταλαιπωρίες, γρήγορα λιποτάκτησε και κρύφτηκε στην Κέρκυρα μέχρι το 1920, που κατόρθωσε να φύγει και να γυρίσει στην πατρίδα του ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, εμπιστευόμενος τη «γενική αμνηστία» που διακήρυξε η τότε νεοσύστατη Γιουγκοσλαβία. Εκεί, όμως, φυλακίστηκε και, λίγο αργότερα, σκοτώθηκε σε μια δήθεν «απόπειρα απόδρασης", αφού, όπως φαίνεται, το τόσο γνωστό μεταγενέστερα πρόσχημα αυτό είχε ήδη εφευρεθεί!

Στο μεταξύ‚ ο Α. Στίνας, πλέον, αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα ως μέλος του ΚΚΕ. Τον Οκτώβριο του 1920 βρίσκεται ύστερα από κομματική εντολή στη Θεσσαλονίκη, που το κέντρο της είναι ακόμη κατεστραμμένο από την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και θαυμάζει τα δυο μεγάλα κτίρια που δέσποζαν σ' όλη αυτή την περιοχή. Το Διοικητήριο και το Εργατικό Κέντρο, που στην στέγη του κυμάτιζε μια τεράστια κόκκινη σημαία.

Η Θεσσαλονίκη είχε μια μακρά σοσιαλιστική παράδοση. Πριν από την απελευθέρωσή της ακόμα, την 26/10/1912, η Φεντερασιόν, το σοσιαλιστικό της κόμμα, ήταν το τουρκικό τμήμα της Β΄ Διεθνούς, αναγνωρισμένο απ' αυτή από τον Νοέμβριο του 1909. Ευθύς μετά την απελευθέρωση, η Φεντερασιόν ανέλαβε πρωτοβουλία για τη συνένωση όλων των σοσιαλιστικών ομάδων της χώρας και τη δημιουργία ενός ενιαίου σοσιαλιστικού κόμματος. Στο ιδρυτικό συνέδριο αυτού του κόμματος, οι εκπρόσωποί της βρέθηκαν στο κέντρο των εμφανισθεισών τάσεων, δηλαδή ανάμεσα στην αριστερά (Λιγδόπουλος) και στη δεξιά (Α. Σίδερης). Η πλειοψηφία των μελών ήταν τότε Εβραίοι εργάτες και διανοούμενοι, επηρεασμένοι από τον ρεφορμισμό της σοσιαλδημοκρατίας και το δημοκρατικό πνεύμα του παλιού εργατικού κινήματος.

Στο νέο κόμμα προσχώρησαν αρκετοί Έλληνες εργάτες, κυρίως καπνεργάτες. Το Εργατικό Κέντρο ήταν η έδρα του κόμματος, καθώς και αρκετών εργατικών συνδικάτων, με γραφεία, γραμματείες, βιβλιοθήκη, αναγνωστήρια, αναψυκτήριο, αίθουσα συνελεύσεων κλπ. Πριν απ’ όλα, όμως, ήταν μια κυψέλη συγκεντρώσεων, συζητήσεων, ενημερώσεως, ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων. Το «Avanti», καθημερινή εφημερίδα της κομματικής οργάνωσης σε εβραϊκή γλώσσα, και η «Φωνή του Εργάτη», εβδομαδιαία έκδοση του Εργατικού Κέντρου και της κομματικής οργάνωσης, είχαν μεγάλη κυκλοφορία.

Ο Βενιζέλος τότε είχε ήδη προκηρύξει τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 (που τα αποτελέσματά τους έφεραν την τραγική Μικρασιατική Καταστροφή και τόσα άλλο φοβερά επακόλουθα για την Ελλάδα) και όλοι ήταν απορροφημένοι από την προεκλογική ζύμωση. Το ΚΚΕ ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα, κυρίως αντιπολεμική, και ο νεαρός Στίνας πήρε ενεργότατο μέρος με ομιλίες στις συνοικίες και στους τόπους εργασίας, μοίρασμα προκηρύξεων, αναγραφή συνθημάτων κ.λπ. Σε μια συνέλευση αρτεργατών που δέχτηκε άγρια επίθεση από τη Βασιλική Μακεδονική Νεολαία, ο Στίνας τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι.

Περί τα τέλη του 1920 γνωρίζει πολλά ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ μέσα στους αγώνες και μεταξύ αυτών τον περιβόητο Γιάννη Ιωαννίδη, για τον οποίο αργότερα πολύ θα γράψει ότι «εξελίχτηκε στον πιο αδίστακτο και απαίσιο σταλινικό γραφειοκράτη». Πολλά νεώτερα στελέχη του κόμματος και ο Στίνας δημιούργησαν ένα σύνδεσμο με σκοπό την εκκαθάριση του κόμματος από οπορτουνιστές, την ένταση της αντιπολεμικής προπαγάνδας, την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων που η Γ΄ Διεθνής είχε θέσει στα κόμματα για να αποτελούν τμήματά της και την άμεση σύνδεση με άλλες τοπικές κομματικές οργανώσεις σε πολλές πόλεις της Ελλάδος. Επιπλέον, πέτυχε να οριστεί διευθυντής της «Φωνής του Εργάτη». Στα σοβαρά γεγονότα του Απριλίου 1921 στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από αιματηρές συγκρούσεις των εργατικών διαδηλώσεων και διαμαρτυριών κατά του πολέμου, η αστυνομία και η στρατιωτική διοίκηση έλαβαν δρακόντεια μέτρια και έκαναν σειρά συλλήψεων, μεταξύ των οποίων και του Στίνα, που παραπέμφθηκε μαζί με τους «πρωταίτιους» στο έκτακτο στρατοδικείο Αδριανούπολης επί «εσχάτη προδοσία» και φυλακίστηκε. Το στρατοδικείο, όμως, έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να δικάσει τους κατηγορουμένους, αφού ο Στρατιωτικός Νόμος κηρύχτηκε μετά «την υπό των κατηγορουμένων τέλεσιν των αδικημάτων» και έτσι όλοι αποφυλακίστηκαν τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.

Το 1922 η κατάσταση των πραγμάτων χειροτέρεψε πολύ για το μοναρχικό καθεστώς. Οι «σύμμαχοι» εγκατέλειπαν πια την Ελλάδα και στο πρόσωπο του Κεμάλ άρχισαν να βλέπουν έναν άξιο εθνικιστή ηγέτη που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά τους στην Εγγύς Ανατολή, αφού είχε κατορθώσει ήδη να οργανώσει ένα μεγάλο, ικανό και καλά εξοπλισμένο στρατό, σε αντίθεση με τον ελληνικό που βρισκόταν σε διάλυση, χωρίς εφόδια, ηγεσία και ηθικό. Ήταν, πλέον, φανερό ότι η πλήρης κατάρρευση του μετώπου ήταν απλώς ζήτημα χρόνου, πράγμα που προκαλούσε στον ελληνικό λαό έντονη δυσφορία και αγανάκτηση, που εκδηλώνονταν με καθημερινές διαδηλώσεις, απεργίες και διαμαρτυρίες.

Το ΚΚΕ στο Δεύτερο Συνέδριο, τον Απρίλιο του 1920, είχε καταδικάσει τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις του ιδρυτικού του Συνεδρίου και είχε αποδειχθεί ανεπιφύλακτα το πρόγραμμα και τις αρχές της Γ΄ Διεθνούς. Όσο, όμως, πλησίαζε η αναπότρεπτη πλέον επαναστατική κρίση, το κόμμα εγκατέλειπε τη μια κατόπιν της άλλης τις επαναστατικές αιχμές αυτού του προγράμματος, μέχρι που, τελικά, το απέρριψε ολόκληρο. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1922, όμως, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος που συγκλήθηκε σε έκτακτη συνδιάσκεψη, κάτω από τις τόσο κρίσιμες συνθήκες αποφάνθηκε ότι «Το κόμμα διατρέχον ακόμα περίοδον οργανώσεως και προπαγάνδας έχει ανάγκη μακράς νομίμου υπάρξεως. Η οξύτης της επιθετικότητας του κόμματος δεν δύναται να υπερβεί τα όρια της πολιτικής αντοχής της εργατικής τάξης και της όλης ικανότητος του κινήματος».

Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι το κόμμα θα έπρεπε να περιορίσει τη δράση του στο μηδέν σχεδόν, εφ' όσον θα έπρεπε να μην υπερβεί στο ελάχιστο το ασφυκτικό όριο που του επέτρεπε η νομιμότητα και ότι η απόφαση αυτή δεν εξέφρασε τίποτε άλλο από τον πανικό που είχε καταλάβει αυτούς τους απίθανους επαναστάτες εμπρός στην επερχόμενη καταιγίδα. Η ίδια απόφαση δέχτηκε, επίσης, ότι οι αποφάσεις της Διεθνούς έχουν για το κόμμα μόνον ιστορική σημασία και δεν είναι υποχρεωτικές, θέτοντας έτσι το κόμμα εντελώς έξω από τη Διεθνή. Παρά ταύτα, τον Ιούλιο του 1922 συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, αντιμετωπίζοντας την ποινή του θανάτου, λόγω του ισχύοντος στρατιωτικού νόμου και της εμπόλεμης κατάστασης. Όλοι, πανικόβλητοι, κατέφυγαν στα πιο απαράδεκτα και αναξιοπρεπή μέσα για να αποδείξουν την αθωότητά τους και να αποφυλακισθούν!

Επακολούθησε, βέβαια, η κατάρρευση, η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατιωτική επανάσταση με αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα και η κυβέρνηση Γονατά, που περιέσωσαν ό,τι ήταν δυνατόν να περισωθεί. Στις επακολουθήσασες εξεγέρσεις, απεργίες, διαμαρτυρίες και λαϊκούς αγώνες, το ΚΚΕ έκανε ό,τι μπόρεσε για να κατευνάσει τα πνεύματα, να διαλύσει τις συγκεντρώσεις, τις απεργίες και τις εξεγέρσεις. Την τιμή του κομμουνισμού στην Ελλάδα έσωσε τότε μόνο η κομματική (και προλεταριακή) οργάνωση Πειραιά που αποσπάστηκε από το ΚΚΕ και με ένα τμήμα της Οργάνωσης Αθήνας δημιούργησαν την Κομμουνιστική Ένωση και κυκλοφόρησαν το «Κομμουνιστικό Βήμα». Τα μέλη της με τους αγώνες, τον ηρωισμό και το αίμα τους, έγραψαν μια από τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος!

Στο μεταξύ, ο Α. Στίνας, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα τον Οκτώβρη του 1923 ως στρατιώτης, ήρθε πάλι σε άμεση επαφή με τους συντρόφους του της ομάδας Γιοβάνοβιτς και κατόρθωσε να προσελκύσει την πλειοψηφία των μελών της στις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης, με αποτέλεσμα ολόκληρη η ομάδα να προσχωρήσει στο ΚΚΕ. Ύστερα από λίγο, όμως, συνελήφθη και πάλι για την επαναστατική του δράση και παρέμεινε φυλακισμένος σχεδόν αδιάκοπα μέχρι τον Μάρτιο του 1926, ως υπόδικος, χωρίς, τελικά, να δικαστεί, με τη στερεότυπη κατηγορία της «προτροπής των πολιτών εις αμοιβαίαν εχθροπάθειαν». Στη συνέχεια, εξορίστηκε στην Ανάφη, μέχρι τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Τα ξημερώματα των Χριστουγέννων του 1925, ο Στίνας συλλαμβάνεται πάλι, φυλακίζεται στις φυλακές Κερκύρας και τον Μάρτιο του 1926, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής Ασφαλείας, εκτοπίζεται στους Φούρνους, ένα νησάκι ανάμεσα στην Ικαρία και τη Σάμο. Μετά δύο μήνες, όμως, τον στέλνουν στον Άγιο Κήρυκο (πρωτεύουσα της Ικαρίας), από εκεί στο Βαθύ της Σάμου, στη Σύρο και, τελικά, στην Ανάφη. Εκεί, μεταξύ των πολλών εξόριστων κομμουνιστών, του δόθηκε η ευκαιρία να μετάσχει σε πολλές συζητήσεις και να καταλήξει σε πολλά σοβαρά και χρήσιμα για το μέλλον συμπεράσματα, ήρθε δε για πρώτη φορά σε επαφή με τον συνεξόριστό του, Παντελή Πουλιόπουλο.

Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου από τον Κονδύλη (27/8/1926) και κατόπιν γενικής αμνηστίας που χορήγησε, όλοι οι πολιτικοί εξόριστοι και φυλακισμένοι απελύθησαν. Στις 23 Αυγούστου 1926, ο Στίνας και οι λοιποί συνεξόριστοι έφυγαν από την Ανάφη και τη μεθεπομένη το πρωί, φθάνοντας το πλοίο στον Πειραιά, χιλιάδες λαού τους υποδέχτηκαν με ζωηρές εκδηλώσεις, εκ μέρους δε του ΚΚΕ μίλησε ο Ν. Ζαχαριάδης. Από την επομένη κιόλας, ο Στίνας και τα συνεξόριστα ανώτερα στελέχη του κόμματος είχαν συνδιάσκεψη με θέμα τη σύγκληση του 3ου Συνεδρίου του κόμματος και εξέλεξαν νέα Κεντρική Επιτροπή, γραμματέας της οποίας εξελέγη, για πρώτη φορά, ο Παντελής Πουλιόπουλος, με εντολή την προετοιμασία του αγώνα για τις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου. Σ' αυτές, το ΚΚΕ κατόρθωσε να εκλέξει δέκα βουλευτές σε διαφόρους νομούς, που τους είχαν υποδείξει οι τοπικές οργανώσεις του κόμματος. Οι Στίνας και Νικολινάκος, υποψήφιοι στην Κέρκυρα, έλαβαν αρκετές ψήφους, χωρίς, όμως, να εκλεγούν. Κατά τα τέλη Μαΐου 1928, ο Στίνας, που, από τις αρχές του 1927 μέχρι τότε ήταν γραμματέας της Περιφερειακής Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά, ξανασυλλαμβάνεται με την κατηγορία για εσχάτη προδοσία και πάλι, αφού το 3ο Τακτικό Συνέδριο του κόμματος που συνήλθε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1927, με τη σύμφωνο γνώμη και την προτροπή των παρισταμένων εκπροσώπων της Γ΄ Διεθνούς, έθεσε θέμα και δέχτηκε το σύνθημα για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», ο δε ίδιος δήλωσε στην ανάκριση ότι είναι σύμφωνος με την πολιτική του κόμματός του για όλα και για την πολιτική του στο εθνικό ζήτημα. Έτσι, προφυλακίστηκε και πάλι στην Αθήνα, στις φυλακές Συγγρού, κάτω από άθλιες συνθήκες. Αργότερα, μεταφέρθηκε με άλλους συγκρατούμενους στις Φυλακές Αίγινας και, τέλος, επαναλήφθηκε το γνωστό σενάριο. Αφού συμπλήρωσαν το ανώτατο όριο προφυλάκισης που προβλεπόταν από το Σύνταγμα, όλη αυτή η ομάδα των πολιτικών κρατουμένων, που δεν είχαν παραπεμφθεί μέχρι τότε σε δίκες, απαίτησαν να αφεθούν ελεύθεροι, πράγμα που, τελικά, έγινε, αλλά κατόπιν πολλών ταλαιπωριών, κατά τον Αύγουστο του ιδίου έτους.

Βγαίνοντας από τη φυλακή, επειδή ήταν και πάλι προεκλογική περίοδος και ήταν εκ νέου υποψήφιος στην Κέρκυρα, ο Στίνας περίμενε εντολή από το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος να πάει εκεί. Όμως, η εντολή που πήρε ήταν να φύγει αμέσως για τη Θεσσαλονίκη και να αναλάβει τη διεύθυνση της εκεί κομματικής οργάνωσης, που είχε υποστεί βαριά πλήγματα από τις απεργίες των ετών 1927 και 1928. Φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ο Στίνας διαπίστωσε ότι, παρά τις απαισιόδοξες κρίσεις του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, οι εργατικοί αγώνες βρίσκονταν εκεί σε άνοδο. Όλο σχεδόν το εργατικό κίνημα βρισκόταν, ουσιαστικά, στα χέρια του κόμματος, τα περισσότερα και σπουδαιότερα εργατικά συνδικάτα διευθύνονταν απ' αυτό, ακόμη και στις στρατιωτικές μονάδες υπήρχαν δραστήριοι κομμουνιστικοί πυρήνες που έβγαζαν και κυκλοφορούσαν πολλά παράνομα έντυπα, οι εφημερίδες της κομματικής οργάνωσης κυκλοφορούσαν παντού, ενώ συχνά ξεσπούσαν μαχητικές απεργίες και εκδηλώσεις των σιδηροδρομικών, πολλών άλλων κλάδων αλλά κυρίως των τροχιοδρομικών και των καπνεργατών. Επίσης, οργανώνονταν πολλές μαζικές κινητοποιήσεις, όπως έγινε κατά το οργανωτικό Συνέδριο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών, με την Αντιπολεμική Ημέρα, κάθε χρόνο στις αρχές Αυγούστου, επέτειο της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις δημοτικές εκλογές, τις ομαδικές εκδηλώσεις για τα δικαιώματα της γυναίκας κ.λπ. Τα σκληρά, παράνομα και ομαδικά κατασταλτικά μέτρα εντείνονταν από την τότε τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου της τετραετίας 1928-1932, με επιστέγασμα την ψήφιση το 1929 από τη Βουλή, με εισηγητή τον Κ. Ζαβιτσιάνο, του νόμου που καθιέρωνε την καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή στο εργατικό κίνημα ως «ιδιώνυμο αδίκημα».

Τον Ιανουάριο του 1930, συνήλθε η 3η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, που έμενε στην ιστορία ως Ολομέλεια της «3ης και τελευταίας περιόδου του καπιταλισμού». Οι εκτιμήσεις της για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, που κυριολεκτικά της υπαγορεύτηκαν από τους εκπροσώπους της Γ΄ Διεθνούς ήσαν ότι «Βρισκόμαστε, ήδη, στην Ελλάδα, αλλά και σ' όλον τον κόσμο σε μια άμεση επαναστατική κατάσταση, οι μάζες αυθόρμητα και ορμητικά προχωρούν για την τελική αναμέτρηση με τον καπιταλισμό, που περνάει πλέον την τελευταία του φάση, αλλά τα κομμουνιστικά κόμματα υστερούν σε ορμή και οργάνωση απέναντι των μαζών. Γι' αυτό, αυτά πρέπει να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να τεθούν αμέσως δυναμικά επικεφαλείς των μαζών με άμεσα συνθήματα: Γενική πολιτική απεργία και κάθοδος ενόπλων αγροτών στις πόλεις». Απέρριψε κάθε συνεργασία με τους σοσιαλιστές, που χαρακτηρίστηκαν πλέον ως «σοσιαλ-φασίστες». Στρατηγικός σκοπός η κατάληψη της εξουσίας!

Πράγματι, στη Θεσσαλονίκη και σ' όλη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ξέσπασαν αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις πολλών κλάδων, στη Θεσσαλονίκη δε οργανώθηκε από τους συνεταιρισμούς ένα μεγάλο συλλαλητήριο αγροτών, με συμμετοχή χιλιάδων εργατών και αγροτών. Όταν οι κομματικοί ρήτορες, όμως, άρχισαν να αποκαλούν τους ηγέτες των αγροτών «αγροτο-φασίστες» και προσπάθησαν να τους διαχωρίσουν από τους οπαδούς τους, οι τελευταίοι τους αποδοκίμασαν άγρια. Ήταν φανερό ότι η έξαλλη και ανεδαφική αυτή πολιτική του ΚΚΕ το έφερε σε άμεση αντίθεση με τις απομονωμένες, απογοητευμένες και κουρασμένες μάζες, με αποκορύφωμα την αποτυχία των απεργιών και των συγκεντρώσεων της Πρωτομαγιάς του 1930, πράγμα αδιανόητο μέχρι τότε για τη Θεσσαλονίκη. Τα πιο προχωρημένα στοιχεία του κόμματος αποφάσισαν τη σύγκληση της Περιφερειακής Επιτροπής, που με απόφασή της καταδίκασε αυτή την τυχοδιωκτική πολιτική, η δε πλειοψηφία του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος έμεινε σχεδόν σύμφωνη μ' αυτή. Η μειοψηφία, όμως, του Π. Γ., με επικεφαλείς τους Σιάντο, Θέο και Παπαρήγα, άσκησε μια άγρια πολεμική κατά των μελών της Περιφερειακής Επιτροπής, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Στίνας, και πρότεινε την άμεση καθαίρεσή τους, που στις επιθέσεις που δέχονταν από βίαια άρθρα του «Ριζοσπάστη» απάντησαν ανοιχτά από τις στήλες της «Φωνής του Εργάτη».

Η διαμάχη αυτή πήρε οξύτατο χαρακτήρα, ο ίδιος ο Σιάντος, φθάνοντας αιφνιδιαστικά στη Θεσσαλονίκη, οργάνωσε παρασκηνιακά την προετοιμασία της καθαίρεσης όλης της εκεί Περιφερειακής Επιτροπής και παρουσιάζοντας στην, συγκληθείσα τελικά, συνδιάσκεψη τις απόψεις του ως απόψεις της Διεθνούς, έθεσε όλα τα μέλη μπροστά στο πλαστό δίλημμα: «΄Η με τον Στίνα ή με την Διεθνή». Προτού προλάβει να συγκροτηθεί σε σώμα η νέα Περιφερειακή Επιτροπή, έφτασε στη Θεσσαλονίκη νέος αντιπρόσωπος της Διεθνούς, ο οποίος δήλωσε ότι έχει εντολή ν' αποκαταστήσει την ενότητα του κόμματος, χωρίς να επέμβει στην ουσία των πολιτικών διαφορών, όταν δε έλαβε μέρος στη συγκέντρωση της «φράξιας» των υπό εκκαθάριση, είπε ότι βλέπει τον Α. Στίνα «πολύ κουρασμένο» και πρότεινε στη «φράξια» να συμφωνήσει για να πάει για ένα διάστημα στηΡωσία για να ξεκουραστεί. Φυσικά, κανείς δεν του απάντησε ούτε ναι ούτε όχι. Αργότερα, ο Στίνας φθάνοντας στην Αθήνα, παραπέμφθηκε σε ειδική επιτροπή για ν' απολογηθεί. Εκεί υποστήριξε τις απόψεις του με σθένος και παρρησία, αν και γνώριζε πολύ καλά, πλέον, την άβυσσο που τον χώριζε με την ηγεσία του, δουλικά πλέον «σταλινοποιημένου», κόμματος. Κατά τα μέσα του 1931, δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου: Τιμωρεί παμψηφεί τον Στίνα με ένα χρόνο αποκλεισμό από οποιοδήποτε όργανο του κόμματος.

Συνέχεια

 

 29/12/2004

Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G