|
Μέρος 2ο
Προηγούμενο
Τον Ιούλιο του 1931, ο Στίνας
συλλαμβάνεται και πάλι και
υποβάλλεται, πάνω από δέκα μέρες στα
κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας στην
Αθήνα, σε φρικτά βασανιστήρια, γιατί
θεωρήθηκε ένας από τους οργανωτές της
απόδρασης των Χαϊτά και Ευτυχιάδη από
τις φυλακές Συγγρού και της διαφυγής
τους στο εξωτερικό. Μετά το θόρυβο και
τα διαβήματα του Τύπου γι' αυτήν την
απάνθρωπη μεταχείριση, μεταφέρεται
στο Τμήμα Μεταγωγών Πάτρας για να
συνέλθει από τις πληγές και το φάλαγγα
και, αργότερα, κλείνεται στις φυλακές
Κέρκυρας. Εκεί είχε όλο τον χρόνο να
σκεφθεί και να αποφασίσει οριστικά
την αποχώρησή του από το κόμμα, η
πολιτική του οποίου, συνεχώς και
περισσότερο, ερχόταν σε πλήρη
αντίθεση με τα συμφέροντα της
εργατικής τάξης και της προλεταριακής
επανάστασης.
Αποφυλακιζόμενος, στη
συνέχεια, συγκάλεσε στην Κέρκυρα μια
τοπική συνδιάσκεψη και ανασυγκρότησε
τη σχεδόν διαλυμένη κομματική
οργάνωση. Τον Νοέμβριο του 1931, με
απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής
της Διεθνούς, καθαιρείται συνολικά η
εκλεγμένη από το 4ο Συνέδριο του
κόμματος Κεντρική του Επιτροπή και
διορίζεται νέα, με επικεφαλής τον Ν.
Ζαχαριάδη, όπως αναφέρθηκε ήδη
ανωτέρω. Όταν ο Λεωνίδας Στρίγγος ήλθε
στην Αθήνα, εκ μέρους του Πολιτικού
Γραφείου, του συνέστησε να
καταδικάσει, με δημόσια δήλωσή του, τη
φραξιονιστική πάλη του και να
αναγνωρίσει τη νομιμότητα της
απόφασης της Διεθνούς. Ο Στίνας του
απάντησε ότι μόνο το Συνέδριο του
κόμματος είναι αρμόδιο να αποφανθεί
οριστικά επί του θέματος και, παρά τη
ρητή απαγόρευση του Π. Γ. να ξαναπάει
στη Θεσσαλονίκη, ότι θα πάει σ' αυτή
την επομένη κιόλας. Φθάνοντας,
πράγματι, στη Θεσσαλονίκη, μίλησε σε
ευρύτατη συγκέντρωση στην Εργατική
Λέσχη και στο Εργατικό Κέντρο
δηλώνοντας στους εκεί αγαπητούς του
συντρόφους και συνεργάτες ότι θα
συνεχίσει την πάλη, αδιαφορώντας για
τις συνέπειες και την πειθαρχία προς
το κόμμα. Όλοι του είπαν ότι πρέπει να
πειθαρχήσει και ότι θα ζητούσαν να
γίνει κι αυτός μέλος του Π. Γ. Το
Φεβρουάριο του 1932 δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη»
η διαγραφή του από το κόμμα και μετά
από δίμηνο η απόφαση της Εκτελεστικής
Επιτροπής της Διεθνούς που την
ενέκρινε. Στη διαγραφή του, ο Στίνας
απάντησε από τη «Σημαία του
Κομμουνισμού», αφού, προηγουμένως,
είχε θέσει σε κυκλοφορία μια
μπροσούρα με κριτική των αποφάσεων
της 4ης Ολομέρειας.
Ο Α. Στίνας στην αριστερή
αντιπολίτευση και οι αγώνες του μέχρι
την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
(1939)
Όπως φαινόταν ήδη και
διαπιστώθηκε απόλυτα αργότερα, η
αλλοπρόσαλλη θεωρία της «τρίτης και
τελευταίας περιόδου του καπιταλισμού»
δεν ήταν απλώς μια εσφαλμένη εκτίμηση
της τότε γενικής καταστάσεως και του
υφισταμένου συσχετισμού των
αντιμαχομένων κοινωνικών δυνάμεων
από τη 10η Ολομέλεια της Εκτελεστικής
της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά μια
εσκεμμένη απάτη και παραποίηση της
πραγματικότητας, απολύτως αναγκαία
για τους σκοπούς και τις τότε
επιδιώξεις της σοβιετικής
γραφειοκρατίας, που εγκαινίαζε ήδη τη
ραγδαία πορεία της προς την άμεση
βιομηχανοποίηση της ΕΣΣΔ,
εφαρμόζοντας το πρώτο «πεντάχρονο
πλάνο». Έπρεπε τότε να ξαναζήσει ο
ενθουσιασμός, ο ζήλος, η ορμή και η
πίστη του κουρασμένου και
απογοητευμένου προλεταριάτου και των
λοιπών εκμεταλλευομένων μαζών, όχι
μόνο στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ αλλά και σ'
ολόκληρο τον κόσμο με κενά συνθήματα
και άσκοπες εκδηλώσεις, απεργίες,
εξεγέρσεις κ.λπ., για να δικαιολογηθεί
το κεντρικό επιχείρημα ότι ο
σοσιαλισμός (που ο σταλινισμός είχε
αναλάβει ήδη εργολαβικώς να
ανοικοδομήσει στη «μακαρία» ΕΣΣΔ και
μόνο) θριαμβεύει και σ' αυτήν αλλά και
σ' ολόκληρο τον κόσμο. Παράλληλα, για
να συγκεντρωθούν οι λαοί μαζικά κάτω
από την ηγεσία των κατά τόπους
κομμουνιστικών κομμάτων, ο Στάλιν
τότε λανσάρισε και την βαθυστόχαστη
θεωρία του «περί σοσιαλ-φασισμού»,
χαρακτηρίζοντας όλους τους μη
ένθερμους οπαδούς του αδιακρίτως
εχθρούς των λαών και εξομοιώνοντας
τους σοσιαλιστές με τους φασίστες,
αποκαλώντας τους «δίδυμους αδερφούς».
Πολλοί σοβαροί αγωνιστές σ' όλον τον
κόσμο βρέθηκαν έξω από τα
κομμουνιστικά κόμματα, λόγω διαφωνίας
με όλες αυτές τις καινοφανείς
μεθοδεύσεις, αλλά και πολλοί λόγω
διαγραφής τους από τις διορισμένες
διοικήσεις τους, που δεν ανέχτηκαν
καμία διαφωνία και καμία κριτική.
Στην Ελλάδα, η διορισμένη
Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εγκατέλειψε
σιωπηρά την «θεωρία της τρίτης
περιόδου» και ανακήρυξε τον Ζαχαριάδη
«αρχηγό» του κόμματος, τίτλο άγνωστο
μέχρι τότε που ούτε ο Λένιν δεν πήρε
ποτέ. Έτσι, η σταλινοποίηση του
κόμματος έφθασε στα όριά της, τα μέλη
του κατάντησαν απλοί εκτελεστές
διαταγών, χωρίς καμία δική τους σκέψη
και συμμετοχή και κάθε διαφωνία
χαρακτηρίστηκε αμέσως «χαφιεδισμός»,
με σκοπό τη διάλυση του κόμματος. Και
με τις ευνόητες, φυσικά, συνέπειες.
Επακολούθησε η ιστορική απόφαση της 6ης
Ολομέλειας της Κ.Ε. που αλλάζει τον
στρατηγικό σκοπό του κόμματος, αφού η
επιδιωκόμενη Επανάσταση δεν θα είναι
πλέον σοσιαλιστική αλλά
αστικοδημοκρατική, και από τις αρχές
του 1935 γίνεται, πλέον, λόγος για «εθνική
ανεξαρτησία, ακεραιότητα, ελευθερία»
κ.λπ., καταργείται ο επαναστατικός
ντεφετισμός (που είναι η πεμπτουσία
του κομμουνισμού) και αναγνωρίζεται
επισήμως από τον ίδιο τον Στάλιν η «υπεράσπιση
της πατρίδας» από τα Κ.Κ., που υπέγραψε
τότε το σύμφωνο Στάλιν-Λαβάλ, με σκοπό
την «εθνική άμυνα» και τον
επανεξοπλισμό της Γαλλίας,
επιβραβεύοντας έτσι την τακτική του
που ήδη από τις αρχές του 1933 είχε φέρει
με τις ευλογίες του το ναζισμό στην
ηγεσία της Γερμανίας!
Πριν από την αναγνώρισή του,
το θέρος του 1930 από τον Τρότσκι, μια
ομάδα αποσπάται από τον «αρχειομαρξισμό».
Ένα μέρος απ' αυτούς προσχωρούν αμέσως
στο ΚΚΕ, ένα μικρό μέρος προσχωρεί
στην τότε ομάδα Πουλιόπουλου «Σπάρτακος»
και το τρίτο μέρος των αποκληθέντων «φραξιονιστών»"
παραμένει με επικεφαλής τον Μιχαήλ
Ράπτη (αργότερα Σπέρο και Πάμπλο). Με
αυτό το τμήμα, και πριν ακόμη
διαγραφεί από το ΚΚΕ, ήρθε σε επαφή ο
Στίνας και ύστερα από μια κοινή
συνδιάσκεψη αποφάσισαν τη συγκρότηση
μιας ιδιαίτερης ομάδας με τίτλο
Λενινιστική Αντιπολίτευση του ΚΚΕ (ΛΑΚΚΕ),
με επικεφαλής τριμελή επιτροπή από
τους Ράπτη, Εργίνο και Στίνα,
εβδομαδιαίο όργανο τη «Σημαία του
Κομμουνισμού» και θεωρητικό
περιοδικό τη «Διαρκή Επανάσταση», με
γενική τοποθέτηση τον τροτσκισμό.
Αυτή η ομάδα στάθηκε, τουλάχιστον
μέχρι τον Μάρτιο του 1933, η πιο μαχητική
πολιτική ομάδα σ' ολόκληρη τη χώρα, με
συνεχή δράση, με τα έντυπά της να
κυκλοφορούν, μαζί με προκηρύξεις,
παντού.
Ευθύς μετά την άνοδο του
Χίτλερ στην εξουσία και τη νίκη του
Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές της 5ης
Μαρτίου 1933, ο Στίνας στη «Σημαία του
Κομμουνισμού» δημοσίευσε ένα
σημαντικό άρθρο, στο οποίο, για πρώτη
φορά, διαπιστώνει οριστικά ότι η Γ'
Διεθνής και τα τμήματά της, από όργανα
αγώνα της εργατικής τάξης για την
απελευθέρωσή της και την πρόοδο της
ανθρωπότητας, έχουν μετατραπεί σε
εχθρούς και αντικειμενικά εμπόδια και
ότι το άμεσο καθήκον των επαναστατών
ολόκληρου του κόσμου είναι να
συγκεντρωθούν έξω και εναντίον της, σε
νέα επαναστατικά κόμματα, εν όψει
μάλιστα και του νέου πολέμου που,
αναπόφευκτα πλέον, πλησιάζει,
θέτοντας έτσι καθαρά και για πρώτη
φορά την ανάγκη της ίδρυσης νέας
Επαναστατικής Διεθνούς.
Το άρθρο αυτό προκάλεσε
οξύτατη συζήτηση και κρίση στο
εσωτερικό της ΛΑΚΚΕ. Το μεγαλύτερο
μέρος των μελών της, με επικεφαλής τον
Ράπτη, ανέλαβαν την υπεράσπιση της Γ΄
Διεθνούς εναντίον των επικρίσεων και
το όλο θέμα πήρε τέτοιες διαστάσεις,
ώστε να οδηγήσει σε διάσπαση της
ομάδας, που, τελικά, διαλύθηκε και
προσχώρησε στην Ομάδα «Σπάρτακος» του
Πουλιόπουλου, που υποστήριζε ανάλογες
θέσεις. Κατά τα τέλη του 1934, ο
αρχειομαρξισμός διασπάται και πάλι.
Το αποσπασθέν τμήμα του, που, με
επικεφαλής τον Γ. Βιτσώρη, εκπροσωπεί
την αριστερότερη τάση, υποστηρίζει
απόψεις παρόμοιες με αυτές του Α.
Στίνα, ο οποίος έρχεται αμέσως σε
επαφή με αυτό. Αμέσως εκλέγεται
προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή,
εκδίδεται εβδομαδιαία εφημερίδα με
τίτλο «Μπολσεβίκος» και
προκηρύσσεται συνέδριο για την
οριστική συγκρότηση της ομάδος. Ο
Στίνας εκλέγεται μέλος της Κεντρικής
Επιτροπής και απ' αυτήν εκλέγεται
μέλος του Πολιτικού Γραφείου.
Στη συνέχεια, την 1η Μαρτίου
1935 ξεσπάει το κίνημα των βενιζελικών
κατά της κυβέρνησης των λαϊκών, που
όπως απεδείχθη, ήταν, από άποψη
τραγικών συνεπειών για τη χώρα και το
εργατικό κίνημα, χειρότερο και από το
κίνημα του Δεκεμβρίου του 1944, αφού το
μετά την καταστολή του δημιουργηθέν
καθεστώς ήταν η πλήρης οπισθοδρόμηση
της χώρας, η οριστική εγκατάλειψη κάθε
αρχής δημοκρατικής νομιμότητας στον
δημόσιο βίο, η χυδαιοποίηση των πάντων,
ο εξοβελισμός κάθε ελεύθερης σκέψης,
το οριστικό τέλος της αστικής, έστω,
κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και ο
πρόλογος της απαίσιας δικτατορίας της
4ης Αυγούστου και του «τρίτου
ελληνικού πολιτισμού»! Ακόμα και στην
ομάδα «Μπολσεβίκος» δημιουργήθηκε
σοβαρό πρόβλημα, ως προς τη φύση, τα
αίτια και τις συνέπειες αυτού του
κινήματος. Και ενώ αποφασίστηκε η
σύγκληση έκτακτης συνδιάσκεψης για
την επίλυση των εσωτερικών
ιδεολογικών διαφωνιών, η
σχηματισθείσα «φράξια» των αντίθετων
προς τις ορθές αριστερές απόψεις των Γ.
Βιτσώρη και Α. Σίνα μελών, ως επί το
πλείστον παλιών στελεχών, διέσπασε
την ομάδα, αποχώρησε και προσχώρησε
στην ομάδα Πουλιόπουλου, ενώ ένα μέρος
της τελευταίας αυτής προσχωρεί στον «Μπολσεβίκο»
(Σκαλαίος, Μακρής, Βερούχης, Εργίνος κ.ά..),
στον οποίο το σύνολο σχεδόν των νέων
μελών παρέμεινε πιστό. Στη συνέχεια, η
σχηματισθείσα νέα ομάδα πήρε τον
τίτλο Κομμουνιστική Διεθνιστική
Ένωση, το δημοσιογραφικό της όργανο
ονομάστηκε «Εργατικό Μέτωπο», και
παρέμεινε το μοναδικό ανεγνωρισμένο
τμήμα της Διεθνούς Αριστερής
Αντιπολίτευσης (Λίγκας) στην Ελλάδα
και ανέπτυξε, υπό την ηγεσία του Α.
Στίνα, μέχρι και το 1977 και αργότερα,
σοβαρή και υπεύθυνη επαναστατική
δράση, με απόλυτη συνέπεια και
ιδεολογική καθαρότητα.
Τα γεγονότα επακολούθησαν
ραγδαία: Αύγουστος 1935, εξέγερση
σταφιδοπαραγωγών Πελοποννήσου,
ένοπλα συλλαλητήρια, 10 Οκτωβρίου 1935: «κατάργηση»
πρωθυπουργού Παν. Τσαλδάρη, κήρυξη
δικτατορίας, προκήρυξη
δημοψηφίσματος για επαναφορά του
Γεωργίου Β΄ από τους Παπάγο, Ρέππα και
Οικονόμου, ως εντολοδόχων του Γ.
Κονδύλη, κατάργηση του Αλ. Ζαΐμη ως
προέδρου της Δημοκρατίας από τον
αυτοδιορισθέντα ως αντιβασιλέα Γ.
Κονδύλη, διακυβέρνηση της χώρας μόνο
με «συντακτικές πράξεις» δικής του
έμπνευσης (κοσμογονία κλπ.), διεξαγωγή
παρωδίας δημοψηφίσματος στις 3/11/1935 με
αποτέλεσμα 97,8% υπέρ της βασιλείας,
άφιξη Γεωργίου Β΄ στην Αθήνα στις
25/11/1935. Στη συνέχεια, βουλευτικές
εκλογές της 26/1/1936, με αποτέλεσμα:
Λαϊκοί 143 έδρες, Φιλελεύθεροι 142 και
Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ κλπ.) 15 έδρες.
Αδυναμία σχηματισμού κυβερνήσεως από
τα αστικά κόμματα, το ΚΚΕ γίνεται
διαιτητής του κοινοβουλευτισμού,
σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα για
σχηματισμό κυβέρνησης, εντολή βασιλιά
στον εξωκοινοβουλευτικό καθηγητή, Κ.
Δεμερτζή, για σχηματισμό υπηρεσιακής
κυβέρνησης με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη
Μεταξά, χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης
από το σύνολο σχεδόν των αστών
κοινοβουλευτικών, θάνατος Δεμερτζή (13
Απριλίου 1936), ο Ι. Μεταξάς πρωθυπουργός
με ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής.
Από την επαναφορά του
Γεωργίου Β΄, η ταξική πάλη σημειώνει
απότομη άνοδο, με πρωτοφανούς έντασης
εκδηλώσεις σ' όλη τη χώρα, με κατάλυση
των αρχών στην Καλαμάτα, στην Καβάλα κ.λπ.,
και μάχες στους δρόμους της
Θεσσαλονίκης, με αποκορύφωμα τις
σφαγές της 9 Μαΐου 1936 (12 εργάτες νεκροί
και 300 τραυματίες), κατάλυση των αρχών,
εξαφάνιση της χωροφυλακής, εμφάνιση
του στρατού και, τελικά, τη φυσική
κατάληξη: Προδοσία του εργατικού
κινήματος από τους σταλινικούς
γραφειοκράτες της Ενωτικής Γενικής
Συνομοσπονδίας του ΚΚΕ, των
προοδευτικών βενιζελικών βουλευτών,
του βουλευτή του ΚΚΕ, Μ. Σινάκου, των
συνδικαλιστικών ηγετών των
ομοσπονδιών και του Εργατικού Κέντρου,
διάλυση των πάντων και γενική
υποχώρηση όπως αρμόζει σε
πειθαρχημένους πολίτες, αφού,
δυστυχώς και τότε, αλλά και σήμερα
ακόμη, η ώρα που οι καταπιεζόμενοι δεν
θα πειθαρχούν στους ηγέτες και στα
όργανά τους δεν είχε ούτε έχει φτάσει
ακόμα! Και, τελικά, το ανιαρό τροπάριο
που από τότε τόσες φορές ξανακούστηκε:
Η «σωτηρία της πατρίδος από τον
κομμουνισμό» κ,λπ., διάλυση της Βουλής,
αναστολή ισχύος των γνωστών άρθρων
του Συντάγματος δια Βασιλικών
Διαταγμάτων, σχηματισμός Εθνικής
Κυβέρνησης 4ης Αυγούστου κ.λπ!
Είναι γεγονός ότι η
δικτατορία της 4ης Αυγούστου
επικράτησε χωρίς καμία αντίδραση του
λαού. Παρά την εντολή των δύο
συνομοσπονδιών για γενική απεργία,
κανείς δεν απήργησε τις παραμονές του
πραξικοπήματος! Η ιστορική ευθύνη
βαρύνει αποκλειστικά το ΚΚΕ, αφού, με
την πολιτική του, κατόρθωσε να
διαβρώσει και να διαλύσει από μέσα το
μέτωπο των αγωνιζομένων μαζών, αφού,
βέβαια, η διορισμένη Κεντρική
Επιτροπή του ενδιαφερόταν πλέον,
σύμφωνα με τις εντολές που είχε από
τον Στάλιν, μόνο για την «εξάλειψη του
φραξιονισμού», τη μονολιθικότητα και
την αυστηρή πειθαρχία των μελών στις
ντιρεκτίβες που έφθαναν από ψηλά.
Μετά την άνοδο του ναζισμού
στην εξουσία στη Γερμανία το 1933 και τη
συντριβή του κινήματος, οι
γραφειοκράτες της Μόσχας
εγκαινιάζουν την τακτική των απότομων
στροφών και των ζιγκ-ζαγκ στην
πολιτική τους: Κάνουν στροφή 180 μοιρών,
εγκαταλείποντας πανικόβλητοι τη
θεωρία της «τρίτης περιόδου», τις
φλυαρίες για επικείμενη ολική
αναμέτρηση με τον «ταξικό εχθρό», τον
σοσιαλ-φασισμό κ.λπ. και καταφεύγουν,
μέσα στην παραζάλη τους, με την ίδια
πάντα επιπολαιότητα και εμπειρικό
αυτοσχεδιασμό, στη θεωρία των Λαϊκών
Μετώπων.
Τα εγκαίνια της νέας θεωρίας
έγιναν στην Ελλάδα μετά τις εκλογές
της 26 Ιανουαρίου 1936 και το
δημιουργηθέν πολιτικό αδιέξοδο, όπως
σημειώθηκε ήδη: Στη Βουλή οι 15
κομμουνιστές βουλευτές αναλαμβάνουν
να ψηφίσουν τον Σοφούλη ως πρόεδρο της
Βουλής και να παράσχουν ψήφο
εμπιστοσύνης σε κυβέρνηση που θα
μετείχε το Κόμμα Φιλελευθέρων, με
αντάλλαγμα αυτό να «καταπολεμήσει τις
φασιστικές τάσεις στη χώρα και να
διαλύσει τις οργανώσεις που
αποβλέπουν σ' αυτούς τους σκοπούς».
Δηλαδή, το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις
προηγούμενες εκτιμήσεις του και τη
δική του φρασεολογία, συμμάχησε με τη
μια «αστικοτσιφλικάδικη φασιστική
παράταξη» για να αντιμετωπίσει την
αντίπαλη παρόμοια και γενικά το
φασισμό, που προχωρούσε με γρήγορα
βήματα και στην Ελλάδα, αφού είχε
υποτάξει ήδη όλες τις χώρες της
Ευρώπης, εκτός από την Αγγλία, τη
Γαλλία και τις σκανδιναβικές χώρες,
που πάντοτε βρίσκονταν μακριά από τις
ευρωπαϊκές αντιπαραθέσεις. Απευθύνει
αγωνιώδεις εκκλήσεις για κοινό μέτωπο
σ' όλους που, μόλις λίγο πριν,
αποκαλούσε «φασίστες και ταξικούς
εχθρούς» (σοσιαλιστές, αγροτιστές,
ρεφορμιστές, φιλελεύθερους,
δημοκράτες κ.λπ.) για να αντιμετωπίσει
τον φασισμό, ενώ κύμα απεργιών έχει
ξεσπάσει σ' όλη τη χώρα και η σφαγή των
εργατών στη Θεσσαλονίκη έχει
ξεσηκώσει όλους τους εργαζομένους και
καταπιεζόμενους.
Το ΚΚΕ, με την Ενωτική
Συνομοσπονδία, συγκρατεί την οργή των
μαζών, με το πρόσχημα ότι, για την
πλήρη επιτυχία της γενικής απεργίας,
έπρεπε να συνεννοηθεί με τη
ρεφορμιστική Γενική Συνομοσπονδία.
Τελικά, η γενική απεργία κηρύσσεται
στις 13 Μαΐου 1936, πέντε ημέρες μετά τα
φονικά γεγονότα, όταν η αγανάκτηση των
μαζών είχε αρκετά ξεθυμάνει. Οι δύο
Συνομοσπονδίες, με κοινό ανακοινωθέν,
βεβαιώνουν ότι τα αιτήματα των
απεργών ήταν «καθαρά και μόνον
οικονομικά», δέχονται ως μέλη της
Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής της
Θεσσαλονίκης δυο αστούς βουλευτές και
πείθουν τις μάζες να διαλυθούν και να
δώσουν πίστη στις υποσχέσεις του
στρατηγού Ζέπου, ότι κανένα μέτρο βίας
δεν θα ασκηθεί εναντίον τους από το
κράτος. Φυσικά, μετά τη διάλυση των
απεργών, όλη η πόλη και, κυρίως, τα
νευραλγικά της σημεία γεμίζουν αμέσως
από χωροφύλακες και στρατό με
πολυβόλα, αρχίζουν δε αμέσως
συλλήψεις κατά κύματα!
Την ίδια ακριβώς εποχή (1936),
στη Γαλλία, το Λαϊκό Μέτωπο που
συγκροτήθηκε από το Κ.Κ. με τους
σοσιαλιστές, «προοδευτικούς αστούς»
και όλο το μωσαϊκό των δημοκρατικών
και «λαϊκών» δυνάμεων, επικρατεί στις
εκλογές και σχηματίζει «αριστερή»
κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον αρχηγό
του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Λεόν
Μπλουμ, και συμμετοχή του ηγέτη του
ΚΚΓ, Μωρίς Τορέζ, και πολλών
κομμουνιστών βουλευτών ως υπουργών.
Όπως ήταν φυσικό, η κυβέρνηση αυτή
κράτησε όσο χρειαζόταν για να
εκπληρώσει την «αποστολή» της: Να
διαλύσει κυριολεκτικά τη Γαλλία, να
εκτονώσει τις επαναστατικές
προσπάθειες και διαθέσεις των μαζών
και να τις επαναφέρει στην τάξη, αφού,
συγχρόνως και με σύμφωνη γνώμη της
αγγλικής κυβέρνησης, και οι δύο
μεγάλες δυνάμεις τήρησαν αυστηρά «ουδέτερη
στάση» απέναντι στον ισπανικό εμφύλιο
πόλεμο, τη στιγμή που η δυστυχισμένη
αυτή χώρα δεχόταν τις σφοδρές
επιθέσεις του πάνοπλου ιταλικού
στρατού και τους καταιγιστικούς
βομβαρδισμούς της γερμανικής
αεροπορίας που πολεμούσαν ανοικτά
υπέρ του Φράνκο, διασφαλίζοντας έτσι
με τις ευλογίες τους το θρίαμβο του
φασισμού και εκεί, χωρίς να
αντιλαμβάνονται ότι και η δική τους η
σειρά είχε ήδη φθάσει.
Κάτω από το καθεστώς της 4ης
Αυγούστου, πολύ λίγη δυνατότητα για
μαζική δράση είχαν η Κομμουνιστική
Διεθνιστική Ένωση και ο Α. Στίνας.
Πολλά μέλη της ομάδας συνελήφθησαν,
κανένας, όμως, δεν έκανε δήλωση
μετανοίας. Άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι
εξορίστηκαν στα νησιά και άλλοι
στάλθηκαν στο στρατόπεδο της
Ακροναυπλίας. Ο σ. Χρήστος Τυλιγάδης
αυτοκτόνησε στα κρατητήρια της
Ασφάλειας, κάτω από συνθήκες που ποτέ
δεν έγιναν γνωστές. Η ομάδα, όμως,
ανέπτυξε συνωμοτική δράση: Έκδοση και
διανομή προκηρύξεων και τακτική
κυκλοφορία του «Εργατικού Βήματος»
πολυγραφημένου. Η ομάδα ήταν τότε το
μόνο στην Ελλάδα αναγνωρισμένο τμήμα
της τροτσκιστικής Αριστερής
Αντιπολίτευσης (Διεθνούς
Κομμουνιστικής Ένωσης) και είχε επαφή
με τη Γραμματεία της, όπως
προαναφέρθηκε ήδη. Πάντοτε, η ομάδα
τόνιζε με σαφήνεια, ότι στην περίπτωση
συμμετοχής της χώρας στον επερχόμενο
πόλεμο, το καθήκον της εργατικής τάξης
ήταν, πρωτίστως, αγώνας για τη
μετατροπή του σε επανάσταση, πράγμα
που γινόταν αφορμή έντονης κριτικής
από την πλευρά της ομάδας
Πουλιόπουλου. Όσο για το ΚΚΕ, αυτό
βρέθηκε τότε σε μεγάλη δυσκολία:
Χιλιάδες οι δηλωσίες και πολύ μεγάλος
ο αριθμός των «αυτομόλων» αλλά και των
καταδοτών και μελλοντικών συνεργατών
της δικτατορίας, αρχίζοντας από τα
ανώτατα κλιμάκια του κόμματος, που
μερικοί έφθασαν να γίνουν και μέλη της
«Προσωρινής Διοίκησης» του κόμματος,
δηλαδή της κατασκευασμένης και
διευθυνόμενης από τον υφυπουργό
Ασφαλείας και πρωτοπαλίκαρο του
καθεστώτος στη δίωξη του κομμουνισμού,
Κώστα Μανιαδάκη, και καταλήγοντας
στον επικεφαλής της κοινοβουλευτικής
ομάδας του ΚΚΕ, Στ. Σκλάβαινα, δηλωσία
επίσης!
Στις 6 Απριλίου 1937, ο Α.
Στίνας, ύστερα από κατάδοση παλιού
γνωστού του, πρώην μέλους του ΚΚΕ,
συλλαμβάνεται και οδηγείται στην τότε
υπερδραστήρια Ειδική Ασφάλεια.
Βασανίζεται επί πολλές ημέρες βάναυσα
για να καταδώσει. Δεν αρνείται την
ιδιότητά του αλλά και δεν λέγει τίποτε
και, αφού, τελικά, παραπέμφθηκε στην
ανάκριση, δήλωσε ότι αγωνίζεται για
την ανατροπή της δικτατορίας, αλλά και
του καπιταλισμού και ότι αυτός
εκδίδει την παράνομη εφημερίδα «Εργατικό
Μέτωπο». Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο
Τμήμα Μεταγωγών Πειραιάκαι από εκεί
στις φυλακές Αίγινας. Οι συνθήκες
διαβίωσης στη φυλακή, ειδικά για τους
τροτσκιστές και τους αρχειομαρξιστές,
ήταν απάνθρωπες, αφού οι οπαδοί του
ΚΚΕ είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν ό,τι
αφορούσε την τύχη των κρατουμένων
κατά την κρίση τους και με τη συμφωνία
της διεύθυνσης των φυλακών. Αμέσως, ο
Στίνας διαπίστωσε ότι στα τέσσερα
χρόνια που είχαν περάσει από την ημέρα
της αποχώρησής του από το κόμμα, πολλά
είχαν αλλάξει, βλέποντας τους
συγκρατουμένους του οπαδούς του ΚΚΕ.
Ελάχιστοι εργάτες βρίσκονταν μεταξύ
αυτών. Αντιθέτως, πολλοί ήταν
μικροαστοί, αγρότες, υπάλληλοι,
δημοσιογράφοι, ακόμα και δικηγόροι. ΄Ολοι
είχαν μεταβληθεί σε άβουλα όργανα του
κόμματος και το μόνο που τους
απασχολούσε ήταν το πώς θα «εκκαθαριστούν
οι εχθροί του κόμματος», δηλαδή αυτοί
που κάποτε είχαν διαφωνήσει με την
γραμμή του. ΄Εφθασαν ακόμα να
λογοκρίνουν τα γράμματα που
συγκρατούμενοί τους προόριζαν για τα
σπίτια τους και τους συγγενείς τους,
πριν αυτά παραδοθούν στη λογοκρισία
της φυλακής! Σ' αυτό το περιβάλλον, ο
Στίνας τόλμησε να θέσει υπό συζήτησιν
τις αμφιβολίες του για το εάν το
σύνθημα που επικρατούσε χωρίς
εξαίρεση τότε, δηλαδή το ότι το
παγκόσμιο προλεταριάτο ήταν
υποχρεωμένο να υπερασπίσει με κάθε
τρόπο την ΕΣΣΔ σε περίπτωση πολέμου
εναντίον της, ήταν σύμφωνο με το πιο
βασικό του καθήκον, δηλαδή τον
επαναστατικό διεθνισμό, ειδικά για
τις τροτσκιστικές ομάδες, που θα
άνοιγε γι' αυτές το δρόμο προς τον
σοσιαλ-πατριωτισμό και την προδοσία
της Επανάστασης, πράγμα που έμελλε επί
πολλά χρόνια και μέχρι το τέλος να
αποτελέσει την αιτία των πιο σκληρών
αντιπαραθέσεων μεταξύ τους, όπως θα
δούμε στη συνέχεια.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1937, ο
Στίνας παραδίδεται στο Τμήμα
Μεταγωγών Πειραιά, μεταφέρεται μαζί
με άλλους και μετά πολλές ταλαιπωρίες,
στο Ναύπλιο και καταλήγει, τελικά, στο
στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστών
της Ακροναυπλίας, που λειτουργούσε
στο παλαιό ενετικό φρούριο πάνω από
την πόλη. Σ' αυτό, η ζωή των τροτσκιστών
κρατουμένων ήταν πολύ χειρότερη απ' ό,τι
ήταν στην Αίγινα, αφού οι σταλινικοί,
πέρα απ’ τα’ άλλα, διαχειρίζονταν και
το συσσίτιο όλων των κρατουμένων.
Τότε στην Ακροναυπλία
βρίσκονταν κρατούμενα όλα σχεδόν τα
ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που, αργότερα,
έγιναν γνωστά από τη δράση τους στην
Κατοχή, στα Δεκεμβριανά και στον
λεγόμενο «εμφύλιο πόλεμο». Επίσης
κρατούμενοι αρκετοί ήταν μέλη της
Κομμουνιστικής Διεθνιστικής ΄Ενωσης
αλλά και της ΕΟΚΔΕ (ομάδας
Πουλιόπουλου). Από την ομάδα αυτή, ο
Μιχ. Ράπτης (Σπέρας-Πάμπλο) αφέθηκε,
αργότερα, ελεύθερος, με άδεια εξόδου
από τη χώρα και έφυγε για το εξωτερικό.
Από την πρώτη στιγμή, τα μέλη της ΚΔΕ (ομάδας
Στίνα) έκαναν δεκτή την πρότασή του
για την απόρριψη του συνθήματος της
υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Τα μέλη της
ΕΟΚΔΕ δεν δέχτηκαν καμία συζήτηση στο
θέμα αυτό γιατί ο ηγέτης τους Παντ.
Πουλιόπουλος δεν ήταν παρών.
Το Μάιο του 1938, ο Στίνας
καλείται να δικαστεί στο
Πλημμελειοδικείο Αθηνών για
ανατρεπτική δράση. Μεταφέρεται με
ειδική συνοδεία και κάτω από τις
γνωστές συνθήκες, δικάζεται, δηλώνει
με παρρησία αυτά που πιστεύει και
ειδικά ότι αγωνίζεται για την
ανατροπή του καπιταλισμού (ενώ οι
σταλινικοί δήλωναν πάντοτε ότι
αγωνίζονται για την ανατροπή της
δικτατορίας), καταδικάζεται πάλι σε
πενταετή φυλάκιση και σε τρεις μέρες
ξαναβρίσκεται στις φυλακές Αίγινας.
Μετά από τρεις μήνες, μετάγεται στις
φυλακές Συγγρού για να παραστεί στο
Εφετείο Αθηνών κατά την εκδίκαση της
έφεσής του. Παρουσιάζεται, πράγματι,
στο Εφετείο και επαναλαμβάνει τα όσα
είπε πρωτόδικα. Ο δικηγόρος, όμως, που
του είχε διορίσει αυτεπαγγέλτως το
δικαστήριο, δήλωσε ότι «λυπάται που
υπερασπίζεται έναν κομμουνιστή που
έχει δράση κατά της πατρίδος και
χυδαίως υβρίζει το σεπτόν πρόσωπον
του κυβερνήτου», κατέληξε, όμως, να
ζητήσει την επιείκεια του δικαστηρίου
«λόγω βλακείας του κατηγορουμένου»!. Ο
Στίνας με απόλυτη άνεση απήντησε στο
δικηγόρο του: «Βλάκας είσαι μόνο εσύ!»
και έφυγε με τη συνοδεία του χωρίς να
φροντίσει να μάθει αν του μείωσαν ή
όχι την ποινή. Πριν φύγει από τις
φυλακές Συγγρού, ο Στίνας
πληροφορήθηκε το θάνατο στην
Ακροναυπλία του Νίκου Παναγιωτίδη,
αγνού επαναστάτη και τολμηρού
αγωνιστή. Πριν δυο μήνες είχε πεθάνει
εκεί και ο Θεοδόσιος Σκαλαίος, από
τους πιο αφοσιωμένους και εκλεκτούς
διανοούμενους του κινήματος. Και οι
δύο ήταν μέλη της ομάδας του Στίνα (Κομμουνιστικής
Διεθνιστικής ΄Ενωσης). Από τις φυλακές
Συγγρού έφυγε την άνοιξη του 1939, όταν
έγινε μια μεγάλη μεταγωγή κρατουμένων,
και επέστρεψε και πάλι στις τόσο
γνώριμές του φυλακές Αίγινας. Εκεί, σ'
ένα μικρό θάλαμο, ο Στίνας βρέθηκε, για
πρώτη φορά, συγκρατούμενος με τον
Παντελή Πουλιόπουλο, μαζί μέρα και
νύχτα. Προσπάθησαν δυο-τρεις φορές να
συζητήσουν τις διαφορετικές
πολιτικές τους απόψεις, αλλά η
συζήτηση γρήγορα έπαιρνε οξύτητα προς
μεγάλη τέρψη των σταλινικών, γι' αυτό
αποφάσισαν να μη ξανασυζητήσουν αυτά
τα θέματα. Κατά τα λοιπά, οι σχέσεις
τους ήταν πάντα φιλικές, όσο διάστημα
έμειναν μαζί.
Στο μεταξύ, ιδρύθηκε η Δ΄
Διεθνής το 1938, η δε τύχη της στο
εξωτερικό εξιστορείται εκεί, καθώς
και η τύχη της στην Ελλάδα. Στη Μόσχα,
ενώπιον του εκεί συνερχόμενου 18ου
Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, από 10 μέχρι 21
Μαρτίου 1939, ο Στάλιν δηλώνει με έμφαση
το «πέρασμα της ΕΣΣΔ στον κομμουνισμό»
(αφού υποτίθεται ότι, κατ' αυτόν, ο
σοσιαλισμός είχε πλέον «οικοδομηθεί
και λειτουργήσει απρόσκοπτα») και
στις 3 Μαΐου διορίζει τον Μολότωφ
επίτροπο του Λαού επί των Εξωτερικών.
Και ενώ ο κόσμος ολόκληρος περίμενε
την εξαγγελία της υπογραφής
συμφωνητικού συμμαχίας και
στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ
Αγγλίας και Γαλλίας αφ' ενός και ΕΣΣΔ
αφ' ετέρου, ύστερα μάλιστα από
πολύμηνες διαπραγματεύσεις των
στρατιωτικών αποστολών των δυτικών
συμμάχων που βρίσκονταν από καιρό στη
Μόσχα, με την σοβιετική ηγεσία,
εξαγγέλλεται ξαφνικά και πανηγυρικά η
άφιξη στη Μόσχα του χιτλερικού
υπουργού των Εξωτερικών Φον
Ρίμπεντροπ, και η υπογραφή την 23
Αυγούστου 1939 Γερμανο-σοβιετικού
Συμφώνου μη Επιθέσεως, που έμεινε στην
ιστορία ως «σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ».
΄Υστερα απ' αυτό και αφού πλέον ο
ναζισμός είχε εξασφαλίσει τα νώτα του
προς ανατολάς, ξεσπάει το πρωί της 1ης
Σεπτεμβρίου ο Β΄ Ευρωπαϊκός (και στη
συνέχεια Παγκόσμιος) Πόλεμος με την
κεραυνοβόλο επίθεση των Γερμανών
εναντίον της Πολωνίας, προτού δε να
τελειώσουν ακόμη οι στρατιωτικές
επιχειρήσεις για την πλήρη συντριβή
της, ο σοβιετικός στρατός εισβάλλει
στο πολωνικό έδαφος την 17 Σεπτεμβρίου
και καταλαμβάνει τη μισή σχεδόν
Πολωνία, βάσει ειδικής ρύθμισης του
περιλάλητου συμφώνου! Στις 28 του ίδιου
μήνα, υπογράφεται στη Μόσχα και πάλι
μεταξύ των δυο «συνεταίρων» πλέον,
σύμφωνο φιλίας και καλής γειτονίας.
΄Ετσι, η σταλινική εξωτερική
πολιτική έδωσε πάλι ένα περίτρανο
δείγμα της ικανότητας της σοβιετικής
ηγεσίας να πραγματοποιεί θεαματικές
και απρόσμενες στροφές 180 μοιρών
οποτεδήποτε και οπουδήποτε το έκρινε
αναγκαίο! Άφησε, όμως, την Γ΄ Διεθνή
και τα θλιβερά τμήματά της στην υφήλιο,
τα Κ.Κ., κυριολεκτικά εμβρόντητα. Ο
παγκόσμιος Τύπος, με φανταχτερά
πρωτοσέλιδα και φωτογραφίες,
περιγράφει την πανηγυρική υποδοχή του
ναζί υπουργού στη Μόσχα, με όλες τις
τιμές, στρατιωτικές παρατάξεις και
παρελάσεις, μεγάλο σημαιοστολισμό με
τις σημαίες της σβάστικας, ανάκρουση
του ναζιστικού ύμνου, δεξιώσεις,
χειραψίες, χαμόγελα, κατάθεση
στεφάνου με την σβάστικα στο
μαυσωλείο του Λένιν κ.λπ. Ο κόσμος
μένει κατάπληκτος, βουβαμάρα και των
κρατουμένων Ελλήνων οπαδών του ΚΚΕ
στις φυλακές, στα στρατόπεδα και στα
ξερονήσια.
Όμως, η στροφή των 180 μοιρών
δεν άργησε να φθάσει και σ' αυτούς: Την
επομένη, ο «δίσκος» στο γραμμόφωνο του
ΚΚΕ άλλαξε αμέσως! Με την ίδια ανόητη
φλυαρία που επί τόσα χρόνια υμνούσαν
τα δημοκρατικά και φιλειρηνικά κράτη (Γαλλία,
Αγγλία), την άμεση ανάγκη συγκρότησης
ενιαίου μετώπου όλων των «δημοκρατικών
δυνάμεων» στο εσωτερικό των «φιλειρηνικών
κρατών», αλλά και αυτών των ίδιων
χωρών σε μια «αντιφασιστική συμμαχία»
και κατακεραύνωναν τον φασιστικό ΄Αξονα
Γερμανίας-Ιταλίας, τα φασιστικά
εγκλήματα, που έχουν ως πρωταρχικό
στόχο την ΕΣΣΔ κ.λπ., κ.λπ., τώρα
καταφέρονταν ανοικτά και με ιερή
αγανάκτηση εναντίον του
αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού, της
πλουτοκρατίας, των αποικιοκρατών, των
ληστών και εκμεταλλευτών των λαών,
αναγνώριζαν πρόθυμα το δίκαιο των
φτωχών και αδικημένων εθνών (Ιταλίας,
Γερμανίας) και την ανάγκη τους για «ζωτικούς
χώρους» και ανακάλυπταν ξαφνικά «σοσιαλιστικά»
στοιχεία στο φασισμό και ναζισμό που
πλέον, με τη συμμαχία με την ΕΣΣΔ, θα
αναπτύσσονταν και θα επικρατούσαν!
Είναι δε θλιβερή αλλά απόλυτα αληθινή
η διαπίστωση ότι οι αηδέστεροι
εξυμνητές αυτής της «σωτήριας»
συμμαχίας «κομμουνισμού» και
φασισμού ήταν οι «διανοούμενοι» αστοί,
που,με την πολιτική των Λαϊκών Μετώπων,
πέρασαν στις γραμμές, όχι μόνο του ΚΚΕ
αλλά και των άλλων Κ.Κ. της Ευρώπης!
Τέλος, για να συμπληρώσουμε
την εικόνα της μεγαλόπνευστης
σοβιετικής πολιτικής, θα πρέπει εδώ να
αναφέρουμε την κατάληψη, με τις
ευλογίες του ναζισμού, των τριών
μικρών Βαλτικών δημοκρατιών από την
ΕΣΣΔ, τον κατάπτυστο πόλεμο της ίδιας
κατά της Φιλανδίας και, προπάντων, την
ομαδική εκτέλεση από τον σοβιετικό
στρατό, στις αρχές του 1940, των τεσσάρων
χιλιάδων και πλέον Πολωνών
αξιωματικών στο διαβόητο δάσος του
Κατίν, όταν αυτοί, μέσα στις
εφιαλτικές συνθήκες της κατάρρευσης
του πολωνικού στρατού, κατόρθωσαν ν'
αποφύγουν το ναζιστικό σφαγείο και να
παραδοθούν στους «αδελφούς τους
Σλάβους» Ρώσους, με την ελπίδα ότι θα
τύχουν κάπως ανθρωπινότερης
μεταχείρισης. Και το επιστέγασμα της
κτηνωδίας, της απανθρωπιάς και της
υποκρισίας, όχι μόνον των φυσικών
αυτουργών του ανοσιουργήματος
σταλινικών αλλά και των «δημοκρατικών
και φιλελεύθερων Αγγλοαμερικανών
συμμάχων» της ΕΣΣΔ, να αποδεχθούν
πρόθυμα την εκδοχή ότι το ανήκουστο
αυτό έγκλημα συντελέστηκε από τους
Γερμανούς, αφού οπωσδήποτε δεν θα
έπρεπε να στενοχωρήσουν με τόσες «υποψίες»
το νεόκοπο «σύμμαχό» τους και διεθνώς
αναγνωρισμένο «πατέρα των λαών»
Στάλιν!
Ο Α. Στίνας από τη δεύτερη
μεταγωγή του στην Ακροναυπλία (Μάιος
1940) μέχρι την απόδρασή του (Οκτώβριος
1942)
΄Οπως
αναφέρθηκε ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1939,
ο Στίνας ήταν μαζί με τον Πουλιόπουλο
στις φυλακές Αίγινας. Κατά το τέλος
του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, η
ποινή του Πουλιόπουλου έληξε και
μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Τον
Μάιο του 1940 συμβαίνει ακριβώς το ίδιο
με τον Στίνα. Λήξη ποινής και
μεταφορά του στην Ακροναυπλία, για
δεύτερη φορά. Εκεί, ο Στίνας βρήκε
συγκρατουμένους πέντε μέλη της ομάδας
του, ενώ ο Πουλιόπουλος βρήκε εννέα
της δικής του ομάδας. Την έναρξη του
Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις 28
Οκτωβρίου 1940, οι κρατούμενοι της
Ακροναυπλίας πληροφορήθηκαν μόνο από
τη διαταγή της συσκότισης των φώτων
του στρατοπέδου. ΄Οπως είναι γνωστό, ο
κρατούμενος τότε Ν. Ζαχαριάδης στις
φυλακές Κέρκυρας, με επιστολή του προς
τον δικτάτορα Ι. Μεταξά, που
γνωστοποιήθηκε σχεδόν αμέσως, δήλωσε
εκ μέρους του ΚΚΕ του οποίου ήταν «αργηχός»,
ότι... «Στον πόλεμο αυτόν που διευθύνει
η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να
δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις κλπ.»
Αμέσως, η σταλινική διεύθυνση της
ομάδας συμβίωσης των κρατουμένων,
συγκάλεσε συνελεύσεις κατά θαλάμους:
΄Ολοι οι οπαδοί του ΚΚΕ επικροτούν
ανεξαίρετα το γεμάτο σωβινισμό γράμμα
του αρχηγού για την υπεράσπιση της
πατρίδας και υπογράφουν αιτήσεις για
να επιστρατευθούν και να σταλούν
αμέσως στο μέτωπο! Στα λίγα λεπτά που
επέτρεψαν να μιλήσουν οι τροτσκιστές,
o Στίνας, που μίλησε για λογαριασμό των
επαναστατών-διεθνιστών, υπεράσπισε
έντονα τις αρχές του μαρξισμού και του
λενινισμού, σύμφωνα με τις οποίες το
καθήκον των επαναστατών ήταν ο
ανένδοτος αγώνας για τη μετατροπή του
πολέμου ανάμεσα στους λαούς σε
επανάσταση των λαών εναντίον των
εκμεταλλευτών τους και του
ιμπεριαλισμού!
Στη συνέλευση του θαλάμου
όπου μίλησε ο Στίνας, τη σταλινική
ηγεσία και τον σωβινισμό της
εκπροσώπησε ο ίδιος ο Δ. Παπαρήγας.
Στην ουσία της οξύτατης κριτικής των
διεθνιστών και στα αμείλικτα
ερωτήματα που έθεσαν αυτοί με όλη τη
δύναμη της ψυχής τους, δεν απάντησε
τίποτα! Και πώς ήταν δυνατόν να
απαντήσει, αφού ολόκληρη τη ζωή του τα
ίδια υποστήριζε κι αυτός; Το μόνο που
τόλμησε να απαντήσει και σε ύφος
προσωπικής μομφής, ήταν ότι «οι
διεθνιστές προσπαθούν να κλονίσουν
την εμπιστοσύνη του λαού στο κόμμα του»
κ.λπ.
Τον Απρίλιο του 1941, οι
Γερμανοί ανέλαβαν να κάνουν πλέον ό,τι
δεν μπόρεσαν επί τόσους μήνες οι «σύμμαχοί»
τους Ιταλοί: Να συντρίψουν την Ελλάδα!
Η θυελλώδης επίθεσή τους άρχισε,
σχεδόν απροειδοποίητα, το πρωί της 6ης
Απριλίου 1941. Τα γεγονότα είναι γνωστά:
Ο Μεταξάς ήδη είχε πεθάνει (29/1/1941).
Πρωθυπουργός ήταν ο Αλέξανδρος
Κορυζής, που σε λίγες ημέρες μετά την
γερμανική επίθεση αυτοκτονεί (18/4/1451),
ύστερα από δριμύτατη παρατήρηση του
Γεωργίου Β΄ ότι η κατάσταση τού είχε
ξεφύγει εντελώς, αφού αυτός δεν
εισάκουσε την παράκλησή του να τον
απαλλάξει από τα καθήκοντά του.
Παρά την ηρωική και
υπεράνθρωπη προσπάθεια των
υπερασπιστών των οχυρών στην
ελληνοβουλγαρική μεθόριο, οι
γερμανικές δυνάμεις, λόγω πλήρους
κατάρρευσης της γιουγκοσλαβικής
άμυνας, με αστραπιαία προέλαση,
καταλαμβάνουν χωρίς αντίσταση τη
Θεσσαλονίκη το πρωί της 9/4/1941. Παρά τις
ηρωικές προσπάθειες του ελληνικού
στρατού και του βρετανικού
εκστρατευτικού σώματος, τα πάντα
καταρρέουν και το πρωί της 27/4/1941 οι
Γερμανοί καταλαμβάνουν την Αθήνα,
αφού, προηγουμένως, με αλεξιπτωτιστές
και αερομεταφερόμενες μονάδες, είχαν
ήδη καταλάβει τη βόρεια Πελοπόννησο.
Το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια που
οι Βρετανοί και Νεοζηλανδοί
επιβιβάζονταν στα πλοία για την Κρήτη
ή την Αίγυπτο, ειδικά το βράδυ με
απόλυτη συσκότιση και κάτω από τις
συνεχείς και σφοδρές επιθέσεις της
γερμανικής αεροπορίας, οι οποίες την
ημέρα γίνονταν ακόμη σφοδρότερες με
στόχους το λιμάνι, τα φρούρια, τους
στρατώνες, το σιδηροδρομικό σταθμό
κλπ. Παντού πυρκαγιές, εκρήξεις,
ανατινάξεις, πραγματική κόλαση με
συνεχή κίνδυνο της ζωής όλων των
κρατουμένων. Η κατάσταση, όμως, αυτή
δημιούργησε μια μοναδική ευκαιρία
απόδρασης όλων των κρατουμένων και,
μάλιστα, χωρίς θύματα, αφού η φρουρά
του στρατοπέδου βρισκόταν σχεδόν
μόνιμα μέσα σε πρόχειρα καταφύγια και
τη νύχτα ήταν αδύνατο να ασκήσει
οποιοδήποτε έλεγχο, με μόνη φροντίδα
την επιβίωσή της.
Η ομάδα του Στίνα πρώτη
έθεσε το ζήτημα και βρήκε πλήρη
ανταπόκριση από το σύνολο σχεδόν των
κρατουμένων, που με αγωνία έβλεπαν την
παθητική στάση της ηγεσίας τους, ενώ
ήταν προφανές ότι η μοναδική αυτή
ευκαιρία θα περνούσε γρήγορα και όλοι
πολύ σύντομα θα γίνονταν κρατούμενοι
των Γερμανών, που πολύ πριν από την
επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδας
είχαν εφοδιασθεί από τις απ' αυτούς
στενά ελεγχόμενες υπηρεσίες
ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης
Αυγούστου με καταστάσεις και
λεπτομερείς πληροφορίες για ό,τι
αφορούσε όχι μόνο τους κομμουνιστές
στη χώρα, αλλά και τους απλούς
δημοκρατικούς, βενιζελικούς και τους
μη φιλικά προς αυτούς διακειμένους ΄Ελληνες
πολίτες! ΄Υστερα από την πίεση των
οπαδών της, η ηγεσία των σταλινικών
έστειλε μια επιτροπή στο διοικητή του
στρατοπέδου με το αίτημα να αφήσει
τους κρατουμένους ελεύθερους. Μετά τη
συνάντησή της με το διοικητή, η
επιτροπή ανακοινώνει στους
κρατουμένους ότι «αυτός την βεβαίωσε
ότι θα αφεθούν ελεύθεροι όταν η
κυβέρνηση εγκαταλείψει την Αθήνα» και
ότι «για να μην αμφιβάλλει η επιτροπή
για τα λεγόμενά του και για να
διαπιστώσει η ίδια ότι η κυβέρνηση
βρισκόταν τότε ακόμη στην Αθήνα,
κάλεσε ο διοικητής στο τηλέφωνο και
τους έδωσε τη γραμμή για να μιλήσουν
οι ίδιοι με τον κ. υφυπουργό Ασφαλείας,
Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο οποίος τους
επιβεβαίωσε πλήρως τα όσα τους είπε ο
κ. διοικητής»! ΄Υστερα από το «κατόρθωμά»
της αυτό, η επιτροπή, αλλά, κυρίως, η
σταλινική ηγεσία των κρατουμένων, με
την χαρακτηριστική και πασίγνωστη από
τότε θρασύτητα και φρασεολογία,
καταγγέλλει ως «τυχοδιωκτικές και
επικίνδυνες» τις προτάσεις για
απόδραση, συνιστά ψυχραιμία,
πειθαρχία και εμπιστοσύνη στην ηγεσία,
ενισχύοντας ταυτόχρονα τις
σταλινικές φρουρές για ματαίωση κάθε
απόπειρας ατομικής ή ομαδικής
απόδρασης.
΄Ηταν ήδη φανερό ότι όλη
αυτή η ιστορία ήταν μια επινόηση του
υπερβάλλοντος ζήλου των υπηρεσιών και
των οργάνων της ασφαλείας της 4ης
Αυγούστου, αφού ήταν αδιανόητο το να
βρίσκεται η κυβέρνηση τότε ακόμη στην
Αθήνα, τη στιγμή που και οι τελευταίοι
Βρετανοί εγκατέλειπαν πλέον την
Ελλάδα από κάθε δυνατό σημείο και με
κάθε μέσο διαφυγής. Η κυβέρνηση
αναχώρησε από την Αθήνα, πράγματι,
στις 23/4/1941 αλλά περισσότερο
αναπάντητο παραμένει το γεγονός ότι,
σε στιγμές τόσο κρίσιμες και
εφιαλτικές, ο διοικητής του
στρατοπέδου, πολύ δε περισσότερο ο κ.
υφυπουργός Ασφαλείας, βρήκαν καιρό
και διάθεση για τέτοιες «αβρότητες»,
τη στιγμή που από την επικράτηση της
δικτατορίας τους έμειναν και υπό
ομαλές συνθήκες ως αξεπέραστα
παραδείγματα σκαιότητας, απανθρωπιάς
και αντικομμουνιστικής υστερίας. ΄Αλλωστε,
η αμφιβολία του πλέον καλόπιστου
ακροατή αυτής της ιστορίας δεν
κράτησε και πολύ. Δυο ημέρες μετά τις
αθλιότητες αυτές της ελληνικής
εξουσίας, αλλά και της παραεξουσίας
του στρατοπέδου, αυτό βρέθηκε ξαφνικά
περικυκλωμένο από Γερμανούς
αλεξιπτωτιστές, που ήδη μόλις είχαν
καταλάβει το Ναύπλιο και που
αφόπλισαν και έθεσαν υπό περιορισμό
τη φρουρά του, αναλαμβάνοντας αυτοί
πλέον αυτό το καθήκον! ΄Όπως, όμως,
ήταν απολύτως φυσικό και αναμενόμενο,
μετά λίγες ώρες, τα πράγματα
τακτοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί
στρατιώτες πήραν από τη διοίκησή τους
τις κατάλληλες διαταγές και
ελληνομαθή διερμηνέα: Σε λίγο ο
διοικητής του στρατοπέδου επέστρεψε
στο πόστο του και οι ΄Ελληνες
χωροφύλακες ανέλαβαν τα όπλα τους, ως
αντάξια της εμπιστοσύνης του
κατακτητή όργανα!
Από τη στιγμή
αυτή όλοι οι κρατούμενοι της
Ακροναυπλίας έγιναν όμηροι των
Γερμανών. Οι ομαδικές τους εκτελέσεις
άρχισαν από το 1942 και μέχρι την
αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα
(Οκτώβριος του 1944) πολύ λίγοι έμειναν
ζωντανοί, εκτός βέβαια από τα ηγετικά
στελέχη του ΚΚΕ που
όλα ανεξαιρέτως «κατόρθωσαν» να
δραπετεύσουν. Εάν η δικτατορία
ευθύνεται για το επαίσχυντο έγκλημα
σε βάρος των κρατουμένων της
Ακροναυπλίας, η σταλινική ηγεσία
υπέχει πολύ βαρύτερη ευθύνη γι' αυτό,
γιατί επέδειξε δειλία, δολιότητα και
περιφρόνηση για την ζωή τόσων
αγωνιστών οπαδών της. Κι αυτό
οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στις
ανόητες και βαθύτατα αντιδραστικές
αυταπάτες που έτρεφε σε σχέση με τους
νεόκοπους «συμμάχους» τους ναζιστές,
τους οποίους έσπευσε να χαρακτηρίσει
«φίλους» και «δικούς» της ανθρώπους. ΄Ετσι,
κατάφερε, για μια ακόμη φορά, να
παραπλανήσει τους οπαδούς της,
τονίζοντας τις «καλές προθέσεις» των
ναζιστών και βεβαιώνοντάς τους ότι
σύντομα θα τους απολύσουν, αφού πλέον
η ΕΣΣΔ και η ναζιστική Γερμανία είναι
συγκύριοι της όλης καταστάσεως. Αυτά
όμως, όπως σχεδόν πάντοτε συνέβη με τα
αποτελέσματα της «μεγαλοφυούς»
σταλινικής πολιτικής, τινάχτηκαν στον
αέρα όταν το ειδύλλιο των δύο
συνεταίρων βρήκε το πιο τραγικό του
τέλος με την «απροσχημάτιστη» όσο και
«καθόλου απροσδόκητη» επίθεση των
ναζί κατά της ΕΣΣΔ την 22/6/1941, που
κόστισε δεκάδες εκατομμυρίων
ανθρωπίνων θυμάτων, ανυπολόγιστες
υλικές ζημιές και έφερε την ΕΣΣΔ στο
χείλος της αβύσσου. Νέα στροφή 180
μοιρών, νέος «δίσκος» στο γραμμόφωνο
των Κ.Κ. και της Διεθνούς σ' ολόκληρο
τον κόσμο. Νέα αναγόρευση των
Αγγλοαμερικανών της συμμάχων σε
θεματοφύλακες της «δημοκρατίας και
της ελευθερίας των λαών» και «υπερασπιστές
του δικαίου και του πολιτισμού». «Αντιφασιστικός
και εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας», «μέγας
πατριωτικός πόλεμος» κ.λπ., χάριν του
οποίου ο ίδιος ο Στάλιν διαλύει, «δι'
ευνόητους λόγους», την εντελώς
ανύπαρκτη στην ουσία Γ΄ Διεθνή, τη
διάλυση της οποίας ο εκλεκτός του στην
Ελλάδα και κρατούμενος ακόμη στην
Ακροναυπλία, Ιωαννίδης (κουρέας το
επάγγελμα), χαρακτήρισε ως «το
σημαντικότερο για το εργατικό κίνημα
γεγονός μετά το Κομμουνιστικό
Μανιφέστο», αναδεικνύοντας έτσι τον
εαυτό του σε αντάξιο μαθητή του «πατέρα
των λαών και της αντιφασιστικής νίκης»!
Συνέχεια
|