Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

O ΟMHΡΟΣ

 

ΟΜΗΡΟΥ "ΙΛΙΑΔΑ"

Ο ΤΡΩΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

ΤΑ ΑΙΤΙΑ

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, στα βάθη των αιώνων, οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να σέβονται τους θεούς και είχαν γίνει τόσοι πολλοί, ώστε η θεά Γη δεν μπορούσε πια να τους σηκώσει στο στήθος της. Η θεά παραπονέθηκε στον Δία για το πρόβλημά της και εκείνος, για να την ξεκουράσει, έσπειρε διαμάχες μεταξύ των θνητών που οδήγησαν στο Θηβαϊκό πόλεμο που είναι γνωστός ως "Επτά επί Θήβας", στον οποίο πολλοί άνθρωποι έπεσαν στα πεδία των μαχών. Φαίνεται όμως πως το πρόβλημα δεν είχε λυθεί οριστικά. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι άνθρωποι ξανάγιναν πολλοί. Αμήχανος ο Δίας μπροστά στην επανεμφάνιση του προβλήματος ζήτησε τη συνδρομή και άλλων θεών. Ο Μώμος, ο γιος της Νύχτας, -κατ' άλλους της Θέμιδας τον συμβούλεψε να συλλάβει το σχέδιο ενός μεγάλου πολέμου, που αργότερα θα γινόταν γνωστός ως Τρωικός πόλεμος.

Για την προετοιμασία του σχεδίου αυτού έπρεπε σε πρώτη φάση να γίνουν δυο πράγματα: Από τη μια να φέρει στον κόσμο ο ίδιος ο Δίας μια πανέμορφη κόρη και από την άλλη να υποχρεωθεί η Νηρηίδα Θέτιδα, την οποία έτσι κι αλλιώς ο Δίας ήθελε να εκδικηθεί, επειδή είχε αποκρούσει παλιότερα τις δικές του προτάσεις- να παντρευτεί μ' έναν κοινό θνητό, τον Πηλέα. Έτσι κι έγινε. Από τη συνεύρεση του Δία με τη Λήδα γεννήθηκε η Ελένη, που δεν άργησε να γίνει γνωστή για την υπέροχη ομορφιά της, ενώ παράλληλα άρχισαν να γίνονται οι προετοιμασίες για τους γάμους της Θέτιδας με τον Πηλέα. Τα δύο αυτά γεγονότα έδωσαν τις βασικές αφορμές για τη διεξαγωγή του θρυλικού πολέμου, που οδήγησε στην καταστροφή της Τροίας και στο χαμό αναρίθμητων ανθρώπων.

Οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα έγιναν στο Πήλιο. Προσκεκλημένοι ήταν όλοι οι θεοί με μοναδική εξαίρεση την Έριδα, που την αγνόησαν. Τότε εκείνη, θυμωμένη πάρα πολύ για την προσβολή που της έγινε, θέλησε να εκδικηθεί. Έριξε λοιπόν στη μέση του γαμήλιου τραπεζιού ένα χρυσό μήλο, που έφερε την επιγραφή "Για την ωραιότερη", θέλοντας έτσι να προκαλέσει αναστάτωση και διχόνοια μεταξύ των θεών. Και όπως ήταν φυσικό η Ήρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη, οι τρεις πιο μεγάλες θεές του Ολύμπου, διεκδίκησαν χωρίς καθυστέρηση καθεμιά για τον εαυτό της το χρυσό μήλο, που αποτελούσε ένα είδος βραβείου ομορφιάς. Η επιλογή ήταν δύσκολη, γι' αυτό ο Δίας διέταξε τον Ερμή να πάει μαζί με τις θεές στο όρος Ίδα και να συναντήσει το δευτερότοκο γιο του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου, τον Πάρη, για να διαλέξει εκείνος ποια από τις θεές έπρεπε να προτιμηθεί για το βραβείο ομορφιάς. Βλέποντας ο Πάρης, που έβοσκε ανυποψίαστος τα κοπάδια του πατέρα του, να τον πλησιάζουν οι θεοί, το έβαλε στα πόδια κατατρομαγμένος. Γρήγορα όμως αναθάρρησε με την παρέμβαση του Ερμή, που του ανακοίνωσε την προσταγή του Δία και πλησίασε τις τρεις θεές θαμπωμένος από την ομορφιά τους. Κι εκείνες βέβαια, θέλοντας η καθεμιά να τον πάρει με το μέρος της, να τον πείσει πως εκείνη είναι η ομορφότερη και πιο άξια να πάρει το βραβείο, τόνιζαν τις ιδιαίτερες χάρες τους και υπόσχονταν ανάλογα δώρα η καθεμιά στον Πάρη, αν της έδινε το χρυσό μήλο. Έτσι, η Ήρα έλεγε πως ήταν η γυναίκα του θεού τον οποίο σέβονταν και υπάκουγαν όχι μόνο οι θνητοί αλλά και όλοι οι άλλοι θεοί και του υποσχόταν πως στο βασίλειό του θα ανήκε όλη η Ασία και η Ευρώπη. Η Αθηνά παινευόταν για τη σοφία της και την ικανότητά της στο ακόντιο και υποσχόταν πως θα τον έκανε ανίκητο πολεμιστή. Η Αφροδίτη μιλούσε για τον ερωτικό πόθο που μόνο εκείνη ήξερε να ξυπνάει στις καρδιές των θεών και ανθρώπων και υποσχόταν να του δώσει ως σύζυγο την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, που κατά γενική ομολογία ήταν η Ελένη, η κόρη του Δία και της Λήδας. Ο Πάρης γοητευμένος όχι μόνο από την ξεχωριστή ομορφιά της Αφροδίτης αλλά και από το δώρο που εκείνη του υποσχέθηκε, της παρέδωσε το χρυσό μήλο, ενώ οι δυο άλλες θεές, η Ήρα και η Αθηνά, έφυγαν φανερά δυσαρεστημένες με την επιλογή του.

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

Την Ελένη μεγάλωνε στην αυλή του ο βασιλιάς της Σπάρτης Τυνδάρεος, που νόμιζε ότι ήταν πραγματικά δική του κόρη. Η ξεχωριστή της ομορφιά δεν άργησε να γίνει αφορμή να απαχθεί σε μικρή ηλικία από τον Θησέα, που την έφερε στην Aφιδνα της Αττικής και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Ιφιγένεια. Όταν όμως ο Θησέας κατέβηκε στον Aδη (άλλη ονομασία του θεού Πλούτωνα αλλά και του κάτω κόσμου) για την απαγωγή της Περσεφόνης, τα αδέλφια της, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κατάφεραν να την ελευθερώσουν και να τη φέρουν στην αυλή του πατέρα τους. Τώρα όμως είχε γίνει πια γνωστή η ομορφιά της νέας γυναίκας σε όλη την Ελλάδα και άρχισαν να καταφθάνουν στο παλάτι του θνητού πατέρα της Ελένης μνηστήρες ή εκπρόσωποί τους, που προσπαθούσαν να την εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους.

Μπροστά σε τόσες υποψηφιότητες, ο βασιλιάς Τυνδάρεος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς γνώριζε καλά πως, όποιον και να διάλεγε για σύζυγο της κόρης του, θα έκανε εχθρούς όλους τους υπόλοιπους. Από τη δύσκολη αυτή θέση τον έβγαλε ο Οδυσσέας, που ζήτησε ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή του την Πηνελόπη, την ανιψιά του βασιλιά, για σύζυγο. Συμβούλεψε λοιπόν ο Οδυσσέας τον Τυνδάρεο να πείσει τους υποψήφιους γαμπρούς να αφήσουν την Ελένη να διαλέξει μόνη της το σύζυγό της. Πριν όμως κάνει η Ελένη την επιλογή της, έπρεπε όλοι να ορκιστούν ότι θα τιμωρήσουν εκείνον που τυχόν θα επιχειρούσε να την αποσπάσει από τη συζυγική εστία. Όλοι ορκίστηκαν με προθυμία, με εξαίρεση τον ίδιο τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, που ήταν πολύ νέος για να προβάλει αξιώσεις. Και τότε η Ελένη διάλεξε για σύζυγό της τον Μενέλαο, γεγονός που βόλευε τον Τυνδάρεο παρά πολύ, όχι μόνο γιατί ο Μενέλαος ήταν ο πιο πλούσιος από όλους τους Αχαιούς, αλλά και γιατί τον υποστήριζε ως υποψήφιο ο αδερφός του ο Αγαμέμνονας, που είχε παντρευτεί την άλλη κόρη του Τυνδάρεου, την Κλυταιμνήστρα. Και όταν σκοτώθηκαν ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, κλήθηκε ο Μενέλαος να γίνει βασιλιάς της Σπάρτης. Το σχέδιο για τον Τρωικό πόλεμο πήγαινε καλά. Οι ηγεμόνες των Αχαιών, με λιγοστές εξαιρέσεις, είχαν δεσμευθεί με όρκους να υπερασπιστούν μια γυναίκα, η οποία ήταν γραφτό να απαχθεί από τον άντρα της, γιατί αποτελούσε το "δώρο" μιας θεάς σ' έναν θνητό.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ

Η Αφροδίτη, είχε υποσχεθεί στον Πάρη την ομορφότερη γυναίκα. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε στην οικογένειά του την επιθυμία του να ταξιδέψει, δεν έφερε κανένας αντιρρήσεις, αν και τα αδέρφια του, ο Έλενος και η Κασσάνδρα, που κατείχαν τη μαντική τέχνη, προφήτεψαν ότι ένα τέτοιο ταξίδι θα είχε ως συνέπεια την καταστροφή της Τροίας. Οι προφητείες αυτές δε στάθηκαν ικανές να τον σταματήσουν. Είχε άλλωστε με το μέρος του την Αφροδίτη, που του έδωσε μάλιστα το γιο της τον Αινεία ως συνοδό για το ταξίδι. Έτσι ο Φέρεκλος κατασκεύασε για λογαριασμό του Πάρη πλοία, γιατί οι Τρώες δεν ασχολούνταν ως τότε με τη θάλασσα εξαιτίας κάποιου παλιού χρησμού που έλεγε πως η καταστροφή θα ερχόταν από τη θάλασσα. Όταν τα πλοία ετοιμάστηκαν, ξεκίνησε ο Πάρης με κατεύθυνση το παλάτι του Μενέλαου στη Σπάρτη.

Φτάνοντας εκεί, ο Μενέλαος τον υποδέχτηκε θερμά και με όλες τις τιμές που προβλέπονταν από τους κανόνες της φιλοξενίας. Δέκα μέρες αργότερα όμως αναγκάστηκε ο Μενέλαος να πάει στην Κρήτη, για να κηδέψει τον παππού του, τον Κατρέα. Πριν φύγει, έδωσε την εντολή στη γυναίκα του να φροντίσει τους ξένους όσο γίνεται καλύτερα. Χωρίς να την εμποδίζει τίποτα πια, εκπλήρωσε η Αφροδίτη την υπόσχεσή της στον Πάρη. Εκμεταλλευόμενος ο Πάρης την απουσία του Μενέλαου έβαλε την Ελένη στα καράβια του, παίρνοντας μαζί του και μεγάλο μέρος των θησαυρών του παλατιού, καθώς και μερικές δούλες της Ελένης (ανάμεσά τους τη μητέρα του Θησέα Αίθρα και την αδερφή του συντρόφου του Θησέα Πειρίθου, την Κλυμένη ) κι έφυγε.

Η Ελένη εγκατέλειψε στο παλάτι την εννιάχρονη κόρη της, την Ερμιόνη. Το ταξίδι του γυρισμού στην Τροία δεν ήταν όμως τόσο εύκολο για τον Πάρη και τη συνοδεία του. Οδηγημένα τα πλοία από κακοκαιρίες, που έστειλε η Ήρα, έφτασαν στη Σιδώνα αρχικά. Κατόπιν κρύφτηκαν για αρκετό καιρό στην Κύπρο και στη Φοινίκη, γιατί δεν ήξεραν αν τους κυνηγούν. Μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασαν ωστόσο στην Τροία, όπου ο Πάρης επισημοποίησε τη σχέση του με την Ελένη.

Γυρίζοντας ο Μενέλαος, που είχε ειδοποιηθεί από την Ίριδα, στο παλάτι του, το βρήκε άδειο όχι μόνο από γυναίκα αλλά και από τα υπάρχοντά του. Η παραβίαση των πατροπαράδοτων νόμων της φιλοξενίας και η εξύβριση του Μενέλαου από τον Πάρη προκάλεσε την οργή και την αγανάκτηση και του ίδιου του Μενέλαου και του αδερφού του του Αγαμέμνονα, στον οποίο αμέσως προσέφυγε. Μόλις ξεπέρασαν την πρώτη έκπληξη, έστειλαν πρεσβεία στην Τροία, απαιτώντας από το βασιλιά της τον Πρίαμο να τους δώσει και την κλεμμένη γυναίκα αλλά και τους θησαυρούς που είχαν αρπαχτεί από το παλάτι του Μενέλαου. Η πρεσβεία γύρισε άπραχτη, καθώς ο Πρίαμος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θέλοντας προφανώς να κάνει το χατίρι του γιου του. Όταν η προσπάθειά τους αυτή δεν ευδοκίμησε, κατάλαβαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από τον πόλεμο.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Aρχισε να στέλνει λοιπόν ο Αγαμέμνονας απεσταλμένους στους άλλοτε μνηστήρες της Ελένης υπενθυμίζοντάς τους τον όρκο που είχαν δώσει στον Τυνδάρεο και επιπλέον χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι κανείς από τους Έλληνες βασιλιάδες δε θα μπορούσε στο μέλλον να είναι σίγουρος για τη γυναίκα του, αν η τιμωρία του βέβηλου δεν ήταν παραδειγματική. Πάντως είναι γεγονός ότι ο Αγαμέμνονας εξανάγκασε αρκετούς να μετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Τροίας, καθώς ήταν ο ισχυρότερος μεταξύ των Ελλήνων ηγεμόνων. Υπήρχε άλλωστε και η Ήρα, που δεν εννοούσε να ξεχάσει την προσβολή που της έγινε στον αγώνα ομορφιάς και ήθελε οπωσδήποτε να εκδικηθεί τον Πάρη για την επιλογή του. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Μενέλαος πήγε προσωπικά στην Πύλο για να εκθέσει το πρόβλημα και τις προθέσεις του στον πιο ηλικιωμένο βασιλιά, τον Νέστορα, και στο γιο του, τον Αντίλοχο. Εκείνοι δέχτηκαν αμέσως να τον ακολουθήσουν και κίνησαν όλοι μαζί, με τη συνοδεία του Παλαμήδη, για την Ιθάκη, για να πείσουν το βασιλιά της, τον Οδυσσέα, να εκστρατεύσει κι αυτός μαζί τους.

Ο Οδυσσέας, που δεν είχε δεσμευτεί με όρκο, ήθελε με κάθε τρόπο να κρατηθεί μακριά από την πρόσκληση αυτή, γιατί ο μάντης Αλιθέρσης του είχε προφητέψει ότι, αν ακολουθούσε, θα ξαναγύριζε στο σπίτι του μόνο ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια και μετά από πολλές περιπέτειες. Προσπαθώντας λοιπόν να αποφύγει τη συμμετοχή του στην εκστρατεία, προσποιήθηκε τον τρελό. Φτάνοντας οι άλλοι αρχηγοί στο σπίτι του, τον βρήκαν να έχει ζέψει στο άροτρό του ένα βόδι κι ένα άλογο, να φορά ο ίδιος ένα σκουφί στο κεφάλι, παρουσιάζοντας μια μάλλον αναξιοπρεπή εικόνα του εαυτού του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έριχνε στο αυλάκι αλάτι αντί για σπόρο. Ο Παλαμήδης ωστόσο δεν ξεγελάστηκε από το τέχνασμα του Οδυσσέα και για να αποκαλύψει την προσποίησή του και στους άλλους, τοποθέτησε το μικρό Τηλέμαχο μπροστά στο άροτρο. Ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει τα ζώα και να υποσχεθεί ότι θα τους ακολουθούσε. Τον Παλαμήδη όμως δεν τον συγχώρεσε ποτέ και τελικά το μίσος αυτό που του είχε ο Οδυσσέας το πλήρωσε ο Παλαμήδης με τη ζωή του.

Σειρά είχε τώρα ο Αχιλλέας. Η μητέρα του, η Θέτιδα, σαν θεά που ήταν, ήξερε ότι αν πάει στον πόλεμο, δε θα ξαναγυρίσει. Γι' αυτό τον έστειλε σε ηλικία εννιά χρονών στη Σκύρο, στο βασιλιά Λυκομήδη, να μεγαλώσει με τις κόρες του στο γυναικωνίτη του παλατιού. Ντυνόταν γυναικεία και ήταν γνωστός με τον όνομα Πύρρα, επειδή ήταν ξανθός. Κατά την παραμονή του εκεί ερωτεύτηκε μια βασιλοπούλα, τη Δηιδάμεια, που του χάρισε ένα γιο, τον Νεοπτόλεμο . Η παρουσία του Αχιλλέα στην αυλή του Λυκομήδη δεν ήταν εξακριβωμένη, η συμμετοχή του όμως στην εκστρατεία ήταν απαραίτητη, γιατί υπήρχε ο χρησμός πως χωρίς τον Αχιλλέα η Τροία δε θα έπεφτε στα χέρια των Αχαιών.

Έτσι, κίνησε ο Οδυσσέας για τη Σκύρο, για να διαπιστώσει αν πράγματι κρυβόταν ο Αχιλλέας εκεί. Πήρε μαζί του και γυναικεία φορέματα και κοσμήματα, κάτω από τα οποία είχε κρύψει μια ασπίδα κι ένα σπαθί. Με την πρόφαση ότι ήθελε να προσφέρει δώρα στις βασιλοπούλες, πέρασε στα διαμερίσματα των γυναικών. Κι ενώ οι κόρες του Λυκομήδη περιεργάζονταν τα δώρα τους, έβαλε να ηχήσουν σάλπιγγες σαν να ήταν να γίνει μάχη. Τότε ο Αχιλλέας έχοντας το ένστικτο του πολεμιστή, άδραξε τα όπλα που υπήρχαν μέσα στα φορέματα. Με την κίνησή του αυτή αποκαλύφθηκε και αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει και να πάρει μέρος στην εκστρατεία επικεφαλής των Μυρμιδόνων

. Δύο από τους Αχαιούς βασιλιάδες στάθηκαν ωστόσο πιο τυχεροί στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον πόλεμο. Ο Εχέπωλος από τη Σικυώνα χάρισε στον Αγαμέμνονα μια ξακουστή φοράδα, την Αίθη. Σε αντάλλαγμα ο βασιλιάς των Μυκηνών δεν τον πίεσε να έρθει μαζί του. Ένας άλλος πάλι, ο βασιλιάς της Κύπρου Κινύρας, υποσχέθηκε στους απεσταλμένους του Αγαμέμνονα πενήντα καράβια πλήρως επανδρωμένα. Όταν όμως ήρθε η ώρα να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, έστειλε μόνο ένα καράβι και μαζί μ' αυτό σαράντα εννιά πήλινα καραβάκια με κούκλους αντί για ναύτες. Καθώς πλησίαζε η ώρα της συγκέντρωσης του στρατού απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας, ο Αγαμέμνονας ζήτησε, όπως συνηθιζόταν, χρησμό από το μαντείο των Δελφών για τις προοπτικές της εκστρατείας. Η απάντηση που έλαβε ήταν πως, όταν οι πιο αντρειωμένοι από τους αρχηγούς των Αχαιών μαλώσουν μεταξύ τους, αυτό θα είναι καλό σημάδι για την έκβαση του πολέμου.

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Η Αυλίδα της Βοιωτίας, που βρισκόταν στο στενό του Ευρίπου, ορίστηκε ως τόπος συγκέντρωσης του στρατού των Αχαιών. Η προσέλευση των 100.000 ή σύμφωνα με άλλους 135.000 ανδρών και των 1.186 πλοίων ολοκληρώθηκε περίπου δυο χρόνια μετά την απαγωγή της Ελένης. Μόλις συγκεντρώθηκαν όλοι, αποφάσισαν να προσφέρουν θυσίες στους θεούς. Καθώς όμως θυσίαζαν κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο, πετάχτηκε ένα φίδι από το βωμό, ανέβηκε σ' ένα από τα πιο ψηλά κλαδιά του πλάτανου και φτάνοντας σε μια φωλιά με οκτώ νεογέννητα σπουργίτια, άρχισε να τα τρώει. Εκείνα νιώθοντας τον επικείμενο χαμό τους, τιτίβιζαν απελπισμένα, ενώ η μητέρα τους φτερούγιζε ολόγυρα ανίκανη να σταματήσει το χαμό των παιδιών της. Αφού το φίδι κατασπάραξε τα πουλάκια το ένα μετά το άλλο, άρπαξε και τη μητέρα τους και την έφαγε κι αυτή. Αμέσως μετά το φίδι πέτρωσε. Το περιστατικό αυτό το εξέλαβαν οι Αχαιοί ως θεϊκό σημάδι και ανέλαβε να το ερμηνεύσει ο μάντης Κάλχας, λέγοντας ότι τα εννιά πουλιά που έφαγε το φίδι ήταν τα εννιά χρόνια που θα χρειαστεί να πολεμήσουν μπροστά στα τείχη της Τροίας. Στο δέκατο χρόνο η πόλη θα γινόταν δική τους.

Μετά την ολοκλήρωση των θυσιών μπήκαν οι Αχαιοί στα καράβια τους και ξεκίνησαν για την Τροία. Επειδή όμως δεν ήξεραν το δρόμο, αποβιβάστηκαν στη Μυσία βασιλιάς της οποίας ήταν ο Τήλεφος, ο γιος του Ηρακλή. Έχοντας την εντύπωση ωστόσο ότι βρίσκονταν στο σωστό μέρος, επιδόθηκαν σε λεηλασίες και καταστροφές. Ο Τήλεφος δεν αδράνησε και αντεπιτέθηκε με το στρατό του. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν πολλοί. Τραυματίστηκε μάλιστα και ο ίδιος ο Τήλεφος, όταν υποχωρώντας μπροστά στη θέα του Αχιλλέα μπλέχτηκε σ' ένα κλήμα αμπελιού κι έπεσε. Τότε τον πρόλαβε ο Αχιλλέας και τον πλήγωσε με το κοντάρι, που του είχε δώσει ο Κένταυρος Χείρωνας, στο μηρό. Αν και τραυματισμένος ο Τήλεφος, κατάφερε να απωθήσει τους Αχαιούς και τους ανάγκασε να μπουν στα καράβια τους και να φύγουν. Μόλις απομακρύνθηκαν από τη στεριά, δυνατή κακοκαιρία σκόρπισε τα πλοία τους και αναγκαστικά γύρισε ο καθένας στον τόπο του όπως μπορούσε.

Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Χρειάστηκαν άλλα οκτώ χρόνια, για να μπορέσουν να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους οι Αχαιοί και να ξανασυγκεντρωθούν. Το τραύμα που είχε προκαλέσει ο Αχιλλέας με το κοντάρι του στο μηρό του Τήλεφου δε γιατρευόταν. Ο Τήλεφος ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα στη Λυκία και πήρε την απάντηση πως αυτός που τον είχε πληγώσει θα τον θεράπευε. Γνωρίζοντας ότι είχε πληγωθεί από τον Αχιλλέα, ο Τήλεφος ξεκίνησε για την Ελλάδα. Για να μην τον αναγνωρίσουν όμως, ντύθηκε ζητιάνος. Και πραγματικά έφτασε στο Aργος, όπου συναντήθηκε αρχικά με τη γυναίκα του Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα, και της ζήτησε να του δώσουν την πιο ταπεινή δουλειά στο παλάτι.

Εκείνο τον καιρό μάλιστα ήταν μαζεμένοι στο Aργος οι Έλληνες ηγεμόνες και προσπαθούσαν να αποφασίσουν, αν έπρεπε να εκστρατεύσουν ξανά κατά της Τροίας ή όχι. Ο Μενέλαος από τη μια επέμενε πως η τιμωρία των Τρώων ήταν απαραίτητη, γιατί οι Έλληνες, καθώς έλεγε, δεν έπρεπε να επιτρέψουν στους βαρβάρους να τους φέρονται όπως στους δούλους τους. Ο Αγαμέμνονας από την άλλη φοβόταν την πιθανότητα μιας δεύτερης άκαρπης προσπάθειας, καθώς εξακολουθούσαν να αγνοούν την ακριβή θέση της Τροίας. Οι γνώμες των άλλων αρχηγών μοιράζονταν ανάμεσα στις δυο αυτές απόψεις. Κανείς δεν έκρυβε ωστόσο το μίσος του για τον Τήλεφο, εξαιτίας του οποίου η πρώτη εκστρατεία είχε λήξει τόσο άδοξα.

Βλέποντας ο Τήλεφος ότι οι Αχαιοί δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, θέλησε να προετοιμάσει το έδαφος για την επικείμενη αποκάλυψή του. Παρουσιάστηκε στους Αχαιούς ως φτωχός ζητιάνος που δε συμπαθούσε τους Μυσούς, γιατί όταν προσάραξε στη χώρα τους, του επιτέθηκαν, του άρπαξαν τη βάρκα και τον πλήγωσαν. Από την άλλη, είπε, δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς πώς ό,τι έκαναν ο Τήλεφος και οι Μυσοί, θα το έκανε κάθε λαός υπερασπιζόμενος τη χώρα του από ξένους εισβολείς. Παρά τη ρητορική του ικανότητα, η πραγματική του ταυτότητα αποκαλύφθηκε και ο κίνδυνος για τη ζωή του ήταν άμεσος. Τότε εκείνος για να σωθεί, άρπαξε το μικρό Ορέστη, το γιο του Αγαμέμνονα, και κάθισε ικέτης στο βωμό του Δία. Οι Αχαιοί εξάλλου δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν, γιατί υπήρχε χρησμός που έλεγε πως ο Τήλεφος θα τους οδηγούσε στην Τροία. Για το λόγο αυτόν και μετά τη μεσολάβηση της Κλυταιμνήστρας επήλθε η συμφιλίωση του Τήλεφου με τους Αχαιούς, που χάρηκαν ιδιαίτερα, όταν τους μίλησε για την ελληνική καταγωγή του.

Ο Αχιλλέας όμως εξακολουθούσε να αρνείται να του γιατρέψει την πληγή. Τότε ο Οδυσσέας έδωσε για μια ακόμη φορά τη λύση λέγοντας πως ο Τήλεφος είχε πληγωθεί από το κοντάρι του Αχιλλέα κι όχι από τον Αχιλλέα. Έξυσε λοιπόν λίγη σκουριά από το κοντάρι πάνω στο τραύμα και ο Τήλεφος θεραπεύτηκε. Για να ευχαριστήσει τους Αχαιούς που τον γιάτρεψαν, ο Τήλεφος δέχτηκε να τους δείξει το δρόμο για την Τροία. Αρνήθηκε ωστόσο κατηγορηματικά να λάβει και ο ίδιος μέρος σ' αυτήν λέγοντας πώς η σύζυγός του, η Λαοδίκη, ήταν κόρη του Πρίαμου και δεν επιθυμούσε να επιτεθεί στην πόλη από την οποία καταγόταν η γυναίκα του.

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ

Γνωρίζοντας πια το δρόμο για την Τροία, το βασικότερο εμπόδιο για την πραγματοποίηση της εκστρατείας είχε ξεπεραστεί. Τα προβλήματα ωστόσο δεν έλειψαν ως την τελευταία στιγμή. Αν και ο στρατός είχε μαζευτεί πάλι στην Αυλίδα και οι τελευταίες προετοιμασίες για την εκστρατεία είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν παρουσιαζόταν ο κατάλληλος καιρός για ν' ανοίξουν πανιά. Γι' αυτό ο Αγαμέμνονας έκανε τάμα στη θεά Aρτεμη το πιο όμορφο γέννημα εκείνης της χρονιάς. Η Aρτεμη φάνηκε αρχικά να αποδέχεται την προσφορά του Αγαμέμνονα. Μια μέρα ωστόσο βγήκε ο βασιλιάς για κυνήγι και ανυποψίαστος μπήκε σ' ένα άλσος που ήταν αφιερωμένο στην Aρτεμη. Εκεί ξετρύπωσε ένα ελαφάκι πανέμορφο. Χωρίς να διστάσει, σκότωσε το ιερό ζώο και επιπλέον καυχήθηκε πως και η ίδια η Aρτεμη δε θα μπορούσε να σώσει το ζώο από την καταπληκτική ευστοχία του. Μετά την ανόσια αυτή πράξη επικράτησε πλήρης άπνοια και ο στρατός άρχισε να ανυπομονεί. Ο Κάλχας, ο μάντης του στρατού, αποκάλυψε ότι υπαίτιος της οργής της θεάς ήταν ο Αγαμέμνονας και ότι έπρεπε να θυσιαστεί η πρωτότοκη κόρη του στο βωμό της για να την εξευμενίσουν.

Βέβαια ο Αγαμέμνονας θα προτιμούσε να ξεχάσουν την εκστρατεία και να γυρίσουν στα σπίτια τους, αλλά η επιμονή του στρατεύματος, που ήθελε να δράσει, ήταν ισχυρότερη από τις δικές του επιθυμίες. Πώς όμως θα ξεγελούσε την κόρη του την Ιφιγένεια; Πόσο μάλλον τη γυναίκα του την Κλυταιμνήστρα; Μετά από προτροπή μάλλον του Οδυσσέα αποφάσισε να την καλέσει στην Αυλίδα για να παντρευτεί με τον Αχιλλέα τάχα. Και πράγματι ήρθε η Ιφιγένεια στην Αυλίδα μαζί με τη μητέρα της και τον αδερφό της τον Ορέστη. Γρήγορα όμως έμαθαν τον πραγματικό λόγο, για τον οποίο τους κάλεσαν. Οργισμένος ο Αχιλλέας που είχαν κάνει χρήση του ονόματός του για τέτοιο σκοπό και μάλιστα χωρίς καν να τον έχουν ρωτήσει, προσπαθεί με κίνδυνο της ζωής του να αποτρέψει τους Αχαιούς από μια τέτοια πράξη.

Η προσπάθειά του αυτή όμως δεν έφερε αποτέλεσμα. Τελικά η Ιφιγένεια αποφασίζει να προσφέρει τον εαυτό της και προχωρεί μόνη της στο βωμό με το στήθος της γυμνό, για να δεχτεί το μαχαίρι από το χέρι του θύτη Κάλχα. Όλοι γυρίζουν τα πρόσωπά τους αλλού ή τα σκεπάζουν για να μη δουν τι θα επακολουθήσει. Μόνο ο Κάλχας βλέπει το θαύμα που γίνεται τη στιγμή ακριβώς της σφαγής. Στη θέση της Ιφιγένειας είχε βάλει η θεά ένα ελάφι, λίγο πριν το μαχαίρι χτυπήσει το σώμα της νέας. Και το ελάφι αυτό είναι που τελικά θυσιάζεται για να εξασφαλιστεί η εύνοια της θεάς. Και η θυσία έχει γίνει αποδεκτή. Τώρα τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τους Αχαιούς. Ο στόλος τους μπορεί πια να αποπλεύσει από την Αυλίδα. Όσο για την Ιφιγένεια, η θεά τη μετέφερε στη χερσόνησο της Ταυρικής (στη σημερινή Κριμαία) και την έκανε ιέρεια στον εκεί ναό της.

ΠΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Ο στόλος των Αχαιών στο ταξίδι για την Τροία σταμάτησε στη Δήλο, όπου οι Αχαιοί συνάντησαν το βασιλιά του νησιού και ιερέα του πατέρα του, Απόλλωνα, τον Aνιο. Η μητέρα του, η Ροιώ, κλείστηκε για τιμωρία σε μια κασέλα και ρίχτηκε στη θάλασσα από τον πατέρα της, τον Στάφυλο, όταν εκείνος έμαθε πως ήταν έγκυος. Τελικά η Ροιώ βγήκε σ' ένα ακρογιάλι της Εύβοιας, όπου γέννησε ένα γιο. Τον ονόμασε Aνιο, για να θυμάται όσα πέρασε για χάρη του. Αφού ο θεός πατέρας του τον έφερε στη Δήλο, παντρεύτηκε τη Δωρίππη, που του χάρισε τρεις κόρες, την Οινώ, τη Σπερμώ και την Ελαΐδα. Οι κόρες αυτές, γνωστές ως Οινότροποι, είχαν πάρει από τον παππού τους, τον Διόνυσο, το χάρισμα να μετατρέπουν το χώμα που άγγιζαν η πρώτη σε κρασί, η δεύτερη σε γέννημα και η τρίτη σε λάδι. Ο Aνιος λοιπόν πρότεινε στους Αχαιούς να μείνουν στη Δήλο, γιατί, σαν μάντης που ήταν, ήξερε ότι το κάστρο της Τροίας θα έπεφτε μετά από 10 χρόνια. Τη διατροφή του στρατού θα την αναλάμβαναν οι κόρες του. Οι Αχαιοί αρνήθηκαν την ευγενική προσφορά του βασιλιά της Δήλου, απέσπασαν ωστόσο την υπόσχεσή του να τους στείλει τις κόρες του, αν τυχόν τους έλειπαν οι τροφές στη διάρκεια της πολιορκίας.

Επόμενος σταθμός στο ταξίδι τους ήταν το νησί Χρύση, πάνω στο οποίο είχε ιδρύσει ο Ιάσονας βωμό για τη θεά Χρύση. Η θεά αυτή φύλαγε τον Ελλήσποντο και έπρεπε οι Αχαιοί να την εξευμενίσουν. Την ακριβή θέση του νησιού την ήξερε μόνο ο Φιλοκτήτης, ο γιος του Ποίοντα και της Δημώνασσας, που είχε ακολουθήσει τον Ιάσονα στην Αργοναυτική εκστρατεία. Μόλις όμως έφτασαν εκεί οι Αχαιοί και άρχισαν τη θυσία, ένα φίδι δάγκωσε τον Φιλοκτήτη στο πόδι. Η πληγή κακοφόρμισε και ανέδινε τόση κακοσμία, που δεν μπορούσε κανείς να την ανεχτεί. Με προτροπή του Οδυσσέα τον έβγαλαν τελικά στη Λήμνο, ενώ κοιμόταν αποκαμωμένος, και τον άφησαν εκεί ολομόναχο. Αρχηγός των επτά πλοίων του Φιλοκτήτη έγινε τότε ο νόθος γιος του Οϊλέα, ο Μέδοντας.

Λίγο πριν φτάσουν στην Τροία, οι Αχαιοί άραξαν στο νησί Τένεδος για να ξεκουραστούν. Ο βασιλιάς του νησιού Τένης, γιος μάλλον του Απόλλωνα, είχε όμως άλλη γνώμη και άρχισε να τους ρίχνει βράχους. Τότε ο Αχιλλέας τον σκότωσε με το σπαθί του, ξεχνώντας τη συμβουλή της μητέρας του να μη σκοτώνει γιους του Απόλλωνα. Στη συνέχεια κυνήγησε την αδερφή του Τένη, την Ημιθέα, εκείνη όμως κρύφτηκε μέσα στη γη. Τελικά αποβιβάστηκαν όλοι οι Αχαιοί στο νησί και ο Αγαμέμνονας οργάνωσε μεγάλο συμπόσιο προς τιμή των Αχαιών ηγεμόνων. Δεν κάλεσε όμως τον Αχιλλέα από τους πρώτους κι εκείνος παρεξηγήθηκε και απειλούσε να τα μαζέψει και να γυρίσει στην Ελλάδα. Οι άλλοι αρχηγοί προσπάθησαν να εξομαλύνουν τα πράγματα, ενώ ο Οδυσσέας θέλησε να τον φέρει στο φιλότιμο λέγοντας ότι στην πραγματικότητα φοβόταν τον Έκτορα. Τελικά, με την παρέμβαση της Θέτιδας, συμφιλιώθηκε με τον Αγαμέμνονα.

Σύντομα όμως ξέσπασε νέα ζωηρή φιλονικία ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Οδυσσέα, για τον τρόπο με τον οποίο θα έπαιρναν την Τροία. Ο ένας μιλούσε για παλικαριά, ο άλλος για δόλο. Ο Αγαμέμνονας τους άκουγε και χαιρόταν, γιατί θυμήθηκε το δελφικό χρησμό ότι η φιλονικία μεταξύ των αντρειωμένων θα ήταν καλό σημάδι για την έκβαση του πολέμου.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ

Πριν όμως αρχίσουμε την ιστορία μας στη Τροία, ας γνωρίσουμε λιγάκι καλύτερα μερικούς από τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας που τόσο γλαφυρά μας διηγείται ο Όμηρος. Απλα ""κλικαρετε"" στα ονοματα.

Απ τη μεριά των Αχαιών

ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ

ΔΙΟΜΗΔΗΣ

Και από τη μεριά των Τρώων

ΠΡΙΑΜΟΣ

ΕΚΤΟΡΑΣ

ΠΑΡΗΣ

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ - ΠΡΩΤΕΣ ΜΑΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Αφήνοντας πίσω τους το νησί Τένεδος οι Αχαιοί έφτασαν επιτέλους στο ακρογιάλι της Τροίας. Κανείς τους όμως δεν τολμούσε να αποβιβαστεί και να πατήσει το πόδι του στην τρωική γη, γιατί όλοι ήξεραν την προφητεία της Θέτιδας ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατούσε τη γη της Τροίας θα πέθαινε αμέσως. Ο Οδυσσέας, πολυμήχανος όπως πάντα, πέταξε την ασπίδα του και μετά πήδηξε πάνω της. Ξεθαρρεύοντας ο αρχηγός των Θεσσαλών, ο Πρωτεσίλαος, πήδηξε δεύτερος νομίζοντας ότι ο χρησμός θα επαληθευόταν με το θάνατο του Οδυσσέα.

Ο Πρωτεσίλαος πολέμησε γενναία και σκότωσε αρκετούς από τους Τρώες που είχαν μαζευτεί για να δυσκολέψουν τους Αχαιούς κατά την αποβίβαση.

Λίγο αργότερα όμως έπεσε νεκρός από το χέρι του Έκτορα, για να επαληθευτεί ο χρησμός που σωστά είχε ερμηνεύσει ο Οδυσσέας. Ο θάνατος του Πρωτεσίλαου λύπησε πολύ τους Αχαιούς, γιατί ήταν σ' όλους γνωστό πως ο Πρωτεσίλαος έφυγε για την Τροία την επόμενη μέρα του γάμου του. Ωστόσο οι Αχαιοί δεν πτοήθηκαν από το θλιβερό αυτό γεγονός.

Η μάχη βρισκόταν τώρα σε πλήρη εξέλιξη, καθώς οι Αχαιοί προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν προγεφυρώματα στην ακρογιαλιά, για να πραγματοποιήσουν την απόβασή τους. Πρωτοστατούσε ο Αχιλλέας, που σε κάποια στιγμή θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Κύκνο, το γιο του Ποσειδώνα και της Καλύκης, ο οποίος είχε πάρει το χάρισμα από τον πατέρα του να μην πληγώνεται από χάλκινο όπλο. Τελικά ο Αχιλλέας κατάφερε να τον σκοτώσει χτυπώντας τον με μια πέτρα στο κεφάλι. Βλέποντας οι Τρώες τον Κύκνο να πέφτει νεκρός πανικοβλήθηκαν, υποχώρησαν άτακτα και κλείστηκαν στην Τροία. Τότε οι Αχαιοί αποβιβάστηκαν με την ησυχία τους και στρατοπέδευσαν προς τη μεριά του Ελλήσποντου. Για να μη σαπίσουν τα πλοία τους, τα έβγαλαν στη στεριά.

Αφού ολοκλήρωσαν την εγκατάστασή τους και θέλοντας μέχρι την τελευταία στιγμή ν' αποφύγουν τον πόλεμο, οι Αχαιοί έστειλαν πρεσβεία στην Τροία σε μια ύστατη προσπάθεια να επιτευχθεί ειρηνική λύση του προβλήματος. Την πρεσβεία αποτελούσαν ο Μενέλαος με τον Οδυσσέα. Τους δυο Αχαιούς φιλοξένησε ο δημογέροντας της Τροίας Αντήνορας, που είχε την άποψη ότι το δίκιο ήταν με το μέρος των Αχαιών. Όταν τελικά παρουσιάστηκε η πρεσβεία των Αχαιών στη συνέλευση των Τρώων, ζήτησε από αυτούς να επιστρέψουν στο δικαιούχο την Ελένη και όλους τους θησαυρούς που είχε αρπάξει ο Πάρης από το παλάτι του Μενέλαου. Τα αιτήματα αυτά συνάντησαν την κατηγορηματική απόρριψη από τον Πάρη, ο οποίος είχε δωροδοκήσει έναν από τους σημαντικότερους δημογέροντας της Τροίας, τον Αντίμαχο, για να υποστηρίξει τις δικές του θέσεις.

Παίρνοντας λοιπόν το λόγο ο Αντίμαχος πρότεινε να μην ικανοποιήσουν τα αιτήματα των Αχαιών και να εκτελέσουν τους δυο απεσταλμένους που ήταν παρόντες.

Ο κίνδυνος για τη ζωή του Μενέλαου και του Οδυσσέα ήταν άμεσος. Από τη δύσκολη θέση τους έβγαλε ο Αντήνορας, που τους φυγάδευσε κρυφά. Και βέβαια το συμπέρασμα που έβγαλαν οι Αχαιοί από αυτή την προσπάθεια για συμβιβασμό, ήταν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από τον πόλεμο.

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια για ειρήνη, οργάνωσαν οι Αχαιοί την πολιορκία της Τροίας που δεν ήταν τόσο ασφυκτική ώστε να μην μπορούν οι κάτοικοι της πόλης να πηγαίνουν στα χτήματά τους ή να ασχολούνται με τις όποιες άλλες αγροτικές ή κτηνοτροφικές εργασίες τους έξω από τα τείχη. Βέβαια έπρεπε να είναι πάντα προσεχτικοί, γιατί, αν έπεφταν στα χέρια των Αχαιών, τους περίμενε ο θάνατος ή η αιχμαλωσία. Έτσι σε κάποια ενέδρα συνέλαβε ο Αχιλλέας τον Λυκάονα, νόθο γιο του Πρίαμου, όταν εκείνος πήγε στα χτήματα του πατέρα του. Ο Αχιλλέας του χάρισε τη ζωή, τον έδωσε όμως στον Πάτροκλο για να τον πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο της Λήμνου.

Αυτός τον πούλησε στον Εύηνο, το γιο του Ιάσονα, για ένα μεγάλο ασημένιο κρατήρα. Τελικά τον εξαγόρασε ο φίλος του ο Ηετίωνας από την Ίμβρο, πληρώνοντας πολλά λύτρα.

Σε κάποια άλλη στιγμή είχε στήσει ο Αχιλλέας ενέδρα σε μια πηγή. Εκεί πλησίασαν ο Τρωίλος, ο μικρότερος γιος του Πρίαμου, για να ποτίσει το άλογό του, και η Πολυξένη, η αδερφή του, για να πάρει νερό. Ο Αχιλλέας πετάχτηκε τότε μπροστά τους και τα δυο παιδιά τρομαγμένα το έβαλαν στα πόδια. Πήρε ο Αχιλλέας στο κυνήγι τον Τρωίλο και, παρόλο που ήταν πεζός, τον πρόλαβε και τον γκρέμισε από το άλογο. Τον πήγε στο ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα, εκεί όπου σύμφωνα μ' ένα μύθο απέκτησαν το χάρισμα της μαντικής η Κασσάνδρα και ο Έλενος, και τον αποκεφάλισε. Την προσπάθεια του παιδιού να ξεφύγει την είχαν δει από τα τείχη ο δημογέροντας Αντήνορας και ένας από τους σκοπούς, ο Πολίτης, γιος του Αντήνορα, ο οποίος έτρεξε με άλλους Τρώες για να τον σώσουν. Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Όταν έφτασαν κοντά στον Αχιλλέα, εκείνος τους πέταξε το κομμένο κεφάλι. Τότε οι Τρώες θέλησαν να τον εκδικηθούν για τη βάρβαρη πράξη του, γλίτωσε όμως με την παρέμβαση των θεών.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Αχιλλέας εξέφρασε την επιθυμία να δει από κοντά τη γυναίκα, για χάρη της οποίας πολεμούσε, δηλαδή την Ελένη. Ήταν άλλωστε ο μόνος από τους Αχαιούς ηγεμόνες που δεν την είχε δει. Μαθαίνοντας την επιθυμία του αυτή η μητέρα του η Θέτιδα ήρθε σε συνεννόηση με την Αφροδίτη και η συνάντηση πραγματοποιήθηκε χωρίς να το αντιληφθούν ούτε οι Αχαιοί ούτε οι Τρώες. Δεν είναι γνωστό τι ειπώθηκε και τι έγινε σ' αυτή τη συνάντηση, πάντως το πιο πιθανό είναι να έμεινε και ο Αχιλλέας έκθαμβος από την ομορφιά της.

Από το περιθώριο των πολεμικών επιχειρήσεων δεν έλειπαν, καθώς φαίνεται, και διάφορα παιχνίδια, για να διασκεδάζουν κάπως οι πολεμιστές. Έτσι, σε μια ανάπαυλα της μάχης, κάθισαν ο Αχιλλέας και ο Αίας για να ξεκουραστούν και άρχισαν να παίζουν πεντάγραμμα, ένα παιχνίδι που είχε επινοήσει μάλλον ο πολύ εφευρετικός Παλαμήδης για την ψυχαγωγία του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και το οποίο παιζόταν με μετακινούμενους πεσσούς πάνω σε πέντε γραμμές. Είχαν απορροφηθεί οι δυο ήρωες τόσο πολύ από το παιχνίδι τους, ώστε δεν αντιλήφθηκαν ότι τους πλησίαζαν οι Τρώες. Τελικά κατάφεραν ν' αμυνθούν με την παρέμβαση της Αθηνάς.

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΡΧΙΖΟΥΝ

Στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου ξέσπασαν ταραχές στις τάξεις του στρατού των Αχαιών. Η αφορμή δόθηκε, όταν άρχισαν να τους λείπουν τα τρόφιμα.

Τα αίτια όμως ήταν βαθύτερα. Η νοσταλγία για την πατρίδα φούντωνε μέσα στις καρδιές τους, ενώ είχαν αρχίσει πια να κουράζονται από έναν πόλεμο χωρίς τέλος. Οι προσπάθειες του αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα να αποτρέψει το χειρότερο δεν ευδοκίμησαν και οι Αχαιοί κατέβηκαν στην παραλία να ρίξουν τα πλοία στη θάλασσα για να φύγουν. Τους σταμάτησε όμως ο Αχιλλέας.

Και για να εκλείψει η κύρια αφορμή των ταραχών, δηλαδή η έλλειψη τροφίμων, έστειλαν οι Αχαιοί μετά από ανάλογη πρόταση του Νέστορα τον Παλαμήδη στο νησί Δήλος, για να φέρει τις κόρες του βασιλιά και ιερέα του Απόλλωνα του Aνιου, τις Οινοτρόπους, που είχαν τη θαυματουργή ικανότητα να μετατρέπουν το χώμα σε τροφή όπως είδαμε και πιο πριν.

ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ

Στα προηγούμενα χρόνια εξασφάλιζαν οι Αχαιοί ηγεμόνες τα απαραίτητα εφόδια για το στρατό τους κάνοντας μικρές εκστρατείες και επιδρομές σε πόλεις που βρίσκονταν στα περίχωρα της Τροίας και στα γύρω νησιά. Στις επιχειρήσεις αυτές όμως δεν περιορίζονταν στην αρπαγή τροφίμων αλλά έκλεβαν και πολύτιμα αντικείμενα, πουλούσαν τους άντρες σε σκλαβοπάζαρα ή τους σκότωναν, έπαιρναν τις γυναίκες ως παλλακίδες στις σκηνές τους. Πρωτοστατούσε στις επιδρομές αυτές ο Αχιλλέας, που είχε στο ενεργητικό του την καταστροφή έντεκα πόλεων γύρω από την Τροία και δώδεκα άλλων στα απέναντι νησιά.

Στην επιδρομή στη Λέσβο, μας λέει η Οδύσσεια, αναμετρήθηκε ο Οδυσσέας με το Φιλομηλείδη στην πάλη και τον νίκησε προκαλώντας ενθουσιασμό στις τάξεις των Αχαιών. Από τη Λέσβο έφερε ο Αχιλλέας επτά παλλακίδες, από τις οποίες έξι πήρε ο Αγαμέμνονας και μια μόνο κράτησε ο Αχιλλέας για τον εαυτό του, την κόρη του Φόρβαντα, τη Διομήδη.

Αναφέρονται τρεις από τις πόλεις στα περίχωρα της Τροίας που κατέλαβε ο Αχιλλέας, η Πήδασος, η Υποπλάκια Θήβα και η Λυρνησσός. Η Πήδασος, που τότε ακόμα λεγόταν Μονηνία, ήταν χτισμένη σε μια πολύ καλά οχυρωμένη θέση στις όχθες του ποταμού Σατνιόη, γι' αυτό οι αλλεπάλληλες επιθέσεις του Αχιλλέα και των Αχαιών δεν έφερναν αποτέλεσμα. Όταν πια είχε αποφασιστεί να εγκαταλείψουν τις προσπάθειες, μια κοπέλα από την πόλη, η Πηδάση, που τον είχε ερωτευτεί, του έστειλε μήνυμα γραμμένο πάνω σ' ένα μήλο πως έπρεπε να συνεχίσει την πολιορκία, γιατί η πόλη βασανιζόταν από δίψα. Και πράγματι, ύστερα από λίγο η πόλη παραδόθηκε εξαιτίας της λειψυδρίας και ο Αχιλλέας σε ανάμνηση της προδοσίας μετονόμασε την πόλη σε Πήδασο.

Η Υποπλάκια Θήβα ήταν χτισμένη κάτω από το βουνό Πλάκος, γι' αυτό και λεγόταν Υποπλάκια. Ο βασιλιάς της, ο Ηετίωνας, είχε επτά γιους και μια κόρη, την Ανδρομάχη, που την είχε παντρέψει με τον Έκτορα.

Τον καιρό που ο Αχιλλέας πολιορκούσε τη Θήβα, έτυχε να βρίσκεται εκεί η Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση, που τη φιλοξενούσε η αδερφή του Ηετίωνα Ιφινόη. Τελικά η Θήβα κυριεύτηκε και ο Αχιλλέας σκότωσε το βασιλιά και τους γιους του και πήρε ως σκλάβες στη σκηνή του τη γυναίκα του Ηετίωνα και τη Χρυσηίδα. Τον Ηετίωνα τον έθαψε με τιμές, τη βασίλισσα την εξαγόρασε με λύτρα ο πατέρας της από τον ίδιο και τη Χρυσηίδα την πήρε ο Αγαμέμνονας ως παλλακίδα στη σκηνή του. Ο Αχιλλέας βρήκε σε μια επιδρομή τον Αινεία να βόσκει τα κοπάδια του στο βουνό Ίδα. Τρομαγμένος εκείνος από το κακό συναπάντημα έτρεξε για να σωθεί.

Ο Αχιλλέας τον καταδίωξε αλλά ο Αινείας πρόλαβε να φτάσει στη Λυρνησσό. Τότε επιτέθηκε στην πόλη και την κυρίεψε σκοτώνοντας το βασιλιά της, τον Μύνητα, τους τρεις γιους του και τον αδερφό του τον Επίστροφο. Τη γυναίκα του τη Βρισηίδα την έφερε στο στρατόπεδο και ο Αγαμέμνονας του την παραχώρησε ως παλλακίδα. Όσο για τον Αινεία, αυτός κατάφερε για μια ακόμη φορά να ξεφύγει με την παρέμβαση φυσικά των θεών.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΗ

Ο Παλαμήδης ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης. Εξαιρετικά εύστροφος, επινοητικός και εφευρετικός ο Παλαμήδης, ξεπερνούσε κατά πολύ τον Οδυσσέα, ο οποίος τον εχθρευόταν από την πρώτη κιόλας στιγμή, όταν ο Παλαμήδης, που είχε έρθει μαζί με τον Νέστορα και τον Μενέλαο στην Ιθάκη, αποκάλυψε το πονηρό του τέχνασμα, με το οποίο ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο.

Οι εξαιρετικές ικανότητες του Παλαμήδη φάνηκαν και αργότερα σε άλλες περιπτώσεις. Όταν στην Αυλίδα ο στρατός παραπονέθηκε για την άδικη και άτακτη διανομή των συσσιτίων, ο Παλαμήδης ανέλαβε να οργανώσει τη μοιρασιά, ώστε να γίνεται ακριβοδίκαια και σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι όταν πάλι στη διάρκεια του ένατου χρόνου του πολέμου έλειψαν οι τροφές από το αχαϊκό στρατόπεδο, αυτός ήταν που πήγε να φέρει από τη Δήλο τις κόρες του βασιλιά ʼνιου.. Φρόντισε ακόμα και για την ψυχαγωγία των ελληνικών στρατευμάτων επινοώντας ένα παιχνίδι με πεσσούς. Ο Παλαμήδης είχε έτσι κερδίσει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των Αχαιών και ο Οδυσσέας, εκτός από την εχθρότητα, είχε κάθε λόγο να νιώθει και ζήλια, μια που η ύπαρξη του Παλαμήδη εμπόδιζε τον ίδιο να παινεύεται πως ήταν ο πιο εφευρετικός και πολυμήχανος μεταξύ των Αχαιών.

Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί. Κάποτε αιχμαλώτισε ο Οδυσσέας ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, τον Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. ʼφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ. Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις.

Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, έβαλε ο Οδυσσέας κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη.

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα και στο δικαστήριο που ακολούθησε δεν μπόρεσε να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του. Αφού κρίθηκε ένοχος προδοσίας, καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό.

Όταν τα έμαθε όλα αυτά ο πατέρας του Παλαμήδη, ο Ναύπλιος, ήρθε στην Τροία για να μάθει από πρώτο χέρι τι ακριβώς έγινε και να αναζητήσει τυχόν ευθύνες, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο γιος του ήταν προδότης. Όλοι οι Αχαιοί όμως τον αγνόησαν και κανείς δεν ασχολήθηκε με τους προβληματισμούς του. Τότε ο Ναύπλιος επέστρεψε στην Ελλάδα αποφασισμένος να τους εκδικηθεί με όποιον τρόπο μπορούσε. Έτσι, όσο καιρό έλειπαν οι Αχαιοί από τα σπίτια τους, επισκεπτόταν ο Ναύπλιος τις γυναίκες τους, την Κλυταιμνήστρα του Αγαμέμνονα, τη Μήδα του Ιδομενέα και την Αιγιάλεια του Διομήδη και τις ωθούσε σε συζυγικές απιστίες.

Το ίδιο προσπάθησε και με την Πηνελόπη, αλλά δεν τα κατάφερε. Μπόρεσε όμως να πείσει αρκετούς φιλόδοξους άντρες να μείνουν στο παλάτι του Οδυσσέα ως υποψήφιοι γαμπροί και να του τρώνε την περιουσία. Κι όταν αργότερα πληροφορήθηκε ο Ναύπλιος πως τέλειωσε ο πόλεμος και οι Αχαιοί γυρίζουν στην Ελλάδα, βρήκε την ευκαιρία να πάρει πιο άμεση εκδίκηση. ʼναψε φωτιές στο βουνό Καφηρέας για να νομίζουν οι Αχαιοί πως φτάνουν σε λιμάνι και να τσακίζονται πάνω στα βράχια. Κι όσοι επιζούσαν από τα ναυάγια αυτά, τους σκότωνε ο ίδιος ο Ναύπλιος.

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ( ΙΛΙΑΔΑ )

Ο Χρύσης, ο ιερέας του Απόλλωνα, έρχεται στο στρατόπεδο των Αχαιών για να εξαγοράσει την κόρη του, τη Χρυσηίδα, που είχε πιάσει αιχμάλωτη ο Αχιλλέας κατά την άλωση της Υποπλάκιας Θήβας και είχε κρατήσει ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνονας στη σκηνή ως παλλακίδα. Σύσσωμος ο στρατός των Αχαιών φαίνεται να συμφωνεί, μόνο ο Αγαμέμνονας αρνείται κατηγορηματικά, φέρεται με ασέβεια στον ιερέα και τον ξαποστέλνει με απειλές. Ο Χρύσης φεύγει οργισμένος και προσεύχεται στον Απόλλωνα παρακαλώντας τον να κάνει κακό στους Αχαιούς που τον πρόσβαλαν. Πράγματι, ο θεός παίρνει θέση έξω από το ελληνικό στρατόπεδο και ρίχνει αλύπητα τα βέλη του για εννιά μέρες, σκοτώνοντας ζώα και ανθρώπους. Τότε ο Αχιλλέας ζητάει να γίνει συνέλευση των Αχαιών, όπου ο μάντης Κάλχας αποκαλύπτει την αιτία του κακού. Για να επανορθώσουν, λέει, πρέπει να δώσουν τη Χρυσηίδα πίσω στον πατέρα της χωρίς λύτρα και να προσφέρουν στο θεό Απόλλωνα πλούσιες θυσίες.

Ο Αγαμέμνονας δέχεται να αποχωριστεί την παλλακίδα του, ζητά όμως από τους Αχαιούς να του δώσουν άλλο δώρο. Ο Αχιλλέας του αντιγυρίζει ότι δεν υπάρχουν λάφυρα που να μην έχουν μοιραστεί και πως πρέπει να κάνει υπομονή μέχρι να πέσει η Τροία. Ο Αγαμέμνονας κάνει επίδειξη δύναμης δηλώνοντας ότι θα πάρει, και με τη βία αν χρειαστεί, το δώρο όποιου Αχαιού θέλει, ακόμα και τη Βρισηίδα από τη σκηνή του Αχιλλέα. Ο καβγάς μεταξύ τους φουντώνει διαρκώς, μέχρι που κάποια στιγμή ο Αχιλλέας πάνω στο θυμό του αναρωτιέται αν πρέπει να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα εκείνη τη στιγμή. Ενώ όμως επιχειρεί να βγάλει το σπαθί του από τη θήκη, τον σταματά η Αθηνά. Ο Αχιλλέας δέχεται τελικά να δώσει τη Βρισηίδα στον Αγαμέμνονα, δηλώνει όμως ότι θα αποσυρθεί από τη μάχη.

Ο Οδυσσέας επιστρέφει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της, μιλώντας του γλυκά για να τον εξευμενίσει και η Βρισηίδα οδηγείται στη σκηνή του Αγαμέμνονα. Στενοχωρημένος ο Αχιλλέας για την προσβολή που του έγινε, ζητά από τη μητέρα του να πείσει τον Δία να αφήσει τους Τρώες να νικούν. Πράγματι, μόλις γυρίζουν οι θεοί στον Όλυμπο, η Θέτιδα μιλά στον Δία και αποσπά την υπόσχεση ότι θα ικανοποιηθεί το αίτημα του γιου της.

Ο Δίας στέλνει τη νύχτα στον Αγαμέμνονα, που κοιμάται, τον Όνειρο με τη μορφή του Νέστορα, για να του πει πως ήρθε τάχα η ώρα να κυριεύσει την Τροία. Ο Δίας βάζει μ' αυτόν τον τρόπο σε ενέργεια το σχέδιό του να ηττηθούν οι Αχαιοί, για να γίνει πιο έντονη η απουσία του Αχιλλέα από τη μάχη. Ο Αγαμέμνονας ξεγελιέται πράγματι, αλλά πριν ξεσηκώσει τους Αχαιούς για γενική επίθεση, θέλει να δοκιμάσει το ηθικό τους.

Στη συνέλευση που ακολουθεί λέει πως μάταια αγωνίζονται εννιά χρόνια τώρα και πως καλύτερα είναι να φύγουν αμέσως, όπως τον πρόσταξε ο Δίας. Οι Αχαιοί ξεγελιούνται και πάνε να ρίξουν τα καράβια στη θάλασσα.

Με την προτροπή της Αθηνάς τους σταματά ο Οδυσσέας και μόνο τον Θερσίτης που επιμένει, τον χτυπά με το σκήπτρο τόσο πολύ που βάζει τα κλάματα εκείνος και προκαλεί άφθονο γέλιο στους Αχαιούς. Η συνέλευση επαναλαμβάνεται, τώρα που η ένταση εκτονώθηκε. Μιλούν ο Οδυσσέας, ο Νέστορας και ο Αγαμέμνονας και φαίνεται πως όλοι θέλουν να συνεχίσουν τον πόλεμο, έστω και χωρίς τη συμμετοχή του Αχιλλέα, γιατί η νίκη είναι κοντά. Γίνεται λοιπόν γενικό προσκλητήριο, οι ηγεμόνες παρατάσσουν τα στρατεύματά τους και προετοιμάζονται για μάχη. Το ίδιο γίνεται και στο στρατόπεδο των Τρώων, καθώς έχουν ειδοποιηθεί από την Ίριδα ότι οι Αχαιοί ετοιμάζουν μεγάλη επίθεση.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 19/05/2003