|
ΑΡΧΑΙΑ
ΣΠΑΡΤΗ
15ον ΜΕΡΟΣ
(Συνέχεια
από το προηγούμενο)
ΑΡΧΑΙΑ
ΜΕΣΣΗΝΗ
Του Πέτρου Θέμελη
καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας
Πανεπιστημίου Κρήτης
Στη ΒΔ Μεσσηνία,
την Ιθώμη και τη γύρω περιοχή του
στενού κληρικού πεδίου, είχαν
αναπτυχθεί μικρές πόλεις πριν
από τη σπαρτιατική κατάκτηση της
χώρας στα τέλη του 8ου π.Χ. αι., η
οποία κατάκτηση διέκοψε την
εξέλιξη τους προς
πολυπλοκότερους αστικούς
σχηματισμούς. Η σπαρτιατική
κατοχή φαίνεται ότι δεν οδήγησε
ταυτόχρονα και στην πλήρη
απώλεια της ταυτότητας των
κατοίκων των περιοικίδων αυτών
πόλεων, δεν κατάφερε να
αφομοιώσει όλους τους
Μεσσηνίους. Σημαντικό ρόλο στην
αντοχή και την αντίσταση των
Μεσσηνίων ενάντια στον αφανισμό
τους έπαιξαν η διατήρηση των
τοπικών λατρειών και ιδιαίτερα
των ηρώων, η μνήμη για τα
κατορθώματα θρυλικών μορφών του
παρελθόντος, όπως ο Αριστομένης,
που σύμφωνα με την παράδοση
έδρασε κατά το Β Μεσσηνιακό
πόλεμο (640-620 π.Χ.), καθώς και ο
διακαής πόθος των Μεσσηνίων της
διασποράς για επιστροφή σε μια
ελεύθερη πατρίδα. Μετά το 369 οι
Μεσσήνιοι προσπάθησαν με ταχείς
ρυθμούς να κερδίσουν το χαμένο
έδαφος και να γεφυρώσουν το
χάσμα που είχε δημιουργήσει η
πολύχρονη σπαρτιατική κατοχή.
Εγκατέστησαν στη νέα πόλη
λατρείες του απώτερου
προδωρικού και δωρικού
παρελθόντος τους, λατρείες που
είχαν υιοθετήσει ζώντας σε
περιοχές εκτός Μεσσηνίας, καθώς
και νέες λατρείες, οι οποίες
σχετίζονταν με την πιο πρόσφατη
Ιστορία τους. Σύμφωνα με την
περιγραφή του Παυσανία (4.27.6-7),
κατά την προετοιμασία
οικοδόμησης της νέας πόλης, οι
Μεσσήνιοι πρόσφεραν θυσία στον
Ιθωμάτα Δία και τους Διόσκουρους,
ενώ οι ιερείς τους στις Μεγάλες
θεές Δήμητρα και Κόρη και τον
Καύκωνα, μυθικό ιδρυτή των
μυστηρίων της Ανδανίας, εγγονό
του Φλύου από την Αττική.
Επικαλέστηκαν σε συνέχεια από
κοινού όλους τους ήρωες και τις
ηρωίδες της χώρας και τους
ζήτησαν να επανέλθουν και να
κατοικήσουν μαζί τους στη νέα
πόλη. Ιδιαίτερα κάλεσαν την
πρώτη μυθική βασίλισσα της
Μεσσηνίας Μεσσήνη, κόρη του
βασιλέως του Αργούς Τριόπα και
σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονα, τον
Εύρυτο και τον Αφαρέα με τους
γιους του Ίδα και Λυγκέα και από
τους Ηρακλείδες τον Κρεσφόντη
και το γιο του Αίπυτο, πάνω από
όλους όμως ζήτησαν την επιστροφή
του θρυλικού ήρωα Αριστομένη.
Στο Γυμνάσιο της
Μεσσήνης είδε και περιέγραψε ο
Παυσανίας (4.32.3-6) το «μνήμα» του
Αριστομένη, που περιείχε τα οστά
του, τα μεταφερμένα
από τη Ρόδο.
Πάνω στον τάφο
του, κέντρο λατρείας του ήρωος,
τελούνταν μαντικά δρώμενα με
δεμένο σε κίονα ταύρο, ο οποίος
προοριζόταν για τη θυσία. Η
τέλεση των δρώμενων
επιβεβαιώνεται και από κείμενο
επιγραφής του 1ου αι. μ.Χ. (SEG
23.205.207). Ο Αριστομένης δεχόταν
τιμές ήρωος μέχρι και τα χρόνια
της επίσκεψης του Παυσανία, 155-160
μ.Χ., ορισμένοι μάλιστα
υποστήριζαν ότι η μητέρα του
Νικοτέλεια τον γέννησε αφού είχε
συνευρεθεί προηγουμένως με
δαίμονα ή θεό σε μορφή δράκοντα,
επιχειρώντας έτσι να του
αποδώσουν υπερανθρώπινη, θεϊκή
καταγωγή (4.14.7-8). Σε μικρή απόσταση
ΝΑ της σκηνής του θεάτρου ήλθε
πρόσφατα στο φως
παλαιοχριστιανική βασιλική. Στα
δύο πέρατα της αψίδας της κόγχης
του ιερού έχουν τοποθετηθεί δύο
ενεπίγραφα ασβεστολιθικά βάθρα
χάλκινων ανδριάντων. Το ένα
φέρει στο μέτωπο την επιγραφή [ΑΛ]έξανδρος,
ενώ το δεύτερο την επιγραφή
Αριστομένης. Η τοποθέτηση των
βάθρων Gin βάοη του τόξου δεν
είναι τυχαία. Ποιος άλλος
μπορούσε να προστατεύσει
αποτελεσματικότερα το λαμπρό
οικοδόμημα της νέας θρησκείας,
εκτός από τους δύο θρυλικούς
στρατηγούς της αρχαιότητας; Η
μορφολογική ομοιότητα των
βάθρων και ο τύπος των γραμμάτων
δείχνουν ότι είχαν ανιδρυθεί
ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο, είτε
στο παρακείμενο θέατρο είτε στην
αγορά της πόλης, και ότι η
συσχέτιση των χαμένων
ανδριάντων των δύο ηρώων είχε
προηγηθεί της χρήσης των βάθρων
τους από τους Πρώτους
χριστιανούς. Είναι εμφανής η
πρόθεση να εξομοιωθεί ο εθνικός
ήρως των Μεσσηνίων με το μεγάλο
Μακεδόνα στρατηλάτη. Στην
επιχειρηθείσα εξομοίωση δεν
έπαιξαν βέβαια ρόλο απλώς οι
καλές σχέσεις που είχαν στο
παρελθόν οι Μεσσήνιοι με τον
ίδιο τον Αλέξανδρο και τον
πατέρα του Φίλιππο, αλλά η
τεράστια φήμη και η δόξα του
Αλεξάνδρου και ο μετά θάνατον
αφηρωισμός και θεοποίηση του.
Από τις σχετικές με τον
Αριστομένη παραδόσεις,
ιδιαίτερα την παράδοση της «επιφάνειας»
του στη μάχη των Λεύκτρων και της
ανάθεσης της ασπίδας του με
επίσημα τον αετό στο μαντείο
του Τροφωνίου στη Λιβαδειά, θα
μπορούσε να συμπεράνει κανείς
ότι ο χαμένος ανδριάς του τον
παρίστανε ως ήρωα οπλίτη.
Τα θρυλικά και
παράτολμα ενίοτε κατορθώματα
του Αριστομένη και οι νικηφόρες
μάχες του ενάντια στους
Σπαρτιάτες είχαν πάρει μυθικές
διαστάσεις, απαγγέλλονταν ως
έπος, ως δημοτικό τραγούδι
κυρίως από τις Μεσσήνιες
γυναίκες, όταν ο ήρωας ήταν ακόμη
ζωντανός, όπως μας πληροφορεί ο
Παυσανίας. Το έπος άδονταν στη
Μεσσηνία για πολλούς αιώνες,
απαλύνοντας τον πόνο των
υποδουλωμένων. Οι Μεσσήνιοι,
άδοντας τα κατορθώματα του
εθνικού τους ήρωα και
συντηρώντας ταυτόχρονα τις
λατρείες τοπικών ηρώων, ασκούσαν
αντίσταση. Ήταν μια μορφή
αντίστασης, που δεν αποτολμούσε
την ανοιχτή αντιπαράθεση με τον
κατακτητή, αποδείχθηκε ωστόσο
ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς
επενεργούσε διαβρωτικά ενάντια
στο εξ,ουσιαστικό σπαρτιατικό
καθεστώς και συνέβαλλε
ταυτόχρονα στη διαμόρφωση μιας
μεσσηνιακής εθνικής ταυτότητας.
Ήταν μια μορφή «μακράς
επανάστασης» (long revolution), όπως την
αντιλαμβάνεται ο Pέϊμοντ Oυiλλαμς
(Raymond Williams) στο ομώνυμο βιβλίο του
(1989,75-76) ή μιας «πολιτισμικής
αντίστασης», όπως την όρισε ο
Μάρσαλ Σάλινς (Marshall Sahlins, Culture and
Practical Reasons, Chicago, London 1976). Ο
Παυσανίας (4.16.6-7) άκουσε να
απαγγέλλουν ακόμη στις μέρες
του το επικό αυτό ποίημα και διέσωσε
μάλιστα δύο στίχους του, έναν
εξάμετρο και έναν πεντάμετρο.
Μέσα από την «Αριστομενιάδα»,
κατά το παράδειγμα της «Αχιλληίδος»
και άλλων παρόμοιων χαμένων
επικών τραγουδιών, πρόβαλλε η
μορφή του Μεσσήνιου ήρωα,
επαινούνταν οι αρετές του, η
μεγαλοφροσύνη και το απίστευτο
θάρρος του. Θα πρέπει να
περιγράφονταν ακόμη σε αυτό η
θαυμαστή σωτηρία του από τον
Καιάδα, που ισοδυναμούσε με
επιστροφή από τον Άδη, η θυσία
εκατομφονίων στον Ιθωμάτα Δία (Παυσανίας
4.18.4-19.3), η πτώση της Είρας και η
προδοσία του Αριστοκράτη, η
κατάχωση της «παρακαταθήκης»
στην Ιθώμη, καθώς και άλλες
περιπέτειές τουυ, όπου γυναίκες
έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο. Η πιο
ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία με
τη Σπαρτιάτισσα Αρχιδάμεια,
ιέρεια της Δήμητρος στο ιερό της
Αίγιλας στη Λακωνική, η οποία τον
ελευθέρωσε από την αιχμαλωσία
όχι για χρήματα, αλλά γιατί ήταν
ερωτευμένη από καιρό μαζί του (Παυσανίας4.17.1).
Οι Μεσσήνιοι
πίστευαν γενικά ότι ο
Αριστομένης ήταν ο αγαθός τους
δαίμων, αυτός που ανάμεσα στα
άλλα συνέβαλε τα μέγιστα με την
εμφάνισή του στο να κερδίσει ο
Επαμεινώνδας την κρίσιμη μάχη
στα Λεύκτρα το 371 π.Χ., μάχη
καθοριστική για την ίδρυση της
Μεσσήνης δύο χρόνια αργότερα
στην πλαγιά της Ιθώμης (Παυσανίας
4.32.4). Η θαυμαστή επιφάνειά του
εκεί, όταν «δεν βρισκόταν πια
ανάμεσα στους ανθρώπους», αλλά
ήταν προφανώς ήδη πάρεδρος και
πρόπολος των θεών (Παυσανίας
4.32.5), σήμανε την επιστροφή της
άυλης υπόστασής του για χάρη των
Βοιωτών, την οποία ακολούθησε η
επιστροφή των φυσικών του
λειψάνων, των οστών του λίγα
χρόνια αργότερα από τη Ρόδο (Παυσανίας
4.32.3). Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί
και με τον Θησέα στη μάχη του
Μαραθώνα το 490 π.Χ. και την
επιστροφή των οστών του λίγο
αργότερα, ω 475 π.Χ., από τη Σκύρο.
Σύμφωνα με τον «μεσσήνιον λόγον»,
το μαντείο του Τροφωνίου στη
Λιβαδειά συμβούλευσε τους
Βοιωτούς να στήσουν τρόπαιο πριν
από τη μάχη στα Λεύκτρα.
αναρτώντας σε αυτό την ασπίδα
του Αριστομένη (Παυσανίας 4.32.5).
Με ανάλογο τρόπο, στη μάχη του
Μαραθώνα είχε σηκωθεί από τη γη ο
ίδιος ο Θησέας για να βοηθήσει το
λαό του (Πλούταρχος 35.5).
Οι πρόσφατες
ανασκαφές στο Γυμνάσιο της
Μεσσήνης έφεραν στο φως ιερό
ήρωος. εγκαταστημένο σε
επιφανέστατο τοπίο δίπλα στην
είσοδο στο Γυμνάσιο, είχε τη
μορφή περιβόλου, που όριζε το «άβατο»,
και περιέκλειε κτίσμα και τον
τάφο του ήρωος. Ανάλογη με του
Αριστομένη, αλλά και του
Επαμεινώνδα περίπτωση είναι
αυτή του μεγάλου στρατηγού της
Αχαϊκής Συμπολιτείας
Φιλοποίμενα του Μεγαλοπολίτη. ο
οποίος δέχτηκε ισόθεες τιμές (Διόδωρος
Σικελιώτης 29.18.1). Ένα ψήφισμα των
Μεγαλοπολιτών (IG Υ 2. 432)
αναφέρεται στην ανέγερση
αγαλμάτων του, στην κατασκευή
μνήματος στην αγορά και τεμένους,
στη θέσπιση γυμνικών και ιππικών
αγώνων, στην απόδοση ισόθεων
τιμών και στην αντίδρυση ενός
βωμού από μάρμαρο λευκό, οπού να
θυσιάζεται προς τιμήν του κάθε
χρόνο, με την ευκαιρία της εορτής
του Διός Σωτήρος, ταύρος, όπως
για τον Αριστομένη. Ο Διόδωρος
παραδίδει επί πλέον ότι «και
ύμνους κατέδειξεν άδειν τους
νέους», πράγμα που επιβεβαιώνει
κατά τον καλύτερο τρόπο την
ιδιαίτερη σχέση των ηρώων με
τούς νέους και τούς αγώνες.
Οι Μεσσήνιοι,
αγωνιζόμενοι για την ίδια τους
την ύπαρξη, δεν είχαν τη
δυνατότητα να πάρουν μέρος στους
Περσικούς πολέμους της περιόδου
490-479 π.Χ. και να μοιραστούν με
τους άλλους Έλληνες τη μνήμη της
ένδοξης απόκρουσης των βαρβάρων.
Οι μάχες στο Μαραθώνα, τις
Θερμοπύλες κατ’ τις Πλαταιές
εξακολουθούσαν να ασκούν
ιδιαίτερη αίγλη και να ξυπνούν
πατριωτικά αισθήματα στους
Έλληνες που ζούσαν κάτω από τη
ρωμαϊκή κυριαρχία. Ειδικά οι
αιώνιοι αντίπαλοι των Μεσσηνίων
Σπαρτιάτες όχι μονό καυχιόνταν
για τη συμβολή τους. σε βάρος
μάλιστα των Αθηναίων, αλλά την
πρόβαλλαν δεόντως με μνημεία,
όπως η «Περσική στοά» στην αγορά
της Σπάρτης. με ειδικές εφηβικές
τελετές και κυρίως με τα ταφικά
μνημεία των νεκρών στις
Θερμοπύλες και των
πρωταγωνιστών των Περσικών
πολέμων, όπως του ναυάρχου
Ευρυβιάδη και των ηρώων Λεωνίδα
και Παυσανία (Παυσ. 3.14-16). Για τους
Μεσσήνιους δεν απέμενε άλλη
διέξοδος παρά να αναδείξουν τον
Αριστομένη σε εθνικό τους ήρωα.
αυτόν που είχε επανειλημμένα
ταπεινώσει τους Σπαρτιάτες,
υποβάλλοντας σε δοκιμασία την
πολεμική τους αρετή, και είχε
αμαυρώσει τη φήμη τους ως
ανίκητων πολεμιστών. Η θέση του
τάφου-ηρώου του Αριστομένη μέσα
στο Γυμνάσιο και ο χάλκινος
ανδριάντας του στο Στάδιο
παραδειγμάτιζε τους εφήβους,
θυμίζοντάς τους μεταξύ άλλων το
ηρωικό μεσσηνιακό παρελθόν και
τονίζοντας την αντίθεση προς τον
αιώνιο αντίπαλο, τη Σπάρτη. Η
θητεία των εφήβων της Μεσσήνης
επί τρία χρονιά στο Γυμνάσιο
εντασσόταν μέσα στο γενικότερο
πλαίσιο των διαβατηρίων εθίμων,
που έπρεπε να τηρηθούν με
ευλάβεια προκείμενου να
περάσουν σταδιακά οι νέοι στην
τάξη των ανδρών, να γίνουν δηλαδή
πολίτες με πλήρη δικαιώματα. Η
επαφή τους με τον κόσμο των ηρώων
και των νεκρών και με τας
παραδόσεις και τις υποχρεώσεις
που αυτός συνεπάγεται
αποτελούσε μέρος των μυητικών
διαδικασιών.
ΓΕΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
andrewes α., «The government of classical Sparta», oro E. Badián
(εκ.), Ancient Society
and Institutions: Studies presented to Victor Ehrenberg on his 75th
birthday, Οξφόρδη, 1966, o. 1-20.
BOMMELAER J. F., Lysandre de Sparte. Histoire et
traditions, Boccard, Πάριοι, 1981.
boring τ. α., Literacy in Ancient Sparta, Leiden, 1979.
carlier P., La Royauté
en Grèce avant Alexandre, AECR, Στρασβούργο, 1984.
cartledge p., Sparta and Laconia. A regional history 1300-362B.C., Boston and Henley, Λονδίνο, 1979.
cartledge p. - spawforth α., Hellenistic and Roman Sparta. A Tale of Two Cities, Routledge, Λονοίνο/Νέα Υόρκη (επ. της 2ης εκδ. του 1992), 2001.
christien J., «Sparta et le Péloponnèse
après 369 B.C.», Πρακτικά Ε' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. 2, 1996-1997, ο. 433-467.
«Le mythe spartiate: Essai en historiographie»,
Λακωνικού Σπονδαί, 11, 1992, O. 93-104.
den boer W. Laconian Studies, North-Holland Publishing Co, Άμστερνταμ, 1954.
ducat J., LesHilotes, BCH
Suppl XX, Écoles française d' Athènes, Παρίσι/Αθήνα, 1990.
FlTZHARDINGE I. F., The Spartans, Λονδίνο, Thames and
Hudson Ltd, 1980.
FORREST W. G., A History of
Sparta 950-192 B.C., 2η έκδ. Duckworth, Λονδίνο, 1980.
HODKINSON S., Property and Wealth in
Classical Sparta, Duckworth with The Classical Press of
Wales. Λονδίνο. 2000.
hodkinson s. - powell a. (επιμ.). Sparta New
Perspectives, Duckworth with The Classical Press of Wales. Λονδίνο. 1999.
huxley g. l., Early Sparta, Faber &
Faber. Λονδίνο. 1962.
JONES A. H. M., Sparta, Harvard Univ.
Press. Κέμπριτζ. 1967.
KOYPINOY E., Σπάρτη: Συμβολή
στη μνημειακή τοπογραφία της. Ηορος:
Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη αρ. 3. Αθήνα. 2000.
link S., Der Kosmos Sparta, Darmstadt. 1994.
meletatos p., «Idealisation du mythe de Sparte».
Λακωνικοί Σπουδαί, 11. 1992. σ. 161- 176.
MlCHELL H., Sparta, Κεμπρίτζ. 1952.
MOSSE C., «Sparte archaïque».
PP, 28. 1973. σ. 7-20.
ΜΠΑΝΟΥ AIM.. «Η
κοιλάδα ίου Ευρώτα: To κέντρο της
Μυκηναϊκής Λακωνίας». Πρακτικά
Ε' Διεθνούς Συνεδρίου
Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ.
2. 1996-1997, ο. 17-32.
ΜΠΙΡΓΑΛΙΑΣ Ν. L' odyssee de l’ éducation spartiate, Βασιλόπουλος, Αθήνα.
1999.
«Ο Μύθος του Καιάδα». Αρχαιογνωσία,
9. 1998. ο. 207-234. «Το Σπαρτιατικό
μοντέλο εκπαίδευσης στο Γαλλικό
Διαφωτισμό». Πρακτικά Ε'
Διεθνούς Συνεδρίου
Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ.
3. 1996-1997. σ. 111-139.
«Machiavel et Sparte», Λακωνικοί Σπουδαί, 13, 1996, σ. 491-513. «Ερις
περί Αρετής», Ελληνικά, 47. 1997,
ο. 35-52.
oliva p., Sparta and her Social Problems, Ακαδημία Πράγας, Πράγα 1971.
ollier f., Le Mirage spartiate. Étude sur l' idéalisation de Sparte dans Γ Antiquité grecque, 2 τόμοι, Boccard, Πάριοι, 1933-1943.
ΠίΚΟΥΛΑΣ Γ., Οδικό δίκτυο και άμυνα, Ηορος: Η Μεγάλη Βιβλιοθήκη αρ. 2, Αθήνα, 1995.
powell α. (επιμ.), Classical
Sparta: Techniques behind her succes, Routledge, Λονδίνο, 1989.
powell a. - hodkinson S. (επιμ.), The Shadow of
Sparta, Routledge και The Classical
Press of Wales, Λονδίνο/Νέα Υόρκη, 1994.
rawson e., The Spartan Tradition in European Thought, Clarendon Press,
Οξφόρδη, 1969.
richer n., Les Éphores:
Études sur l’ histoire et sur l’ image de Sparta (Vnie-UJe s. av. J. C.), Publications de la Sorbonne, Πάριοι, 1998.
θεμελησ Π., Ηρωες και Ηρώα στη Μεσσήνη,Βιβλιοθήκη
της εν Αθήναις Αρχαιολογικής
Εταιρείας, αρ. 210, Αθήνα, 2000.
ΤΕΛΟΣ
|