|
Το
Είναι ως Γίγνεσθαι της
Ελευθερίας
Του Σάββα Μιχαήλ
Παρέμβαση
στην παρουσίαση της νέας έκδοσης
του βιβλίου στην
Στοά του Βιβλίου στις 25 Ιανουαρίου 2005
«Το Είναι και το Γίγνεσθαι» του
Ευτύχη Μπιτσάκη
1. Αιών παίς έστι
παίζων, πεσσεύων ΄ παιδός η
βασιλήιη. Ο Χρόνος, ο αιών του
Ηρακλείτου, ή, όπως θα έλεγαν
διαφορετικά οι Μοντέρνοι, η
Ιστορία παίζει παιχνίδια, συχνά
παράδοξα. Δείχνει μια μοναδική
πανουργία του Λόγου,
εμφανίζοντας το Αναγκαίο σαν
Τυχαίο, ακόμα και με την μορφή
σύμπτωσης μέσα στο χρόνο που
οδηγεί, αργότερα και στη
σύμπτωση επετείων για
φαινομενικά απόμακρα μεταξύ
τους γεγονότα.
Συμπληρώνονται
φέτος εκατό χρόνια από δύο
εντελώς διαφορετικές αλλά
εξίσου ριζικές επαναστάσεις. Το
1905 ξεσπάει η πρώτη Ρωσική
Επανάσταση, εμφανίζονται τα
πρώτα σοβιέτ στην Ιστορία και
πραγματοποιείται η «γενική
δοκιμή» της πρώτης νικηφόρας
εφόδους τον ουρανό, τον Οκτώβρη
του 1917. Την ίδια χρονιά του 1905 που
στη φωτιά της μάχης ο Λέων
Τρότσκυ θα διατυπώσει την θεωρία
της διαρκούς επανάστασης της
εποχής μας, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν θα
διατυπώσει την ειδική θεωρία της
Σχετικότητας.
Ιστορία και
Επιστήμη της Φύσης δεν θα είναι
ποτέ από εδώ και εμπρός ίδιες.
Αϊνστάιν και Σοβιέτ γίνονται τα
σημεία αντιλεγόμενα από τα οποία
θα περάσει ο άξονας των
κοινωνικών κι επιστημονικών
αναστατώσεων στον αιώνα που
πέρασε- αλλά και στον αιώνα που
άρχισε. Ορίζοντας μας παραμένει
εκείνος που άρχισε να φωτίζεται
από το λυκαυγές στον ουρανό του
1905.
Ο όρθρος της
παγκόσμιας σοσιαλιστικής
επανάστασης και της επανάστασης
στις φυσικές επιστήμες, με το
εμβληματικό δίπολο Αϊνστάιν /
Σοβιέτ δίνει και τι
συντεταγμένες
του χώρου στον οποίο θα
πορευτεί, μέσα στις περιπέτειες
της εποχής μας, και ο Ευτύχης
Μπιτσάκης, ένας κομμουνιστής
φιλόσοφος που δεν έπαψε να
αντλεί διαρκώς έμπνευση από τις
ανακαλύψεις των επιστημών της
Φύσης για την θεμελίωση του
συνταρακτικού έργου της Εξόδου
του ανθρώπου από την βαρβαρότητα
της ταξικής Προϊστορίας του.
Στην 100στή επέτειο
των πρώτων σοβιέτ και της
σχετικότητας συμπληρώνονται και
40 χρόνια από την πρώτη έκδοση το
1965, με το τίτλο τότε Φυσική και
Φιλοσοφία και με το ψευδώνυμο
Κώστας Πολίτης, του βιβλίου του Ε.
Μπιτσάκη [Ε. Μπ.]Το Είναι και το
Γίγνεσθαι που συνεχίζει να
συνοδεύει στον προβληματισμό
τους την προδικτατορική και την
μεταδικτατορική γενιά των
στοχαζόμενων αριστερών στην
Ελλάδα μέχρι και τις μέρες μας.
Πάλι κατά ένα παράδοξο
παιχνίδι του παιδός αιώνος, οι
αλλεπάλληλες εκδόσεις του
συγκεκριμένου βιβλίου
συμπίπτουν με καμπές όχι μόνο
της προσωπικής διαδρομής του
συγγραφέα αλλά και της Ιστορίας.
Η πρώτη έκδοση
έγινε το 1965, την μοιραία
χρονιά των Ιουλιανών, του
βασιλικού πραξικοπήματος
προάγγελου της επερχόμενης
απριλιανής δικτατορίας των
συνταγματαρχών. Η δεύτερη έκδοση
το 1975, με τον μόνιμο πλέον τίτλο
Το Είναι και το Γίγνεσθαι
έρχεται στο φως το 1975, αμέσως
μετά την πτώση της χούντας. Η
τρίτη το 1982, ένα χρόνο μετά την
περίφημη «Αλλαγή» στην οποία
ματαίως επενδύθηκαν οι
προσδοκίες του λαϊκού
ριζοσπαστισμού στο αδιέξοδο του
αστικού κυβερνητισμού. Η τέταρτη
έκδοση (1996) κι οι επόμενες
ακολουθούν την κατάρρευση της
ΕΣΣΔ και το μέγα τραύμα της
Ιστορίας που τη συνοδεύει.
Ο Ε. Μπ. αρνήθηκε να
ακολουθήσει το ευρύ όσο κι
εφήμερο ρεύμα των “μεταμελημένων”
και των αποστατών κι έδωσε ξανά
το μαχητικό παρόν στο ρεύμα της
νέας αντίστασης ενάντια στο
πνεύμα των καιρών της «Νέας
Τάξης» του Γκουαντανάμο και του
Αμπού Γκράϊμπ.
Το σταθερό
αίτημα που διαπερνά το έργο του Ε.Μπ.
και διαμορφώνει την υποδοχή και
την επικαιρότητα μέσα απ’ όλα τα
ζιγκ ζαγκ της
Ιστορίας είναι η αποσαφήνιση
της σχέσης ανάμεσα στην
επανάσταση στις φυσικές
επιστήμες που σημαδεύει την
εποχή μας και το ιστορικό
ζητούμενο της ίδιας της εποχής,
την σοσιαλιστική επανάσταση και
τη κοινωνική απελευθέρωση. Ο
εκδότης κι εμψυχωτής του
περιοδικού Ουτοπία ζητούσε και
ζητά να ανιχνεύσει τους δρόμους
μέσα από τους οποίους ο
Σοσιαλισμός γίνεται
πραγματικά επιστημονικός- ή,
όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch πώς
μετατρέπεται από αφηρημένη σε
συγκεκριμένη Ουτοπία.
Το πολύπλοκο
κι αντιφατικό πλέγμα σχέσεων
ανάμεσα σε επιστήμη, τεχνολογία,
φιλοσοφία και κοινωνική
πρακτική εν γένει, με την ταξική
πάλη στο κέντρο της τελευταίας,
γίνεται αντικείμενο διερεύνησης
όχι απλώς στο βιβλίο Το Είναι και
το Γίγνεσθαι αλλά σε όλη την
θεωρητική-πολιτική διαδρομή του
Μπιτσάκη τα τελευταία 40 χρόνια.
Από μιαν άποψη, η όλη
πορεία ανάπτυξης εμπεριέχεται
εν σπέρματι – σε «κυτταρική
μορφή» κατά την έκφραση του Μαρξ-
στο βιβλίο του 1965 κι οι
διαδοχικές εκδόσεις την
αποτυπώνουν. Οι σχέσεις ανάμεσα στις επιστημονικές και
τεχνολογικές εξελίξεις, τις
διαμάχες στο εσωτερικό της
φιλοσοφίας και τους κοινωνικούς
αγώνες εξετάζονται συστηματικά
και ιστορικά. Διαφαίνεται κι
έρχεται στην επιφάνεια έτσι μια
λογική διάρθρωση, μια ανιούσα
κλίμακα αλληλένδετων εννοιών
που στο συγκεκριμένο βιβλίο
αρχίζει με την φυσικο-επιστημονική
έννοια του απειροστού για να
καταλήξει στην φιλοσοφική
έννοια και το ριζοσπαστικό
αίτημα της ελευθερίας. Αυτή
είναι η μοντέρνα κλίμακα του
Ιακώβ: από τα έγκατα της ύλης και
το απειροελάχιστο στην
επαναστατική έφοδο στον ουρανό
του απείρου και την πανανθρώπινη
κομμουνιστική ελευθερία.
2. Οι ιστορικές θύελλες του 20ου
αιώνα διέλυσαν την αφελή
αισιοδοξία για την
ακατάπαυτη ανθρώπινη πρόοδο
που έθρεψε ο 19ος αιώνας με τον
επιστημονισμό του και το
θετικισμό του. Η επιστήμη κι η
τεχνολογία προχωρούν με
γιγάντια άλματα, γκρεμίζοντας το
μηχανικό κοσμοείδωλο και
συμβατικές αντιλήψεις ριζωμένες
επί αιώνες, διαμορφώνοντας όχι
μόνο μια νέα σχέση του ανθρώπου
με τον κόσμο αλλά κι ένα Νέο
Κόσμο, άγνωστο κι απειλητικό για
την ανθρώπινη ύπαρξη και την
Φύση. Επιστήμη και τεχνική ήρθαν
στο κέντρο του πολιτισμού αλλά
και της Δυσφορίας μέσα στον
Πολιτισμό, όπως την είδε ζοφερά
και διεισδυτικά ο Freud .
Οι δόκτορες
Frankestein, Calligari και Mabuse
δεν εκφράζουν μόνο την
ρομαντική Mary Shelley και τους
Γερμανούς εξπρεσιονιστές ούτε
αποκλειστικά τις επίμονες
φαντασιώσεις της αστικής
νεωτερικότητας. Είναι το κλινικό
σύμπτωμα της παρακμής της, το
προμήνυμα για τα επερχόμενα που
ξεπερνούν κάθε φάντασμα και
τη χειρότερη φοβία: τη τεχνική
της μαζικής εξόντωσης και
γενοκτονίας, τον τεχνοκρατικό
εφιάλτη του Άουσβιτς αλλά και
του Αμπού Γκράϊμπ, τη Χιροσίμα,
τον πυρηνικό τρόμο, την
οικολογική καταστροφή του
πλανήτη, την παγκοσμιοποίηση του
πολέμου υψηλής τεχνολογίας, μια
παγκοσμιοποίηση για την αφάνιση
του ίδιου του κόσμου.
Η εποχή της
αθωότητας για την επιστήμη
πέρασε ανεπιστρεπτί. Η σχέση της
με την κοινωνία( και την πολιτική
εξουσία της κοινωνίας) μπαίνει
σε οξύτατη διερώτηση. Ούτε, όμως,
η ειδική γνώση της επιστήμης
ούτε μια ειδική θεωρία της
κοινωνίας μπορούν να την
απαντήσουν. Χρειάζεται μια τρίτη
μορφή γνώσης, όπως θα έλεγε κι ο
Spinoza, που θα ενσωματώνει και θα
ξεπερνά επιστημονική γνώση
και κοινωνική θεωρία και θα
αντλεί από το σύνολο της
ανθρώπινης κουλτούρας και
ιστορικής πράξης: μια φιλοσοφία
στο ύψος των απαιτήσεων της
εποχής.
Οι απαιτήσεις
της εποχής, όμως μείνανε
ανεκπλήρωτες κι οι προσδοκίες
ναυάγησαν στους σκοπέλους της.
Στο τρίγωνο Επιστήμη-Φιλοσοφία-
κοινωνική πράξη, η κάθε πλευρά
φαίνεται να προσπαθεί να
καταβροχθίσει τις άλλες με
αποτέλεσμα να εξαφανίζεται κάθε
τρίγωνο και σχήμα. Ρεύματα της
σύγχρονης φιλοσοφίας
επιλέγουν να αγνοούν ή να
εξορκίζουν την ανάπτυξη της
επιστήμης και της τεχνικής και
εξαφανίζουν την κοινωνική-ιστορική
πράξη. Ο επιστημονισμός, από την
άλλη, καταργεί βάναυσα κάθε
φιλοσοφία θεωρώντας την σαν
μεταφυσική άνευ νοήματος και
αγνοεί την ιστορική
πραγματικότητα, ενώ ο
κοινωνιολογισμός
ανάγει τις σφαίρες της
επιστημονικής έρευνας και του
φιλοσοφικού στοχασμού σε
κατασκευές και καθορισμούς του
κοινωνικού.
Στο
ειδικότερο ζήτημα της σχέσης
φυσικών επιστημών, φιλοσοφίας
και κοινωνίας, που απασχολεί και
τον Ε.Μπ., εμφανίζονται δύο
αντίθετες κατευθύνσεις. Από τη
μια, διάφορες ποικιλίες της
αναλυτικής σχολής ζητούν να
υποκαταστήσουν την φιλοσοφία με
μια μετα-επιστήμη που θα
επεξεργάζεται και θα γενικεύει
τα αποτελέσματα των θετικών
επιστημών, ει δυνατόν σε
μαθηματική γλώσσα. Ο Quine δίνει
αυτό τον ρόλο σε μια epistemology
naturalized, μια «φυσικοποιημένη
επιστημολογία», μια θεωρία της
γνώσης των επιστημών με φυσικο-επιστημονική
μορφή. Από την άλλη διάφορες
τάσεις της κοινωνιολογίας της
γνώσης, με νεο-καντιανές
καταβολές ή και μαρξιστικές
αναφορές, ζητούν μια «κοινωνικοποιημένη
επιστημονική γνώση»- a scientific
knowledge socialized, όπου η εξέλιξη της
επιστήμης ανάγεται αποκλειστικά
σε κοινωνικούς καθορισμούς ή και
σε κοινωνικές κατασκευές
διαφόρων κοινωνικών ομάδων(και
τάξεων). Ανάμεσα στις δύο
αντίθετες κατευθύνσεις
υπάρχουν πολλοί εκλεκτικοί
συνδυασμοί τους.
Μαρξιστές σαν
τον Ε.Μπ. ζητούν ένα δρόμο
ανεξάρτητο και από τις δύο αυτές
αδιέξοδες πορείες του
θετικιστικού επιστημονισμού και
του κοινωνιολογισμού. Κάτι
τέτοιο, όμως, απαιτεί μια
χειραφέτηση του ίδιου του
Μαρξισμού από τα νεκρά
μηχανιστικά σχήματα του
παρελθόντος που συνεχίζουν να
τον εγκλωβίζουν.
3. Στις πρώτες
δεκαετίες του 20ου αιώνα
εμφανίστηκαν και στο χώρο του
Μαρξισμού εντονότατες τάσεις
αναγωγής του σε επιστημονισμό
και κοινωνιολογισμό, τάσεις που
ισχυροποιήθηκαν κι επικράτησαν
με την παντοδυναμία των
γραφειοκρατιών, πρώτα της
σοσιαλδημοκρατίας και μετά του
σταλινισμού. Ο Μπερνστάϊν
χλεύαζε την διαλεκτική κι ο
Καόυτσκυ απαιτούσε να γίνει ο
μαρξισμός «εμπειρική επιστήμη».Στο
χώρο της Τρίτης Διεθνούς, οι
αντιλήψεις για τον κοινωνικό
καθορισμό ή και την κοινωνική
κατασκευή της επιστημονικής
γνώσης εμφανίστηκαν αρκετά
νωρίς. Ο Μπουχάριν κι ο Λούκατς
αντιπροσωπεύουν τις δύο
αντίθετες πτέρυγες των θεωριών
περί κοινωνικού καθορισμού της
επιστήμης. Ο Μπουχάριν διακήρυξε
ότι η επιστημονική γνώση
αναπτύσσεται κοινωνικά
καθοριζόμενη από τις απαιτήσεις
της οικονομίας, πιο συγκεκριμένα
από τις ανάγκες ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων, που
ανάγονταν (εντελώς λαθεμένα) στα
μέσα παραγωγής.
Από την αντίθετη πλευρά, ο
Λούκατς, στη πρώτη περίοδο του,
έβλεπε την επιστήμη να
καθορίζεται από τις κοινωνικές
παραγωγικές σχέσεις,
αναγορεύοντας την ίδια την Φύση
σε «κοινωνική κατηγορία». Μια
ακόμα πιο ακραία περίπτωση
κοινωνικού αναγωγισμού ήταν
αυτή του θετικιστή Μπογδάνωφ,
θιασώτη του εμπειριοκριτικισμού
και στη συνέχεια του κινήματος
Προλετκουλτ («Προλεταριακή
Κουλτούρα»), που θεωρούσε τις
επιστήμες κοινωνική κατασκευή
των αντίπαλων κοινωνικών τάξεων.
Ο σταλινισμός,
η θεωρία και η πράξη της
γραφειοκρατίας που επικράτησε
στην ΕΣΣΔ και στο διεθνές
κομμουνιστικό κίνημα, κατάφερε
να συνδυάσει τα χειρότερα
χαρακτηριστικά των θεωριών κοινωνικού καθορισμού του
Μπουχάριν και κοινωνικής
κατασκευής του Μπογδάνωφ και να
παρουσιάσει το τερατούργημα σαν
υπέρτατο δόγμα ορθοδοξίας με το
όνομα ντιαμάτ / ιστμάτ (από τα
αρχικά των λέξεων ‘διαλεκτικός
υλισμός’ και ‘ιστορικός
υλισμός’). Από τον Μπουχάριν -που,
ας μην ξεχνάμε ήταν κι ο πρώτος
σοβιετικός θεωρητικός του «σοσιαλισμού
σε μια μόνη χώρα»- πήρε τον
μηχανικό υλισμό, τον οικονομισμό-παραγωγισμό
και την χυδαία εργαλειακή
αντίληψη περί παραγωγικών
δυνάμεων σαν παντοδύναμων
τεχνολογικών θεών της ιστορικής
εξέλιξης. Από τον Μπογδάνωφ «κληρονόμησε»
τις σκοταδιστικές προλήψεις
περί «προλεταριακής επιστήμης»
και «αστικής επιστήμης»,
ανεβάζοντας στα ύψη τον τσαρλατάνο Λυσένκο κι
εξορίζοντας στο πυρ το εξώτερον
τον Μέντελ, τον Αϊνστάιν και τον
Φρόϋντ, την Γενετική , τη θεωρία
της σχετικότητας
και την ψυχανάλυση. Το ίδιο
το Προλετκουλτ, το οποίο και ο
Λένιν και ο Τρότσκυ πολέμησαν
στις απαρχές του, μετεξελίχθηκε
σε νεκροθάφτη της επιστήμης και
της τέχνης, στο γραφειοκρατικό
τέρας του Λυσενκοϊσμού, του
Ζντανοβισμού και του
σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Κατά
μια τραγική ειρωνεία, η
ιδιοφυή αν και ανεπεξέργαστη
αντίληψη του Ένγκελς (με την
οποία συμφωνούσε απολύτως και ο
Μαρξ) για την διαλεκτική της
Φύσης μετατράπηκε σε άθεη
θεολογία, μυθικό έρεισμα και
δικαίωση της γραφειοκρατικής
πυραμίδας που έβλεπε τον εαυτό
της σαν το απαύγασμα και
ρυθμιστή των νόμων της Φύσης και
της Ιστορίας.
Ο κοινωνικός
αναγωγισμός της γραφειοκρατικής
σκέψης αλλά κι η απονέκρωση της
διαλεκτικής των παραγωγικών
δυνάμεων/ παραγωγικών σχέσεων σε
νεκρό καλούπι εκφράζει την
αυξανόμενη αποξένωση της ίδιας
της γραφειοκρατίας όχι μόνο από
την μεταβατική κοινωνία που
μετατρέπονταν σε αδιαφανή γρίφο
αλλά κι από τις κινητήριες
αντιφάσεις της, οι οποίες της
επέτρεψαν να επικρατήσει και τις
οποίες επιχειρούσε
να διαχειριστεί. Αυτή η
επιστημολογική τυφλότητα μιλάει
εύγλωττα από μόνη της για το πώς
τελικά η γραφειοκρατία έχασε
κάθε έλεγχο σε μια φαινομενικά
στάσιμη κοινωνία κι έγινε
η ίδια ο φορέας της ανοικτής
στροφής στη καπιταλιστική
παλινόρθωση και τις τυφλές
δυνάμεις της αγοράς.
Ο σοβιετικός
αντιδογματικός φιλόσοφος Β. Α.
Βαζιούλιν είχε σωστά επισημάνει
ότι οι παραγωγικές δυνάμεις κι
οι παραγωγικές σχέσεις αυτές
καθαυτές, δηλαδή
κάνοντας αφαίρεση της
ιδιαίτερης μορφής που παίρνουν
και του σταδίου ανάπτυξης τους,
ως πλευρές του κοινωνικού
οργανισμού, έχουν ιστορικότητα,
αρχή, εμφάνιση, ωρίμανση και
τέλος. Εμφανίζονται μαζί με το
σχηματισμό πλεονάσματος της
κοινωνικής εργασίας,
διαμορφώνονται μαζί με την μορφή
απόσπασης του πλεονάσματος από
τους άμεσους παραγωγούς κι
εξαφανίζονται με την ώριμη
κοινωνική επανιδιοποίηση του
πλεονάσματος από τους
ελεύθερους παραγωγούς της
κομμουνιστικής κοινωνίας.
Μέσα από μια
παρόμοια ιστορική υλιστική
προοπτική δεν μένει χώρος για
έναν ανιστορικό τεχνολογικό
ντετερμινισμό.
4. Αναμφίβολα
υπάρχει κοινωνικός καθορισμός
της επιστημονικής-τεχνολογικής
ανάπτυξης. Ο Πτολεμαίος της
αρχαιότητας κι ο Κοπέρνικος της
νεωτερικότητας, ή ακόμα, ο
Νεύτωνας κι ο Αϊνστάιν δεν θα
μπορούσαν να εμφανιστούν στην
ίδια ιστορική εποχή, στην ίδια
φάση κοινωνικής ανάπτυξης. Αυτό,
όμως δεν σημαίνει ότι η
επιστημονική γνώση καθαυτή
αναπτύσσεται
με εξωτερική κοινωνική ώθηση(externalism),
όπως δεν αναπτύσσεται, κατά την
ορθολογιστική άποψη,
αποκλειστικά από την εσωτερική
της δυναμική (internalism). Και οι δυο
μονόπλευρες προσεγγίσεις χάνουν
την διαλεκτική που αναπτύσσεται
ανάμεσα στην ιστορική ανάπτυξη
του κοινωνικού μεταβολισμού του
ανθρώπου με την Φύση, την
πρακτική-θεωρητική διείσδυσή
του στον αντικειμενικό κόσμο και
την ίδια την διαδικασία
εσωτερίκευσης του
αντικειμενικού και μετατροπής
του στο υποκειμενικό.
Ο Gideon Freudenthal (Scientific
Knowledge Socialized, Hungarian Academy of Sciences 1988 p.
210) ασκεί εύστοχη κριτική στην
κοινωνιολογία της επιστημονικής
γνώσης, νεο-καντιανής,
αναλυτικής ή ακόμα και
μαρξιστικής αναφοράς (Sohn Rethel,
Borkenau, Grossman κ. ά.) επισημαίνοντας
τρεις βασικές αδυναμίες της:
α) εξηγεί μόνο τα γενικά
χαρακτηριστικά των
επιστημονικών θεωριών β) δεν
δείχνει το πώς συνδέονται τα ήδη
δοσμένα ερμηνευτικά
παραδείγματα/πρότυπα με τον
σχηματισμό ειδικών
επιστημονικών εννοιών και γ)
αδυνατεί να εξηγήσει την
δυνατότητα απόκτησης
αντικειμενικής γνώσης. Σύμφωνα
και με το παράδειγμα του
Φρόϋντενταλ, η φυσική φιλοσοφία
του Νεύτωνα, όσο κι αν
φορτίζονταν ιδεολογικά από τις
συνθήκες του ιστορικού
συμβιβασμού του 1688 που έφερε
τον ψευδώνυμο τίτλο της Glorious
Revolution στη προσπάθειά της να
συμβιβάσει τη θρησκεία με τον
υλισμό, παρόλα αυτά διατύπωνε
μια μηχανική που υπόκειται στη
δοκιμασία του φυσικού
πειράματος και στο κριτήριο της
πράξης κι όχι απλώς σε
ιδεολογική κριτική. Αντιστοιχεί
σε ένα ορισμένο επίπεδο της
αντικειμενικής υλικής
πραγματικότητας, της Φύσης, και
σε ένα ορισμένο επίπεδο γνώσης
της αλήθειας, σε μια ορισμένη
φάση ιστορικής ανάπτυξης της
κοινωνίας όπως θα έλεγε
κι ο Ε.Μπ.
Για να
αποφευχθεί ο κοινωνιολογισμός, η
αναγωγή των φυσικο-επιστημονικών
εννοιών και της ίδιας της Φύσης (Λούκατς)
σε κοινωνικές
κατηγορίες και, τελικά, σε
σχετικιστικές κατασκευές που
στερούνται αντικειμενικής
αλήθειας, είναι αναγκαίος ένας
αυστηρός, συνεπής υλισμός που θα
αποδίδει στην αντικειμενική,
υλική, αυθύπαρκτη Φύση τα
πρωτεία, μαζί και την διαλεκτική
της. Και δεν μπορεί να υπάρξει
συνεπής υλισμός χωρίς μια
σύλληψη της διαλεκτικής μέσα στα
έγκατα της ύλης, χωρίς τη
διαλεκτική της Φύσης που δεν
έχει τίποτα να κάνει με το πτώμα
του σταλινικού ντιαμάτ. Την
κατεύθυνση αυτή έρχεται να
ενισχύσει το έργο του Ε.Μπ.
Ο Έλληνας
επιστήμονας και φιλόσοφος
αποφεύγει, μάλιστα, να δεχτεί την
ύπαρξη μίας κι αναλλοίωτης
Διαλεκτικής της Φύσης με
κεφαλαίο το Δ. Δηλώνει
κατηγορηματικά: «…δεν υπάρχει
Διαλεκτική της Φύσης: Η
διαλεκτική της φύσης
εξελίσσεται στο χρόνο, σε
αλληλεξάρτηση με το κοινωνικό
και επιστημονικό γίγνεσθαι. Κάθε
εποχή θα έχει την δική της
διαλεκτική της φύσης, άρνηση κι
ολοκλήρωση των προηγούμενων
μορφών.» (σ.162)
Η αναγνώριση της
διαλεκτικής της φύσης δεν
σημαίνει και ταύτιση της με την
διαλεκτική της κοινωνίας ή την
διαλεκτική της σκέψης. Αυτό το
είδος αναγωγισμού που
χαρακτήριζε τα σταλινικά
εγχειρίδια δεν είναι παρά
μηχανικός υλισμός καθώς
εκπίπτει σε υποκειμενικό
ιδεαλισμό.
Για να
αποφευχθεί ο επιστημονισμός, ο
φυσικαλισμός (physicalism), ο φυσικός
ιδεαλισμός, ο βιολογισμός, κάθε
μορφή αναγωγής των κοινωνικών
κατηγοριών σε φυσικομαθηματικές
ή βιολογικές
έννοιες είναι αναγκαία η σαφής
διάκριση του κάθε επίπεδου της
πραγματικότητας στην αυτονομία
του και την αλληλοσύνδεσή του,
την μετάβασή του στο άλλο.
Υπάρχει ενότητα, όχι ταυτότητα
όπως λένε οι ιδεαλιστές, ενότητα
και διαφορά της Φύσης και της
κοινωνίας, του Είναι και της
Σκέψης, της αντικειμενικής
διαλεκτικής και της
υποκειμενικής διαλεκτικής, αντίφαση,
διαμεσοποίηση, μετάβαση
από το ένα στο άλλο,
εναντιοδρομία και εναντιοτροπή, για
να χρησιμοποιήσουμε τους όρους
του Ηρακλείτου.
5. Το εγχείρημα του
Ε. Μπιτσάκη εγγράφεται σε μια
τέτοια κατεύθυνση. Εμφανίζεται
πριν 40 χρόνια κι αναπτύσσεται
μέσα στους όρους μιας διπλής
κρίσης : της κρίσης του
σταλινισμού, έκδηλης πια μετά το
1956, και της κρίσης του
νεοθετικισμού που η
αλληλοδιαδοχή νέων ποικιλιών
του αδυνατούν να του δώσουν νέα
πνοή. Και η σταλινική
αποστέωση της θεωρίας και η
στειρότητα του
νεοθετικισμού μπαίνουν σε
δοκιμασία με τις ραγδαίες
προόδους των επιστημών που
θέτουν το ζήτημα, όπως έλεγε ο
Ένγκελς, μιας «επαναστατικοποίησης
της μορφής του υλισμού», ένα
αίτημα-πρόκληση που μένει
αναπάντητο, απωθείται ή κι
απορρίπτεται ασυζητητί για να
επιστρέψει σαν παθολογικό
σύμπτωμα, σαν ολοένα πιο
βίαιη επιστροφή του
απωθημένου.
Ο Ε.Μπ.
αναζητά, ιδιαίτερα μέσα από ένα
συνεχή διάλογο με Γάλλους
μαρξιστές κι επιστήμονες, μια
διέξοδο πέρα κι ενάντια στα
αδιέξοδα του σταλινικού
δογματισμού και του αστικού
νεοθετικισμού.
Πιο
συγκεκριμένα αναζητά :
• Μια Οντολογία
χωρίς Μεταφυσική, βασισμένη στη
διαλεκτική της φύσης όπως αυτή
συνάγεται και τεκμηριώνεται από
τις τελευταίες εξελίξεις των
φυσικών επιστημών
• Μια διαλεκτική
οδό, για την ακρίβεια Δρόμους της
Διαλεκτικής μέσα σε μια εποχή
μετάβασης και κρίσης της
μετάβασης
• Μια θεωρία του
Είναι ως Γίγνεσθαι που θα οδηγεί
στη γνώση των νόμων κίνησης του
φυσικού και του ιστορικού κόσμου
και σε μια θεωρητικά
καθοδηγημένη συλλογική πολιτική
πράξη αλλαγής
του.
Οι τρεις πλευρές
του εγχειρήματος είναι
αλληλένδετες και μεταπίπτουν η
μία στην άλλη: μια οντολογία
χωρίς μεταφυσική δεν μπορεί παρά
να προκύπτει από τους
διαλεκτικούς δρόμους που
χαράζει το ίδιο το φυσικό, υλικό,
ιστορικό Είναι μέσα στον εαυτό
του μέσα στην αέναη μεταβολή του
ως Γίγνεσθαι.
Προϋποθέσεις
για μια Οντολογία χωρίς
Μεταφυσική είναι τρεις ρήξεις
• Η υλιστική
ρήξη με τον ιδεαλισμό: η
αναγνώριση του Είναι ως Φύσης, ως
Ύλης που διέπεται από την αρχή
της αντικειμενικότητας και της
αυθυπαρξίας.
• Η ρήξη με την
ταύτιση της φιλοσοφικής
αντίληψης περί
ύλης του διαλεκτικού υλισμού με
τις διάφορες ειδικές
επιστημονικές θεωρίες για την
δομή της ύλης και συνεπώς
απόρριψη κάθε τάσης μετατροπής
της επιστήμης σε ancilla philosophiae,
ιδιαίτερα σε υπηρέτρια κι
απολογητή της επίσημης κρατικής
«φιλοσοφίας» και πολιτικής, όπως
επί σταλινισμού.
• Η ρήξη με κάθε
στατική αντίληψη περί Είναι κι
ως εκ τούτου με κάθε μεταφυσική
οντολογία.
Η τρίτη αυτή ρήξη
συνεπάγεται αυτό που ο όψιμος
Πλάτων ονόμασε στον Σοφιστή «πατροκτονία
του Παρμενίδη», καθώς απαιτεί
την διάβαση μέσα από την
σκοτεινή οδό του Μη Όντος που η
παρμενίδεια αρχή απαγόρευε ρητά.
Σ’ αυτή την οδό
βάδισε διστακτικά ο αρχαίος
διαλεκτικός και με άλματα ολοένα
πιο τολμηρά στους Μοντέρνους
Καιρούς οι πρωτοπόροι της
διαλεκτικής, προπαντός ο Χέγκελ
και ο
Μαρξ.
6. Μόνο μέσα από την
απαγορευμένη από τον Παρμενίδη
οδό είναι δυνατό να συλληφθεί
μια διαλεκτική της
αρνητικότητας και να
αποκαλυφθεί το Είναι μέσα από
την ενότητα και διαφορά του με το
Μηδέν, όπως τονίζει στην
Επιστήμη της Λογικής του ο
Χέγκελ, ως Γίγνεσθαι.
Το Είναι χωρίς το
Μηδέν, χωρίς εμμενή αυτο-άρνηση,
παγώνει σε ασάλευτη νεκρή
αφαίρεση, εξαφανίζοντας κάθε
Γίγνεσθαι. Το καθαρό Είναι της
κλασικής οντολογίας, όπως
διεισδυτικά έδειξε ο Χέγκελ,
είναι τόσο στερημένο
προσδιορισμών όσο και το καθαρό
Μηδέν κι ως εκ τούτου είναι
ταυτόσημα. Το Είναι υπάρχει μόνο
στην ενότητά του με το Μηδέν μέσα
στο Γίγνεσθαι.
Αυτή η ενότητα
του Είναι και του Μηδενός που
συνιστά το Γίγνεσθαι δεν είναι,
όπως τονίζει ο Χέγκελ, αφηρημένη
και μονόπλευρη. Εμπεριέχει την
διαφορά τους μέσα στην ενότητα.
Το Είναι και το Μηδέν υπάρχουν
στην αμοιβαία σχέση τους
εξαφανιζόμενα το ένα στο άλλο, ως
στιγμές του Γίγνεσθαι. «Το
Γίγνεσθαι είναι η ενότητα ως
εξαφάνιση ή η ενότητα [του Είναι
και του Μηδενός] στον
προσδιορισμό του Μηδενός» (Επιστήμη
της Λογικής Ι, 3 σ.81). Με άλλα λόγια
είναι η κίνηση της εξαφάνισης
του Είναι στο Μηδέν και
αντίστροφα, της εξαφάνισης της
εξαφάνισης. Η σχέση τους είναι
αυτή η διαρκής εξαφάνιση του
ενός στο άλλο:
«Δεν υπάρχει τίποτα που να
μην είναι γίγνεσθαι, που να μην
βρίσκεται σε μια ενδιάμεση
κατάσταση ανάμεσα στο είναι και
το μηδέν» (σ.78) Το Γίγνεσθαι είναι
«η ασταμάτητη Αστάθεια που
καταποντίζεται σε σταθερό
αποτέλεσμα» (σ.80), η αέναη
Αναταραχή, η διαρκής αναστάτωση
που αυτοαναιρείται σε μια
προσωρινή σταθερότητα, η οποία
με τη σειρά της καταρρέει.
Στιγμές του Γίγνεσθαι είναι το
εμφανίζεσθαι (Entstehen) και το
εξαφανίζεσθαι (Vergehen) και το, όπως
στη χεγκελιανή φιλοσοφική
γλώσσα μεταπλάθονται η
αριστοτελική γένεσις και φθορά.
Μέσα από την
διαλεκτική αυτή της εξαφάνισης
και της εξαφάνισης της
εξαφάνισης – της negatio negationis- το
Μηδέν παύει να είναι απλώς
το nihil privativum, το στερητικό
μηδέν, το σχετικό μη όν και
γίνεται το Αρνητικό, «η κινούσα
ψυχή», όπως το ονομάζει ο Χέγκελ
στη Φαινομενολογία του
Πνεύματος. Η άρνηση υπερβαίνει
τα όρια της πρώτης φάσης της ως
τυπικής άρνησης και γίνεται
απόλυτη άρνηση, η άρνηση ως
στιγμή σύνδεσης και ανάπτυξης. Η
διαλεκτική της αρνητικότητας, η
οντολογία του αρνητικού όπως την
ονομάζει η Gwendolyn Jarczyk, είναι το
τέλος της κλασικής οντολογίας
κι η αφετηρία μιας
οντολογίας χωρίς μεταφυσική.
Η διαλεκτική της
αρνητικότητας στον Χέγκελ
στρεβλώνεται ανεπανόρθωτα από
τον ιδεαλισμό του. Με την
υλιστική αναστροφή της κι
επανεπεξεργασία από τον Μαρξ
αποκαλύπτεται σαν κινητήριο πυρ
της Φύσης και της Ιστορίας. Στον
Χέγκελ οδηγούσε στην
απελευθέρωση της Ιδέας από την
έκπτωσή της στην Φύση. Στον Μαρξ
το βασίλειο της ελευθερίας όπου
«η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός
θα είναι ο όρος για την ανάπτυξη
όλων» (Κομμουνιστικό Μανιφέστο)
δεν είναι η απορρόφηση της Φύσης
στο Πνεύμα αλλά η υλική Naturresurrektion,
«η αληθινή ανάσταση της Φύσης, η
φυσικοποίηση του ανθρώπου κι ο
εξανθρωπισμός της Φύσης» (Κ. Μαρξ,
Οικονομικά και Φιλοσοφικά
Χειρόγραφα 1844 σ.98).
7. Στη Φύση πρέπει να
αναζητήσουμε- όχι να ανάγουμε-
τις υλικές ρίζες, την αφετηρία
της Ελευθερίας. Ανάμεσα στην
αφετηρία και το αποτέλεσμα
ξετυλίγεται μια ολόκληρη
ανοιχτή κι αντιφατική
διαδικασία που απαιτεί να
αναζητηθούν και να ανακαλυφθούν
διαμεσολαβήσεις, η ίδια η λογική
της μετάβασης.
Αυτούς τους
κόμβους του πυκνού δικτύου
σχέσεων ανάμεσα σε Φύση και
Ελευθερία επιχειρεί να
ανιχνεύσει και το βιβλίο Το
Είναι και το Γίγνεσθαι. Η ίδια η
σειρά κι οι τίτλοι των κεφαλαίων
δείχνει την αλληλοσύνδεση, την
εσωτερική συνάφεια, την λογική.
Ο Ε. Μπ. ξεκινάει από
το Είναι που το δέχεται σαν
υλιστής ως Φύση, ύλη
αντικειμενική κι αυθύπαρκτη. Και
συνεχίζει: «Αλλά η φύση υπάρχει
ως γίγνεσθαι. Έτσι το γίγνεσθαι
είναι ο τρόπος ύπαρξης του είναι»
(σ.18). Η κίνηση είναι «ενδογενής
ιδιότητά της ύλης», ο τρόπος
ύπαρξής της. Υπενθυμίζοντας τις
καίριες επισημάνσεις του Χέγκελ
και του Λένιν στα Φιλοσοφικά
Τετράδια ότι η κίνηση είναι «η
ουσία του χώρου και του χρόνου»,
«η ενότητα της συνέχειας (του
χώρου και του χρόνου) και της
ασυνέχειας (του χώρου και του
χρόνου)» αναδεικνύεται ότι
κίνηση είναι η υπάρχουσα
αντίφαση, ενότητα αντιθέτων.
«Η κίνηση»
γράφει ο Μπιτσάκης «πραγματοποιείται
χάρη στην αλληλεπίδραση. Αλλά
και η αλληλεπίδραση γεννιέται
χάρη στη κίνηση. Τα πράγματα
συνδέονται έτσι σε έναν ενιαίο
αλληλοκαθορισμό» (σ.130) Οι
έννοιες της αλληλεπίδρασης και
του ενιαίου
αλληλοκαθορισμού οδηγούν στην
έννοια της Ολότητας που για τον Ε.
Μπ. είναι «η σύνθεση της ενότητας
και της αρνητικότητας […] δεν
αποτελεί ταυτότητα. Είναι
κατάσταση εν κινήσει, γίγνεσθαι.
Είναι ένα όλον που εμφανίζεται,
αναπτύσσεται κι εξαφανίζεται
και στο βάθος αυτής της κίνησης
δρα η αντίθεση, η οποία αποκτά
νόημα συντηρούμενη από την
ενότητα κι αντιπαλεύοντας την» (σ.
134).
Στη συνέχεια ο Ε. Μπ.
θέτει το ερώτημα εάν η Φύση είναι
ολότητα και κάνει την ζωτική
διευκρίνιση- ζωτική και
απαραίτητη τόσο απέναντι σε
αυτούς που σαν τον Λούκατς
αναγορεύουν την ολότητα σε
πρωταρχική και κυρίαρχη
κατηγορία της διαλεκτικής όσο
και σ’ εκείνους της σχολής
Βαζιούλιν που αμφισβητούν την
διαλεκτική της Φύσης θεωρώντας
ότι η τελευταία δεν αποτελεί
οργανικό όλο:
«Αν την ολότητα τη
εννοήσουμε ως κατάργηση των
επιπέδων οργάνωσης και των
ποιοτικών ιδιομορφιών, τότε η
φύση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με
ολότητα. Η φύση θα μπορούσε να
θεωρηθεί ως ολότητα μόνο με την
έννοια της υλικής της ενότητας,
της αλληλεξάρτησης των μορφών
και των επιπέδων της» (ό. π. π.)
Η καθολική
αλληλοσύνδεση, ο δεσμός απάντων
που έβλεπε ο Ηράκλειτος, είναι η
φυσική αναγκαιότητα που μέρος
της μόνον, όπως τόνιζε ο Λένιν,
αποτελούν οι σχέσεις αιτιότητας
μέσα από τις οποίες , όπως
σημείωνε πάλι ο μεγάλος
μπολσεβίκος επαναστάτης και
θεωρητικός, συλλαμβάνουμε στην
εσωτερική συνάφεια της «την
κίνηση της ύλης και αντίστοιχα
την κίνηση της Ιστορίας» (Φιλοσοφικά
Τετράδια τ. 38 σ. 161).
Ο Ε. Μπ.
επιμένει αρκετά στα ζητήματα της
αιτιότητας και
της αιτιοκρατίας στο χώρο της
σύγχρονης φυσικής, στην
αντιπαράθεση τόσο με την
μηχανιστική αιτιοκρατία όσο και
τον ιντετερμινισμό, τον
φετιχισμό της απροσδιοριστίας.
Ξεπερνώντας την πρώτη δεν
διολισθαίνει στον δεύτερο,
αναδεικνύοντας την ύπαρξη και
λειτουργία νομοτέλειας στη Φύση
(και στην Ιστορία). Οι νόμοι
κίνησης της ύλης δεν είναι
αναλλοίωτες κανονικότητες που
επιβάλλονται από τα έξω στη ροή
των πραγμάτων αλλά σχετική,
ιστορικά μεταβαλλόμενη, μερική
αλλά ουσιαστική έκφραση
αντικειμενικών αναγκαίων
εσωτερικών σχέσεων της
καθολικής αλληλοσύνδεσης της
Φύσης.
Ο Ε.Μπ.
αποφεύγει την απολυτοποίηση της
αναγκαιότητας και την μονομερή
αποκοπή της από το τυχαίο, ως
μορφή εμφάνισής της. Κρατάει τις
αποστάσεις του από τον Σπινόζα
και από μια ορισμένη ανάγνωση
της περίφημης Πρότασης ΧΧΙΧ του
Πρώτου Μέρους της Ηθικής: In rerum
natura nullum datur contigens…Στη φύση των
πραγμάτων δεν υπάρχει τίποτα το
ενδεχόμενο…
Η εξαφάνιση του
ενδεχόμενου εμφανίζει την
αναγκαιότητα αιώνια και την
ελευθερία αδύνατη. Η εξαφάνιση
της εξαφάνισης του ενδεχόμενου,
όμως, οδηγεί στο άλμα στο
βασίλειο της ελευθερίας.
8. Κακόν ανάγκη, έλεγε ο
Επίκουρος, για να συμπληρώσει
αμέσως αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην
μετά ανάγκης!
Δεν προκαλεί
έκπληξη βλέποντας εκ των υστέρων
το έντονο ενδιαφέρον του Μαρξ
στα πρώτα βήματά του για τον
Επίκουρο και την αντίληψή του
για την δύναμη του ενδεχόμενου,
την παρέγκλισι, την declinatio rectae lineae,
την απόκλιση των ατόμων από την
ευθεία γραμμή κι από την τυφλή
αναγκαιότητα που έβλεπε -πριν
αυτοτυφλωθεί κατά τον θρύλο- ο
Δημόκριτος. Ο Μαρξ, όμως δεν
παραλείπει να τονίσει και την
ουσιαστική και μέγιστη διαφορά
του από το Επίκουρο: ενώ ο
αρχαίος σοφός του Κήπου ζητούσε
την ελευθερία από το Είναι, ο
μοντέρνος ανατροπέας ζητά την
ελευθερία μέσα στο Είναι.
Η ελευθερία, όπως
έγραφαν ο Χέγκελ κι ο Ένγκελς (κι
επαναλαμβάνει συμφωνώντας κι ο Ε.Μπ.)
δεν είναι η αγνόηση της
αναγκαιότητας αλλά η γνώση της. Η
ανίχνευση της διαλεκτικής του
αναγκαίου και του ενδεχόμενου
φέρνει στο φως τις δυνατότητες
που κυοφορούν οι αντιφάσεις μέσα
στην ουσία των πραγμάτων. Η γνώση
τους, η σύλληψη αυτού που δεν
υπάρχει ακόμα ανοίγει τον δρόμο
και καθοδηγεί μια αντικειμενική
πράξη υπέρβασής της, δημιουργίας
αυτού που η φυσική αναγκαιότητα
από μόνη της δεν θα δημιουργούσε
ποτέ χωρίς την παρέμβαση του
ανθρώπου, ο οποίος αναδύεται
έτσι ως υποκείμενο.
H ίδια η επιστήμη,
μέσα σ’ αυτή την προοπτική,
πρέπει να κατανοηθεί, όπως
γράφει κι ο Ούγγρος μαρξιστής
φιλόσοφος Imre Hronszky, ως «αναπόσπαστο
μέρος της κριτικής πράξης αυτό-δημιουργίας
της ελεύθερης ανθρωπότητας» (βλ.
Scientific Knowledge socialized ο. π. π. σ. 116)
Χωρίς
αναγκαιότητα δεν υπάρχει
ελευθερία. Ανάμεσα στην πρώτη
και την δεύτερη, το αντίθετό της,
υπάρχει ό,τι ονομάστηκε
Γίγνεσθαι, η εξαφάνιση κι η
εξαφάνιση της εξαφάνισης. Δεν
πρόκειται για απλή, τυπική
άρνηση. Αυτή την άρνηση ο μέγας
διαλεκτικός ποιητής, ζωγράφος
και επαναστάτης William Blake την
ονόμαζε φάντασμα, Specter, αφαίρεση.
Η απελευθερωτική, όμως,
εξαφάνιση, το Γίγνεσθαι της
Ελευθερίας εξαφανίζει τα
φαντάσματα που στοιχειώνουν την
ανθρωπότητα και
συγκεκριμενοποιεί την αφηρημένη
Ουτοπία, την σκιά των
μελλούμενων και των αόρατων
ελπιζομένων
All that can be annihilated must be annihilated
That the Children of Jerusalem may be saved from
slavery
There is a Negation &there is a Contrary
The Negation must be destroyed to redeem the Contraries…
Όλα όσα μπορούν να
εκμηδενιστούν πρέπει να
εκμηδενιστούν
Για να μπορέσουν
τα παιδιά της Ιερουσαλήμ να
σωθούν από την σκλαβιά
Υπάρχει Άρνηση κι
υπάρχει Αντίθετο
Η Άρνηση πρέπει να
καταστραφεί για να λυτρωθούν τα
Αντίθετα…
(W. Blake, Milton)
23-25
Ιανουαρίου 2005
* Παρέμβαση στην παρουσίαση
της νέας έκδοσης του βιβλίου
στη Στοά
του Βιβλίου στις 25 Ιανουαρίου
2005
|