|
Ο Μεγάλος Ανατολικός Βιβλίο |
|||
|
|
Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ παρουσιάζει σήμερα το βιβλίο του Claudio Katz εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη (2003) με τίτλο "Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα".
Μετάφραση από τα γαλλικά Τίτλος πρωτοτύπου: Limperialisme du XXIe siθcle Από το Inprecor, αρ.474, Σεπτέμβριος 2002 Εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη Εμμανουήλ Μπενάκη 71, 106 81 Αθήνα τηλ.και fax 210-3301297 e-mail: spartakos@okde.org Αθήνα 2003 Τιμή: 3 Ευρώ Περιεχόμενα Εισαγωγή 5 Α. Ο ιμπεριαλισμός ως αναγκαία θεωρία για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου
6 Μια εξήγηση της παγκόσμιας πόλωσης 6 Οι αντιφάσεις των περιφερειακών οικονομιών 8 Πολιτικός επανεποικισμός 11 Ο στρατιωτικός παρεμβατισμός 13 Ο νεοφιλελεύθερος φαταλισμός 15 Αυτοκρατορική υπερεθνοποίηση 16 Τάξεις και Κράτη Ι 18 Επιστροφή στον βιομηχανικό καπιταλισμό; 20 Β. Τρία μοντέλα για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό
23 1. Οι αλλαγές του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού 25 2. Η υπερεθνική υπερβολή 29 Τάξεις και κράτη ΙΙ 32 3. Τα λάθη του «υπεριμπεριαλισμού» 34 Ένας συνδυασμός των τριών μοντέλων 37 Γ. Για μια στρατηγική απέναντι στον ιμπεριαλισμό
40 Τέσσερεις πολιτικές προκλήσεις 43 Σημειώσεις
48 Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη μελέτη του ιμπεριαλισμού άλλαξε το πλαίσιο της διαμάχης για την παγκοσμιοποίηση, η οποία εστιαζόταν, μέχρι σήμερα, αποκλειστικά στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού και τα νέα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης. Η αντίληψη
που είχε αναπτυχθεί από τους κύριους θεωρητικούς του μαρξισμού του 20ου αιώνα -ευρέως διαδεδομένη κατά τη δεκαετία του ΄70- προσελκύει και πάλι το ενδιαφέρον των ερευνητών λόγω της επιδείνωσης της κοινωνικής κρίσης στον Τρίτο Κόσμο, της αύξησης των ένοπλων συρράξεων και του θανάσιμου
ανταγωνισμού των εταιρειών. Εννοιολογικά, η ιδέα του ιμπεριαλισμού εμπεριέχει δύο τύπους προβλημάτων: αφενός τις ισχύουσες σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των καπιταλιστών του κέντρου και των λαών της περιφέρειας και αφετέρου τις σχέσεις που επικρατούν μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών
δυνάμεων σε κάθε στάδιο του καπιταλισμού. Ποια είναι, όμως, η επικαιρότητα αυτής της θεωρίας; Σε τι μπορεί να συμβάλει στη διασαφήνιση της σημερινής πραγματικότητας; Η πόλωση των εισοδημάτων επιβεβαιώνει τη σημασία της θεωρίας, με την αρχική της έννοια. Όταν η περιουσία 3 πολυεκατομμυριούχων ξεπερνάει το Α.Ε.Π. 48 κρατών και όταν κάθε τέσσερα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος της περιφέρειας πεθαίνει από πείνα, είναι πολύ δύσκολο
να κρυφτεί το γεγονός ότι το χάσμα μεταξύ των αναπτυγμένων και των υπανάπτυκτων χωρών αυξάνεται υπακούοντας στις σχέσεις καταπίεσης. Σήμερα, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η ασυμμετρία δεν είναι ένα «περαστικό» φαινόμενο, το οποίο θα διορθωθεί από την «κάθαρση» που θα
επιφέρουν τα ευεργετήματα της παγκοσμιοποίησης. Τα κράτη της περιφέρειας όχι μόνο είναι οι «χαμένοι» της παγκοσμιοποίησης, αλλά υφίστανται και μια εντατικοποίηση της διαφυγής των εσόδων τους, η οποία ιστορικά είναι η αιτία του φρεναρίσματος της ανάπτυξής τους. Αυτή η απομύζηση έχει προκαλέσει την αύξηση της μιζέριας στο έπακρο στα 49 φτωχότερα έθνη και μεγάλες στρεβλώσεις στη μερική συσσώρευση των εξαρτώμενων ημι-βιομηχανικών χωρών. Σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση, η ευημερία των κλάδων που εντάσσονται στη διεθνή
κατανομή εργασίας εκμηδενίζεται από τον εκφυλισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων που απευθύνονται στην εσωτερική αγορά. Η ανάλυση του ιμπεριαλισμού δεν προσφέρει μια συνωμοσιολογική ερμηνεία της υπανάπτυξης ούτε απαλλάσσει τις τοπικές κυβερνήσεις από τις ευθύνες για αυτήν την κατάσταση. Απλώς, παρουσιάζει μια εξήγηση για την πόλωση της συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα και
τη μείωση των πιθανοτήτων να απαλυνθεί αυτή η συσσώρευση μεταξύ ανόμοιων οικονομιών. Το περιθώριο της επιταχυνόμενης ανάπτυξης, το οποίο επέτρεψε κατά τον 19ο αιώνα στη Γερμανία και την Ιαπωνία να ενταχθούν στην ομάδα των ισχυρών -αποτελούμενη μέχρι τότε από τη Γαλλία και τη Μεγάλη
Βρετανία-, δεν υπάρχει πλέον σήμερα για τη Βραζιλία, την Ινδία ή την Κορέα. Ο παγκόσμιος χάρτης, όπως είναι διαμορφωμένος, χαρακτηρίζεται από μια «σταθερή αρχιτεκτονική» του κέντρου και μια «μεταβλητή γεωγραφία» των υπανάπτυκτων χωρών, ενώ οι μόνες επιτρεπτές τροποποιήσεις
αφορούν στην περιφερειακή θέση κάθε εξαρτημένης χώρας1. Η θεωρία του ιμπεριαλισμού αποδίδει αυτές τις ασυμμετρίες στη συστηματική μεταφορά της αξίας που δημιουργείται στην περιφέρεια προς τους καπιταλιστές του κέντρου. Αυτή η μεταφορά συγκεκριμενοποιείται μέσω της επιδείνωσης των όρων του εμπορίου, της
απορρόφησης των οικονομικών εσόδων και της απόδοσης των βιομηχανικών κερδών. Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτής της απομύζησης είναι η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των διοικούντων τάξεων της περιφέρειας και οι αυξανόμενες στρατιωτικές παρεμβάσεις του στρατού της Βορείου Αμερικής.
Αυτές οι τρεις πλευρές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού φαίνονται καθαρά στην λατινοαμερικάνικη πραγματικότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 90, η Λατινική Αμερική υφίσταται τις συνέπειες της κατάρρευσης των «αναπτυσσόμενων αγορών». Το μεγαλύτερο μέρος των εθνών υποφέρουν, εγκλωβισμένα σε βαθιά οικονομική κρίση, της οποίας είχε προηγηθεί μαζική διαφυγή κεφαλαίων,
ενώ ακολούθησαν υποτιμήσεις που ενδυνάμωσαν τον πληθωρισμό και μείωσαν την αγοραστική δυνατότητα. Αυτή η κατάρρευση προκάλεσε χρεοκοπίες τραπεζών, ενώ η κρατική παρέμβαση για τη σωτηρία τους αύξησε το δημόσιο χρέος. Το γεγονός αυτό δυσκόλεψε κατά πολύ την καταφυγή σε πολιτικές που
θα οδηγούσαν στην ανόρθωση της οικονομίας και αύξησαν την απώλεια της νομισματικής και οικονομικής κυριαρχίας. Αυτές οι κρίσεις είναι αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και όχι μόνο της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι οποίες εφαρμόστηκαν εξίσου και στις κεντρικές χώρες. Η οικονομική κατάρρευση των λατινοαμερικάνικων χωρών της περιφέρειας είναι
σαφώς βαθύτερη από τα φαινόμενα αστάθειας που παρατηρήθηκαν στις Η.Π.Α., την Ευρώπη ή την Ιαπωνία, γιατί χαρακτηρίστηκε από την περιοδική πτώση των τιμών των εξαγόμενων πρώτων υλών, την περιοδική διακοπή πληρωμών του χρέους και την εξάρθρωση της τοπικής βιομηχανίας. Η περιφέρεια είναι
πιο ευάλωτη απέναντι στις διεθνείς οικονομικές αναταραχές, γιατί ο οικονομικός της κύκλος εξαρτάται από το επίπεδο της δραστηριότητας των προηγμένων οικονομιών. Ωστόσο, η πορεία προς την παγκοσμιοποίηση φέρνει στην επιφάνεια αυτήν την ευθραυστότητα, διευρύνοντας τον τεμαχισμό της
βιομηχανικής δραστηριότητας, συγκεντρώνοντας την εξειδικευμένη εργασία στις κεντρικές χώρες και μεγαλώνοντας τις διαφορές στο επίπεδο της κατανάλωσης. Η ιμπεριαλιστική κυριαρχία επιτρέπει στις αναπτυγμένες οικονομίες να μεταφέρουν ένα μέρος της δικής τους αστάθειας προς τις εξαρτημένες χώρες. Αυτή η μεταφορά εξηγεί τον ασύμμετρο και μη γενικευμένο χαρακτήρα της εξελισσόμενης οικονομικής ύφεσης αυτή τη
χρονική στιγμή. Αν και στην περιφέρεια καταγράφεται μια κρίση αντίστοιχη με αυτήν του 1930, αυτή η κατάσταση αποτελεί απλό ενδεχόμενο για τις χώρες του κέντρου. Οι ίδιες πολιτικές ιδιωτικοποίησης δεν παρήγαγαν τις ίδιες απώλειες σε όλες τις περιοχές. Ο θατσερισμός αύξησε τα επίπεδα της
φτώχιας στη Μ.Βρετανία, αλλά στην Αργεντινή προκάλεσε υποσιτισμό και ανέχεια. Η αύξηση του χάσματος εισοδημάτων, μείωσε τους μισθούς στις Η.Π.Α., αλλά στο Μεξικό προκάλεσε μιζέρια και μαζική μετανάστευση. Το εμπορικό άνοιγμα αδυνάτισε την ιαπωνική οικονομία, αλλά εκμηδένισε τον
Ισημερινό. Αυτές οι διαφορές οφείλονται στο δομικό χαρακτήρα κάθε χώρας, κεντρικό ή περιφερειακό, όπως αυτός διαμορφώνεται στην παγκόσμια τάξη. Η εξάρτηση είναι ο κύριος λόγος της βαθιάς οικονομικής ύφεσης στη Λατινική Αμερική από το μέσο της δεκαετίας του 90, παρά τη σύντομη ανάπαυλα που προκάλεσε η βραχυπρόθεσμη εισροή και επένδυση κεφαλαίων. Η περιοχή έπεσε εκ νέου στις δραματικές συνθήκες της «χαμένης
δεκαετίας» του 80. Το Α.Ε.Π. της περιοχής καθηλώθηκε σε τιμές της τάξης του 0,3%, τον προηγούμενο χρόνο, και θα κυμανθεί γύρω στο 0,5% το 2002. Μετά από τέσσερα χρόνια καθαρής εξόδου κεφαλαίων, οι ξένες επενδύσεις εξαντλήθηκαν και η παραγωγική ειδίκευση, σε ό,τι αφορά σε βασικές
δραστηριότητες, εξασφάλισε την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου (τα ποσά που αποστέλλονται από τους μετανάστες στις Η.Π.Α. ξεπερνούν ήδη σε πολλές χώρες την εισροή κεφαλαίων από εξαγωγές). Το αποτέλεσμα αυτής της κρίσης: μόνο 20 από τις 120 μετοχές λατινοαμερικάνικων εταιρειών που
ήταν εισαγμένες στα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο, εδώ και δέκα χρόνια, παραμένουν σήμερα εμπορεύσιμες. Η αιτία των μεγάλων οικονομικώμ ανισορροπιών, που προκάλεσαν εμπορικό έλλειμμα (Μεξικό), απώλεια δημοσιονομικού ελέγχου (Βραζιλία) ή συρρίκνωση της παραγωγής (Αργεντινή), είναι η ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, αυτές οι αναταραχές προκάλεσαν
μια διαδοχή κρίσεων, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε όλη τη νότια Αμερική, αποσταθεροποίησαν την ουρουγουανή οικονομία και απείλησαν το Περού και τη Βραζιλία. Οι οικονομολόγοι, οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, που αναγκάζονται να αναλύσουν τις ιδιαιτερότητες αυτής της κρίσης, δεν
καταλαβαίνουν το γενικό κανόνα αυτών των ανισορροπιών. Αγνοώντας το καθεστώς καταπίεσης που ασκεί ο ιμπεριαλισμός, έχουν την τάση να αλλάζουν συχνά γνώμη και να απαξιώνουν με πρωτοφανή ταχύτητα τα ίδια τα δικά τους οικονομικά μοντέλα που εκθείαζαν προηγουμένως. Αλλά, από τη στιγμή που άρχισε να προωθείται η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής (ALCA2), έγινε πρακτικά αδύνατο να αποφευχθεί η ανάλυση του ιμπεριαλισμού. Αυτό το στρατηγικό σχέδιο της βορειοαμερικανικής κυριαρχίας έχει ως στόχο την επέκταση των εξαγωγών
των Η.Π.Α., για να μπλοκάρει τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και να ενισχύσει τον έλεγχο όλων των επικερδών επιχειρήσεων της περιοχής (τις εναπομένουσες ιδιωτικοποιήσεις, τα προνομιακά συμβόλαια του δημόσιου τομέα, την πληρωμή των αδειών χρήσης) από την κεντρική δύναμη. Η ALCA είναι μια νεοαποικιακή συνθήκη, η οποία επιβάλει το εμπορικό άνοιγμα των αγορών της Λατινικής Αμερικής χωρίς κανένα αντάλλαγμα από πλευράς των Η.Π.Α.. Για να κερδίσει την ψήφο για το «fast track» (άδεια του Κογκρέσου για γρήγορη διαπραγμάτευση των
συμφωνιών με κάθε χώρα που αναφέρεται στη συνθήκη), ο πρόεδρος Μπους πρόσθεσε πρόσφατα νέους όρους, οι οποίοι εμποδίζουν τη μεταφορά υψηλής τεχνολογίας προς τη Λατινική Αμερική και εμποδίζουν την είσοδο 293 τοπικών προϊόντων στην αγορά των Η.Π.Α.. Οι τελωνειακοί φραγμοί επηρεάζουν, σε
πρώτο χρόνο, προϊόντα σιδηρουργίας, υφάσματα και αγροτικά προϊόντα. Επιπλέον, ο πρόεδρος Μπους δρομολογεί ένα πρόγραμμα μεγάλων ενισχύσεων του αγροτικού τομέα, το οποίο, κατά την επόμενη δεκαετία, θα ισοδυναμεί με τη χαριστική βολή στις λατινοαμερικάνικες εξαγωγές σόγιας, σιταριού
και καλαμποκιού 3. Η ALCA αποκαλύπτει τη διπλή γλώσσα των ιμπεριαλιστών, οι οποίοι από τη μια εκθειάζουν το άνοιγμα των αγορών προς το εξωτερικό και από την άλλη βρίσκουν καταφύγιο στον προστατευτισμό σε ό,τι αφορά τη δική τους αγορά. Η υπογραφή της συμφωνίας θα προκαλέσει την
κατάρρευση των ημι-βιομηχανικών χωρών, όπως η Βραζιλία, και των περιφερειακών συνεργασιών, όπως το Mercosur, μην επιτρέποντας παρά μια ελάχιστη προσαρμογή των μικρών ή συμπληρωματικών οικονομιών, σε πολύ ειδικούς τομείς που σχετίζονται με την οικονομία των Η.Π.Α.. Μετά από μια δεκαετία νεοφιλελευθερισμού, το ιμπεριαλιστικό μήνυμα για εμπορικό άνοιγμα των αγορών δεν πείθει πλέον κανέναν. Είναι προφανές ότι η ευημερία ενός κράτους δεν εξαρτάται καθόλου από την «παγκόσμια παρουσία» του, αλλά από τους όρους της
εισαγωγής του σε αυτήν. Για παράδειγμα, η Αφρική έχει ένα ποσοστό εξωτερικού εμπορίου (45,6% του Α.Ε.Π.) πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ευρώπης (13,8% του Α.Ε.Π.) ή των Η.Π.Α. (13,2% του Α.Ε.Π.), ενώ είναι η φτωχότερη περιοχή του πλανήτη4. Αυτή η ακραία περίπτωση δυσμενούς υποτέλειας απέναντι στο διεθνή
καταμερισμό της εργασίας απεικονίζει την κατάσταση γενικής εξάρτησης που υφίστανται οι οικονομίες της περιφέρειας. Ο επανεποικισμός της περιφέρειας αποτελεί την πολιτική όψη της ιμπεριαλιστικής οικονομικής κυριαρχίας. Βασίζεται στην αυξανόμενη συνεργασία των τοπικών κυρίαρχων τάξεων με τις αντίστοιχες τάξεις του βορά. Αυτή η διαπλοκή είναι η συνέπεια της οικονομικής
εξάρτησης, της παράδοσης των φυσικών πόρων και της ιδιωτικοποίησης των στρατηγικών τομέων της τοπικής οικονομίας. Η απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας παραχώρησε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.) το δικαίωμα άμεσης πρόσβασης στη μακροοικονομική διαχείριση και στο Υπουργείο
Εξωτερικών των Η.Π.Α. αντίστοιχη επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις. Σήμερα, κανένας πρόεδρος λατινοαμερικάνικου κράτους δεν μπορεί να λάβει σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, χωρίς πρώτα να συμβουλευτεί την πρεσβεία των Η.Π.Α.. Η στάση των μέσων ενημέρωσης και οι «αμερικανόφιλοι»
διανοούμενοι συμβάλουν στη νομιμοποίηση αυτής της υποτέλειας. Σε αντίθεση με την περίοδο 1940-1970, οι λατινοαμερικάνοι καπιταλιστές δεν προσβλέπουν πλέον στην ενδυνάμωση των εσωτερικών αγορών μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών. Προτεραιότητά τους είναι η σύνδεσή τους με τις ξένες εταιρείες, γιατί και η τοπική κυρίαρχη
τάξη είναι, εν μέρει, πιστωτής στο εξωτερικό χρέος και επωφελήθηκε από την οικονομική αποσταθεροποίηση, τις ιδιωτικοποιήσεις και την ελαστικοποίηση της εργασίας. Επίσης, υπάρχει ένα στρώμα αξιωματούχων, οι οποίοι είναι πιο πιστοί στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς από ό,τι στα
εθνικά τους κράτη. Έχοντας κάνει σπουδές στα αμερικάνικα πανεπιστήμια και εκπαιδευμένοι σε διεθνείς οργανισμούς και μεγάλες εταιρείες, οι καριέρες τους εξαρτώνται περισσότερο από αυτούς τους οργανισμούς παρά από την αγορά των κρατών που κυβερνούν. Αλλά, αυτός ο γενικευμένος επανεποικισμός επίσης ενισχύει την κρίση των πολιτικών συστημάτων της περιοχής. Η απώλεια νομιμότητας των κυβερνήσεων κάτω από τις επιταγές του Δ.Ν.Τ. έχει προκαλέσει κατά τα δύο τελευταία χρόνια μια κρίση καθεστώτος σε τέσσερις
χώρες (Παραγουάη, Ισημερινός, Περού, Αργεντινή). Ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας διαφθοράς της εξουσίας των παραδοσιακών κομμάτων, οι κυβερνήσεις ευθραυστοποιούνται, τα καθεστώτα αποσυντίθενται και ορισμένα κράτη κλονίζονται. Αυτή η αλληλουχία έρχεται να στεφανώσει το στείρο
καλούπωμα των θεσμών, οι οποίοι δεν είναι πλέον ευαίσθητοι στις λαϊκές απαιτήσεις και συμπεριφέρονται ως πράκτορες του ιμπεριαλισμού. Στο μέτρο που το συνταγματικό προσωπείο αποσυντίθεται, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α. ενθαρρύνει την επιστροφή στις παλιές πρακτικές των
δικτατοριών, αν και ο παλιός αυταρχισμός παρουσιάζεται καλυμμένος με νέα «συνταγματικά» τεχνάσματα. Αυτή η γραμμή φαίνεται καθαρά στην πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα. Η αντικατάσταση της εθνικιστικής κυβέρνησης αυτού του κράτους είναι μια προτεραιότητα στα μάτια της κυβέρνησης των Η.Π.Α. για να μπορέσει να ενισχύσει το εμπάργκο της
Κούβας, να εξαρθρώσει το ζαπατισμό, να προετοιμαστεί για την εκλογική νίκη του Εργατικού Κόμματος στη Βραζιλία και να δώσει ένα μάθημα στη λαϊκή εξέγερση στην Αργεντινή. Η διπλωματία των Η.Π.Α. άρχισε ήδη να αξιολογεί την πιθανότητα αναστύλωσης των παλιών προτεκτοράτων, τα οποία
θεωρεί ότι ήταν εντελώς κατεστραμμένα. Η Κολομβία και η Αϊτή είναι οι δύο κύριοι υποψήφιοι για αυτήν την προσπάθεια νεοαποικισμού, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη Γιουγκοσλαβία, τη Ρουάντα, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία και τη Σιέρα Λεόνε. Πρόσφατα, η Αργεντινή άρχισε να
εμφανίζεται ανάμεσα στα κράτη που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το σχέδιο διοίκησης με αντιβασιλεία5. Τέτοιες εναλλακτικές λύσεις προϋποθέτουν την άμεση παρέμβαση των βορειοαμερικανικών στρατευμάτων. Το «Σχέδιο Κολομβία» είναι η κύρια δοκιμή αυτής της παρέμβασης των πολεμοκάπηλων στη Λατινική Αμερική. Το Πεντάγωνο έχει ήδη παρατήσει την πρόφαση της διακίνησης ναρκωτικών και, εξαναγκάζοντας σε αποτυχία τις διαπραγματεύσεις για συμφωνία ειρήνης,
άρχισε μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των ανταρτών. Η φροντίδα για ελαχιστοποίηση της άμεσης παρουσίας βορειοαμερικανικών στρατευμάτων, προκειμένου να μειωθούν οι απώλειες αμερικάνων στρατιωτών (το «σύνδρομο Βιετνάμ»), οδηγεί σε μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες από
πλευράς «ιθαγενών». Ο πόλεμος της Κολομβίας αφορά την αποκατάσταση της εξουσίας ενός διαμελισμένου κράτους και την αναβίωση των συνθηκών ιδιοποίησης στρατηγικών οικονομικών πόρων από τους ιμπεριαλιστές. Όπως αποδεικνύει η συνωμοσία της Βενεζουέλας, αυτές οι ενέργειες έχουν
ως στόχο να εγγυηθούν τον εφοδιασμό των Η.Π.Α. με πετρέλαιο. Για να εξασφαλίσει αυτόν τον εφοδιασμό η CIA έχει εγκαταστήσει ένα στρατηγικό κέντρο στον Ισημερινό και έχει θέσει υπό παρακολούθηση από τα γειτονικά σύνορα όλη την περιοχή του Μεξικού. Ο ιμπεριαλισμός είναι υποχρεωμένος να εκσυγχρονίζει τις στρατιωτικές του βάσεις με δυνάμεις με δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης και παρέμβασης. Στα πλαίσια αυτού του σκοπού αποκέντρωσε την παλιά παναμερικανική διοίκηση, εγκαθιστώντας στρατεύματα στο
Βιέκες, το Μάντας, την Αρούμπα και το Ελ Σαλβαδόρ. Μέσω ενός δικτύου 51 βάσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη, τα αμερικάνικα στρατεύματα πραγματοποιούν ασκήσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην ταυτόχρονη μετακίνηση, εντός λίγων ημερών, στρατεύματος 60.000 ανδρών σε 100 χώρες6. Η επίθεση ενάντια στην
Κούβα μέσω τρομοκρατικού χτυπήματος ή άλλου ανανεωμένου σχεδίου επέμβασης παραμένει πάντα ένας επίκαιρος στόχος. Η τάση της πολεμοκαπηλίας εντάθηκε μετά από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, γιατί οι Η.Π.Α. ποντάρουν στην επανενεργοποίηση της οικονομίας τους, δίνοντας μια νέα ώθηση στους εξοπλισμούς, και κρατάνε στο χέρι τους τα σχέδια πολέμου με το Ιράκ, το Ιράν, τη Νότια Κορέα, τη
Συρία και τη Λιβύη. Εκπροσωπώντας το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, η κεντρική δύναμη απορροφά το 40% των συνολικών στρατιωτικών δαπανών και μόλις ξεκίνησε τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των υποβρυχίων, κατασκευής νέων αεροσκαφών και εφαρμογής, μέσω του προγράμματος «πόλεμος των άστρων»,
των νέων εφαρμογών της τεχνολογίας της πληροφορίας. Η νέα αυτή στρατιωτική ενεργοποίηση αποτελεί την απάντηση του ιμπεριαλισμού στην αποσύνθεση των περιφερειακών κρατών, οικονομιών και κοινωνιών, η οποία προκαλείται από την αυξανόμενη κυριαρχία των Η.Π.Α. σε αυτήν την περιφέρεια. Είναι ακριβώς για αυτόν το
λόγο που ο σημερινός «γενικός πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία» παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις παλιές αποικιακές εκστρατείες. Εκ νέου, ο εχθρός «διαβολοποιείται», για να δικαιολογηθούν οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού στις γραμμές του μετώπου και η κατάργηση των
δημοκρατικών δικαιωμάτων στα μετόπισθεν. Αλλά, όσο περισσότερο προχωράει η καταστροφή του «εχθρού-τρομοκράτη» τόσο παρατηρείται μια πολιτική και κοινωνική αποδιάρθρωση. Το καθεστώς γενικευμένου πολέμου διαιωνίζει την αστάθεια που προκαλείται από την οικονομική λεηλασία, την
πολιτική βαλκανιοποίηση και την κοινωνικό ερήμωση της περιφέρειας7. Αυτά τα φαινόμενα είναι πιο ορατά στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, δύο ζώνες στρατηγικής σημασίας στα μάτια του Πενταγώνου, γιατί κατέχουν τις πηγές πετρελαίου και αντιπροσωπεύουν σημαντικές αγορές που αποτελούν πεδίο ανταγωνισμού με την Ευρώπη
και την Ιαπωνία. Λόγω αυτής της στρατηγικής σημασίας, βρίσκονται στο κέντρο της ιμπεριαλιστικής επιβολής και υπόκεινται σε διαδικασίες που προσομοιάζουν με ενέργειες κρατικής αποδιάρθρωσης, οικονομικής αποδυνάμωσης της τοπικής κυρίαρχης τάξης και απώλειας του κύρους των
παραδοσιακών πολιτικών αντιπροσωπεύσεων. Η οικονομική εκμετάλλευση, ο πολιτικός επανεποικισμός και ο στρατιωτικός παρεμβατισμός είναι τα τρία στηρίγματα του σημερινού ιμπεριαλισμού. Μεγάλος αριθμός αναλυτών περιορίζονται στο να περιγράφουν αυτήν την καταπίεση με μοιρολατρικό τρόπο, θεωρώντας
την ένα ανηλεές πεπρωμένο. Ορισμένοι παρουσιάζουν τη διάσταση μεταξύ «κερδισμένων και χαμένων» της παγκοσμιοποίησης ως το «κόστος της ανάπτυξης», χωρίς να εξηγούν γιατί αυτό το τίμημα διαιωνίζεται ανά τους αιώνες και πάντα βαραίνει τα έθνη που το έχουν ήδη πληρώσει και στο
παρελθόν. Οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού τείνουν να προβλέψουν ότι το τέλος της υπανάπτυξης θα πραγματοποιηθεί στις χώρες που θα ποντάρουν στην «προσέλκυση» ξένων κεφαλαίων και τη «σαγήνευση» εταιρειών. Αλλά, τα εξαρτώμενα κράτη τα οποία δεσμεύτηκαν σε
αυτήν την πορεία κατά την τελευταία δεκαετία ανοίγοντας τις οικονομίες τους, πληρώνουν σήμερα το βαρύτερο τίμημα των «αναδυόμενων κρίσεων». Αυτές που στράφηκαν περισσότερο προς τις ιδιωτικοποιήσεις είναι και οι περισσότερο χαμένες στην παγκόσμια αγορά. Παρέχοντας μεγάλες
διευκολύνσεις στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο κατάργησαν τα εμπόδια που περιόριζαν τη λεηλασία του φυσικού τους πλούτου και το πληρώνουν σήμερα με ακόμη πιο ασύμμετρες εμπορικές συναλλαγές, εντονότερη οικονομική αστάθεια και αυξημένη εξάρθρωση της βιομηχανίας. Μερικοί οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού αποδίδουν αυτά τα φαινόμενα στην περιορισμένη εφαρμογή των προτάσεών τους, σαν να μην είναι αρκετή μια δεκαετία ζημιογόνων πειραματισμών, για να εξαχθούν αρκετά μαθήματα σχετικά με τα αποτελέσματα των συνταγών τους.
ʼλλοι υποστηρίζουν ότι η υπανάπτυξη είναι η μοίρα που προκαλείται από την ιδιοσυγκρασία του «χαμένου» που έχουν οι λαοί της περιφέρειας, από το βάρος της διαφθοράς ή την πολιτιστική ανωριμότητα των λαών του Τρίτου Κόσμου. Γενικά, η επιχειρηματολογία των αποικιοκρατών άλλαξε
ύφος, αλλά το περιεχόμενό της παρέμεινε αναλλοίωτο. Σήμερα, δεν δικαιολογούν την ανωτερότητα του κατακτητή με τη φυλετική καθαρότητα, αλλά με τη γνωστική υπεροχή και την ποιότητα συμπεριφορά. Εκτιμώντας ότι η παγκοσμιοποίηση διαχέει τα όρια μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου κόσμου, οι T.Nέγκρι και M.Χαρντ
8 θέτουν πολύ σοβαρά σε αμφισβήτηση τη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Θεωρούν ότι ένα καινούργιο παγκόσμιο κεφάλαιο, το οποίο λειτουργεί μέσω του Ο.Η.Ε., του G8, του Δ.Ν.Τ. και του Π.Ο.Ε. (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου) έχει δημιουργήσει μια παντοκρατορική
κυριαρχία, μια «αυτοκρατορία», η οποία συνδέει τα κυρίαρχα τμήματα του κέντρου και της περιφέρειας σε ένα και μόνο σύστημα παγκόσμιας καταπίεσης. Αυτός ο χαρακτηρισμός προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ορισμένης ομογενοποίησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία είναι πολύ δύσκολο να επαληθευτεί. Όλα τα δεδομένα που αφορούν τις επενδύσεις, την αποταμίευση ή την κατανάλωση επιβεβαιώνουν, αντίθετα, την
ύπαρξη διαφορών μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών οικονομιών και καταδείχνουν ότι οι διαδικασίες συσσώρευσης και κρίσης επίσης πολώνονται. Όχι μόνο η ευημερία της Βόρειας Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία έρχεται σε αντίθεση με την γενικευμένη κατάρρευση των υπανάπτυκτων
χωρών, αλλά και η κοινωνική κρίση της περιφέρειας δεν έχει, προς το παρόν, αντίστοιχα φαινόμενα στην Ευρώπη. Ομοίως, δεν παρατηρούμε καμία ένδειξη σύγκλισης της κατάστασης ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Βενεζουέλας και των Η.Π.Α., ούτε ομοιότητες μεταξύ της κρίσης στην Αργεντινή και
την Ιαπωνία. Απέχοντας πολύ από την ομογενοποίηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου γύρω από έναν κοινό ορίζοντα, η παγκοσμιοποίηση εμβαθύνει το δυϊσμό αυτής της διαδικασίας σε πλανητική κλίμακα. Είναι σαφές ότι η συνεργασία μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων της περιφέρειας και των μεγάλων εταιρειών είναι πιο στενή, όπως είναι επίσης σαφές ότι η φτώχια εξαπλώνεται στην καρδιά του εξελιγμένου καπιταλισμού. Αλλά, αυτές οι διαδικασίες δεν έχουν προκαλέσει
ούτε τη μετατροπή κάποιου εξαρτώμενου κράτους σε κράτος κεντρικής δύναμη, ούτε την έκπτωση ενός κράτους κεντρικής δύναμης σε τριτοκοσμικό. Η διαπλοκή, ισχυρότερη μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, συνυπάρχει με την ενίσχυση του ιστορικού χάσματος που χωρίζει τις αναπτυγμένες και τις
υπανάπτυκτες χώρες. Ο καπιταλισμός δεν εξομοιώνεται, ούτε τέμνεται γύρω από ένα νέο υπερεθνικό άξονα, αλλά ενισχύει την πόλωση που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Η εξουσία που ασκούν οι καπιταλιστές καμιά εικοσαριά εθνών στα υπόλοιπα περίπου 200 είναι η κύρια ένδειξη για την επιμονή της ιεραρχικής οργάνωσης της παγκόσμιας αγοράς. Μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. ασκούν την στρατιωτική κυριαρχία,
χρησιμοποιώντας ως μέσο τον Π.Ο.Ε. επιβάλλουν την εμπορική ηγεμονία και με το Δ.Ν.Τ. εξασφαλίζουν τον οικονομικό έλεγχο του πλανήτη. Αναλύοντας τις σχέσεις που επικρατούν μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, η θέση της «υπερεθνικότητας» συγχέει «συνεργασία» και «συμμετοχή στην εξουσία». Το ότι ένα μέρος των καπιταλιστικών ομάδων της περιφέρειας αυξάνει το βαθμό ενσωμάτωσής του με τους
συμμάχους του κέντρου, δεν σημαίνει ότι καλείται να συμμετάσχει μέσα στην παγκόσμια κυριαρχία και ούτε καταργείται η δομική του αδυναμία. Αν και οι βορειοαμερικανικές εταιρείες εκμεταλλεύονται τους λατινοαμερικάνους εργάτες, η αστική τάξη του Ισημερινού ή της Βραζιλίας δεν
συμμετέχει στην εκμετάλλευση του προλεταριάτου των Η.Π.Α.. Αν και το καταγραμμένο άλμα προς τη διεθνοποίηση της οικονομίας είναι πολύ σημαντικό, το κεφάλαιο εξακολουθεί να λειτουργεί στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής τάξης, η οποία δημιουργεί σχίσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η υπερεθνοποίηση του κεφαλαίου εξαπλώνεται στις τάξεις και τα κράτη, δημιουργώντας έτσι μια νέα εγκάρσια τομή στη συνολική κυριαρχία, η οποία θα διαπερνούσε όλα τα κράτη και τα κοινωνικά στρώματα
9. Αυτή η θέση ταυτίζει τις διαδικασίες τοπικής ενσωμάτωσης με την κοινωνική και κρατική «υπερεθνοποίηση», χωρίς να αντιλαμβάνεται την ποιοτική διαφορά η οποία ξεχωρίζει τη συνεργασία των καπιταλιστικών ομάδων από τον περιφερειακό επανεποικισμό. Η
Ευρωπαϊκή Ένωση και η ALCA, για παράδειγμα, δεν αποτελούν μέρος της ίδιας τάσης προς την υπερεθνικοποίηση, αλλά είναι εκφράσεις δύο πολύ διαφορετικών διαδικασιών. Δεν πρέπει να συγχέουμε μια συμμαχία μεταξύ κυρίαρχων τομέων στην παγκόσμια αγορά και το νεοαποικιακό σχέδιο μιας
δεδομένης δύναμης. Στην πραγματικότητα, μόνο το τμήμα της ανώτερης γραφειοκρατίας των περιφερειακών κρατών που συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς αποτελεί μια κοινωνική ομάδα πλήρως «υπερεθνοποιημένη». Η πιστότητα αυτού του κομματιού απέναντι στο Δ.Ν.Τ. ή τον Π.Ο.Ε. είναι
μεγαλύτερη από ό,τι απέναντι στα εθνικά κράτη που διευθύνει και θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η συμπεριφορά και οι προοπτικές αυτών των δημόσιων υπαλλήλων προτρέχουν της μελλοντικής πορείας των κυρίαρχων τάξεων του Τρίτου Κόσμου. Αλλά, μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί, το πολύ-πολύ, μια
δυνατότητα και δεν αντιπροσωπεύει, σήμερα, μια πιστοποιήσιμη πραγματικότητα, ιδιαίτερα σε κράτη της ανώτερης περιφέρειας (όπως η Βραζιλία ή η Νότια Κορέα), των οποίων η κυρίαρχη τάξη είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη διαδικασία της συσσώρευσης που εξαρτάται από τις εσωτερικές
αγορές. Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική σε μικρά κράτη (για παράδειγμα στην Κεντρική Αμερική), που είναι ενσωματωμένα σε μεγάλο βαθμό στην αγορά μιας υπερδύναμης. Αυτές οι διαφορές διαψεύδουν την ύπαρξη μιας γενικής ή ομογενούς διαδικασίας υπερεθνοποίησης. Ορισμένοι υποστηρικτές της «αυτοκρατορικής» θέσης βεβαιώνουν ότι ο βαθμός αποτελεσματικής συνένωσης μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών τάξεων είναι ανώτερος από αυτόν που δηλώνουν οι απαρχαιωμένοι παράμετροι των εθνικών λογιστικών. Είναι αλήθεια
ότι αυτές οι κατηγορίες είναι ήδη ανεπαρκείς για την αξιολόγηση της τρέχουσας πορείας της παγκοσμιοποίησης, αλλά συμπληρώνουν άλλες αδιαφιλονίκητες ενδείξεις της διάστασης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Η εμβάθυνση αυτών των ανισοτήτων επαληθεύεται σε όλα τα σχέδια
παραγωγικότητας, εισοδημάτων, κατανάλωσης και συσσώρευσης. Από την άλλη πλευρά, είναι λάθος να υποθέσουμε ότι το «νέο παγκόσμιο κράτος» διέγραψε τη διάκριση μεταξύ κυρίαρχων και επανεποικισμένων κρατών. Αυτή η διάκριση «χτυπάει στο μάτι», όταν βλέπουμε την επιρροή των αστικών τάξεων του Τρίτου Κόσμου σε όλες
τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε., του Δ.Ν.Τ., του Π.Ο.Ε. και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι κυρίαρχες τάξεις της περιφέρειας δεν αποτελούν θύματα της υπανάπτυξης και κερδίζουν αρκετά εκμεταλλευόμενες τους εργαζομένους της χώρας τους. Αλλά, αυτό δεν τις κάνει, με κανένα τρόπο, να προσεγγίζουν την
παγκόσμια κυριαρχία. Η θεωρία της «αυτοκρατορίας» αγνοεί αυτόν τον περιθωριακό ρόλο και παραγνωρίζει την εμμονή της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στους στρατηγικούς τομείς της περιφέρειας. Δεν καταλαβαίνει ότι αυτή η υποταγή δεν είναι, στην παρούσα φάση, απλώς αποικιακή, ούτε
είναι επικεντρωμένη αποκλειστικά στην ιδιοποίηση πρώτων υλών ή στην άμεση διοίκηση μιας περιοχής, αλλά αναπαράγεται ως μηχανισμός μητροπολιτικού ελέγχου των στρατηγικών τομέων της οικονομίας των υπανάπτυκτων κρατών10. Αυτή η κυριαρχία δεν ασκείται από μια μυστηριώδη «παγκόσμια δύναμη», αλλά μέσω στρατιωτικών και διπλωματικών ενεργειών της κάθε κυρίαρχης δύναμης στις κύριες ζώνες επιρροής της. Ο ρόλος των Η.Π.Α. είναι πιο προφανής στο «Σχέδιο Κολομβία» από ότι στις
συρράξεις της Βαλκανικής και το καθήκον της Ευρώπης είναι σαφέστερα καθορισμένο στη μεσογειακή κρίση από ότι στην ανάπτυξη της ALCA. Αυτή η ιδιαιτερότητα πηγάζει από τα συμφέροντα που προωθεί κάθε ιμπεριαλιστική ομάδα μέσω γεωπολιτικών ενεργειών που διεξάγουν τα κράτη της, κάτι που οι
θεωρητικοί της αυτοκρατορίας δεν μπορούν να το αντιληφθούν. Η πλειοψηφία των κριτικών του νεοφιλελευθερισμού της περιφέρειας γνωρίζουν ότι η εξάρτηση παραμένει ο κεντρικός λόγος της υπανάπτυξης. Αλλά, προτείνουν το ξεπέρασμα αυτής της υποτέλειας με την οικοδόμηση ενός «διαφορετικού καπιταλισμού». Σήμερα, δεν
τίθεται ζήτημα ενός αυστηρά εθνικού προγράμματος, αυτόνομου και επικεντρωμένου στην «υποκατάσταση των εισαγωγών» -όπως το φαντάστηκαν οι προγενέστεροί τους της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (CEPAL)-, αλλά μόνο για ένα περιφερειακό μοντέλο,
ρυθμισμένο και δομημένο επάνω στις εγχώριες αγορές. Στηρίζονται σε κεϊνσιανά σχήματα για να οικοδομήσουν «κράτηπρόνοιας στην περιφέρεια», τα οποία θα στηρίζονται σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις (ξερίζωμα της διαφθοράς, επαναφορά της νομιμότητας) και σε μεγάλες αλλαγές στο εμπόριο (περιορισμός
του ανοίγματος των αγορών), τις πιστώσεις (περιορισμός της πληρωμής του χρέους) και τη βιομηχανία (αναπροσανατολισμός της παραγωγής με κατεύθυνση την τοπική δραστηριότητα)
11. Αλλά, πώς να δομηθεί ένας «αποτελεσματικός καπιταλισμός» σε κράτη που υφίστανται συστηματική απομύζηση των πόρων τους; Πώς να υλοποιηθεί σήμερα ένας στόχος που εγκαταλείφθηκε από την κυρίαρχη τάξη από τα μέσα του 19ου αιώνα; Ποιες ομάδες είναι αυτές που
θα οργανώσουν αυτό το σύστημα κοινωνικών μέτρων και μεγιστοποίησης κέρδους; Οι θιασώτες του νέου περιφερειακού καπιταλισμού δεν έχουν απαντήσεις σε όλα αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα. Αγνοούν ότι τα περιθώρια υλοποίησης του προγράμματός τους μειώνονται ακόμη περισσότερο με την αυξανόμενη συνεργασία των περιφερειακών κυρίαρχων τάξεων
και του μητροπολιτικού καπιταλισμού. Αυτή η σχέση αποτελεί κώλυμα για την εσωτερική συσσώρευση, πολλαπλασιάζει τη φυγή κεφαλαίων και δυσχεραίνει κατά πολύ την εφαρμογή πολιτικών που προσβλέπουν στην επανενεργοποίηση της εσωτερικής ζήτησης. Οι αστικές τάξεις, οι οποίες δεν
επιχείρησαν στο παρελθόν να θεμελιώσουν έναν αυτόνομο καπιταλισμό, έχουν ακόμη λιγότερες δυνατότητες για να προσεγγίσουν έναν τέτοιον στόχο σήμερα. Η φιλο-ιμπεριαλιστική τους στάση περιορίζει ακόμα και τη βιωσιμότητα των σχεδίων που αφορούν την ευρύτερη περιοχή, όπως το «Μercosur». Αυτή η συνεργασία κλονίζεται μετά από μία δεκαετία αποτυχιών κάθε απόπειρας που πρόσβλεπε στην προικοδότηση του σχεδίου
με κοινούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς. Όλες οι προτάσεις για συντονισμένη δράση (νομίσματα, οργανισμοί, διαιτησίες) έμπαιναν στο αρχείο στο βαθμό που η κρίση επεκτεινόταν σε όλη τη ζώνη. Αυτή η αποτυχία εντάθηκε από τις πολιτικές «διαφοροποίησης» που επιχειρήθηκαν από
όλες τις κυβερνήσεις, για να δείξουν στο Δ.Ν.Τ. ότι «αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους». Έτσι, ο τεμαχισμός της περιοχής επαναλαμβάνει την ιστορία της βαλκανιοποίησης της Λατινικής Αμερικής και επιβεβαιώνει την ανικανότητα των τοπικών αστικών τάξεων να εξοπλιστούν με πολιτικές
αυτόκεντρης συσσώρευσης. Ένας μεγάλος αριθμός αναλυτών εξηγεί αυτό το αποτέλεσμα λόγω του παραδοσιακά «εισοδηματικού» χαρακτήρα της τοπικής αστικής τάξης και, κατά συνέπεια, της απουσίας επιχειρηματιών πρόθυμων να επενδύσουν ή να διακινδυνεύσουν. Αλλά σε αυτήν τη περίπτωση,
οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι αυτή η απουσία κινήτρων για μια στηρίξιμη συσσώρευση έχει ενισχυθεί. Γιατί λοιπόν να ποντάρουμε σε ένα σχέδιο που στερείται αντικειμένου; Ποιο νόημα έχει η οικοδόμηση ενός καπιταλισμού με καπιταλιστές που αδιαφορούν για τον ανταγωνισμό και τις
καινοτομίες; Όταν προτείνουμε στους εργαζόμενους να υποκαταστήσουν την κυρίαρχη τάξη σε αυτό το καθήκον, ισοδυναμεί με το να τους προτρέπουμε να κατασκευάσουν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσής τους. Η άποψη ότι κάποιοι άλλοι κοινωνικοί τομείς θα αντικαταστήσουν τους
επιχειρηματίες σε ό,τι αφορά την επίτευξη ενός ακμάζοντος καπιταλισμού (γραφειοκρατία, μέση τάξη) στερείται θεμελίωσης και προηγούμενων ιστορικών εμπειριών. Αυτοί που εύχονται την ανέγερση ενός «άλλου καπιταλισμού» θα πρέπει να θυμούνται ότι το μοντέλο που επικρατεί σε κάθε χώρα είναι το προϊόν ορισμένων ιστορικών συνθηκών και όχι της ελεύθερης επιλογής των διαχειριστών της. Υπάρχει μια αντικειμενική
δυναμική σε αυτή τη διαδικασία, που εξηγεί γιατί η ανάπτυξη του κέντρου σημαίνει επιδείνωση της υπανάπτυξης στην περιφέρεια. Είναι εμφανές ότι όλα τα μέλη των εθνών της περιφέρειας θα ήθελαν να ακολουθήσουν τη μοίρα μιας αναπτυγμένης δύναμης, αλλά στην παγκόσμια αγορά υπάρχει
ελάχιστος χώρος για τις κυρίαρχες ομάδες και πολύς για τις εξαρτημένες χώρες. Για αυτόν το λόγο, οι «οικονομίες της αγοράς που επιτυγχάνουν» στην περιφέρεια είναι φαινόμενα εξαιρετικά ή πρόσκαιρα. Για να βγει κανείς από την υπανάπτυξη δεν αρκούν οι αντι-φιλελεύθερες πολιτικές.
Πρέπει, επιπλέον να ενστερνιστεί μια αντι-ιμπεριαλιστική δράση οικοδομώντας μια σοσιαλιστική κοινωνία. Η ορθότητα της κλασικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού σε ό,τι αφορά την εξήγηση των σχέσεων της κυριαρχίας μεταξύ κέντρου και περιφέρειας είναι αναμφισβήτητη. Αλλά, η επικαιρότητά της σε ό,τι αφορά τη διασαφήνιση των σύγχρονων σχέσεων μεταξύ των μεγάλων
δυνάμεων είναι πιο συζητήσιμη. Με αυτήν τη δεύτερη έννοια, η αντίληψη περί ιμπεριαλισμού δεν προσβλέπει πλέον στην εξήγηση των αιτιών της καθυστέρησης στην ανάπτυξη των δομών των υπανάπτυκτων χωρών, αλλά θέλει να διασαφηνίσει τον τύπο των συμμαχιών και των ανταγωνισμών που
επικρατούν στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού. Ορισμένοι αναλυτές
12 έχουν εντοπίσει τη σημασία της διάκρισης μεταξύ των δύο εννοιών, επισημαίνοντας ότι οι μορφές της περιφερειακής κυριαρχίας και οι μορφές των σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων ακολουθούν διαφορετικές ιστορικές πορείες. Η διάκριση μεταξύ της φάσης του ιμπεριαλισμού και της φάσης των ελεύθερων συναλλαγών στον καπιταλισμό, την οποία πρότειναν οι θεωρητικοί του μαρξισμού στην αρχή του 20ου αιώνα, είναι το παραδοσιακό σημείο εκκίνησης για την ανάλυση αυτής της δεύτερης πλευράς.
Με αυτήν τη διάκριση προσπάθησαν να χαρακτηρίσουν μια νέα πορεία του συστήματος, η οποία χαρακτηριζόταν από το μοίρασμα των αγορών μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων μέσα από πόλεμο. Ο Λένιν είχε αποδώσει αυτήν την τάση προς ανοιχτή ενδο-ιμπεριαλιστική διαμάχη στην κεντρική θέση των μονοπωλίων και στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ την είχε αποδώσει στην ανάγκη αναζήτησης εξωτερικών διεξόδων στον περιορισμό της
ζήτησης, ο Μπουχάριν στη σύγκρουση μεταξύ προστατευτικών και επεκτατικών συμφερόντων των μεγάλων εταιρειών και ο Τρότσκι στην επιδείνωση των οικονομικών ανισοτήτων που προκαλεί η ίδια η συσσώρευση. Αυτές οι ερμηνείες προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων
μονοπωλίων, ο οποίος άρχισε με την εμπορική αντιπαράθεση και τη θέσπιση των νομισματικών ζωνών, κατέληξε σε μια αιματηρή σύγκρουση. Αυτός ο χαρακτηρισμός φάνηκε ανεπίκαιρος μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν η προοπτική μιας ένοπλης σύρραξης μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων έτεινε να εκλείψει. Η πιθανότητα μιας τέτοιας σύγκρουσης απομακρύνθηκε, ή τουλάχιστον φαινόταν απίθανη, στο
μέτρο που ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων εταιρειών και των κρατών τους πήρε πιο δι-ηπειρωτικές διαστάσεις. Αυτές οι αλλαγές τροποποίησαν τους όρους ανάλυσης της δεύτερης αυτής πλευράς στη θεωρία του ιμπεριαλισμού. 01/03/2003 |
|
|
|
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster) |
||||
|
|
||||
|
|
|