Ο Μεγάλος Ανατολικός

Βιβλίο

Αρχείο


Κεντρική Σελίδα


Στείλε άρθρο


FORUM

Ελάτε να τα πούμε


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα

Claudio Katz

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ παρουσιάζει σήμερα το βιβλίο του Claudio Katz εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη (2003) με τίτλο "Ο ιμπεριαλισμός τον 21ο αιώνα". Μετάφραση από τα γαλλικά (σε τρεις συνέχειες)

Μέρος 2ο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70, ο Έρνεστ Μαντέλ13 συνέθεσε την νέα κατάσταση μέσω μιας ανάλυσης τριών πιθανών μοντέλων εξέλιξης του ιμπεριαλισμού: τον δι-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, τον υπερεθνισμό (αρχικά ονομάστηκε «υπεριμπεριαλισμός» [ultra-imperialisme]) και τον υπεριμπεριαλισμό14. Εκτιμώντας ότι η κυρίαρχη πορεία της συσσώρευσης οδηγεί σε αυξανόμενη αντιπαλότητα, έδινε στο πρώτο μοντέλο εξέλιξης μεγαλύτερη πιθανότητα. Προέβλεπε, επίσης, την εμβάθυνση του διηπειρωτικού ανταγωνισμού με το σχηματισμό συμμαχιών σε περιφερειακό επίπεδο.

Ο βέλγος οικονομολόγος έθεσε σε αμφισβήτηση τη δεύτερη πιθανότητα, η οποία είχε προβλεφτεί από τον Κάουτσκυ και είχε βρει υπερασπιστές στους αναλυτές που έβλεπαν να δημιουργούνται διεθνείς συνεργασίες, απελευθερωμένες από τις γεωγραφικές καταγωγές των συμμετεχόντων15. Ο Μαντέλ θεωρούσε ότι, αν και η διεθνοποίηση των πολυεθνικών εταιρειών εξασθενούσε τις εθνικές τους ρίζες, μια μεγάλη διαδοχή συγχωνεύσεων μεταξύ ιδιοκτητών εταιρειών διαφορετικών εθνικών προελεύσεων δεν ήταν πιθανή. Λαμβάνοντας υπόψη τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, εκτιμούσε ότι ήταν ακόμα λιγότερο εφικτή η υποστήριξη μιας τέτοιας διαδικασίας από μια δημιουργία «παγκόσμιων κρατών». Επιπλέον, θεωρούσε πολύ απίθανο ότι οι εταιρείες θα έστεκαν αδιάφορες απέναντι στις οικονομικές συγκυρίες του κράτους καταγωγής τους και ότι, συνεπώς, θα μπορούσαν να αδιαφορήσουν για τις εθνικές αντι-κυκλικές πολιτικές, πράγμα που θα αποτελούσε προϋπόθεση για αυτού του είδους την ενσωμάτωση. Απέρριψε, λοιπόν, αυτό το σενάριο με το επιχείρημα ότι η άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού και οι κρίσεις του δημιουργούν τάσεις ασυμβίβαστες με τη μακρόχρονη επιβίωση τέτοιων υπερεθνικών συμμαχιών.

Το τρίτο εναλλακτικό μοντέλο, ο υπεριμπεριαλισμός, προϋπέθετε την ενδυνάμωση της κυριαρχίας μιας κυρίαρχης δύναμης επάνω στις άλλες και την υποβολή των χαμένων σε σχέσεις παρόμοιες με αυτές που ισχύουν με τις περιφερειακές χώρες. Ο Μαντέλ θεωρούσε σε αυτήν την περίπτωση ότι η υπεροχή που είχαν πετύχει οι Η.Π.Α. δεν έθετε, πάντως, την Ευρώπη και την Ιαπωνία στο ίδιο επίπεδο εξάρτησης με τις άλλα υπανάπτυκτες χώρες. Υπογράμμιζε ότι η πολιτική και στρατιωτική βορειοαμερικανική ηγεμονία δεν θα παρέσερνε μακροπρόθεσμα και τη δομική ανωτερότητα της οικονομίας της.

Πώς μπορούν αυτές οι τρεις προοπτικές να αναλυθούν σήμερα; Ποιες είναι οι τάσεις που επικρατούν στις αρχές του 21ου αιώνα: δι-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, υπερεθνισμός ή υπεριμπεριαλισμός;

Η αρχική εξήγηση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού ως σταδίου της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των δυνάμεων δεν έχει πρακτικά πλέον υποστηρικτές. Αντίθετα, υπάρχει μια αποδυναμωμένη εκδοχή αυτής της άποψης που επικεντρώνεται σήμερα, όχι στην κατάληξη μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αλλά στην ανάλυση του οικονομικού ανταγωνισμού.

Ορισμένοι αναλυτές υπογραμμίζουν την ενεργή παρέμβαση των ιμπεριαλιστικών κρατών, για να τεκμηριώσουν αυτόν τον ανταγωνισμό και αναδεικνύουν την ισχύ των πολιτικών του νεο-μερκαντιλισμού που εφαρμόζονται για την αποδυνάμωση των αντίπαλων εταιρειών16. ʼλλοι παρατηρούν την ομογένεια καταγωγής των ιδιοκτητών των εταιρειών και του προνομιακού χαρακτήρα των εσωτερικών αγορών στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους17. Αυτή η προσκόλληση των εταιρειών στην εθνική τους βάση επιτρέπει να εξηγήσουμε γιατί, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, η τάσης διαμόρφωσης περιφερειακών μπλοκ είναι σημαντικότερη από την παγκοσμιοποίηση σε επίπεδο εμπορίου, οικονομίας και παραγωγής18. Το γεγονός ότι η ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής την τελευταία δεκαετία πραγματοποιήθηκε με έξοδα των ανταγωνιστών της μεταφράζεται ως η έκφραση της επιστροφής του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αυτοί οι τρόποι ανάλυσης συμπίπτουν στην παρουσίαση της παγκοσμιοποίησης σαν μιας κυκλικής διαδικασίας φάσεων διαστολής και συστολής του επιπέδου διεθνοποίησης της οικονομίας19.

Αυτή η ποικιλία επιχειρημάτων συμβάλει στην ανασκευή της νεοφιλελεύθερης μυθολογίας σε ό,τι αφορά το «τέλος των εθνών», την «κατάργηση των συνόρων» και την «ανεμπόδιστη μετακίνηση της εργασίας». Η θεωρία του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού αποδεικνύει πως αυτή η αντιπαλότητα περιορίζει την βιομηχανική μετοίκιση, την χρηματοπιστωτική απελευθέρωση και το εμπορικό άνοιγμα αναδεικνύοντας το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των μπλοκ απαιτεί μια ορισμένη γεωγραφική σταθερότητα στις επενδύσεις, συμπιέζοντας τις κινήσεις του κεφαλαίου και των εμπορικών πολιτικών κάθε έθνους.

Αλλά, ενώ αντικρούουν με πειστικό τρόπο τις απλοποιήσεις της παγκοσμιοποίησης, αυτές οι συνεισφορές δεν καταφέρνουν να καταδείξουν τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του σημερινού πλαισίου και αυτού στην αρχή του 20ου αιώνα. Είναι βέβαιο ότι ο δι-ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός συνεχίζει να καθορίζει την πορεία της συσσώρευσης. Αλλά γιατί ο ανταγωνισμός μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων δεν οδηγεί σήμερα σε άμεσες πολεμικές αναμετρήσεις; Ο ίδιος ανταγωνισμός εκτυλίσσεται σήμερα στο πλαίσιο μιας ισχυρής καπιταλιστικής αλληλεγγύης, δεδομένου ότι οι Η.Π.Α., η Ευρώπη και η Ιαπωνία έχουν τους ίδιους στόχους του ΝΑΤΟ και ενεργούν μέσα σε ένα κοινό μπλοκ κυρίαρχων κρατών απέναντι στις διάφορες στρατιωτικές συρράξεις.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε μια εξήγηση, λέγοντας ότι η αμοιβαίας καταστροφικότητας εμβέλεια των πυρηνικών όπλων έχει αλλάξει το χαρακτήρα των πολέμων αδρανοποιώντας το ενδεχόμενο ανοιχτών συρράξεων. Αλλά, μια τέτοια αιτιολόγηση εξηγεί μόνο την αποτροπή της σύγκρουσης μεταξύ των Η.Π.Α. και της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., χωρίς να ξεκαθαρίζει το γεγονός ότι οι τρεις αντίπαλοι ιμπεριαλιστές αποφεύγουν εξίσου μια τέτοια αναμέτρηση. Ομοίως, αν είναι βέβαιο ότι η «μάχη ενάντια στον κομμουνισμό» εξασθένησε τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστικών δυνάμεων, η φύση αυτής της διαμάχης δεν άλλαξε από το τέλος του «ψυχρού πολέμου».

Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων διαμεσολαβείται πλέον από το άλμα προς την παγκοσμιοποίηση. Η διεθνής καπιταλιστική δραστηριότητα τείνει να διαπλακεί με την εμπορική ανάπτυξη, η οποία υπερβαίνει αυτήν της παραγωγής, τη διαμόρφωση μιας πλανητικής χρηματοπιστωτικής αγοράς και τη παγκοσμιοποιημένη διαχείριση των υποθέσεων από τις 51 εταιρείες που δίνουν τον τόνο μεταξύ των 100 μεγαλύτερων παγκόσμιων επιχειρήσεων.

Η παραγωγική στρατηγική αυτών των εταιρειών θεμελιώνεται στο συνδυασμό τριών επιλογών: προμήθεια παραγωγικών συντελεστών, ολοκληρωμένη παραγωγή για την τοπική αγορά και κατακερματισμός της συναρμολόγησης των μερών που κατασκευάζονται σε διαφορετικές χώρες. Αυτό το μίγμα οριζόντιας παραγωγής (αναπαραγόμενη σε κάθε περιοχή σύμφωνα με το μοντέλο της χώρας καταγωγής) και κάθετης παραγωγής (καταμερισμός της διαδικασίας παραγωγής σύμφωνα με ένα παγκόσμιο σχέδιο εξειδίκευσης) συνεπάγεται ένα σημαντικότερο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των διεθνοποιημένων κεφαλαίων20. Οι εταιρείες που καθορίζουν τη στρατηγική τους σε παγκόσμια κλίμακα τείνουν, εξάλλου, να επικρατήσουν στις λιγότερο διεθνοποιημένες, όπως αποδεικνύει, για παράδειγμα, η βαρύτητα των εταιρειών του πρώτου τύπου στις συγχωνεύσεις της τελευταίας δεκαετίας21.

Αυτή η προώθηση της παγκοσμιοποίησης εξηγεί επίσης γιατί οι προστατευτικές τάσεις δεν φτάνουν σήμερα στις διαστάσεις της δεκαετίας του 30 και δεν καταλήγουν στη διαμόρφωση ερμητικά κλειστών μπλοκ. Ο νέο-μερκαντιλισμός συνυπάρχει με την αντίστροφη πίεση για εμπορική φιλελευθεροποίηση, γιατί η εσωτερική συναλλαγή μεταξύ των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες αναπτύσσεται σημαντικά. Αυτό δεν φαίνεται καθαρά στις τρέχουσες στατιστικές, γιατί οι συναλλαγές μεταξύ διεθνοποιημένων εταιρειών που πραγματοποιούνται σε μια εθνική αγορά υπολογίζονται γενικώς ως εσωτερικές συναλλαγές της συγκεκριμένης χώρας22.

Αυτή η προώθηση της παγκοσμιοποίησης, η οποία εξασθενεί τον παραδοσιακό ανταγωνισμό μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, εκφράζει μια κυρίαρχη τάση και όχι μόνο μια κυκλική διακύμανση του καπιταλισμού. Οι περίοδοι εθνικής ή περιφερειακής υποχώρησης είναι κινήσεις που αντιτίθενται σε αυτήν την κεντρική τάση μεγιστοποίησης της γεωγραφικής ακτίνας δράσης του κεφαλαίου. Το φρένο σε αυτήν την τάση προέρχεται από τις ανισορροπίες που προκαλούνται από την παγκόσμια επέκταση και όχι από μια δομική ταλάντωση αυτής της διαδικασίας.

Σε τελική ανάλυση, η πίεση της παγκοσμιοποίησης είναι η κυρίαρχη δύναμη, γιατί αντανακλά την αυξανόμενη επίδραση του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα. Όσο περισσότερες διεθνείς εταιρείες αποκτούν σημαντική θέση τόσο μεγαλώνει το πεδίο αξιοποίησης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, εις βάρος των αποκλειστικά εθνικών περιοχών. Αυτή η επήρεια εξηγεί την τάση διαμόρφωσης παγκόσμιων τιμών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν νέα μέτρα του χρόνου εργασίας που είναι κοινωνικά απαραίτητος για την παραγωγή των εμπορευμάτων23.

Η διεθνοποιημένη διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων διαβρώνει την ισχύ του κλασικού μοντέλου του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αλλά, αυτή η μεταμόρφωση δεν γίνεται αντιληπτή, αν θεωρήσουμε τη σημερινή παγκοσμιοποίηση σαν «μια διαδικασία τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο καπιταλισμός». Αυτή η στάση τείνει να αγνοήσει τις ποιοτικές διαφορές που διαχωρίζουν κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας και αυτή η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας, αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί η διεθνοποίηση της Εταιρείας των Ινδιών του 16ου αιώνα, για παράδειγμα, έχει ελάχιστα κοινά με την ανά τον κόσμο κατανεμημένη μηχανή παραγωγής της General Motors.

Η σύγχρονη αντιπαλότητα μεταξύ των εταιρειών εκτυλίσσεται σε ένα πλαίσιο δραστηριότητας περισσότερο οργανωμένο. Είναι μέσα στα πλαίσια των παγκόσμιων οργανισμών, πολιτικών (Ο.Η.Ε., G8), οικονομικών (Δ.Ν.Τ., Π.Τ., Π.Ο.Ε.), στρατιωτικών (ΝΑΤΟ), όπου γίνεται η διαπραγμάτευση αυτής της κοινής δραστηριότητας. Αντίθετα από ό,τι στο παρελθόν, η παραδοσιακή δραστηριότητα των ανταγωνιζόμενων μπλοκ συνυπάρχει με την αυξανόμενη επιρροή αυτών των οργανισμών, οι όποιοι ενεργούν ως ηχώ των συμφερόντων των διεθνοποιημένων εταιρειών.

Είναι για αυτόν το λόγο που η σύγχρονη ανάπλαση των περιοχών, νομοθεσιών και αγορών εκπονείται από αυτές τις υψηλά ιστάμενες αρχές και όχι μέσω πολέμου μεταξύ των κυρίαρχων δυνάμεων. Είναι βέβαια εμφανές ότι η νέα ιμπεριαλιστική μορφοποίηση τρέφεται με συστηματικές αιματηρές συγκρούσεις, των οποίων όμως το σκηνικό είναι στην περιφέρεια. Ο πολλαπλασιασμός αυτών των συγκρούσεων δεν οδηγεί σε δι-ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αυτή η αλλαγή οφείλεται στο ποιοτικό άλμα της παγκοσμιοποίησης, που το παλιό μοντέλο του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν επιτρέπει ούτε να ειδωθεί ούτε να εξηγηθεί.

Ορισμένοι υποστηρικτές της υπόθεσης του υπερεθνισμού εκτιμούν ότι οι σημερινές εταιρείες επιχειρούν ήδη με κάποιον τρόπο να αποκοπούν από τη χώρα καταγωγής τους24. ʼλλοι25 αποδίδουν την εμφάνιση του «παγκόσμιου κεφαλαίου» στην πληροφοριοποίηση της οικονομίας, την υποκατάσταση της βιομηχανικής δραστηριότητας από τη δράση των δικτύων και την επέκταση της άυλης εργασίας. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η συνύπαρξη αποδυναμώνει την κεντρική θέση της διαδικασίας παραγωγής, ενισχύει την κύηση μιας πλανητικής αγοράς και ενδυναμώνει την «υπερεδαφικότητα της αυτοκρατορίας».

Αυτή η άποψη τείνει να μεταφράσει τις εμβρυακές τάσεις σαν τετελεσμένα γεγονότα και να συμπεράνει από την αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ των διεθνών κεφαλαίων ένα βαθμό ενσωμάτωσης, ο οποίος δεν επαληθεύεται με κανέναν τρόπο. Η διεθνοποίηση των κεφαλαίων δεν αποτελεί σήμερα παρά την αρχή μιας διαδικασίας δομικής μετάλλαξης, η οποία στο παρελθόν είχε απαιτήσει αιώνες. Καμία πραγματικότητα της περασμένης δεκαετίας δεν υπονοεί την παρουσία μιας τόσο ριζικής βράχυνσης του ιστορικού ρυθμού του καπιταλισμού26.

Ο υπερεθνισμός υπερβάλει σε ό,τι αφορά την αύξηση του παγκόσμιου κεφαλαίου, αντικατοπτρίζοντας μια ορισμένη πίεση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που δημιουργούν θεωρητικές καινοτομίες για δημοσιογραφική κατανάλωση. Αρκεί να παρατηρήσουμε την παράμετρο που υποδεικνύει ο Μαντέλ -την ευαισθησία των παγκοσμιοποιημένων εταιρειών στην κάθε εθνική οικονομική συγκυρία- για να αναιρέσουμε τη θεωρία του υπερεθνισμού. Τα τέσσερα κύρια χαρακτηριστικά της οικονομικής πορείας της δεκαετίας του 90 -ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής, στασιμότητα της Ευρώπης, ύφεση στην Ιαπωνία και κατάρρευση των χωρών της περιφέρειας- απεικονίζουν την ανυπαρξία μιας κοινής ανάπτυξης του «παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου». Τα κέρδη και οι ζημιές κάθε ομάδας εταιρειών εξαρτήθηκαν από την κατάστασή τους σε κάθε περιοχή. Το ότι η αμερικάνικη ανάπτυξη στηρίχτηκε στην πτώση των ανταγωνιστών της, επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός νικητήριου μπλοκ που διαφοροποιεί τις ευρωπαϊκές και τις ιαπωνέζικες εταιρείες.

Ορισμένες μορφές παγκόσμιων συνεργασιών αρχίζουν να ξεπροβάλουν και για πρώτη φορά εμφανίστηκαν δομικές, υπερατλαντικές και υπερειρηνικές συμμαχίες μεταξύ ευρωπαϊκών, βορειοαμερικανικών και ιαπωνέζικων εταιρειών. Αυτός ο τύπος διασυνδέσεων αδυνατίζει τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωση, υποχρεώνει τις Η.Π.Α. να ρυθμίσουν την οικονομική πολιτική τους σύμφωνα με την εξωτερική χρηματοδότηση και ωθεί την Ιαπωνία να ακολουθήσει απρόθυμα το εμπορικό άνοιγμα των αγορών της. Αλλά, αυτές οι διασυνδέσεις δεν καταργούν την ύπαρξη ανταγωνιστικών μπλοκ που έχουν δομηθεί γύρω από παλιούς εθνικούς πυρήνες.

Ο υπερεθνισμός, στις περιορισμένες παραλλαγές του, αγνοεί ότι η Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής (γνωστή με τα αρχικά της ως NAFTA ή ALENA), η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Σύνδεση των Εθνών της Νοτιο-ανατολικής Ασίας (ASEAN) εκφράζουν αυτούς τους ανταγωνιστικούς πόλους. Αλλά στην ακραία παραλλαγή του Νέγκρι, η σύλληψη του ζητήματος επιπλέον διασπείρει κάθε είδους φαντασιοπληξίες για γεωγραφική «αποκέντρωση», παραβλέποντας ότι η στρατηγική δραστηριότητα των εταιρειών συνεχίζει να βασίζεται στις Η.Π.Α., την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Η παγκόσμια διασύνδεση δημιούργησε ένα νέο κοινό πλαίσιο για τον ανταγωνισμό, χωρίς να εξαλείψει το περιφερειακό υπόβαθρο αυτού του ανταγωνισμού.

Από την άλλη πλευρά είναι σίγουρο ότι οι αλλαγές της πληροφορικής ευνοεί την παγκόσμια διαπλοκή του κεφαλαίου, γιατί τείνει να συμπλέξει τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, να επιταχύνει τις εμπορικές συναλλαγές και να εντείνει την αναδιοργάνωση της διαδικασίας της εργασίας. Αλλά, η τεχνολογική επανάσταση ενδυναμώνει εξίσου τον ανταγωνισμό και την αναγκαιότητα των συμμαχιών ανά περιοχή, μεταξύ των εταιρειών που ανταγωνίζονται για τις αγορές. «Η οικονομία των δικτύων» όχι μόνο ενοποιεί, αλλά και ενισχύει τον εθνικό ανταγωνισμό. Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών πληροφόρησης καθοδηγείται από τις καπιταλιστικές παραμέτρους του κέρδους, του ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης, οι οποίες εμποδίζουν την αμερόληπτη ροή επενδύσεων σε παγκόσμια κλίμακα ή μια απεριόριστη κινητικότητα του εργατικού δυναμικού. Η τοποθέτησή τους εξαρτάται από τις συνθήκες συσσώρευσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι οποίες υποχρεώνουν τις 200 παγκοσμιοποιημένες εταιρείες να συγκεντρώσουν τα επιχειρησιακά τους κέντρα σε μια χούφτα κεντρικών κρατών.

Ορισμένοι θεωρούν ότι η υπερεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει ανοίξει χώρο για μια αντίστοιχη διαδικασία στο επίπεδο των κυρίαρχων τάξεων και των κρατών, υποδεικνύοντας ως ενδείξεις αυτής της αλλαγής την άνοδο των ξένων επενδύσεων, τη διεθνοποίηση της εργασίας και τη βαρύτητα των παγκόσμιων οργανισμών27. Ο Nέγκρι28 θεωρεί ήδη δεδομένο το σχηματισμό μιας νέας νομικής τάξης -εμπνευσμένης από το αμερικάνικο σύνταγμα- η οποία έχει αναδυθεί με μεταφορά επικυριαρχίας στο αυτοκρατορικό κέντρο του Ο.Η.Ε..

Ένα τέτοιο σχήμα είναι απολύτως βεβιασμένο, γιατί δεν υπάρχει καμία ένδειξη πλήρους παγκοσμιοποίησης της κυρίαρχης τάξης. Όποιες και αν είναι οι εσωτερικές διαιρέσεις της, η βορειοαμερικανική αστική τάξη αποτελεί μια ομάδα καθαρά διαφοροποιημένη από τους ομολόγους της στην Ιαπωνία και την Ευρώπη. Αυτές οι τάξεις ενεργούν μέσω διαφορετικών κυβερνήσεων, οργανισμών και κρατών, υπερασπίζοντας τις δικές τους τελωνιακές, φορολογικές, χρηματοπιστωτικές και νομισματικές πολιτικές, σύμφωνες με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Ακόμη και η ενσωμάτωση ορισμένων αστικών τάξεων γύρω από ένα υπερεθνικό κράτος -όπως στην περίπτωση της Ευρώπης- δεν μετατρέπει τα μέλη της σε «παγκόσμιους καπιταλιστές», γιατί δεν σχετίζονται με τον ίδιο τρόπο με τους εξω-ηπειρωτικούς ανταγωνιστές τους μέσα από ένα ίδιο κράτος.

Η ενδεχόμενη υπερεθνοποίηση του διαχειριστικού στρώματος ορισμένων εταιρειών και των ηγετικών στρωμάτων των διεθνών οργανισμών δεν μαρτυρά την εμφάνιση μιας κυρίαρχης παγκόσμιας τάξης. Αυτό το προσωπικό κοσμοπολίτικων διοικητικών υπαλλήλων και αξιωματούχων σχηματίζει μια γραφειοκρατία με υψηλές ευθύνες, αλλά δεν αποτελεί τάξη29. Η κύρια παράμετρος για την αξιολόγηση της ύπαρξης ενός τέτοιου κοινωνικού σχήματος -η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής- δείχνει καθαρά ένα γεωγραφικό κατακερματισμό της αστικής τάξης, ο οποίος ακολουθεί την παλιά εθνική δομή. Οι ιδιοκτήτες της κάθε υπερεθνικής επιχείρησης είναι αμερικάνοι, ευρωπαίοι ή ιάπωνες και όχι «πολίτες του κόσμου». Οι πράξεις κυριότητας των σπουδαιότερων 500 εταιρειών επιβεβαιώνουν αυτήν την εθνική σύνδεση: 48% ανήκουν σε αμερικάνους, το 30% σε ευρωπαίους και το 10% σε Ιάπωνες30 καπιταλιστές.

Επιπλέον, το Δ.Ν.Τ., ο Π.Ο.Ε. και το Π.Ο.Φ. (World Economic Forum Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ) δεν είναι ομοιογενείς κρατικές δομές, αλλά κέντρα διαπραγμάτευσης των διάφορων εταιρειών, που υπερασπίζουν μέσω των εθνικών αντιπροσώπων τους διάφορα σχήματα εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών. Οι εταιρείες στηρίζονται σε αυτές τις δομές για τη μάχη ενάντια στους ανταγωνιστές τους. Όταν, για παράδειγμα, η Boeing και η Airbus φιλονικούν για την παγκόσμια αγορά της αεροναυπηγικής, καταφεύγουν περισσότερο στα μέλη των λόμπι των Η.Π.Α. και της Ευρώπης παρά στους υπαλλήλους του Π.Ο.Ε.. Στον δι-ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό είναι τα κράτη ή τα μπλοκ κάθε περιοχής τα οποία συγκρούονται και όχι δι-εταιρικοί εναγκαλισμοί του τύπου Toyota-General Motors εναντίων Chrysler-Daimpler Benz.

Ο προνομιούχος ρόλος που διατηρούν τα κράτη αποδεικνύει ότι οι κύριες καπιταλιστικές λειτουργίες αυτού του θεσμού (εγγύηση του δικαίου της ιδιοκτησίας, προετοιμασία των συνθηκών εκμετάλλευσης και πραγματοποίησης της υπεραξίας, εξασφάλιση καταναγκασμού και συναίνεσης) δεν μπορούν να παγκοσμιοποιηθούν τόσο γρήγορα όσο οι επιχειρηματικές δραστηριότητες31. Ακόμη και αν ένα υπερεθνικό κράτος μπορούσε να βρει τώρα αρκετούς πόρους, εμπειρία και προσωπικό για την πλήρη κάλυψη, για παράδειγμα, των λειτουργιών καταστολής, θα του έλειπε ωστόσο το κύρος που έχει κατακτήσει η κάθε αστική τάξη μέσα στα πλαίσια του εθνικού της χώρου, δια μέσου των αιώνων, για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος.

Ο Nέγκρι αγνοεί αυτές τις αντιφάσεις αξιώνοντας την ύπαρξη μιας νέας αυτοκρατορικής επικυριαρχίας του Ο.Η.Ε.. Συμπεραίνει αυτήν τη δυνατότητα από μια αυστηρή νομική ανάλυση, εντελώς αποκομμένη από τη λογική της λειτουργίας του κεφαλαίου. Αλλά, αυτό που είναι το πιο εκπληκτικό είναι η απλοϊκή παρουσίαση των Ηνωμένων Εθνών ως ένα σύστημα καταπιεστικό στην κορυφή (Συμβούλιο Ασφαλείας) και δημοκρατικό στη βάση (Γενική Συνέλευση), ξεχνώντας ότι αυτός ο οργανισμός -σε όλα του τα επίπεδα- ενεργεί ως στήριγμα της σημερινής ιμπεριαλιστικής τάξης. Αυτή η καλή διάθεση πηγάζει, με τη σειρά της, από μια απολογητική ματιά του βορειοαμερικανικού συντάγματος, που παραβλέπει πώς η ελίτ αυτής της χώρας έχει χτίσει ένα πολιτικό σύστημα καταπίεσης, εφοδιασμένο με αναιρετικούς μηχανισμούς προορισμένους να ακυρώνουν τη λαϊκή εντολή32. Αυτή η θεώρηση της αυτοκρατορικής εξουσίας μεγιστοποιεί το λάθος από την άποψη του υπερεθνισμού, γιατί υπερβάλει την κύρια αδυναμία του: την παρερμηνεία του γεγονότος ότι η μεγαλύτερη παγκόσμια ενσωμάτωση κεφαλαίου πραγματοποιείται μέσα από τα πλαίσια των, ήδη υπαρκτών και περιφερειοποιημένων, κυρίαρχων κρατών και τάξεων.

Ο χαρακτηρισμός της απόλυτης κυριαρχίας των Η.Π.Α. είναι μερικώς συνεπαγόμενος από τη θέση της αυτοκρατορίας. Αν και ο Νέγκρι33 υπογραμμίζει ότι η αυτοκρατορία «στερείται εδαφικού κέντρου», εξηγεί ωστόσο ότι όλοι οι οργανισμοί του νέου σταδίου προέρχονται από προηγούμενα αμερικάνικα πρότυπα και αναπτύσσονται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή παρακμή.

Αυτή η ερμηνεία συγκλίνει με όλους τους χαρακτηρισμούς που ταυτίζουν τη σημερινή αρχηγία της Βόρειας Αμερικής με την «επικράτηση μιας μόνο υπερδύναμης», το «μονοδιάστατο κόσμο» ή την ισχυροποίηση της «εποχής των Ηνωμένων Πολιτειών». Αυτές οι οπτικές καθιστούν επίκαιρη τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού, η οποία θέτει ως αρχή την απόλυτη ηγεμονία ενός εκ των αντιπάλων απέναντι στους ανταγωνιστές του.

Η εμπειρική υποστήριξη αυτής της θέσης φαίνεται από την παταγώδη ανάπτυξη της Βόρειας Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα. Ενώ οι δράσεις των Ηνωμένων Εθνών ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητες των Η.Π.Α., η παρουσία του βορειοαμερικανικού στρατού γίνεται εντονότερη σε όλα τα σημεία του πλανήτη, μέσω των συμφωνιών με τη Ρωσία και τις παρεμβάσεις σε άλλες περιοχές όπως η Κεντρική Ασία ή η Ανατολική Ευρώπη οι οποίες μέχρι τώρα ήταν έξω από τον έλεγχό τους.

Οι Η.Π.Α. κατέχουν μια σαφή ανωτερότητα σε ό,τι αφορά την τεχνολογία και την παραγωγικότητα έναντι των ανταγωνιστών της. Αυτή η υπεροχή επαληθεύεται κατά την σημερινή παγκόσμια οικονομική ύφεση, γιατί το παρόν παγκόσμιο οικονομικό επίπεδο δραστηριότητας παρουσιάζει έναν εξαιρετικό βαθμό εξάρτησης από το βορειοαμερικανικό κύκλο.

Οι Η.Π.Α. πήραν εκ νέου, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90, την πρωτοκαθεδρία την οποία κατείχε η Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 70 και η Ιαπωνία κατά τη δεκαετία του 80. Από την εποχή της κυβέρνησης Ρέιγκαν, η πρώτη δύναμη εκμεταλλεύτηκε τα πλεονεκτήματα που της έδινε η στρατιωτική ανωτερότητα, για να χρηματοδοτήσει την οικονομική της αναδιάρθρωση με πόρους που αντλούσε από άλλα μέρη του κόσμου. Σε ορισμένες περιόδους, αφήνει να πέσει η τιμή του δολαρίου (για να ευνοηθούν οι εξαγωγές) και σε άλλες ευνοεί την υπερτίμησή του (για να απορροφήσει τα ξένα κεφάλαια). Ομοίως, προωθεί εναλλακτικά την εμπορική απελευθέρωση και τον προστατευτισμό, στους τομείς όπου διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, αντίστοιχα. Αυτή η ανάκτηση της ηγεμονίας εξηγείται τόσο από τη διεθνή εγκατάσταση των βορειοαμερικανικών εταιρειών όσο και από το ότι ο αμερικάνικος καπιταλισμός είναι προσανατολισμένος, από τους προηγούμενους αιώνες, στη διείσδυση στις εσωτερικές αγορές των ανταγωνιστών του.

Εντούτοις, κανένα από αυτά τα γεγονότα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη υπεριμπεριαλισμού, όσο η αμερικάνικη υπεροχή δεν οδηγεί σε υποταγή της Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Οι διενέξεις που φέρνουν αντιμέτωπες τις μεγάλες δυνάμεις έχουν διαστάσεις δι-ιμπεριαλιστικών διενέξεων και δεν είναι συγκρίσιμες με τις συγκρούσεις μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών χωρών. Κατά τις εμπορικές διαφορές με τις Η.Π.Α., η Γαλλία δεν συμπεριφέρεται όπως η Αργεντινή, η Ιαπωνία, μέσα στο Δ.Ν.Τ., δεν ζητιανεύει πιστώσεις, αλλά συμπεριφέρεται ως πιστωτής και η Γερμανία είναι ο συνεργός και όχι το θύμα των αποφάσεων του G8.

Οι σχέσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και των ανταγωνιστών της δεν παρουσιάζουν τα σημάδια μιας αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Η πρωτιά των αμερικάνων στα πλαίσια των γεωπολιτικών σχέσεων είναι αναμφισβήτητη, αλλά η «υπερατλαντική σχέση» δεν σημαίνει την υποτέλεια της Ευρώπης και ο «άξονας του Ειρηνικού» δεν χαρακτηρίζεται από την υποταγή των Ιαπώνων σε κάθε αξίωση των Η.Π.Α.34.

Η υπεριμπεριαλιστική θέση υπερβάλει όσον αφορά την αμερικάνικη πρωτοκαθεδρία και αρνείται τις αντιφάσεις αυτής της πρωτοκαθεδρίας. Ο Γκόουαν35 διαπιστώνει ότι ακριβώς η μορφή της ανωτερότητας των Η.Π.Α. -«υπερέχουσα» (σε βάρος των ανταγωνιστών της) και όχι «ηγεμονική»- (μοιραζόμενη τους καρπούς της εξουσίας) υπονομεύει την πρωτοκαθεδρία της. Η δύναμη των Η.Π.Α. χτίζεται, επιπλέον, μέσω των διαπλοκών και όχι -όπως στο παρελθόν- μέσω της ένοπλης συντριβής των αντιπάλων της. Αυτή η συνάρθρωση υποχρεώνει τη σύναψη συμμαχιών, οι οποίες, αφού δεν προκύπτουν από στρατιωτική λύση, είναι πιο εύθραυστες. Ο ελιτίστικος χαρακτήρας του σημερινού ιμπεριαλισμού, δηλαδή στερημένος από τη μαζική, σοβινιστική και πατριωτική του στήριξη των αρχών του 20ου αιώνα, διαβρώνει εξίσου την ανωτερότητα της πρώτης δύναμης.

Η υπεροχή των Η.Π.Α. ασκείται, πρακτικά, μέσω των πολέμων στις «θερμότερες» ζώνες της περιφέρειας στον πλανήτη. Ωστόσο, αυτή η πολεμοκαπηλεία αποδυναμώνει και την υπεριμπεριαλιστική πορεία, γιατί αυτές οι συστηματικές επιθέσεις ενδυναμώνουν την αποσταθεροποίηση. Το νέο δόγμα του «πολέμου χωρίς τέλος» που εφαρμόζεται από την κυβέρνηση Μπους εμβαθύνει αυτήν την απώλεια ελέγχου, γιατί αποκόπτεται από την παράδοση των περιορισμένων συγκρούσεων και μιας ορισμένης αναλογικότητας μεταξύ μέσων που εφαρμόζονται και στόχων που επιδιώκονται. Στις εκστρατείες ενάντια στο Ιράκ, στην «διακίνηση των ναρκωτικών» ή στην «τρομοκρατία», οι Η.Π.Α. αναζητούν να δημιουργήσουν ένα κλίμα μόνιμου φόβου με επιθέσεις που δεν έχουν ούτε συγκεκριμένη διάρκεια ούτε συγκεκριμένους στόχους36.

Αυτός ο τύπος ιμπεριαλιστικής δράσης όχι μόνο διαμελίζει τα έθνη, αποσυνθέτει τα κράτη και καταστρέφει τις κοινωνίες, αλλά, επιπλέον, δημιουργεί μια «επίπτωση μπούμερανγκ», την οποία οι Η.Π.Α. έχουν δοκιμάσει ήδη στο πετσί τους με τους ταλιμπάν. Ο «ολοκληρωτικός πόλεμος», χωρίς ενδοιασμούς δικαίου, αποσταθεροποιεί την «παγκόσμια τάξη» και υπονομεύει το κύρος των δημιουργών του. Για αυτόν το λόγο η προοπτική του υπεριμπεριαλισμού δεν πραγματοποιήθηκε και μάλιστα απειλείται από τις ίδιες τις πράξεις κυριαρχίας των Η.Π.Α..

Κανένα από τα τρία εναλλακτικά μοντέλα, απέναντι στον κλασικό ιμπεριαλισμό, δεν επιτρέπει την αποσαφήνιση των σημερινών σχέσεων που επικρατούν μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η θέση του δι-ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν εξηγεί τους λόγους που καθιστούν την ένοπλη σύγκρουση απαγορευτική και αγνοεί την ανάπτυξη της ενσωμάτωσης των κεφαλαίων που καταγράφεται. Ο υπερεθνικός προσανατολισμός παραβλέπει ότι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των εταιρειών συνεχίζονται να μεσολαβούνται από τη δράση των εθνικών ή περιφερειακών τάξεων και κρατών. Η υπεριμπεριαλιστική οπτική δεν λαμβάνει υπόψη την απουσία σχέσεων υποταγής μεταξύ αναπτυγμένων οικονομιών, συγκρίσιμων με αυτές που ισχύουν με την περιφέρεια.

Αυτές οι ανεπάρκειες οδηγούν στην σκέψη ότι ο ανταγωνισμός, η ενσωμάτωση και η ηγεμονία, όπως ισχύουν σήμερα, τεινούν να συνδυαστούν σε ένα νέο τύπο σχέσεων, πολυπλοκότερων από αυτές που φανταστήκαμε στη δεκαετία του 70. Η μελέτη αυτής της πολύπλοκης κατάστασης είναι χρησιμότερη από το να αναρωτιόμαστε ποιο από τα τρία αναλυμένα μοντέλα υπερισχύει σήμερα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η πρόοδος της παγκοσμιοποίησης ενθάρρυνε την υπερεθνική συνεργασία των κεφαλαίων και οδήγησε, επίσης, μια δύναμη στο να αναλάβει την αρχηγία, προκειμένου να διατηρηθεί η συνοχή του συστήματος37.

H γνώση αυτού του συνδυασμού επιτρέπει την κατανόηση του ενδιάμεσου χαρακτήρα της σημερινής κατάστασης. Προς το παρόν, ούτε ο ανταγωνισμός, ούτε η ενσωμάτωση, ούτε η ηγεμονία υπερισχύουν απολύτως, αλλά παρατηρούμε μια αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό κάθε υπερδύναμης, η οποία ευνοεί τους υπερεθνικούς τομείς σε βάρος των εθνικών, στους κόλπους των υπαρκτών κρατών και τάξεων38. Αυτή η αβεβαιότητα των θέσεων διαφέρει από χώρα σε χώρα (στον Καναδά ή στις Κάτω Χώρες το παγκοσμιοποιημένο τμήμα είναι αναμφίβολα ισχυρότερο από ό,τι στις Η.Π.Α. ή στη Γερμανία) και από τομέα σε τομέα (στην αυτοκινητοβιομηχανία, η υπερεθνοποίηση είναι μεγαλύτερη από ό,τι στη σιδηρουργία). Το κεφάλαιο διεθνοποιείται, λοιπόν, ενώ τα παλιά εθνικά κράτη συνεχίζουν να εγγυώνται τη γενική αναπαραγωγή του συστήματος.

Ο νέος συνδυασμός ανταγωνισμού, ενσωμάτωσης και ιμπεριαλιστικής υπεροχής αποτελεί τμήμα των μεγάλων πρόσφατων μεταμορφώσεων του καπιταλισμού. Εγγράφεται στο πλαίσιο ενός σταδίου που χαρακτηρίζεται από την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία (αύξηση της ανεργίας, της φτώχιας και της ελαστικότητας της εργασίας), από την επέκτασή του κλαδικά (ιδιωτικοποιήσεις) και γεωγραφικά (προς τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες), από την επανάσταση της πληροφορικής και τη χρηματοπιστωτική απορρύθμιση.

Αυτές οι διαδικασίες παραμόρφωσαν τη λειτουργία του καπιταλισμού και πολλαπλασίασαν τις ανισορροπίες του συστήματος αποδυναμώνοντας την κρατική ρύθμιση των οικονομικών κύκλων και ενθαρρύνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών. Οι παλιοί πολιτικοί θεσμοί χάνουν το κύρος τους στο μέτρο που ένα μέρος της πραγματικής εξουσίας μετατοπίζεται προς τους νέους παγκοσμιοποιημένους οργανισμούς, οι οποίοι στερούνται και νομιμότητας και λαϊκής υποστήριξης. Επιπρόσθετα, η ιμπεριαλιστική στρατιωτική κλιμάκωση προκαλεί καταρρεύσεις στις περιοχές της περιφέρειας, βαθαίνοντας την παγκόσμια αποσταθεροποίηση39.

Αυτές οι αντιφάσεις είναι χαρακτηριστικά του καπιταλισμού και δεν παρουσιάζεται καμία ομοιότητα με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως υποστηρίζεται από πολλούς αναλυτές. Τέτοιου είδους αναλογίες υπογραμμίζουν απλώς την ομοιότητα των μηχανισμών ένταξης ή αποκλεισμού των κυριάρχων ομάδων από στο κέντρο της αυτοκρατορίας40, την ομοιότητα των θεσμών41 (μοναρχία-Πεντάγωνο, αριστοκρατία-εταιρείες, δημοκρατία-Συνέλευση του Ο.Η.Ε.) ή την κοινή παρακμή των δύο συστημάτων (πτώση της Ρώμης -«εκφυλισμός» του παρόντος καθεστώτος)42.

Αλλά, ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν αποσαθρώνεται από μια υπερβολική εδαφική επέκταση, δεν διαβρώνεται από την αγροτική επιβράδυνση, την υποπαραγωγικότητα της εργασίας ή την σπατάλη της κυρίαρχης κάστας. Σε αντίθεση με το δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής, ο καπιταλισμός δεν δημιουργεί παράλυση των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά ανεξέλεγκτη ανάπτυξή τους που υπόκειται σε κυκλικές κρίσεις.

Οι αντιφάσεις που απορρέουν από τη συσσώρευση, την εξαγωγή της υπεραξίας, την αξιοποίηση του κεφαλαίου ή την πραγματοποίηση της αξίας οδηγούν σε κρίσεις, αλλά όχι στην επιθανάτια αγωνία της αρχαιότητας. Αλλά, η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο ρόλο που παίζουν τα κοινωνικά υποκείμενα απέναντι στις δυνατότητες ιστορικού μετασχηματισμού που δεν υπήρχε κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής παρακμής.

Οι εργαζόμενοι, τα θύματα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης σε ολόκληρο τον πλανήτη, είναι οι εχθροί του ιμπεριαλισμού τον 21ου αιώνα. Η δράση τους τροποποίησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών το κλίμα της νεοφιλελεύθερης θριαμβολογίας που επικρατούσε στην ελίτ της κυρίαρχης τάξης από την αρχή της δεκαετίας του 90. Ένα αίσθημα αποπροσανατολισμού άρχισε να εγκαθίσταται μεταξύ του «κατεστημένου» της παγκοσμιοποίησης, όπως αποδεικνύουν οι κριτικές ενάντια στη σημερινή οικονομική πορεία που διατυπώνουν οι πάπες του νεοφιλελευθερισμού.

Ο Σόρος, ο Στίγκλιτς ή ο Σακς γράφουν σήμερα βιβλία για να καταγγείλουν την απουσία ελέγχου των αγορών, την υπερβολική λιτότητα ή τις δυσχέρειες των ακραίων προσαρμογών. Οι χαρακτηρισμοί τους είναι τόσο επιφανειακοί όσο και τα υπερβολικά εγκώμια που έπλεκαν χθές για τον καπιταλισμό. Δεν φέρνουν κανένα αξιόπιστο συλλογισμό, αλλά μαρτυρούν την αμηχανία που εμφανίζεται στην κορυφή του ιμπεριαλισμού, μπροστά στην κοινωνική καταστροφή που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών της ευφορίας των ιδιωτικοποιήσεων.

Αυτές οι αμφισβητήσεις του «βάρβαρου καπιταλισμού» αντανακλούν την πρόοδο της λαϊκής αντίστασης, γιατί οι κυρίαρχοι του κόσμου δεν μπορούν πλέον να συνεδριάσουν εν ειρήνη. Οι συναντήσεις τους σε απόμακρα μέρη, κατά τη διάρκεια περιχαρακωμένων συσκέψεων, πρέπει πάντα να έρχονται αντιμέτωπες με διαδηλώσεις του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης (κίνημα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση, η οποία καλείται επίσης και κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης). Δεν μπορούν να απομονωθούν στο Νταβός, να αποφύγουν την σκανδαλώδη καταστολή της Γένοβας, ούτε να αγνοήσουν τις προκλήσεις του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν υπάρχει πλέον «μοναδική σκέψη» ούτε «μια μόνη εναλλακτική δυνατότητα» και με την ανάπτυξη των λαϊκών ερωτημάτων φθίνει η εικόνα της ιμπεριαλιστικής παντοδυναμίας

  Συνέχεια Μέρος3ο (τελευταίο)

 03/03/2003 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)