Μια βιβλιοκριτική του
συνεργάτη μας Δημήτρη Ι. Κατσαγάνη για το έξοχο βιβλίο του
ΜΑΝΟΥ ΛΟΥΚΑΚΗ με τον τίτλο: «Ο Ισπανός
Συμβολαιογράφος» «Ανάμεσά μας
τριγυρνάει ξανά ο ίδιος ερευνώντας
και / «Τίνος το στέρνο άκρη
άκρη κουβαλάει πεπρωμένα;» / «Ρωτώντας
τις πόρτες…». Και
ποιες είναι οι πόρτες του ποιητή
αναλογίζεται ο αναγνώστης όταν «αγγέλει
μόνο των αγαλμάτων τους θανάτους κι
αποσύρεται στη γραπτή χώρα του»;
Ο ποιητής σκυφτός ή
όρθοτενής ανοίγει όλες τις πόρτες
του ανέκαθεν. Η ποίηση δεν πρέπει να «είναι
μικρό και σαν ολιγόβιο πράγμα» έγραφε
ο Κ.Π.Καβάφης. Ο Μάνος Λουκάκης με τον
ΙΣΠΑΝΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟ του
εμπλέκεται ξανά και ξανά με τα
θέματά του έχοντας υψηλές
απαιτήσεις και προδιαγραφές. Οι
υποβολείς του είναι από πολύ μακριά.
Όπως και στις προηγούμενες
δημοσιευμένες συλλογές και ποιήματα
σε περιοδικά είναι και τώρα φανερό
ότι ο Λουκάκης προχωρεί σ’ ένα
ξεχωριστό δρόμο ανάμεσα στους
ποιητές της εποχής του. Μάλλον είναι
ο πιο αντιπροσωπευτικός εκείνων που
δεν παραδίνονται ελαφρά τη καρδία
στα προσωρινά γυρίσματα των καιρών.
Δεν απορρίπτει την εποχή που μαζί με
άλλους πρωτοπορούσε στο πολιτικό
και κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά
σκυμμένος στο ίδιο ή συγγενικό υλικό
λογαριάζει τις παλιές κλίσεις τις
κλονισμένες βεβαιότητες ή και τις
αθωότητες ακόμα για να αποφασίσει
σχετικά. Δεν πείθεται από τους
χυδαίους τερματισμούς ένεκεν….
Βλέπει το άνοιγμα τις διαστάσεις του
τραύματος της ιστορίας μετά την
ενδόρρηξη της Σοβιετικής Ένωσης
κυρίως. Το ίδιο τραύμα πιστοποιείται
και αναδρομικά και σ’ ένα πλήθος
ανθρώπων και καταστάσεων ως
υποχρέωση ιαματικού ποιητή αν και
αυτή η ιαματικότητα προέρχεται
από μια εν πολλοίς καταραμένη ποίηση
που θάλπεται στη ζωή του. Ο ποιητής
είναι ένθεν και ένθεν. Τα έμβολα της
ιστορίας κινούνται και παλινδρομούν
εντός του, όχι «ανεπαισθήτως». «Επισκέπτεται»
ξαφνικά τα θύματα «και ξανά ευλογώ
στην αϋπνία μου τον Ισπανό / γιατί
άκουσε και μου μετέφρασε φωνές». Ποιος
είναι όμως ο «Ισπανός
συμβολαιογράφος» που καλεί φιγούρες
να αναληφθούν εν ανάγκη στο
προσκήνιο; Είναι ο πατέρας ως κατιών
ιστορικός διαμεσολαβητής –
μεταφορέας μνήμης; Είναι κάποιος που
τηρούσε κρυφούς λογαριασμούς; Είναι
έτερος Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ;
Ας είναι. Ο «συμβολαιογράφος»
σκόπιμα γίνεται μπαλάντα κατά την
δήλωση του ποιητή. Η μπαλάντα είναι ο
ιδανικός ποιητικός τόπος, όπου «νόμιμα»
καταχωρούνται τα αποδειγμένα και τα
αναπόδεικτα, τα πιθανά και τα
υπονοούμενα ως τέτοια, μέσα σε
έντονα συγκινησιακό αρμολόγημα. Ο
ποιητής τα χρειάζεται και τα «κατεβάζει».
Η επιστροφή στα σκηνικά του
παρελθόντος είναι προνόμιο του
κατέχοντος κι αυτός κατέχει καλά την
αξία της ιστορικής προσέγγισης. Με
την επιστροφή «εγκαταλείπει»,
τρόπος του λέγειν ρομαντικά τον
κόσμο τούτο γιατί δεν βγήκε στο
λογαριασμό του και τον πληγώνει. Η
επιστροφή γίνεται με παρούσες
λέξεις για να γλυκαθεί το παρελθόν
και να έρθει ήσυχο προς νέα εξέταση.
Το χρειαζόμαστε. Ο Λουκάκης τραβάει
τα σχοινιά από τη νήσο Κρήτη την
πατρίδα του. Αποκλίσεις μυστικισμού
με ποιητική άδεια επιτρέπονται.
Στοιχειοθετείται από τον αρχαίο
ελληνικό πολιτισμό που
μεταβιβάστηκε διαλεκτικά στους
Άραβες κι αυτοί τον πήγαν στην
Ισπανία κ.ο.κ. μέχρι το Φεντερίκο
Γκαρθία Λόρκα. Πέρα από το να λέει
κανείς ότι ο Λόρκα είναι
αποτελεσματικά μεγάλος ποιητής
πρέπει να στρέφεται ο λέγων στις
συστατικές προνομίες του χώρου του
στις εκλεκτικές συγγένειες. Ο Λόρκα
έζησε τον Ισπανικό εμφύλιο
και δολοφονήθηκε απ τους φασίστες
εν καιρώ «δημοκρατικής κυβέρνησης»
όταν το «σούρουπο οι παναγιές
θρηνούν στον ελαιώνα». Ο δικός μας
βλέπει το κοίλον, το χάσμα που
δημιούργησε η κατάσταση της
τελευταίας δεκαπενταετίας. Νιώθει
ενοχές; Το είδος και ο χαρακτήρας του
δίνει ελαφρυντικά οπωσδήποτε, αλλά ο
αληθινός μας ποιητής δεν μπορεί να
βολευτεί, γιατί η υπηρεσία της
ποίησης τον αναστατώνει διαρκώς.
Έτσι οι δύο ποιητές ανταλλάσουν
μαντινάδες και φάντος. Τα εικαστικά
της Μαρίας Κωσταντακάκη δεν
παρίστανται στην όλη υπόθεση, αλλά
συνυφαίνονται εμπνευστικά και
ερμηνευτικά. Συνολικά έχουμε
πλούσιο μάλλον «Ισπανό
συμβολαιογράφο», «ισπανική
υποχώρηση» δεν υπάρχει στις
εξελίξεις. Ο Λουκάκης
συμβολαιογραφεί υπό συμφωνικών
ρυθμών, γι’ αυτό «κανείς δεν
βρίσκει τον τροχό λοξό / Του
αγγειοπλάστη».