Ο Μεγάλος Ανατολικός

Βιβλίο

Αρχείο


Κεντρική Σελίδα


Στείλε άρθρο


FORUM

Ελάτε να τα πούμε


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ, όπως την έγραψε ο TOM ΒΑΓΚ. Στις μέρες μας που ο φόβος μη σε φακελώσουν ή σε προσάγουν για ανάκριση για τις ιδέες σου ή για τις ιδέες άλλων ανθρώπων, κινημάτων ή οργανώσεων που μπορεί να διαφωνείς ή να συμφωνείς μαζί τους, αλλά δεν παύουν να αποτελούν μέρος της ιστορίας, δεν πρέπει να μας κάνει παθητικούς δέκτες της "αλήθειας" της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Η δική μας θέση γι΄ αυτού του είδους τα κινήματα είναι γνωστή. Όμως ο αναγνώστης είναι αυτός που θα κρίνει μόνος του θα απορρίψει ή θα εγκρίνει τη τον αντιπροσωπεύει και τι όχι. Αυτός και μόνον αυτός.

1 - ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΤΑΚΤΙΚΗ

2 Ιουνίου 1967: Το καλοκαίρι του μίσους - Κάψτε πολυκαταστήματα, κάψτε! - Η επίσκεψη του Σάχη και η δολοφονία του Μπένο Όνεσοργκ.

Το 1963, οι αμερικανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν με βόμβες ναπάλμ τις αγροτικές περιοχές του Ν. Βιετνάμ. Το 1965, τα Β52 βομβαρδίζουν πόλεις του Β. Βιετνάμ...

5 Φεβρουαρίου 1965: Διαδήλωση 2.000 φοιτητών στο Δ. Βερολίνο· 500 άτομα αποσπώνται από τον κορμό της διαδήλωσης και επιτίθενται στην πρεσβεία των ΗΠΑ. Ύστερα, τοιχοκολλούνται αφίσες που ρωτάνε: Πόσο θα ανεχόμαστε ακόμη να διαπράττονται εν ονόματι μας μαζικές σφαγές;

Αρχές 1967: Τα ηγετικά στελέχη του φοιτητικού κινήματος του Δ. Βερολίνου Φρίτς Τόϋφελ, Ντήτερ Κούντσελμαν (πρώην καταστασια-κός) Μπόμυ Μπάουμαν και Ράινερ Λάνγκχανς δημιουργούν την Κομμούνα 1- Ο Ρούντυ Ντούτσκε, ηγέτης της SDS, είναι και αυτός από τα πρώτα μέλη αλλά δεν θα παραμείνει για πολύ. Ο Φρίτς Τόϋφελ είναι ήδη γνωστός ως όνομα από διάφορα φοιτητικά σκανδαλάκια, αλλά η Κομμούνα 1 ακούγεται για πρώτη φορά όταν ο Χιού-μπερτ Χάμφρεϋ επισκέπτεται το Βερολίνο τον Απρίλιο.

Το σχέδιο της ομάδας ήταν να υποδεχθεί τον αντιπρόεδρο.των ΗΠΑ με γιαούρτια, αλλά αυτό μαθεύτηκε από τον Τύπο ο οποίος πλημμυρίζει από ιστορίες για βομβιστικές απειλές. Στο KonKret, αντεργκράουντ περιοδικό, η δημοσιογράφος Ούλρικε Μάινχοφ γράφει: «Αν και θεωρείται αγένεια να ρίχνεις γιαούρτια στους πολιτικούς, όχι όμως και το να υποδέχεσαι πολιτικούς που επιτρέπουν την εξαφάνιση χωριών και τον βομβαρδισμό πόλεων... το ναπάλμ ναι, το γιαούρτι όχι».

Η Κ1 σοβάρεψε κάπως περισσότερο τον Μάιο. Μετά την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στις Βρυξέλλες, όπου πέθαναν 300 άτομα, μια προκήρυξη τους λέει: «Πότε θα καούν τα πολυκαταστήματα του Βερολίνου; Οι γιάνκηδες πεθαίνουν για το Βερολίνο στο Βιετνάμ. Νιώσαμε θλίψη, βλέποντας τους φουκαριάρηδες να χύνουν το αίμα τους από κόκα-κόλα στην βιετναμέζικη ζούγκλα. Έτσι, αρχίσαμε να διαδηλώνουμε, να ρίχνουμε κλούβια αυγά στον Οίκο της Αμερικής και θα θέλαμε να τελειώσουμε, βλέποντας τον Χάμφρεϋ να πεθαίνει πνιγμένος από γιαούρτι. Τώρα, οι φίλοι μας στο Βέλγιο έχουν επιτέλους ανακαλύψει τον τρόπο να εμπλέξουν ολόκληρο τον πληθυσμό σ' όλο το πανηγύρι του Βιετνάμ... Οι Βρυξέλλες μας έδωσαν τη μόνη απάντηση: «Κάψτε πολυκαταστήματα, κάψτε!», Καλοκαίρι 1967: Η επίσκεψη του Σάχη της Περσίας και της αυτοκράτειρας Σαράχ Ντιμπά στο Βερολίνο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Η συμβολή του Ντήτερ Κούντσελμαν είναι: «Δεν σπουδάζω, δεν εργάζομαι, έχω προβλήματα με τον οργασμό μου και επιθυμώ να πληροφορηθεί το κοινό γι' αυτό». Η Ούλρικε Μάινχοφ, σε Μια Ανοικτή Επιστολή προς την Φαράχ Ντιμπά, λέει: «Είπατε ότι τα καλοκαίρια είναι πολύ θερμά στην Περσία και ότι «όπως οι περισσότεροι πέρσες, εγώ κι η οικογένεια μου πήγαμε στην περσική Ριβιέ-ρα, στην Κασπία». Όπως οι περισσότεροι πέρσες; Δεν είναι αυτό κά-πως υπερβολικό; Οι περισσότεροι πέρσες είναι αγρότες με ετήσιο εισόδημα μικρότερο των 100δολ. και το δεύτερο παιδί κάθε περσίδας πεθαίνει από την πείνα, την φτώχεια και την αρρώστεια- τα παιδιά, επίσης, εκείνα που υφαίνουν τάπητες 14 ώρες την ημέρα, πηγαίνουν κι αυτά, τα περισσότερα απ' αυτά, το καλοκαίρι στην Κασπία;». 2 Ιουνίου: Μετά τη σύλληψη όλων των αντισαχικών περσών, η φιλοσαχική μερίδα έλαβε την άδεια να χαιρετήσει τον αυτοκράτορα της κατά την άφιξη του στο Βερολίνο. Όταν η αυτοκρατορική κομπανία έφθασε στο Δημαρχείο του Σένεμπεργκ, η αστυνομία έπρεπε ν' απωθήσει εκατοντάδες διαδηλωτές φοιτητές. Την γερμανική αστυνομία βοήθησαν άνδρες της περσικής μυστικής υπηρεσίας οπλισμένοι με μακριά, ξύλινα ρόπαλα.

Το ίδιο βράδυ, ο Σάχης και η Φαράχ Ντιμπά έφθασαν στο κτίριο της Όπερας, για να δεχθούν γιουχαίσματα και μερικά σακκούλια με χρώμα που δεν πέτυχαν το στόχο τους. Οι διαδηλωτές ξεκίνησαν να πάνε σε γειτονικά μπαρ, σχεδιάζοντας να επιστρέψουν όταν θα έφευγε ο Σάχης. Ξαφνικά, 14 ασθενοφόρα τους έκοψαν τον δρόμο. Αστυνομικοί ελέγχου διαδηλώσεων όρμησαν έξω για να διαδραματιστούν σκηνές πολύ χειρότερες απ' ό,τι στο Σένεμπεργκ και γρήγορα, τα ασθενοφόρα γέμισαν. Τότε, αρχίζει η εκκαθαριστική επιχείρηση.

Μια χούφτα διαδηλωτών κάνει μια τελευταία στάση στην Κνούμεστρ, με μια σειρά ένστολων αστυνομικών παρατεταγμένων μπροστά τους. Μια ομάδα αστυνομικών με πολιτικά τους πλησιάζει για να εντοπίσει τον «αρχηγό». Βρίσκουν τον άνθρωπο τους και τον ρίχνουν στο έδαφος. Αμέσως, περικυκλώνονται από άλλους διαδηλωτές και οι ένστολοι αστυνομικοί σπεύδουν να τους βοηθήσουν. Ξεσπά μια συμπλοκή σώμα με σώμα και ο υποτιθέμενος αρχηγός ξεφεύγει προς στιγμήν. Τότε, ο ντετέκτιβ Κάρλ Χάιντς Κούρας «της Πολιτικής Αστυνομίας», σημαδεύει με το πιστόλι του το κεφάλι του διαδηλωτή που είχε συλληφθεί ξανά. Ακολουθεί ένας πυροβολισμός και ο Μπένο Όνεσοργκ, ένας ρομαντικός, 26χρονος σπουδαστής ξένων γλωσσών είναι νεκρός.

Η 2 Ιουνίου 1967 αποτελεί σταθμό για πολλούς ανθρώπους στην Γερμανία. Ακόμα και ο δήμαρχος Αλμπερτς επηρεάζεται βαθύτατα (θα παραιτηθεί σύντομα εκουσίως), όχι όμως και ο Σάχης, ο οποίος λέει στον Αλμπερτς, «μην το πολυσκέφτεσε αυτό, αυτά τα πράγματα συμβαίνουν καθημερινά στην Περσία». Το απόφθεγμα της βραδιάς προέρχεται από έναν διαδηλωτή που κατόρθωσε να ξεφύγει, καταφεύγοντας σ' ένα κέντρο της SDS: Η Γκούντρουν Ένσλιν συνοψίζει τα αισθήματα πολλών κακοποιηθέντων φοιτητών όταν λέει «θα μας σκοτώσουν όλους· ξέρετε με τι είδους γουρούνια έχουμε να κάνουμε. Αυτή είναι η γενιά του ʼουσβιτς έχουν όπλα ενώ εμείς δεν έχουμε. Πρέπει να οπλιστούμε!».

Ο Σάχης ρίχνει περισσότερο αλάτι στην πληγή, απαιτώντας να επιβληθούν ποινικές κυρώσεις στους διαδηλωτές. Σε αντίδραση, εκατοντάδες άνθρωποι προσέρχονται στα αστυνομικά τμήματα για να δηλώσουν ότι είχαν πάρει μέρος στη διαδήλωση, θα κρατηθεί όμως μόνον ο Φρίτς Τόϋφελ για συνωμοσία κατά του Χάμφρεϋ, για ρίψη πέτρας κατά του Σάχη, για υποκίνηση σ' εμπρησμό με το «κάψτε πολυκαταστήματα», «κάψτε!». Μετά την απαγγελία των κατηγοριών, αφήνεται και αυτός ελεύθερος. Όμως, ο Τόϋφελ αρνείται να παραδώσει το διαβατήριο του και ζητά να επιστρέψει στο κρατητήριο. Ωστόσο, χωρίς δικαστικό ένταλμα, αυτό είναι αδύνατον. Τελικά, θα εισβάλλει στο Κοινοβούλιο του Βερολίνου με αποτέλεσμα να συλληφθεί εκ νέου.

Ο Αντρέας Μπάαντερ δεν βρίσκεται στο Βερολίνο κατά την επίσκεψη του Σάχη. Έχει άλλα μπλεξίματα, είναι έγκλειστος στο αναμορφωτήριο του Τράουνστάιν, για κλοπή μοτοσυκλέτας. Όμως αργότερα, το ίδιο καλοκαίρι, αφήνεται ελεύθερος, συναντά για πρώτη φορά την Γκούντρουν Ένσλιν και προκαλεί μεγάλη εντύπωση στην «Εξωκοινοβουλευτική Αντιπολίτευση». Εκείνη την εποχή, τον περιγράφουν μάλλον σαν ένα είδος Μάρλον Μπράντο παρά σαν περιθωριακό φοιτητή, που δεν μιλάει παρά για τρομοκρατία και για κλοπές αυτοκινήτων.

 

2 - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΔΡΟΜΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

 

1968. Σπέρνω την φωτιά. Οι εμπρησμοί στην Φρανκφούρτη. Η απόπειρα δολοφονίας του Ρούντυ Ντούτσκε - η πολιορκία του Σπρίνγκερ - η δίκη για τον εμπρησμό και η μάχη του Τέγκελερ-Βέγκ.

22 Μαρτίου 1968: Οι Τόϋφελ και Λάνγκχανς απαλλάσσονται από την κατηγορία του εμπρησμού και η προκήρυξη της Κ1 θεωρείται σατιρική, όχι όμως από τους Γκούντρουν Ένσλίν και Αντρέας Μπάαντερ, οι οποίοι επισκέπτονται την Κ1 για να δουν αν υπάρχουν κάποιοι που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τις ιδέες τους. Αλλά δεν βρίσκουν κανένα εκτός από τον θόρβαλντ Πρόλ, φίλο του Μπάαντερ και της Ένσλιν. Πηγαίνουν και οι τρεις στο Μόναχο όπου προστίθεται στην παρέα τους ο Χόρστ Σενλάιν, ένας φίλος του Μπάαντερ, παλιός θαυμαστής του Φασμπίντερ (ΡΒΦ: «Δεν ρίχνω βόμβες, κάνω ταινίες»).

2 Απριλίου: Αφού γίνει μια σύντομη στάση στην Στουτγκάρδη για να επισκεφθούν κάποιους συγγενείς της 'Ενσλιν (Συμπτωματικά, η Ένσλιν ήταν απόγονος του Χέγκελ), η ομάδα φθάνει στην Φρανκφούρτη. Οι Μπάαντερ και Ένσλιν πηγαίνουν στο πολυκατάστημα Καουφ-χάους Σνάιντερ, ανεβαίνουν με τις κυλιόμενες σκάλες στον τρίτο όροφο, δοκιμάζουν μερικά πτυσσόμενα κρεβάτια, τριγυρίζουν για λίγο στους άλλους ορόφους και μετά φεύγουν. Λίγο πριν κλείσει το κατάστημα επιστρέφουν. Το κατάστημα είναι σχεδόν άδειο και το ζευγάρι είναι πολύ προσεκτικό. Ανεβαίνουν τρέχοντας τις εκτός λειτουργίας σκάλες, πιασμένοι απ' το χέρι και όταν πείθονται ότι δεν τους βλέπει κανείς, τοποθετούν έναν εμπρηστικό μηχανισμό στο τμήμα γυναικείων ενδυμάτων, μια δεύτερη βόμβα σε μια ντουλάπα του τμήματος επίπλων και ακριβώς την ώρα που κλείνει το κατάστημα, το ζευγάρι βγαίνει έξω. Το ίδιο βράδυ, τοποθετούνται κι άλλοι εμπρηστικοί μηχανισμοί στο γειτονικό κατάστημα Κάουρχοφ, αλλά για το ποιος ευθύνεται μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν.

Λίγο μετά τα μεσάνυκτα, ο τρίτος όροφος και μετά ο πρώτος όροφος του Καουφχάους Σνάιντερ, τυλίγονται στις φλόγες. Λίγα λεπτά αργότερα, την ίδια τύχη έχει και το Κάουφχοφ. Σύντομα, καταφθάνουν πυροσβεστικά οχήματα- και στα δύο καταστήματα, δεν υπάρχουν τραυματίες και η ζημιά είναι ελάχιστη (250.000δολ.). Ο Μπάαντερ, η Ένσλιν, ο Πρόλ και ο Σενλάιν ακούνε τις σειρήνες από το «Κλαμπ Βολταίρ», στέκι των επαναστατών της Φρανκφούρτης και βγαίνουν έξω για να ενωθούν με το πλήθος των περιέργων. Ύστερα, μια γνωστή τους τους φιλοξενεί στο διαμέρισμά της. Το επόμενο βράδυ, συναντώνται ξανά στο «Κλαμπ Βολταίρ» και πηγαίνουν στο σπίτι το παιδί της οικοδέσποινας τους, ώστε να μπορέσει αυτή να συνεχίσει τη διασκέδαση της στο μπαρ. Το άλλο πρωί, η αστυνομία, κατόπιν πληροφοριών, εισβάλλει στο διαμέρισμα και συλλαμβάνει και τους τέσσερις. Η SDS καταδικάζει την ενέργεια εμπρησμού, αλλά η Κ1 την επικροτεί με μεγάλο ενθουσιασμό. Όπως το διετύπωσε ο Μπόμυ Μπάουμαν: «Λίγο μ' ένοιαζε αν αυτοί έβαλαν φωτιά ή όχι στο κατάστημα, εκείνο που μετρούσε ήταν ότι για πρώτη φορά κάποιοι άνθρωποι χτυπούσαν το σύστημα».

11 Απριλίου: Μια βδομάδα μετά τους εμπρησμούς της Φρανκφούρτης, πραγματοποιείται μια απόπειρα κατά της ζωής του Ρούντυ Ντούτσκε, ηγέτη της SDS. Ο Τζόζεφ Μπάχμαν, ένας διανοητικά καθυστερημένος ελαιοχρωματιστής εμφανώς επηρεασμένος από την νεοναζιστική εφημερίδα Deutsche Nationale Zeitung, (αργότερα βρέθηκε πάνω του ένα απόκομμα της εφημερίδας που έγραφε: «Σταματείστε τον Ντούτσκε τώρα!»), πήρε το τραίνο από το Μόναχο για το Βερολίνο. Εκεί, βρίσκει την διεύθυνση του Ντούτσκε από την υπηρεσία Μητρώου Κατοίκων και του στήνει ενέδρα έξω από το διαμέρισμα του, στην Κούνταμ.

Όταν ο Ντούτσκε εμφανίζεται πάνω στο ποδήλατο του, ο Μπάχμαν τον πλησιάζει, τον ρωτά αν είναι ο Ρούντυ Ντούτσκε και μετά τον αποκαλεί «βρωμερό, κομμουνιστικό γουρούνι» και τον πυροβολεί τρείς φορές. Ο Ντούτσκε πέφτει από το ποδήλατο του, τα παπούτσια φεύγουν απ' τα πόδια του, αλλά καταφέρνει να σηκωθεί και τρεκλίζοντας κατευθύνεται προς το κέντρο της SDS, φωνάζοντας, «πρέπει να πάω στον κουρέα, πρέπει να πάω στον κουρέα» (Όπως ισχυρίζεται ο Στέφαν ʼουστ, συγγραφέας του βιβλίου, Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, που ήταν αυτόπτης μάρτυς. Στο φως των συνακόλουθων εξελίξεων της νεανικής κουλτούρας, αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο πράγμα που είπε ποτέ ο Ρούντυ).

Μετά απ' αυτό, ο Μπάχμαν παίρνει υπερβολική δόση υπνωτικών , για να σωθεί παρά τρίχα - το ίδιο και το θύμα του - χάρη στην έγκαιρη μεταφορά τους στο νοσοκομείο. Τα πνεύματα στην Κούνταμ και σ' ολόκληρο το Δ. Βερολίνο είναι υπερβολικά οξυμμένα, μέχρι που ανακοινώνεται στις ειδήσεις των 18:30 ότι ο Ντούτσκε είναι εκτός κινδύνου. Μόνον τότε ενεργοποιείται το πλήθος που έχει συγκεντρωθεί στο κέντρο της SDS. Συγκαλείται στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο μια συνέλευση που είναι εξαιρετικά φορτισμένη συναισθηματικά κι η οποία καταλογίζει την ευθύνη για το συμβάν στο δεξιό εκδοτικό συγκρότημα Σπρίνγκερ. Οι φοιτητές φεύγουν από το Πανεπιστήμιο και κατευθύνονται προς την έδρα του Σπρίνγκερ στην Κόχστράσε, φωνάζοντας «Έξω ο Σπρίνγκερ από το Βερολίνο, η Bild τράβηξε την σκανδάλη!»

Η Ούλρικε Μάινχοφ, η οποία βρισκόταν στο κέντρο της SDS και ο Αουστ, συνεργάτης της στο περιοδικό KonKret, πηγαίνουν με αυτοκίνητο στο συγκρότημα Σπρίνγκερ. Μόλις φθάνουν μπροστά στις πύλες του συγκροτήματος, τους πλησιάζει ένας φοιτητής και τους λέει ότι χρειάζονται περισσότερα αυτοκίνητα για να εμποδιστεί η έξοδος των φορτηγών του Σπρίνγκερ. Η Ούλρικε δεν βρίσκει τόσο καλή την ιδέα να γίνει το αυτοκίνητο της μέρος του οδοφράγματος, αλλά ο Αουστ της λέει να το σταθμεύσει πάνω στο πεζοδρόμιο ώστε παρότι θ' αποτελεί μέρος του οδοφράγματος, να μην μπλοκάρει το δρόμο. Παρόλα αυτά, η αστυνομία διασφαλίζει την απρόσκοπτη έξοδο των φορτηγών και η Μάινχοφ κατηγορείται, μαζί με άλλους, για άσκηση βίας. Τότε, σπεύδει ξανά προς βοήθεια της ο ʼουστ και καταφέρνει ν' αποδείξει ότι το αυτοκίνητο της δεν παρακώλυε την κυκλοφορία.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σπρίνγκερ, τις βόμβες μολότωφ που ρίχτηκαν κατά των φορτηγών, τις είχε προμηθεύσει κά-ποιρς Πέτερ Ούρμπαχ, ο οποίος αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν προβοκάτορας στην υπηρεσία της κυβέρνησης. Το ίδιο Σαββατοκύ-ριακο, ένας φοιτητής κι ένας φωτορεπόρτερ σκοτώνονται κατά τη διάρκεια άγριων οδομαχιών στο Μόναχο και ο Μπόμυ Μπάουμαν συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι κατέστρεψε ελαστικά αυτοκινήτων, για να καταδικαστεί σε 9 μήνες φυλάκιση. Η στήλη της Μάινχοφ στο περιοδικό KonKret του Μαΐου έχει τίτλο: «Από την διαμαρτυρία στην αντίσταση».

Καλοκαίρι 1968:Η απόπειρα δολοφονίας του Ντούτσκε, πυροδοτεί μαζικές διαδηλώσεις στο Βερολίνο και την Βόννη, τις οποίες ακολουθούν απεργίες και καταλήψεις σχεδόν σε όλα τα πανεπιστήμια της Δ. Γερμανίας. Οι εμπρηστές της Φρανκφούρτης δεν μετέχουν στα γεγονότα αυτά, διότι είναι προφυλακισμένοι, σε διάφορα σημεία, περιμένοντας να δικαστούν. Ο Αντρέας Μπάαντερ γράφει στην Commune 1: «Κι όταν θα έχει πέσει η Βόννη, αφήστε το ΝΑΤΟ σε μας...». 14 Οκτωβρίου: Αρχίζει, τελικά, η δίκη για τους εμπρησμούς. Δικηγόροι υπεράσπισης είναι οι Ότο Σίλι, Χόρστ Μάλερ και ο πρώην καθηγητής της Γκούντρουν, Χάινιτς. Όταν ο δικαστής φωνάζει το όνομα του Μπάαντερ, σηκώνεται αντί γι' αυτόν ο θόρβαλντ Πρόλ. Ο δικαστής προχωρεί στην εξέταση του Πρόλ μέχρι που ο εισαγγελέας τον πληροφορεί ότι μιλάει σε λάθος άνθρωπο. Στο σημείο αυτό, αποβάλλονται κι οι δύο από την αίθουσα του δικαστηρίου. Ο Σενλάιν πασχίζει κι αυτός να τον αποβάλλουν της αιθούσης σε ένδειξη αλλυλεγγύ-ης και όταν ο δικαστής τους τιμωρεί με 3 ημέρες φυλάκιση για ανάρμοστη συμπεριφορά, ο Πρόλ φωνάζει «εγώ σου τις κάνω 4». Την τρίτη ημέρα της δίκης, η Ένσλιν δηλώνει ότι αυτή και ο Μπάαντερ προέβησαν στους εμπρησμούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδιαφορία που υπάρχει απέναντι στον πόλεμο του Βιετνάμ. «Ανακαλύψαμε ότι τα λόγια είναι άχρηστα χωρίς πράξη».

31 Οκτωβρίου: Και οι 4 κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε 3 χρόνια φυλάκιση. Ενώ ακόμα συνεχίζονται οι απολογίες τους, ένας από τους δικηγόρους, ο Χόρστ Μάλερ, δικάζεται σε άλλο δικαστήριο, για τη συμμετοχή του στην διαδήλωση κατά του Σπρίνγκερ, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της στέρησης αδείας εξάσκησης επαγγέλματος. Πάντως, η πολιορκία του Σπρίνγκερ ωχριά μπροστά στις σκηνές που εκτυλίχθηκαν έξω από το δικαστήριο του Βερολίνου όπου δικαζόταν ο Μάλερ. Στα γεγονότα αυτά, που έγιναν γνωστά ως «η μάχη του Τέ-γκελερ Βέγκ», τραυματίστηκαν 130 αστυνομικοί και 22 διαδηλωτές, στις χειρότερες οδομαχίες που είχαν γίνει ποτέ στην Δ. Γερμανία. Για πρώτη φορά, οι Ρόκερ ενώνονται με τους φοιτητές και οι αστυνομικοί δέχονται τον χειρότερο"ξυλοδαρμό που είχαν ποτέ υποστεί. Μετά το Τέγκελερ Βέγκ, οι αστυνομικοί εφοδιάζονται με ειδικές ασπίδες, κράνη και υπερβολικά μακριά γκλόπ. 4 Νοεμβρίου: Το Υπουργείο Εσωτερικών δέχεται βομβιστική επίθε-

19 Δεκεμβρίου: Η πρυτανεία του Πανεπιστημίου του Δ. Βερολίνου έχει την ίδια τύχη.

 

3 - ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΞΕΣΗΚΩΜΟ

 

1969-70. Το σχέδιο των μαθητευόμενων της Φρανκφούρτης - Το Βασίλειο των «ροζ αριστερών» και των «προοδευτικών» αστών. Παρανομία και επανασύλληψη του Μπάαντερ.

27 Φεβρουαρίου 1969: Κατά την επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στο Δ. Βερολίνο, γίνονται πολλές διαδηλώσεις καθώς και μια ανεπιτυχής απόπειρα ανατίναξης αυτοκινήτου της συνοδείας του. Οι συνακόλουθες αστυνομικές επιδρομές οδηγούν στην ανακάλυψη μιας βόμβας «την οποία είχε προμηθεύσει ο Πέτερ Ούρμπαχ» και τη σύλληψη των Ντίντερ Κούντσελμαν και Ράιντερ Λάνγκανς. 9 Μαρτίου: Πυρπολείται η βιβλιοθήκη Τζ.Φ.Κ. στο Δ. Βερολίνο. Απρίλιος: Η Ούλρικε Μάινχοφ διακόπτει τη συνεργασία της με το περιοδικό KonKret. Τον προηγούμενο χρόνο είχε χωρίσει με τον εκδότη του KonKret, Κλάους Ράινερ Ρέλ και αναχώρησε από το Αμβούργο για να πάει στο Βερολίνο μαζί με τις δύο κόρες της. Τώρα ο χωρισμός είναι οριστικός και όχι και τόσο φιλικός. Κάποια στιγμή, η Ούλρικε επιχειρεί να κάνει κατάληψη στα γραφεία του KonKret. 13 Ιουνίου: Οι Μπάαντερ, Ένσλιν, Πρόλ και Σενλάιν, αποφυλακίζονται με περιοριστικούς όρους, εξαιτίας μιας αμνηστίας που δόθηκε στους πολιτικούς κρατούμενους. Ο Μπάαντερ και η Ένσλιν καταλήγουν στην κολλεκτίβα των μαθητευόμενων της Φρανκφούρτης. Μια δημοφιλής φοιτητική δραστηριότητα την εποχή εκείνη είναι η παροχή βοήθειας σε νεαρά άτομα που μόλις έχουν αποφυλακιστεί από τα αναμορφωτήρια. Πολλοί απ' αυτούς τους «μαθητευόμενους» είναι δραπέτες και ζουν λίγο-πολύ στην παρανομία, βοηθούμενοι από τους φοιτητές· ο Μπάαντερ τα πάει πολύ καλά με τους μαθητευόμενους, διότι δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ήταν κι ο ίδιος ένας απ' αυτούς. Για τους νεαρούς, η πρακτική εμπειρία του Μπάαντερ είναι απείρως προτιμότερη από τις πολιτικές θεωρίες των φοιτητών. Ο Μπάαντερ οργανώνει «αθλητικές δραστηριότητες», όπως αυτοκινιτι-στικούς αγώνες μέσα στο κέντρο της Φρανκφούρτης και εισβολές σε εστιατόρια.

Ο Μπάαντερ λέει ότι θέλει ν' αδειάσει όλα τα αναμορφωτήρια της Δ. Γερμανίας και να εξαπολύσει ένα στρατό χιλιάδων κρατουμένων. Για το σκοπό αυτό, εκείνος και η Ούλρικε Μάινχοφ, πηγαίνουν να επισκεφθούν άλλα ανάλογα κέντρα, μαζί με τους πρώτους μαθητευόμενους, όπου είτε στρατολογούν άλλους νεαρούς είτε διαμαρτύρονται για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Όταν η κρατική χρηματοδότηση καθυστερεί, οι Μπάαντερ και Ένσλιν ανακαλύπτουν ότι μπορούν εύκολα να εξασφαλίσουν εισφορές από τους «αριστερούς λόγω μόδας» ή «ροζ αριστερούς» - δικηγόρους, καθηγητές κλπ. Όταν το ταμείο τους αδειάζει, η γραμμή της Ένσλιν είναι: «Ε, λοιπόν, θα πρέπει να γράψουμε ικετευτικές επιστολές σ' αυτά τα φιλελεύθερα σκατά». Τα Σαββατοκύριακα, φεύγουν για να παίξουν με τις συνειδήσεις των αριστερών λόγω μόδας και επιστρέφουν φορτωμένοι με δώρα από το βασίλειο της ξεφτίλας - όπως μια Μερσεντές από τη σύζυγο ενός ιδιοκτήτη μπουτίκ της Φρανκφούρτης.

Νοέμβριος: Αυτό το ήσυχο και σχετικά νόμιμο διάλειμμα τελειώνει, όταν το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο απαιτεί να επιστρέψουν στην φυλακή οι Μπάαντερ, Ένσλιν, Πρόλ και Σενλάιν.Μόνον ο Σενλάιν υπακούει, ενώ οι άλλοι αποφασίζουν να βγουν στην παρανομία. Φεύγουν και οι 3 από την Φρανκφούρτη με το αυτοκίνητο ενός φίλου. Στο Χανάου, αλλάζουν αυτοκίνητο και οδηγό και φθάνουν στο Σααρμπρούκεν όπου τους περιμένει ένα ακόμη αυτοκίνητο, με το οποίο θα διασχίσουν τα σύνορα και θα εισέλθουν στην Γαλλία. Περνούν τη νύχτα στο σπίτι ενός «ροζ» κομμουνιστή στο Φόρμπαχ της Λωραίνης και το επόμενο πρωί φθάνουν στο Παρίσι. Ήδη έχει βρεθεί γι' αυτούς ένα ασφαλές σπίτι στο Καρτιέ Λατέν (ιδιοκτησίας του Ρε-ζύ Ντεμπραί, συντρόφου του Γκεβάρα, ο οποίος εκτίει ποινή 30 χρόνων στην Βολιβία, μετά το θάνατο του Τσε, το 1967). Μόλις τακτοποιούνται, ο Μπάαντερ τηλεφωνεί στην αδελφή του θόρβαλντ Πρόλ, ʼστριντ, λέγοντας της να τους φέρει φακέλους, βιβλία και την Μερσεντές από την Φρανκφούρτη. Ο θόρβαλντ την συναντά έξω από το αρχηγείο της αστυνομίας του Παρισιού, που βρίσκεται κοντά στο διαμέρισμα του Ντεμπραί.

Περνάνε ανέμελα τις επόμενες μέρες, τριγυρίζοντας στα παρισινά καφέ και ξοδεύοντας τεράστια χρηματικά ποσά των «ροζ» κομμουνιστών, κάνοντας παράλληλα βόλτες με το αυτοκίνητο του Μπάαντερ. Στη συνέχεια, στέλνουν την Αστριντ Πρόλ στο ʼμστερνταμ για να τους βρει πλαστές ταυτότητες (και να δει και το «Easy Rider») και αμέσως μετά την επιστροφή της, κατηφορίζουν νότια. Στο Αμβούργο, αφήνουν τον θόρβαλντ Πρόλ, ο οποίος παραδίδεται όπως ο Σενλάιν. Κανένας από τους δύο δεν έχει πλέον σχέσεις με την ομάδα. Οι Μπάαντερ, Ένσλιν και Αστριντ Πρόλ πηγαίνουν στην Ιταλία μέσω Ελβετίας

Νοέμβριος / Δεκέμβριος: Βομβιστικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων στο Δ. Βερολίνο.

Φεβρουάριος 1970: Υποβάλλεται αίτηση χάριτος για τους Μπάαντερ και Ένσλιν από φίλους της Μάινχοφ και τον διευθυντή του γραφείου νεολαίας Φρανκφούρτης, αλλά απορρίπτεται. Όταν η Ένσλιν μαθαίνει τηλεφωνικώς τα νέα στην Νάπολη, λέει: «Εντάξει λοιπόν, τότε κι εμείς θα συνεχίσουμε». Εκείνη την εποχή, ο δικηγόρος Χόρστ Μάλερ τους επισκέπτεται στην Ιταλία και τους προτείνει να επιστρέψουν στο Βερολίνο και να δημιουργήσουν μαζί μια παράνομη ομάδα. Τελικά, η Πρόλ επιστρέφει, αφού κλέψει προηγουμένως μια ʼλφα Ρομέο στην Ρώμη. (Τους είχαν κλέψει την Μερσεντές στην Νάπολη). Κατά την επιστροφή της, όμως, της συμβαίνει αυτοκινητιστικό δυστύχημα λόγω χιονοθύελλας στην Αυστρία. Λίγες μέρες αργότερα, επιστρέφουν και οι Μπάαντερ και Ένσλιν. Σταματούν ξανά για μια επίσκεψη στους συγγενείς της Ένσλιν στην Στουτγκάρδη, όπου συμμετέχουν στο τοπικό καρναβάλι μεταμφιεσμένοι.

Στο μεταξύ, η Μάινχοφ γυρίζει μια ταινία («Αντίσταση»), η οποία έχει ως θέμα την μεταχείριση των νεαρών φυλακισμένων. Οι μαθητευόμενοι από την Φρανκφούρτη και το Βερολίνο έρχονται σε επαφή μαζί της και πολύ σύντομα ο ήρωας των μαθητευόμενων, Ανρέας Μπάαντερ και η Ένσλιν κάνουν το ίδιο. Ο «Χάνς και η Γκραίτε», όπως τους ξέρουν τα παιδιά της Μάινχοφ, φιλοξενούνται στο διαμέρισμα της, στην οδό Κουφστάινερ, για 2 εβδομάδες. Αυτό το διάστημα, δημιουργείται μια χαλαρή σχέση του Ντήτερ Κούντσελμαν από την Κ1, των «Τουπαμάρος του Δ. Βερολίνου», των «Blues» (οι οποίοι καταζητούνται κι αυτοί σε σχέση με την βομβιστική εκστρατεία του Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου) της ομάδας του Χόρστ Μάλερ και των Μπάαντερ-Ένσλιν. Σύντομα όμως ξεσπάει μια σύγκρουση για την ηγεσία, μεταξύ των Μπάαντερ και Κούντσελμαν και αναπτύσεται μια αγεφύρωτη διαφορά ως προς τον τρόπο δράσης, μεταξύ των ριζοσπαστικών μαοϊκών τακτικών, τις οποίες προτιμούν οι Μπάαντερ-Ένσλιν

και του παιγνιώδους χασικλίδικου σκηνικού της Κ1, από το οποίο προήλθε το Κίνημα 2 Ιούνη. Έτσι, ο Μπάαντερ προσχωρεί στην ομάδα του Μάλερ, ο οποίος όμως δεν έχει πραγματοποιείσει ακόμη το πολύ σημαντικό άλμα από την θεωρία στην πρακτική. Ο Μάλερ παίρνει το βάπτισμα του πυρός στην καταστροφή των κεντρικών γραφείων της Μαρκίσερ Βίρντελ, με κοκτέηλ μολότωφ. Η μολότωφ του Μάλερ τελικά αστοχεί, αλλά αυτός δεν πτοείται. Στη συνέχεια, ο Μάλερ βρίσκει νέο χώρο διαμονής για τους Μπάαντερ και Ένσλιν, διότι το διαμέρισμα της Μάινχοφ δεν θεωρείται πλέον ασφαλές. Το χώλ του νέου διαμερίσματος έχει συμβατική επίπλωση, αλλά τα δωμάτια δεν έχουν παρά μόνο στρώματα και ελάχιστα, απολύτως βασικά, πράγματα. Ταυτόχρονα, ενοικιάζουν κι άλλα διαμερίσματα, τα οποία διατηρούν κενά ως εφεδρικά. Η ομάδα σιγά-σιγά διευρύνεται, αλλά η Μάινχοφ παραμένει ένας συμπαθών παρατηρητής, καθώς δεν ήταν έτοιμη να διακινδυνεύσει, λόγω των παιδιών της. Το επόμενο θέμα της ημερίσιας διάταξης είναι η εξεύρεση όπλων. Γίνεται μια αποτυχημένη απόπειρα να κλέψουν όπλα από τους φρουρούς που περιπολούν στο τείχος και τότε μπαίνει στο παιχνίδι ο Πέτερ Ούρμπαχ, πράκτορας της αντικατασκοπείας. Τους λέει ότι έχει ένα κιβώτιο με όπλα, από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, θαμμένο σ' ένα νεκροταφείο στο Μπούκωβ, άλλα όταν οδηγεί εκεί τους Μπάαντερ και Μάλερ για να τα βρουν, όποτε αρχίζουν να σκάβουν, προκύπτουν αλλεπάλληλα εμπόδια. Την επομένη, ο Μπάαντερ κάνει βόλτες, όπως πάντα, με την Μερσεντές της Αστριντ Πρόλ, στο Κρόυσμπεργκ, όταν τον σταματάει ξαφνικά η αστυνομία. Μολονότι τη γλυτώνει μόνο με μια προειδοποίηση, ο τροχονόμος τον αναγνωρίζει αργότερα από μια αφίσα με πρόσωπα επικηρυγμένων. Πολύ σύντομα, τον αναζητούν στο Βερολίνο όλα τα αστυνομικά σώματα.

3 Απριλίου: Η ομάδα δίνει μια τελευταία ευκαιρία στον Ούρμπαχ για να βρεθούν τα όπλα., Αυτή τη φορά, καταφέρνουν να σκάψουν αλλά δεν βρίσκουν τίποτα. Ο Ούρμπαχ προβάλλει μια πειστική δικαιολογία και Στη συνέχεια, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Μάλερ και ο Ούρμπαχ προπορεύονται με το αυτοκίνητο του τελευταίου. Καθώς διασχίζουν το Νόυκελν, ένα ασυρματοφόρο όχημα της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας εμφανίζεται δίπλα τους. Ο Μάλερ χάνει την ψυχραιμία του αλλά ο Ούρμπαχ συνεχίζει να οδηγεί ατάραχος. Τότε, ένα

δεύτερο αστυνομικό όχημα προσπερνά την Μερσεντές της Πρόλ και

την σταματά.

Ο Μπάαντερ δείχνει στους αστυνομικούς μια ταυτότητα και ένα δίπλωμα οδήγησης που φέρουν το όνομα «Πέτερ Τσότσεβιτς». Η ταυτότητα περιείχε λεπτομερή στοιχεία όπως ο αριθμός των παιδιών του κυρίου Τσότσεβιτς. Όταν οι άντρες του Εγκληματολογικού ρωτάνε τον Μπάαντερ γι' αυτή την λεπτομέρεια, προδίδεται, κατά κάποιον τρόπο, λέγοντας ότι δεν θυμάται. Στη συνέχεια, συλλαμβάνεται τόσο αυτός όσο και οι Ρενάτε Βόλφ και Πέτερ Χόμαν οι οποίοι επέβαιναν στην Μερσεντές, για εξακρίβωση της αυθεντικότητας των στοιχείων τους. Τελικά, κρατείται μόνον ο Μπάαντερ, ενώ οι άλλοι αφήνονται ελεύθεροι.Τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, ο Μάλερ, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος του Μπάαντερ, τηλεφωνεί στην αστυνομία και απαιτεί να μάθει που κρατείται, οπότε παίρνει την ακόλουθη απάντηση: «Φυσικά, αρκεί να μας επιβεβαιώσετε ότι το άτομο που συνελήφθη λίγες ώρες νωρίτερα είναι πράγματι ο κ. Μπάαντερ». Ο Μάλερ έκανε το λάθος να το επιβεβαιώσει, διότι, αν και η φωτογραφία του Μπάαντερ υπήρχε σ' όλα τα αστυνομικά τμήματα επί αρκετούς μή-νες, δεν είχε καταστεί εφικτή η αναγνώριση της ταυτότητας του από τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Πάντως, ήταν εξαιρετικά απίθανο, να αφηνόταν ελεύθερος ο Μπάαντερ προτού να ολοκληρωθεί η έρευνα. Έτσι, οδηγείται στις φυλακές Τέγκελ για να εκτίσει το υπόλοιπο της τριετούς ποινής του. Τώρα, υποπτεύονται ότι ο Ούρμπαχ είναι πράκτορας της αστυνομίας, πράγμα που έχει ως συνέπεια την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του. Τον Μπάαντερ όμως δεν τον ξεχνούν. Δέχεται τακτικές επισκέψεις από τον Μάλερ, την γραμματέα του τελευταίου, Μόνικα Μπέρμπεριχ την Ούλρικε Μάινχοφ και την «δόκτορα Γκρέτελ Βαΐτερμάγερ» (την Ένσλιν). Σύντομα, αρχίζουν να καταστρώνονται σχέδια για την απελευθέρωση του. Αρχικά, η Μόνι- κα Μπέρμπεριχ απευθύνει επιστολή προς τις αρχές των φυλακών, ζητώντας να δοθεί άδεια στον Μπάαντερ ώστε να καταστεί εφικτή η συνεργασία του με την Μάινχοφ, για την έκδοση ενός βιβλίου σχετικά με τους «νεαρούς περιθωριακούς». Στη συνέχεια, η Μάινχοφ ζητάει να χορηγηθεί άδεια στον Μπάαντερ, ώστε να μπορεί να επισκέπτεται το γερμανικό Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών (Ντάχλεμ) για να κάνει ερευνητική εργασία για το βιβλίο. Κατ' αρχήν, η αίτηση απορρίπτεται, αλλά ο Χόρστ Μάλερ, που κι αυτός κρατείται εκείνη την περίοδο στις φυλακές Τέγκελ, επανορθώνει το προηγούμενο λάθος του, πείθοντας τον διευθυντή να χορηγήσει την άδεια στον Μπάαντερ. Στο μεταξύ, το πρόβλημα της εξεύρεσης όπλων παραμένει άλυτο. Τελικά, την αποστολή αυτή αναλαμβάνει ο Χάνς-Γιούργκεν Μπέκερ, ο οποίος, μέσω των στενών επαφών που διατηρεί με τον υπόκοσμο του Βερολίνου, έρχεται σ' επαφή με την «NPD», μια νεοναζιστική ομάδα. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι ενδοιασμοί και προβληματισμός ως προς την ιδεολογική ορθότητα του ν' αγοράζεις όπλα από ναζιστές και τότε, η Πρόλ και η Ιρένε Γκέργκενς, πηγαίνουν στο μπαρ «Βόλφ Λέρ», στο Σαρλότεμπεργκ, όπου συναντούν κάποιον ονόματι Τέντυ (το αληθινό του όνομα είναι Γκύντερ Βόιτ), έναν έμπορο όπλων, ο οποίος τα έχει ήδη κανονίσει με τον ιδιοκτήτη του μπαρ. Ο Βόιτ, στη συνέχεια, τις οδηγεί στο διαμέρισμα μιας φίλης του όπου έχει αποθηκευμένο το εμπόρευμα του και τους πουλάει μια μπερέτα και ένα ρέκ με σιγαστήρες καθώς και πυρομαχικά, έναντι 2.000 μάρκων.

 

4 - Η «ΔΟΥΛΕΙΑ»

 

Οι εκτός - Η απόδραση του Μπάαντερ - Η Μάινχοφ πραγματοποιεί το μεγάλο άλμα - Ανέμελες διακοπές - Η βασική εκπαίδευση στην PLO.

14 Μαΐου: Η Μάινχοφ πηγαίνει στο Ινστιτούτο Ντάχλεμ, λίγο μετά τις 8 π.μ. και αρχίζει να εργάζεται. Στις 9.30, η κλούβα των φυλακών σταματά έξω από το κτίριο, φέρνοντας τον Μπάαντερ. Οι δύο φρουροί του, αφού ελέγξουν τα παράθυρα του αναγνωστηρίου, δέχονται να αφαιρέσουν τις χειροπέδες του Μπάαντερ, ώστε να μπορέσει να εργαστεί. Κατόπιν, επιτρέπουν την είσοδο στις Ιρένε Γκέργκενς και Ίνγκριντ Σούμπερτ, για να μελετήσουν κάποια στοιχεία για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Αυτές κάθονται στον προθάλαμο και προσποιούνται ότι εργάζονται, ώσπου το κουδούνι της εισόδου ηχεί ξανά. Αυτή τη φορά, σηκώνονται αυτές και ανοίγουν την πόρτα οπότε εμφανίζεται ένας μασκοφόρος με μια μπερέτα στο χέρι. Ο βιβλιοθηκάριος Γκέοργκ Λίνκε ορμάει στο χώλ και ο μασκοφόρος τον πυροβολεί, τραυματίζοντας τον με μια σφαίρα στο συκώτι. Ο βιβλιοθηκάριος καταφέρνει ν' επιστρέψει στο γραφείο του και το σκάει από το παράθυρο μαζί με τις δύο γραμματείς του. Ο μασκοφόρος και μια μασκοφορεμένη γυναίκα (η Ένσλιν) που μπήκε λίγο μετά, εισέρχονται σ' ένα, γραφείο, δίπλα στο αναγνωστήριο και ο άντρας ακινητοποιεί με το όπλο του την βιβλιοθηκάριο, κυρία Λώρεντς. Οι δύο κοπέλες που του άνοιξαν την πόρτα, κρατώντας τώρα όπλα, τον προσπερνούν και μπαίνουν στο αναγνωστήριο. Καθώς οι δύο φρουροί καταλαμβάνονται εξ απήνης, ο Μπάαντερ ανοίγει ένα παράθυρο και πηδά έξω, ακολουθούμενος από την Μάινχοφ. Οι άλλοι 4 εξαπολύουν δακρυγόνα και καταιγισμούς πυρός μέσα στο δωμάτιο. Οι φρουροί κατορθώνουν ν' αποσπάσουν το όπλο από τον μασκοφόρο, όχι όμως και να σταματήσουν αυτόν και τις 3 κοπέλες, που διαφεύγουν από το ίδιο παράθυρο όπως και οι προηγούμενοι. Στην γωνία, η Πρόλ τους περιμένει με μια κλεμμένη Αλφα Ρομέο.

Το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε για την απόδραση, ανευρέ-θη αργότερα από την Εγκληματολογική Υπηρεσία. Κάτω από το κάθισμα του οδηγού, βρέθηκαν ένα πιστόλι δακρυγόνων αερίων και το βιβλίο «Εισαγωγή στο Κεφάλαιο». Ο Γκέοργκ Λίνκε, αν και τραυματισμένος βαριά, επέζησε. Η ταινία της Ούλρικε Μάινχοφ «Bambule» η οποία επρόκειτο αν προβληθεί στις αίθουσες εκείνη την εποχή διαγράφεται από το πρόγραμμα προβολών και δεν προβάλλεται ποτέ. Ποιος έθαψε το «Bambule»; Για την Ούλρικε, το πήδημα από το παράθυρο του Ινστιτούτου, σήμαινε το τέλος της επιτυχημένης καριέρας της ως δημοσιογράφου και την απαρχή μιας νέας, ως διαβόητης εκτός νόμου.

2 Ιουνίου: «Πίστευαν οι μπάτσοι, πραγματικά, ότι θα αφήναμε τον σύντροφο Μπάαντερ στην φυλακή για δύο ή τρία χρόνια; Αλήθεια, πίστευαν ότι θα μιλούσαμε για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και την αναδιοργάνωση του προλεταριάτου, χωρίς να οπλιστούμε ταυτόχρονα; Πίστευαν οι μπάτσοι οι οποίοι έριξαν τον πρώτο πυροβολισμό, ότι θα καθόμαστε να μας σφάξουν σαν πρόβατα, χωρίς καν να αντιδράσουμε; Όσοι δεν υπερασπίζονται τον εαυτό τους πεθαίνουν, όσοι δεν πεθαίνουν θάβονται ζωντανοί μέσα στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα χαμόσπιτα των εργατικών συνοικιών, στα πέτρινα φέρετρα των πολυκατοικιών, στα υπεράριθμα νηπιαγωγεία και σχολεία, μέσα σε ολοκαίνουριες κουζίνες και κρεβατοκάμαρες γεμάτες με φανταχτερά έπιπλα αγορασμένα επί πιστώσει. ΑΡΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΕΝΟΠΛΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ! ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΟ!»

8 Ιουνίου: Η ομάδα του Χόρστ Μάλερ (ο Χάνς-Γιούργκεν Μπέκερ, η Μόνικα Μπέρμπεριχ, η Μπρικίτε ʼσντονκ, ο Μάνφρεντ Γκράσοφ, η Πέτρα Σέλμ και ο Μάλερ) αναχωρεί αεροπορικώς για Βυρηττό από το Α. Βερολίνο. Από τη Βυρηττό, σκοπεύουν να πάνε σε ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης της Αλ Φατάχ, στο Αμμάν της Ιορδανίας. Η πτήση τους όμως καθυστερεί, λόγω του ότι διεξάγονται άγριες μάχες μεταξύ των δυνάμεων της Αλ Φατάχ και του Βασιλιά Χουσεΐν. Αυτό όμως σημαίνει ότι οι γερμανοί πρέπει να περάσουν από τον έλεγχο διαβατηρίων του λιβανέζικου αεροδρομίου και κάποιοι απ' αυτούς έχουν μαζί τους μόνο δελτία ταυτότητας του Δ. Βερολίνου. Ο υπεύθυνος ελέγχου διαβατηρίου αποφασίζει να κατασχέσει τα προσωπικά τους έγγραφα και θέτει την ομάδα υπό κράτηση στο γραφείο του. Μετά από λίγο, ο υπεύθυνος φεύγει για το σπίτι του, αφού προηγουμένως κλειδώνει τα χαρτιά των γερμανών στο γραφείο του.

Έχει έρθει η ώρα για να κάνει ο Μάλερ μια ακόμη επιπόλαιη ενέργεια: αυτή τη φορά, τηλεφωνεί στη γαλλική πρεσβεία, πιστεύοντας ότι αυτή εκπροσωπεί τα συμφέροντα της Α. Γερμανίας. Όμως, οι γάλλοι στην πραγματικότητα εκπροσωπούν μόνο τα συμφέροντα της Δ. Γερμανίας. Ο Μάλερ τους ανακοινώνει ποιος είναι και πού βρίσκεται αλλά η Πέτρα Σιέλμ αντιλαμβάνεται εκείνη τη στιγμή σε ποιους τηλεφωνεί και κλείνει το τηλέφωνο. Η γαλλική πρεσβεία ενημερώνει αμέσως τις αρχές της Δ. Γερμανίας, οι οποίες διατάζουν τους λιβανέζους να συλλάβουν την ομάδα. Οι λιβανέζοι όμως χρονοτριβούν διότι δεν θέλουν να έλθουν σε σύγκρουση με τους παλαιστίνιους, έτσι ένα απόσπασμα της PLO φθάνει στο αεροδρόμιο και απελευθερώνει τους γερμανούς. Κάποιοι φενταγίν πηγαίνουν στο σπίτι του υπεύθυνου ελέγχου διαβατηρίων, τον χτυπούν και απαιτούν να τους δώσει το κλειδί του γραφείου, όμως το είχε πάρει κάποιος άλλος. Έτσι, οι παλαιστίνιοι φορτώνουν το γραφείο σ' ένα φορτηγό και το παίρνουν μαζί τους.

Μετά, οδηγούν τον Μάλερ και την ομάδα του στο ξενοδοχείο Στράντ της Βηρυτού για να περάσουν την νύχτα. Εκεί, τους βρίσκει και τους συλλαμβάνει ύστερα από λίγες ώρες το επίλεκτο σώμα της λιβανέζικης αστυνομίας, οδηγώντας τους πίσω στο αεροδρόμιο, απ' όπου τους απελευθερώνουν ξανά οι παλαιστίνιοι, οι οποίοι αυτή τη φορά τους πάνε στα σύνορα της Συρίας και από εκεί, στην Δαμασκό.

Εκεί, οι φενταγίν τους εκπαιδεύουν για λίγο στα όπλα και μετά τους πάνε στο Αμμάν.

21 Ιουνίου: Μια δεύτερη ομάδα, που αποτελείται από τους Μπάαντερ, Ένσλιν και Μάινχοφ πηγαίνει στην οδό Φρίντριχ με τον υπόγειο και από εκεί περνά στο Α. Βερολίνο. Εκεί, μεταμφιέζονται σε άραβες και πάνε στο αεροδρόμιο Σένεφελντ. Ο σύνδεσμος της PLO, Σαΐντ Ντουντίν, τους εφοδιάζει με διαβατήρια των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων, αυτή τη φορά όμως καθυστερούν, και τελικά φθάνουν στη Δαμασκό το επόμενο απόγευμα. Εκεί, οι σύριοι τους απαγορεύουν την είσοδο στη χώρα, αλλά για μια ακόμη φορά επεμβαίνουν οι παλαιστίνιοι και τους συνοδεύουν μέχρι τα ιορδανικά σύνορα.

Η πρώτη ομάδα τους υποδέχεται στο Αμμάν με αγκαλιές και φιλιά. Ο Χόρστ Μάλερ, με γένια και καπέλο αλά Κάστρο, είναι ο αρχηγός της αντάρτικης ομάδας. Όμως, όχι για πολύ: ο Μπάαντερ του ρίχνει ένα γερό βρίσιμο επειδή είχε κάνει το ταξίδι τους πρωτοσέλιδο στις γερμανικές εφημερίδες. Ο Μάλερ μπορεί να ήταν εξαιρετικός δικηγόρος, αλλά υσταιρούσε σε σύγκριση με τον θυελλώδη πρώην πελάτη του και σύντομα εγκαταλείπει την ηγεσία.

Η βασική εκπαίδευση της PLO αρχίζει με ένα είδος επαναστατικού τουριστικού προγράμματος (στο οποίο συμμετείχαν εκείνη την εποχή πολλές νόμιμες ευρωπαϊκές φοιτητικές οργανώσεις). Όμως η ομάδα Μπάαντερ/Μάλερ επιμένει να έχει κάποια πραγματική στρατιωτική εκπαίδευση. Εφοδιάζονται όλοι με πλήρη στρατιωτικό εξοπλισμό (εκτός από τον Μπάαντερ που περνά όλη τη βασική εκπαίδευση, φορώντας εφαρμοστά παντελόνια) και οπλίζονται με καλασνί-κωφ, διότι το στρατόπεδο βρίσκεται κάτω από την διαρκή απειλή επίθεσης. (Λίγες εβδομάδες μετά την αναχώρηση της εμβρυακής RAF από το Αμμάν, το στρατόπεδο και οι περισσότεροι από τους κατοίκους του σαρώθηκαν κυριολεκτικά, στη διάρκεια των γεγονότων του «Μαύρου Σεπτεμβρίου».

Ο Μπάαντερ καταφέρνει να γίνουν κάποιες αλλαγές στην εκπαίδευση ώστε να εξυπηρετείται «η δουλειά», όπως ονομάζει τις δραστηριότητες του αντάρτικου πόλεων που σχεδιάζουν. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει οδηγίες για το «Πως να ληστέψετε μια τράπεζα»· ως προς το θέμα αυτό ο αλγερινός διοικητής του στατοπέδου, ʼχμεντ, είχε προσωπική εμπειρία από τον πόλεμο για την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Όμως, δεν περνά πολύς καιρός και ο Μπάαντερ συγκρούε-

ται με τον Αχμεντ. Ο Μπάαντερ απαιτεί να τον μεταχειρίζονται ισότιμα με τον παλαιστίνιο ηγέτη ʼμπου Χασάν. Όταν ο Αχμεντ αγνοεί την απαίτηση αυτή, ο Μπάαντερ κηρύσσει αποχή από την εκπαίδευση.

Κατά τη διάρκεια της αποχής, κάποιες γερμανίδες κάνουν ηλιοθεραπεία γυμνές στην ταράτσα των δωματίων τους. Αυτό προκαλεί σοκ στους νεαρούς φενταγίν, οι περισσότεροι από τους οποίους αντικρύ-ζουν για πρώτη φορά γυμνή γυναίκα. Ο Αχμεντ εξοργίζεται και φωνάζει «Τι νομίζετε ότι είναι εδώ; Εδώ δεν είναι τουριστική παραλία» κι ο Μπάαντερ του απαντά, «ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας και η σεξουαλική απελευθέρωση συμβαδίζουν, το να γαμάς και να πυροβολείς είναι το ίδιο πράγμα». Όμως, ο Μπάαντερ βρίσκει για πρώτη φορά τον δάσκαλο του και η αποχή διακόπτεται. Μετά απ' αυτό, ο Αμπου Χασάν επισκέπτεται για πρώτη φορά το στρατόπεδο για να δώσει μια διάλεξη πάνω στον παλαιστινιακό αγώνα. Όμως, πριν καλά-καλά αρχίσει, οι γερμανοί τον διακόπτουν με φωνές και νέες απαιτήσεις. Ο Χασάν λέει στον Αχμεντ να μην το ανεχθεί άλλο και την επομένη, όταν οι γερμανοί διαμαρτύρονται ξανά για την εκπαίδευση τους, ο Αχμεντ ενεργοποιείται. Την ίδια νύχτα, μια ομάδα φενταγίν εισβάλλει στους θαλάμους των γερμανών και τους αφοπλίζει.

Επιπλέον, ανακύπτει μια σύγκρουση μέσα στους κόλπους της ίδιας της ομάδας, ανάμεσα στον Μπάαντερ και τον Πέτερ Χόμαν, τον οποίο οι γερμανικές αρχές υποπτεύονται ότι ήταν ο μασκοφόρος οπλοφόρος που απελευθέρωσε τον Μπάαντερ. Γνωρίζονταν από παλιά, όμως, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης διαφωνούν ριζικά. Ο Χόμαν αρχίζει να προσεγγίζει τον Αχμεντ και τους φενταγίν. Αυτό γεννά υποψίες μεταξύ των συμπατριωτών του. Τον αποκαλούν προδότη και συζητείται κατά πόσον πρέπει να περάσει από δίκη και να εκτελεστεί. Τελικά, οι παλαιστίνιοι υποχρεώνονται να φυγαδεύσουν τον Χόμαν από το στρατόπεδο, παρέχοντας του και έναν σωματοφύλακα. Η PLO ζητά από τον Χόμαν να γράψει μιαν έκθεση για την ομάδα και για την πολιτική κατάσταση στην Γερμανία και μετά, ο Αμπου Χάσαν τον πηγαίνει κάπου να γευματίσουν και φροντίζει να γίνει μια συνάντηση με τους άλλους. Ο Χόμαν παρακολουθεί την συνάντηση από ένα άλλο δωμάτιο, καθώς ο Χασάν εγγυάται σε όλους ασφαλή επιστροφή στην Γερμανία και πιθανώς οπλισμό, αγνοώντας όμως τις κατηγορίες τις Γκούντρουν Ένσλιν ότι ο Χόμαν είναι ισραηλινός κατάσκοπος και

ότι έπρεπε να εκτελεσθεί. Η Γκούντρουν επίσης, διατυπώνει μια περίεργη παράκληση εκ μέρους της Ούλρικε Μάινχοφ: εάν τα παιδιά της θα μπορούσαν να εισαχθούν σ' ένα από τα παλαιστινιακά ορφανοτροφεία. Ο Χασάν συμφωνεί, εφόσον είναι επιθυμία και της ίδιας, αλλά η Ούλρικε δεν πρόκειται να ξαναδεί ποτέ τα παιδιά της. 9 Αυγούστου: Η ομάδα επιστρέφει στο Δυτικό Βερολίνο, μέσω του Ανατολικού, χωρίς ν' αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα. Ο Πέτερ Χόμαν αποφασίζει ν' ακολουθήσει του δικό του δρόμο και η PLO τον εφοδιάζει μ' ένα αραβικό διαβατήριο (στο όνομα Ομάρ Σαρίφ), 200 δολ. και ένα αεροπορικό εισιτήριο Βυρηττού- Ρώμης. Μια εβδομάδα μετά την άφιξη των άλλων στο Βερολίνο, εκείνος φθάνει στη Ρώμη και επιβιβάζεται σ' ένα τραίνο με προορισμό το Αμβούργο.

.Στο σημείο αυτό, επανεμφανίζεται στην ιστορία, ο Στέφαν Αουστ, συγγραφέας του βιβλίου, Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ. Μετά την απόδραση του Μπάαντερ, ο Αουστ ανέλαβε, για λογαριασμό της γερμανικής εκπομπής «Πανόραμα», να γυρίσει ένα ντοκυμανταίρ για την Ούλρικε Μάινχοφ. Κατά τη διάρκεια της ερευνάς του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να έρθει σ' επαφή με τον Πέτερ Χόμαν (ο οποίος συζούσε για ένα διάστημα με την Μάινχοφ στο Βερολίνο). Όταν ο Χόμαν επιστρέφει από την Μέση Ανατολή, έρχεται σ' επαφή με τον Αουστ και του αποκαλύπτει τα σχέδια της Μάινχοφ για τα παιδιά της. Μετά το πέρασμα της Μάινχοφ στην παρανομία, κάποιοι φίλοι της φυγάδευσαν τα παιδιά της, μέσω Γαλλίας και Ιταλίας, σε μια αποικία χίππιδων, κοντά στην Αίτνα. Ο Χόμαν, Στη συνέχεια, έρχεται σ' επαφή με μια γυναίκα που τα φρόντιζε κι αυτή τον πληροφορεί ότι έρχεται κάποιος από το Βερολίνο για να τα πάει στην Ιορδανία, του λέει, μάλιστα, και το σύνθημα το οποίο ήταν «καθηγητής Σνάσε», δίνοντας του και έναν αριθμό τηλεφώνου. Ο Χόμαν καλεί τον αριθμό αυτό και λέει ότι κάποιος θα βρίσκεται στο αεροδρόμιο του Παλέρμου την επόμενη μέρα για να παραλάβει τα κορίτσια. Συνακόλουθα ο Αουστ πηγαίνει αεροπορικώς στην Σικελία, παραλαμβάνει τα κορίτσια από τους χίππιδες της Αίτνας και τα παραδίδει στον πατέρα τους, το παλιό του αφεντικό, Κλάους Ράινερ Ρέλ. Αυτό δημιουργεί προβλήματα στον Αουστ, σ' ό,τι αφορά το μελλοντικό του βιβλίο. Όταν η ομάδα του Βερολίνου τηλεφωνεί στην Σικελία και ανακαλύπτει ότι τα παιδιά έχουν ήδη φύγει, ανακαλύπτει μοιραία την γυναίκα που μίλησε στον Χόμαν και τον Αουστ και αρχίζει να τους αναζητά. Ευτυχώς για τον

Αουστ, όταν ο Μπάαντερ και ο Μάλερ τον αναζητούν κάποια μέρα, ένας άλλος παλιός φίλος του τους πείθει να τον αφήσουν να ελέγξει πρώτα αν υπάρχουν αστυνομικοί. Ο Αουστ κατορθώνει να διαφύγει από την πίσω πόρτα, και φεύγει για διακοπές αορίστου διαρκείας ενώ, για ένα διάστημα μετά απ' αυτό, κυκλοφορεί οπλισμένος. Τελικά, ο Χόμαν παραδίδεται στην αστυνομία (όταν δεν θεωρείται πλέον πως ήταν ο μασκοφόρος) και αφήνεται ελεύθερος μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

 

5 - ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

 

Πως να ληστέψεις μια τράπεζα - Το τριπλό χτύπημα - Οι πρώτες συλλήψεις - Τα σχέδια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και η μέθοδος των διδύμων.

Στο μεταξύ, στο Βερολίνο, οι προετοιμασίες για τον παράνομο αγώνα συνεχίζονταν. Νοίκιασαν κι άλλα διαμερίσματα, απαλλοτρίωσαν αυτοκίνητα και ζήτησαν οικονομική βοήθεια από τους «ροζ» αριστερούς. Η Ούλρικε Μάινχοφ, ειδικά, διακρίνεται ως προς το τελευταίο θέμα - γνωρίζει όλους τους γνωστούς φιλελεύθερους που μπορούν να βοηθήσουν - αλλά προφανώς είναι καλή μόνον σ' αυτό. Σύμφωνα με τον Αουστ, η θαρραλέα δημοσιογράφος τα χάνει χειρότερα από τον λαμπρό δικηγόρο Μάλερ, όταν αντιμετωπίζει την ταξική οργή του Μπάαντερ και της Ενσλιν. (Ο ρόλος της στην ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, δεν είναι αυτός που υπονοεί το όνομα της ομά-δας).

Στρατολογούνται νέα μέλη και ο Χάνς-Γιούργκεν Μπέκερ πραγματοποιεί μιαν εξαιρετικά σπουδαία επαφή, όταν στρατολογεί 2 μηχανικούς αυτοκινήτου, τον Κάρλ-Χάιντς Ρούλαντ και τον Έρικ Γκρούσνντατ. Ο Μπέκερ τους συστήνει στον Χόρστ Μάλερ και, μέσω ενός συνδυασμού πολιτικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων, αυτοί συμφωνούν ν' αναλάβουν τα κλεμμένα αυτοκίνητα - αλλάζοντας τους κωδικούς αριθμούς των μηχανών, τις πινακίδες, το χρώμα κλπ - σύντομα όμως η συμμετοχή τους είναι αμεσότερη. Αρχές Σεπτεμβρίου: Ο Χόρστ Μάλερ ανακοινώνει στους Ρούλαντ και Γκρούσντατ ότι η ομάδα σχεδιάζει να ληστέψει 4 τράπεζες ταυτοχρόνως και τους ρωτά αν θέλουν να συμμετάσχουν. Αυτοί δέχονται και ο Γκρούσνντατ επινοεί ένα παραπλανητικό σχέδιο για την ακινη-

τοποίηση οποιουδήποτε αστυνομικού αυτοκινήτου που τυχόν θα τους καταδίωκε όταν θα διέφευγαν.

29 Σεπτεμβρίου: Η ημέρα των επιδρομών: Η ομάδα της Ενσλιν, ανακαλύπτει ότι η τράπεζα που είχε ως στόχο, στην οδό Ζήμεν, είναι γεμάτη οικοδόμους. Για τον λόγο αυτό, ο Μάλερ, ο οποίος συντονίζει την όλη επιχείρηση, λέει στην ομάδα της Ενσλιν να ενωθεί με τη δική του. (Μπάαντερ, Γκέργκενς, Πρόλ και Γκρούσντατ). Στη συνέχεια, ο Μπέκερ οδηγεί τους Ρούλαντ και Γκρούσντατ στο κτίριο που βρίσκεται δίπλα στην τράπεζα Μπερλίνερ, στην οδό Ράιμ. Ο Μάλερ βρίσκεται ήδη εκεί, παραπόνου μένος ότι το συγχρονισμένο ρολόι του χάλασε και ότι έχουν φθάσει 10 λεπτά νωρίτερα απ' ό,τι είχε συμφωνηθεί. Ο Μπάαντερ και η προστατευόμενη της Μάινχοφ, Γκέργκενς, καταφθάνουν λίγο μετά. Φορούν κουκούλες και βγάζουν τα όπλα, ο Μάλερ δίνει το σύνθημα και εισβάλλουν στην τράπεζα. Μόλις μπαίνουν, ο Μάλερ φωνάζει, «Ληστεία! Ψηλά τα χέρια και καθείστε φρόνιμα, στο κάτω-κάτω δεν είναι δικά σας χρήματα». Ο Μπάαντερ και η Γκέργκενς δρασκελίζουν το γκισέ και διώχνουν τους υπαλλήλους με την απειλή των όπλων τους. Αφού γεμίσουν τις τσάντες τους με χρήματα, δρασκελίζουν ξανά το γκισέ, ο Μάλερ ρίχνει μια καπνογόνα βόμβα και όλοι μαζί αποσύρονται και πηγαίνουν στο διπλανό κτίριο, διαφεύγοντας από την πίσω πόρτα. Η όλη επιχείρηση διαρκεί μόλις 3 λεπτά.

Οι άλλες 2 επιδρομές στέφονται επίσης μ' επιτυχία. Η ομάδα του Μάλερ αποκομίζει την μεγαλύτερη λεία, 154.182 μάρκα η δεύτερη ομάδα, 55.152 μάρκα από το ταμιευτήριο της οδού Σούντ - Βεστκόρ-σο και η ομάδα της Μάινχοφ, καταφέρνει να αποκομίσει μόνο 8.134 μάρκα από το ταμιευτήριο της οδού Αλτονάουτερ, παραβλέποντας ένα χαρτοκιβώτιο με 95.000 μάρκα. Η άτυχη Ούλρικε δέχεται ξανά δριμεία κριτική γι' αυτή την δαπανηρή της παράλειψη. 6 Οκτωβρίου: Μια εβδομάδα αργότερα, τα μέλη της «τριπλής» ομάδας, συναντώνται στο διαμέρισμα των νέων μελών, Γιάν-Κάρλ Ράσπε και Μαριάνε Χέρτσογκ, που βρίσκεται στην οδό Κούρφυρτσεν. Ο Μπέκερ κι ένα άλλο νέο μέλος, ο ʼλι Γιάνσεν, έχουν πάει στο Μούν-στερλαγκερ, για να διευρενήσουν το ενδεχόμενο μιας επιδρομής σε μια αποθήκη όπλων του στρατού. Πιστεύουν ότι είναι εφικτή κι έτσι η επιδρομή σχεδιάζεται για τα μέσα Οκτωβρίου.

8 Οκτωβρίου: Η Μάινχοφ και ο Γιάνσεν, οι οποίοι αναλαμβάνουν την διοργάνωση της επιδρομής, αναχωρούν από το Βερολίνο για την

Δυτική Γερμανία. Την ίδια ημέρα, η πολιτική αστυνομία λαμβάνει την πληροφορία ότι ο Μπάαντερ, ο Μάλερ και η Ένσλιν θα συναντηθούν στο διαμέρισμα κάποιου «Χέμπνερ», στην οδό Κνέζεμπεκ 89. Η αστυνομία θέτει το κτίριο υπό παρακολούθηση, καθόλη όμως την διάρκεια του απογεύματος δεν σημειώνεται καμία κίνηση. Έτσι, στις 5.30, οι αστυνομικοί εισβάλλουν στο κτίριο. Χτυπούν την πόρτα, αλλά δεν λαμβάνουν καμιάν απάντηση. Ωστόσο, είχε ήδη εντοπιστεί μια γυναίκα που εθεάθη στο παράθυρο. Παραβιάζουν την πόρτα και βρίσκουν τη γυναίκα στο χώλ. Εκείνη τους δείχνει την ταυτότητα της, αλλά οι αστυνομικοί έχουν ήδη ανακαλύψει ένα πιστόλι Λίμα των 9 χιλ., βόμβες μολότωφ, διάφορες εύφλεκτες χημικές ουσίες.και μερικές πινακίδες αυτοκινήτων.

Η γυναίκα, που αποδεικνύεται ότι είναι η Ίνγκριντ Σούμπερτ, υφίσταται σωματική έρευνα και πάνω της βρίσκεται ένα ένσφαιρο πιστόλι. Αμέσως, συλλαμβάνεται και μεταφέρεται εκτός οικίας· ύστερα, οι αστυνομικοί ανοίγουν το μαγνητόφωνο και κάθονται περιμένοντας. Λίγο μετά, το κουδούνι της εισόδου χτυπά. Ένας αστυνομικός ανοίγει την πόρτα προσεκτικά και ο Χόρστ Μάλερ εισέρχεται στο διαμέρισμα για να βρεθεί αντιμέτωπος με 12 αστυνομικούς, που τον σημαδεύουν με τα όπλα τους.

Ο Χόρστ είναι άτεχνα μεταμφιεσμένος και ένας από τους αστυνομικούς του λέει: «Ακόμα πιστεύετε ότι δεν σας έχουμε αναγνωρίσει κύριε Μάλερ;». Ο Μάλερ κάνει μια θεατρική υπόκλιση και απαντά: «Τα συγχαρητήρια μου, κύριοι». Βρίσκουν πάνω του ένα ένσφαιρο πιστόλι. Μισή ώρα αργότερα, αφού οδηγήσουν τον Χόρστ στο ίδιο κελί με την Σούμπερτ, εντοπίζεται μια ακόμη γυναίκα έξω από την πόρτα του διαμερίσματος. Ένας αστυνομικός ανοίγει την πόρτα και σύρει μέσα στο διαμέρισμα την Μόνικα Μπέρμπεριχ.

Λίγα λεπτά αργότερα, το κουδούνι της εισόδου χτυπά ξανά. Η Μόνικα Μπέρμπεριχ προσπαθεί να φωνάξει, αλλά πέφτουν πάνω της αρκετοί αστυνομικοί. Οι αστυνομικοί, με το όπλο στο χέρι, ανοίγουν την πόρτα και βρίσκονται αντιμέτωποι μ' έναν ηλικιωμένο γείτονα που είχε έρθει να διαμαρτυρηθεί για την φασαρία. Προτού όμως αποκαλυφθεί το παιχνίδι, λόγω των πολυάριθμων δημοσιογράφων που

είχαν συγκεντρωθεί έξω από το κτίριο, πέφτουν στην παγίδα της αστυνομίας οι Μπριγκίτε Ασντονι και Ιρένε Γκέργκενς. 10 Οκτωβρίου: Όσοι γλύτωσαν από την καταστροφή στο διαμέρισμα του «Χέμπνερ», συναντώνται στην οδό Κούρφυστεν και ο Μπάαντερ αναλαμβάνει τα ηνία· όλοι συμφωνούν ότι ο Μάλερ έπεσε θύμα προδοσίας και οι υποψίες στρέφονται στον Χάνς-Γιούργκεν Μπέκερ. Ο Μπέκερ γνώριζε τα πάντα για την συνάντηση στο διαμέρισμα της οδού Κνέζεμπεκ, είχε ωστόσο βρει δικαιολογία για να μην παραβρεθεί. Πάντως, θεωρείται εντελώς αναξιόπιστος- είναι ένα ακόμη μέλος που δεν δέχεται πλήρως την αυθεντία του Μπάαντερ· κάποια στιγμή, έρχεται και αντιμετωπίζει τις κατηγορίες- όταν θα αποχωρήσει έξαλλος, οι άλλοι θεωρούν αυτό ως παραδοχή της ενοχής του και ορκίζονται εκδίκηση. Η Πρόλ ισχυρίζεται αργότερα ότι τον πυροβόλησε από ένα αυτοκίνητο, αλλά αστόχησε.

Το επόμενο θέμα στην ημερήσια διάταξη είναι η απελευθέρωση του Μάλερ. Ο Γκρούσντατ έχει ήδη σχεδιάσει ένα μίνι ελικόπτερο, με σκοπό να το προσγειώσει στο προαύλιο των φυλακών και να διαφύγουν μ' αυτό ο Μάλερ και οι άλλοι. Όντως, αρχίζει να το κατασκευάζει, αλλά το σχέδιο του δεν θα υλοποιηθεί ποτέ. Στο μεταξύ, ο συνέταιρος του Γκρούσντατ, «Κάλι», Ρούλαντ, στέλλεται στην Δ. Γερμανία για να βρει την Ούλρικε Μάινχοφ.

1 Νοεμβρίου: Ο Ρούλαντ συναντά την Μάινχοφ, η οποία έχει το ψευδώνυμο «ʼννα» ή «Ράνα», στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αν-νοβέρου και αρχίζουν μαζί μιαν αναγνωριστική περιοδεία στην Γερμανία. Ο «Κάλι» και η «Ράνα» επισκέπτονται διάφορους «ροζ» αριστερούς στο Αννόβερο, την Κολωνία και το Όλντενμπουργκ, εξασφαλίζοντας κρυσφήγετα για όλη την ομάδα. Στο Όμπερχαουζεν, συναντούν τον Αλί Γιάνσεν, τύφλα στο μεθύσι, στο μπαρ του σταθμού. Ηταν τόσο μεθυσμένος, ώστε μόλις και μετά βίας μπορούσε να μιλήσει. Ο Ρούλαντ και η Μάινχοφ τον βάζουν μέσα στο αυτοκίνητο τους και τον πάνε στην Κολωνία. Ο Γιάνσεν υποτίθεται ότι θα τους προμήθευε νέα δελτία ταυτότητας, αλλά είχε ξοδέψει στο μπαρ τα χρήματα που προορίζοντο για τον σκοπό αυτό.

Πάντως, οι τρείς τους κατορθώνουν να βρουν τρόπο εισόδου στην στρατιωτική αποθήκη όπλων του Μούστερλάγκερ κι έτσι το μόνο που απομένει είναι να έρθουν οι ενισχύσεις από το Βερολίνο, για να γίνει η επιχείρηση. Ο Γιάνσεν, όμως, μεθάει ξανά και εμπλέκεται σε τρο-

χαίο δυστύχημα, οδηγώντας το Φολξβάγκεν ενός παραγωγού ραδιοφώνου, «ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί» (όπως είπε αργότερα στον παραγωγό η Ούλρικε). Ο Ρούλαντ, ο μηχανικός, εξοργίζεται τόσο πολύ στην θέα του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, ώστε γρονθοκοπεί τον Γιάνσεν στο πρόσωπο. Ύστερα, λαμβάνουν οδηγίες από το Βερολίνο ότι για να πραγματοποιηθεί η επιχείρηση θα έπρεπε πρώτα να βρεθούν διαβατήρια και αυτοκίνητα. Έτσι, αρχίζουν ξανά τη έρευνα για τον εντοπισμό κατάλληλων δημοσίων κτιρίων καθώς επίσης και για την εξεύρεση οχημάτων. Η ομάδα έχει ήδη αναγάγει την κλοπή αυτοκινήτων σε επιστήμη, με ό,τι ονομάζει, η «μέθοδος την διδύμων» - κάποιος περιμένει σ' έναν χώρο σταθμεύσεως, έξω από μια πολυκατοικία, μέχρι να κάνει την εμφάνιση του ο κατάλληλος τύπος αυτοκινήτου, συνήθως Μερσεντές, καθώς παίρνουν ευκολότερα μπρος, με την επαφή των συρμάτων- στη συνέχεια, εντοπίζουν το διαμέρισμα του ιδιοκτήτη και λίγες μέρες αργότερα, κάποιος πηγαίνει ξανά εκεί, προσποιούμενος ότι διεξάγει κάποια στατιστική έρευνα και ζητά πληροφορίες και λεπτομέρειες για το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια, πλαστογραφούν τον τίτλο ιδιοκτησίας και εντοπίζουν ένα αυτοκίνητο του ίδιου ακριβώς τύπου, το οποίο κλέβουν και τοποθετούν σ' αυτό τις πινακίδες και τον κωδικό αριθμό της μηχανής του πρώτου. Έτσι, υπάρχουν δύο πανομοιότυπα αυτοκίνητα σε κυκλοφορία και αν η αστυνομία σταματήσει ένα από τα δίδυμα και το ελέγχξει, μέσω του γραφείου αδειών κυκλοφορίας, θα βρει ότι είναι καταχωρημένο στο όνομα του ιδιοκτήτη που αναφέρεται στα έγγραφα. (Αργότερα, η «μέθοδος την διδύμων», θα απλοποιηθεί, με την υποκλοπή στοιχείων αυτοκινήτων από τους ασυρμάτους της αστυνομίας). 15 Νοεμβρίου: Ο Ρούλαντ, η Μάινχοφ και ο Γιάνσεν πραγματοποιούν διάρρηξη στο Δημαρχείο του Νούστατ, αφαιρούν λευκά διαβατήρια, δελτία ταυτότητας, επίσημες σφραγίδες και επιστολόχαρτα και τα ταχυδρομούν στο Βερολίνο. Όμως, η Μάινχοφ δεν συμπληρώνει τον σωστό κωδικό και το υλικό καταλήγει στο γραφείο παραλαβής του Μπάμπεργκ. Έτσι, το εγχείρημα πρέπει να επαναληφθεί. Αυτή τη φορά, πηγαίνουν νότια, στο Λάνγκενς, κοντά στην Φρανκφούρτη, απ' όπου κλέβουν 166 λευκά δελτία ταυτότητας, επίσημες σφραγίδες και ένα πακέτο λευκών διαβατηρίων.

Λίγες ημέρες μετά την επιδρομή στο Λάνγκενς, ο Γιάν-Κάρλ Ρά-σπε (Φρέντ), φθάνει στο Πόλε. Η Μάινχοφ και ο Ρούλαντ πηγαίνουν

να παραλάβουν το αυτοκίνητο του και η Μάινχοφ παραλίγο να συλ-ληφθεί - οι αστυνομικοί έχουν θέσει υπό παρακολούθηση το αυτοκίνητο και καθώς η Ούλρικε μπαίνει σ' αυτό, την πλησιάζουν. Την ελέγχουν και δεν βρίσκουν τίποτα παράτυπο, όμως αυτή πανικοβάλλεται και προσπαθεί να το σκάσει. Αυτός, όμως, δεν είναι επαρκής λόγος για να την συλλάβουν και, τελικά, την αφήνουν να φύγει, παρόλο που η Δ. Γερμανία είναι γεμάτη με αφίσες της επικήρυξης της.

Η άφιξη του Ράσπε, προκαλεί προσωπικά προβλήματα μέσα στην ομάδα αναγνώρισης. Ο Ράσπε, ένας βετεράνος της SDS και της Κομμούνας 1, παίρνει τη θέση του Ρούλαντ στις προτιμήσεις της Μάινχοφ. Ο Ράσπε και η Μάινχοφ αφήνουν τον Ρούλαντ στο Πόλε, αφού αποφασίσουν να κατευθυνθούν βόρεια, στην Βρέμη και, στη συνέχεια, πηγαίνουν όλοι μαζί να κάνουν αναγνώριση των τραπεζών του Όμπερχαουζεν. Τελικά, προμηθεύονται όπλα στην Φρανκφούρτη από τους εκπροσώπους της Αλ Φατάχ. Η Μάινχοφ, αγοράζει 23 Φάιαρ-μπέρντ των 9 χιλ. έναντι 450 μάρκων. Ο Ράσπε και ο Ρούλαντ παίρνουν από ένα, πέντε φυλάσσονται σ' ένα κρυσφήγετο στην Φρανκφούρτη και τα υπόλοιπα ταχυδρομούνται, σε δύο δέματα, στο Βερολίνο. Ύστερα, φεύγουν από την κατοικία που διατηρούσαν στο Πόλε και εγκαθίστανται στο κρυσφήγετο της Φρανκφούρτης,, το διαμέρισμα ενός δημοσιογράφου. Τώρα, πρέπει να εξασφαλιστούν κι άλλα κρυσφήγετα, για τους άλλους που έρχονται από το Βερολίνο. Ο Μπάαντερ είχε ήδη στείλει τον Ούλριχ Σόλτσε και τον Τίνι Σταχό-βιακ στην Νυρεμβέργη, για να εντοπίσουν κατάλληλες τράπεζες. Ο Χόλγκερ Μάινς, ένας περιθωριακός κινηματογραφιστής, που εντάχθηκε στην ομάδα λόγω της αυξανόμενης αστυνομικής καταστολής και η προστατευόμενη του, Μπεάτε Στούρμ, πηγαίνουν απευθείας στην Φρανκφούρτη. Η Μάινχοφ ενοικιάζει μια ακόμη εξοχική κατοικία και συναντά έναν συγγραφέα, που δεν γνώριζε προσωπικά, τον οποίο όμως πείθει να φιλοξενήσει τους Σόλτσε, Σταχόβιακ, Πρόλ, Μαριάνε Χέρτσογκ και Πέτρα Σέλμ. 12 Δεκεμβρίου: Ο Μπάαντερ και η Ένσλιν φθάνουν στην Φρανκφούρτη.

15 Δεκεμβρίου: Το προκεχωρημένο τμήμα, καθώς επίσης και οι Μάινς και Στούρμ, εγκαθίστανται στο σανατόριο Μπάντ-Κίζινγκεν, ένα τεράστιο άλλα ερειπωμένο κτίριο, γνωστό σε πολλούς «ροζ» αριστερούς, φίλους της Μάινχοφ. Αφού μένουν για λίγες ημέρες εκεί,

αρχίζουν όλοι να προετοιμάζονται για νέες ληστείες τραπεζών στο Ρουρ.

20 Δεκεμβρίου: Ο Ρούλαντ, μ* ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επιβαίνουν επίσης οι Μπεάτε Στούρμ, ʼλι Γιάνσεν και ένας φίλος του τελευταίου, διασχίζει τους δρόμους του Όμπερχαουζεν, αναζητώντας κατάλληλα αυτοκίνητα. Όμως, τους σταματούν κάποιοι αστυνομικοί. Παραδόξως, κάτι συμβαίνει με τα χαρτιά του Ρούλαντ κι έτσι αυτός βρίσκει την ευκαιρία να παραδοθεί, αφού προηγουμένως είναι σίγουρος ότι οι άλλοι μπορούν να διαφύγουν, ωστόσο δεν θα αργήσει να μιλήσει... Την νύχτα εκείνη, η πρώην ερωμένη του, Μάινχοφ, με βαμμένα τα μαλλιά ξανθά, πέφτει πάνω σ' ένα άλλο αστυνομικό μπλόκο, δίνοντας την ευκαιρία στους αστυνομικούς να προσθέσουν στις αφίσες επικήρυξης μια αφίσα με την νέα της εμφάνιση. Μετά την σύλληψη του Ρούλαντ, όλα τα κρυσφήγετα της Φρανκφούρτης δέχονται επιδρομές, αλλά ήδη η προσοχή της ομάδας έχει στραφεί προς την Νυρεμβέργη. Ο Ούλριχ Σόλτσε και η Αστριντ Πρόλ, προπορεύονται για να κάνουν αναγνώριση και, στη συνέχεια, τους συναντούν η Μάινχοφ και ο Γιάνσεν. Αργά κάποιο βράδυ, οι τέσσερις τους επιχειρούν να κλέψουν μια Μερσεντές. Κατορθώνουν να την βάλουν σε κίνηση, αλλά ο θόρυβος της εξάτμησης ξυπνά τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου ο οποίος καλεί την αστυνομία. Οι Μάινχοφ και Πρόλ κατορθώνουν να διαφύγουν αλλά το αυτοκίνητο των Σόλτσε και Γιάνσεν καταδιώκεται και τελικά, το σταματούν ασφαλίτες. Ο Ούλι Σόλτσε παραδίδεται χωρίς αντίσταση όμως ο ʼλι Γιάνσεν επιχειρεί να τραβήξει το όπλο του καθώς τον υποβάλλουν σε σωματική έρευνα. Καταφέρνει να ρίξει έναν πυροβολισμό, οι ασφαλίτες πέφτουν στο έδαφος για να καλυφθούν και ο Γιάνσεν μπαίνει στο αυτοκίνητο τους - αλλά αυτό δεν παίρνει μπρος - και όταν ξανακοιτάζει γύρω του, τα όπλα των αστυνομικών τον σημαδεύουν. Η σκληρή μεταχείριση που υφίσταται, αναγνωρίζεται Στη συνέχεια και από το δικαστήριο, παρόλα αυτά, όμως, καταδικάζεται σε 10ετή κάθειρξη για απόπειρα δολοφονίας. Από την άλλη, ο Ούλι Σόλτσε αφήνεται ελεύθερος την επομένη και επιστρέφει στην μητέρα του και τις σπουδές του.

Συνέχεια

 11/03/2003 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)