Ο Μεγάλος Ανατολικός

Βιβλίο

Αρχείο


Κεντρική Σελίδα


Στείλε άρθρο


FORUM

Ελάτε να τα πούμε


 

ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΑΧΥ!



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«ΚΟΚΚΙΝΟ  ΣΤΑΧΥ»

 

H ΞΕΝΗ  ΜΗΤΣΟΒΑΣΙΛΗ είναι μια εκλεκτή φίλη και συντρόφισσα. Ένα φτωχό κορίτσι με μεγάλο ταλέντο και πιο μεγάλη ψυχή και καρδιά. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο από τις Εκδόσεις Ηλεκτρονικές Τέχνες  ΕΠΕ. Έχει για τίτλο: «ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΑΧΥ»! Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ σαν ελάχιστη αναγνώριση της δουλειάς της δημοσιεύει σήμερα μια κριτική του ποιητή και συνεργάτη μας  ΔΗΜΗΤΡΗ Ι. ΚΑΤΣΑΓΑΝΗ. Το βιβλίο διαβάζεται «μονορούφι» σύντροφοι. Σας το συνιστούμε ανεπιφύλακτα.

Η Ξένη Μητσοβασίλη γεννήθηκε το 1951 σε χωριό κοντά στα Γιάννινα. Στη συνέχεια μέσα από ένα πολύ δύσκολο οδοιπορικό βρέθηκε στην ορεινή Ναυπακτία στα Κράβαρα. Τα Κράβαρα  μέχρι τότε ήταν ορμητήριο των ελληνικών αλλά και διεθνών περιοδειών των «μπολιάρηδων» που ενέπνευσαν  τον Ανδρέα Καρκαβίτσα να γράψει το μυθιστόρημα «Ο Ζητιάνος». Από την ίδια περιοχή κατάγεται μεγάλο ποσοστό των πρώτων μεταναστών στην Αμερική. Κατάγονται, επίσης, δύο αντιβασιλείς της ελληνικής πολιτείας και οι κεφαλές των μαχητών του ΔΣΕ που περιφέρονταν στη Ναύπακτο από τους νικητές λίγο πριν γεννηθεί η συγγραφέας. Αν προσθέσει κανείς και τη μηδαμινή αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή φτιάχνει το υλικό και ιστορικό υπόβαθρο των ορεινών Ναυπακτίων εκείνης της περιόδου.

Η φυγή της κ. Μητσοβασίλη το 1962 από το ορεινό χωριό του πατέρα της συμπίπτει με την έναρξη του τελευταίου και μεγαλύτερου μεταναστευτικού ρεύματος εντός και εκτός Ελλάδος. Άφησε πίσω του ερημιά και αναντικατάστατους γέροντες και γριές. Τα παιδιά των «μπολιάρηδων» και των άλλων πάμπτωχων αγροτών και κτηνοτρόφων δε  γύρισαν ποτέ πίσω με την πραμάτεια τους, αλλά έμειναν μόνιμα στα αστικά και περι-αστικά κέντρα. Η συγγραφέας ερχόμενη στην Αθήνα με την μητέρα της και τον αδελφό της, ορφανή ήδη από πατέρα, πήγε στο γυμνάσιο τρία χρόνια και μετά μαθήτευσε σε νοσηλευτική σχολή για να εργαστεί σε δημόσιο νοσοκομείο. Η «Ερυφίλη Μήτσοβα», παράλληλα, συμμετέχει δραστήρια στο κομμουνιστικό κίνημα μέχρι σήμερα. Αυτή η ευρύτερη σχέση που, όπως λέει η ίδια,  επικεντρώνεται  στο Σχολείο Κατερίνα Μάτσα, νομίζω ότι ύψωσε τη συνείδησή της στο επίπεδο της ερμηνείας και ανάπλασης του ιστορικού παρελθόντος της, φτάνοντας μέχρι του σημείου που αυτό να γίνεται δομημένος λόγος μιας μυθιστορηματικής αφήγησης  της ίδιας της ζωής της.

Το «Κόκκινο στάχυ» της κ. Μητσοβασίλη που φύτρωσε στις πέτρες των βουνών της ελληνικής υπαίθρου αντικειμενικά είναι η ψυχική και εμπειρική βάση της προσωπικότητας χιλιάδων ανθρώπων των πόλεων της μεταπολεμικής – μετεμφυλιακής Ελλάδας και τα αποτυπώματά της στη συλλογική συνείδηση  των μαζών. Κοντολογής, το γραπτό της κ. Μητσοβασίλη  αναφέρεται σε ένα κορίτσι που γεννήθηκε από τον έκνομο  έρωτα  ενός ωραίου νεαρού χωροφύλακα  με μια όμορφη νεαρή αγρότισσα ακριβώς μετά τη λήξη του  εμφύλιου στις παρυφές του Γράμμου. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος,  ο πατέρας, έφυγε  ανήμπορος να σηκώσει το βάρος ενός τέτοιου γεγονότος. Η μητέρα με τον «καρπό της κοιλίας της»  ανά χείρας όχι από έρωτα πια, αλλά από ταξικό και κοινωνικό καταναγκασμό που  παγώνει τις ψυχές κατάφερε διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια να βρει τον πατέρα και τον ευρίσκει στο βουνό και αρραβωνιασμένο, για να παραφράσουμε λιγάκι το Σολωμό και το «Λάμπρο» του, πράγμα που το πλήρωσε, αφού δολοφονήθηκε  για λόγους τιμής από τους ακροδεξιούς αδελφούς της Άλλης, δια λόγου ακόμα τότε,  νύφης.

Τα πρόσωπα του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος της «Ερυφίλης Μήτσοβα» μαζί με τα τοπία και τη γλώσσα  αναπαριστούν με τρομακτική ακρίβεια  την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο στην ελληνική ύπαιθρο. Απ’ αυτή την άποψη και παρά το ότι κάποιος σχολαστικός ή γενικός τυπολάτρης  θα βρει ατέλειες στη γραφή της κ. Μητσοβασίλη συγκριτικά με άλλους ομότεχνούς της, δεν με εμποδίζει να ισχυριστώ ότι το «Κόκκινο Στάχυ» είναι το «Τρίτο στεφάνι» του Κ. Ταχτσή σε έκδοση της ελληνικής υπαίθρου επαρχίας με λιγότερα λόγια και λιγότερη επιτήδευση. Η αναμέτρηση της  νέας συγγραφέως θα εξελιχτεί  μελλοντικά  στο πεδίο  της θεωρητικής εμβάθυνσής της και στη χαλιναγώγηση της γλώσσας με δάνεια Δημ. Χατζή για παράδειγμα. Η κ. Μητσοβασίλη χρησιμοποιεί πολλούς ιδιωματικούς  διαλόγους  μεταξύ  των ηρώων της. Θαρρώ πως μαζί λανθάνει μια βαθιά  εκτίμηση στη λαϊκή -λεγόμενη-  σοφία, η οποία όμως  από μόνης της δεν φτάνει πολλές φορές να ερμηνεύσει θεωρητικά τα τρομακτικά γεγονότα που  περιέχει το «Κόκκινο στάχυ» που τυχαίνει να ενσωματώνουν σημαντικότατους ιστορικούς κόμβους της ανθρώπινης  ιστορίας. Ο ρυθμός και το ύφος  της γραφής της είναι σταθερά, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, καταφέρνοντας και σ’ αυτό τον τομέα να φορτίζει της λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να φτάνει μονορούφι στο τέλος. Αν θελήσει κάποιος να ταξινομήσει το «Κόκκινο στάχυ» στο λογοτεχνικό στερέωμα θα το τοποθετήσει στα μέρη, ας πούμε, του λαϊκού ρεαλισμού με έντονο παιδευτικό  χαρακτήρα.

   Συνοπτικά. Το «Κόκκινο στάχυ» πρασινίζει τις ψυχές μας γιατί υπενθυμίζει πως οι άνθρωποι μπορούν να μετουσιώσουν, κάτω από ορισμένες συνθήκες κοινωνικού αγώνα και τις βαρύτερες αντιξοότητες της ζωής σε αγάλματα λόγου. Η  κ. Ξένη  Μητσοβασίλη από το πρώτο της κιόλας βιβλίο δείχνει ότι αναμετράται με πολύ σοβαρά θέματα -ενάντια στην υπερβολικά συνήθη θεματογραφία των σύγχρονων  μυθιστοριογράφων μας- και τα βγάζει πέρα άνετα. Το ύψος του λογοτεχνικού επιπέδου που διάλεξε για να μπει στο δημόσιο στίβο της δημιουργίας όσο είναι ευχάριστο, άλλο τόσο είναι και δεσμευτικό για τους δρόμους που θα ακολουθήσει. Το «Κόκκινο στάχυ» όντας πολυπύρηνο θεματολογικά μπορεί να γίνει αφετηρία   πολλών  νέων έργων της  συγγραφέως μας.

 12/12/2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)