Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

      Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Βιβλίο

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

 

Η μνήμη των επερχομένων

 Η ουσία της τρομοφαγίας έγκειται στην απόπειρα Αντιμεταπολίτευσης                                

                                     Του Σάββα Μιχαήλ

{O καθηγητής Γιάγκος Aνδρεάδης είναι πρόεδρος του τμήματος Eπικοινωνίας, Mέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις I. Σιδέρης βιβλίο του με τίτλο «H αντίσταση της μνήμης». Πρόκειται για ένα βιβλίο υπεράσπισης της αγωνιστικής και αντιστασιακής μνήμης που ειδικά από το καλοκαίρι του 2002 με τη σύλληψη της οργάνωσης 17N, έχει δεχθεί έναν οχετό συκοφαντιών από τη «δημοσιογραφική σχολή» των τραγκαουνάκηδων, αλλά και των πιο σοφιστικέ όμως το ίδιο χυδαίων κονδυλοφόρων του συστήματος και της Πρεσβείας.

Kατά την παρουσίαση του βιβλίου, στις 17 Iουνίου, στο Παλαιό Πανεπιστήμιο της Aθήνας, ομιλητές ήταν οι Σάββας Mιχαήλ, Περικλής Kοροβέσης και Δημήτρης Παπαχρίστου. Yπήρξε πλήθος κόσμου, φοιτητές και μη, κι ανάμεσά τους ο Mανόλης Γλέζος που επίσης μίλησε. Παρακάτω αναδημοσιεύουμε την εισήγηση του Σάββα Mιχαήλ}.

                                    Όμως τώρα οι άνδρες εκείνοι

                                    Έχουν πάει στους Ινδούς...

                                     . . . . . . . . Αλλά η θάλασσα

                                     παίρνει και δίνει μνήμη

                                     και η αγάπη μ’ επιμονή τα μάτια  προσηλώνει

                                     Όμως αυτό που μένει, είναι δωρεά των      ποιητών.

 

                                     F. Hölderlin, Andenken

[Ανάμνηση]    

 

        Τι συμβαίνει όταν η μνήμη γίνει άχυρο που ο άνεμος παρασύρει και χάνεται;

        Για όσα επακολουθούν, μας προειδοποίησε στον ύμνο του στη Μνημοσύνη ο      Friedrich Hölderlin

             Ein Ziehen sind wir,  deutungslos,

             ...................................................

             Σημείον είμαστε, χωρίς σημασία,

            Δεν νοιώθουμε πια οδύνη καμία

            Εχάθη σχεδόν η φωνή μας

            Εν γή αλλοτρία

δημοσιογραφική σχολή» των τραγκαουνάκηδων

Η αφάνιση της ιστορικής μνήμης, συνήθως αφού προηγηθεί η στρέβλωσή της, είναι αναπόσπαστο μέρος της καθολικής αλλοτρίωσης του μοντέρνου ανθρώπου. Είναι τεχνολογία εξουσίας για την υποταγή του στους Κυρίαρχους.

Γι’ αυτό και κάθε αναζήτηση του χαμένου χρόνου δεν είναι κάποια ανέμελη συλλογή αναμνήσεων: είναι αντίσταση και διαρκής επανάσταση ενάντια στη συνολική διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος υποβιβάζεται σε «ένα όν  ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο»( Κ. Μαρξ) Αντίσταση όχι απλώς στο πέρασμα του χρόνου αλλά στο άδειασμά του, κι έτσι, προετοιμασία για το πλήρωμα του Χρόνου.

        Οι Κυρίαρχοι δεν έχουν πάψει να αφανίζουν την μνήμη, προπαντός όταν αυτή αφορά ό,τι ο Walter Benjamin ονομάζει Παράδοση των Καταπιεσμένων. Κι απ’ την άλλη, είναι εκπληκτικό το πώς η μνήμη δεν έχει πάψει να αντιστέκεται: όσο βίαια απωθείται τόσο βιαιότερα επιστρέφει, αργά ή γρήγορα, για να τιμωρήσει την Ύβρι.  

       Στις περίφημες  Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας, και ειδικότερα στη Θέση VI, ο Μπένγιαμιν μιλάει για την απαραίτητη ιστορική σύνθεση του παρελθόντος που είναι «συγκράτηση μιας μνήμης , καθώς αστράφτει τη στιγμή του κινδύνου».

       Το βιβλίο του Γιάγκου Ανδρεάδη (Γ.Α) Η Αντίσταση της Μνήμης γράφεται στην ιστορική καμπή του 2001-2002, όταν, στο όνομα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και του δόγματος Μπους, με πρόσχημα την σύλληψη και δίκη των φερομένων ως μελών της «17 Νοέμβρη», η μνήμη της αντίστασης κατά της χούντας των συνταγματαρχών «αστράφτει τη στιγμή του κινδύνου»: κινδυνεύει να διασυρθεί, και μάλιστα από παλιούς χουντικούς και χουντίσαντες, να ποινικοποιηθεί σαν «απολίτικη τρομοκρατία», να δικαστεί ερήμην και να καταδικαστεί, όχι αυτή τη φορά από τα έκτακτα στρατοδικεία μιας στρατιωτικής δικτατορίας αλλά από μια μεταπολιτευτική δημοκρατία που δυσκολεύεται να πεθάνει και τα ΜΜΕ της.

      Το βιβλίο του Γ.Α. γράφτηκε εν βρασμώ, σαν δοκίμιο για την Ιστορία που επανέρχεται στο παρόν, για το παρόν ως Ιστορία. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί με διάφορες πολιτικές εκτιμήσεις του, με τις ισορροπίες που τηρεί ή που ανατρέπει, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει τη σημασία του γεγονότος: ένας παλιός αγωνιστής της αντιδικτατορικής αντίστασης μέσα από τις γραμμές του Κινήματος της 20ης Οκτώβρη- μιας οργάνωσης, θυμίζουμε, που μέλη της σαν τον Γιάννη Σερίφη καταδιώκονται επί δεκαετίες και μέχρι τις μέρες μας- κάποιος, λοιπόν, που δεν απουσίαζε από την πάλη στα χρόνια της δοκιμασίας και που συνάμα είναι πανεπιστημιακός δάσκαλος στον χώρο των ΜΜΕ δεν σώπασε και δεν σωπαίνει τον καιρό που ουρλιάζουνε οι λύκοι και μάλιστα στον χώρο, ακριβώς, των ΜΜΕ. Μίλησε  όχι στο όνομα μιας αντίστασης που κανένας δεν εκπροσωπεί ούτε μονοπωλεί, αλλά σαν ένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτήν κι αρνείται την σκύλευσή της από τα «παπαγαλάκια» των κατασταλτικών μηχανισμών και των μυστικών υπηρεσιών, ξένων και ντόπιων. Μ’ αυτό το τρόπο, υπερασπίστηκε την ιστορική μνήμη, υποστηρίζοντας έμπρακτα αυτό που εννοεί, όταν γράφει στο βιβλίο του, ότι η μνήμη είναι παιδεία που κάνει τους ανθρώπους ικανούς να διακρίνουν «την αξία των δισσών λόγων, δηλαδή των αντίθετων επιχειρημάτων και, άρα, της τραγικότητας των πραγμάτων»(σ.20). Έτσι η ιστορική μνήμη γίνεται πολιτισμός(σ. 155).

      Ο Γ.Α δεν σώπασε εκείνο το απίθανο καλοκαίρι του 2002, όπου η τρομολαγνεία γίνονταν τρομοϋστερία και παραπέρα τρομοφαγία, σύμφωνα με τον επιτυχημένο όρο της Πέπης Ρηγοπούλου που μας θυμίζει το βιβλίο. Δεν σωπαίνει και τώρα. Διδάσκοντας στα Μέσα έρχεται σε σύγκρουση με τους «αστέρες» τους. Όχι τόσο τους έτσι κι αλλιώς εύκολους στόχους, όσους εύστοχα ονομάστηκαν «Τραγκαουνάκηδες» αλλά τους σεβάσμιους πάπες της αστυνομικής αντίληψης περί πολιτικής ορθότητος.

       Έρχεται, έτσι, π.χ. σε σύγκρουση με τον Γιάννη Πρετεντέρη, που θρασύτατα τον είχε χαρακτηρίσει «περίπτωση καθηγητή Πανεπιστημίου, ο οποίος δραστηριοποιείται θορυβωδώς εναντίον της ‘χαφιεδοκρατίας’, της συνεργασίας με τις Αρχές, άρα και της συνεργασίας  με το κράτος, από το οποίο κατά τα άλλα δεν έχει πρόβλημα να αμείβεται ως δημόσιος λειτουργός». Ο Γ.Α ανταπαντά, όπως και σε παλιότερο άρθρο του που αναδημοσιεύεται στο παράρτημα του νέου βιβλίου, ότι «Για τον κύριο Πρετεντέρη, προφανώς, η CIA και η Ιντέλλιτζενς συγκαταλέγονται στις αρχές της Ελλάδας, έναντι των οποίων πρέπει να εκφράζεται η νομιμοφροσύνη του Έλληνα πολίτη, σε αντάλλαγμα της μισθοδοσίας του που πρέπει να περιλαμβάνει και πρακτορικό(κατά το διδακτικό) επίδομα»(σ.93)

       Ανάλογη είναι και η καυστική απάντηση στον δημοσιογράφο Ριχάρδο Σωμερίτη που «διακρίθηκε», όπως γράφει ο Γ.Α,  «κατακεραυνώνοντας όχι μόνο τους συλληφθέντες ως τρομοκράτες αλλά και όσους ήταν ύποπτοι πραγματικής ή υποτιθέμενης φιλίας ή γνωριμίας με κάποιον από αυτούς, ‘κατηγορία’ η οποία πιθανώς αφορούσε τον ίδιο  ή και συγγενείς του.» Κι αφού παραθέσει χαρακτηριστικό όσο κι εκπληκτικό για την «ευπρεπή» χυδαιότητά του  απόσπασμα άρθρου του Σωμερίτη κατά της επανάστασης και υπέρ του «γκρίζου δρόμου των δύσκολων και αργών δημοκρατικών διαδικασιών», ο Ανδρεάδης συνεχίζει: «Κατά τον δημοσιογράφο αυτόν οι νομοταγείς άνθρωποι είμαστε και πρέπει να είμαστε όλοι γκρίζοι»(σ.153-154)

     ( Αξίζει να θυμηθούμε εδώ, καθώς κλείνουν δέκα χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζηδάκι, τη συμβουλή που μας έδωσε αυτός ο υποτιθέμενος συντηρητικός και συχνά ανατρεπτικός καλλιτέχνης: Να μην είστε γκρίζοι! Μήπως δεν οργάνωσε και δύο συναυλίες  στη σειρά, μία κατά του νεοναζισμού και μία «κατά της αχρωματοψίας»; )

      Αλλά κι ο όντως σοβαρότερος του κάθε Πρετεντέρη και Σωμερίτη δημοσιογράφος Αντώνης Καρκαγιάννης δεν αποφεύγει την κριτική για αυτό που ο Γ.Α. ονομάζει «βαρύ ολίσθημα» όταν στο περί τρομοκρατίας πονημάτιόν του γράφει τα εξής απαράδεκτα: «Η 17 Νοέμβρη, με άλλη επωνυμία άρχισε να σχηματίζεται στο Παρίσι το 1972ως αντιδικτατορική οργάνωση ένοπλης πάλης. Προέρχεται από την αριστερά, αν σ’ αυτήν συμπεριλάβουμε και την τροτσκιστική αριστερά» (σ.108) Ο δισταγμός εάν οι τροτσκιστές ανήκουν ή όχι στην Αριστερά πιθανόν να απηχεί τα αντανακλαστικά που φαίνεται δεν χάνονται λόγω της παλιάς θητείας στον σταλινισμό, παρά την μεταγενέστερη ρήξη του κ. Καρκαγιάννη και την αποστασιοποίησή του από τον χώρο συνολικά της λεγόμενης «παραδοσιακής Αριστεράς». Ανεξάρτητα από το νοσηρό αυτό σύμπτωμα, το γνωστό πια προπαγανδιστικό στερεότυπο της Αντιτρομοκρατικής και των ξένων συμβούλων της, η όλη αρρωστημένη κι ανυπόστατη εξίσωση που προβάλλονταν από τα ΜΜΕ το καλοκαίρι του 2002 αναπαράγεται, αυτή τη φορά από μια σοβαρή πένα: τρομοκρατία = αντιδικτατορική πάλη = αντιδικτατορικοί εμιγκρέδες του Παρισιού = Αριστερά = τροτσκισμός.

        Ο τελευταίος όρος της εξίσωσης  προφέρεται και «τροτσ-ι-κισμός», τουλάχιστον από τον «πρύτανη της βοθρολογίας», τίτλο που αποδίδει στον εν λόγω «αστέρα» των ΜΜΕ ο Βασίλης Μουλόπουλος ( βλ. σ.115).

        Η όλη  δομή και λειτουργία της «επικοινωνιακής θύελλας» του 2002 υπηρετεί την δαιμονοποίηση και τερατοποίηση, όχι μόνο των συλληφθέντων, που χάσανε εκ των προτέρων το περιβόητο «τεκμήριο της αθωότητας», αλλά συλλήβδην της αντιδικτατορικής αντίστασης, της Αριστεράς και ιδιαίτερα των επαναστατικών εκδοχών της, όπως κατ’ εξοχήν είναι ο τροτσκισμός. Γιατί;

       Γιατί, μετά τη μυθολογική φενάκιση του αντιδικτατορικού αγώνα και της ίδιας της εξέγερσης του Πολυτεχνείου που επιχειρήθηκε στη Μεταπολίτευση, όταν οι χουντίσαντες  μπήκανε σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ και βγήκανε γαλάζιοι, πράσινοι, ενίοτε και κόκκινοι, όταν ο ίδιος πολιτικός κόσμος που είχε καταγγείλει την απόπειρα του Παναγούλη κατά του δικτάτορα αλλά και το Πολυτεχνείο σαν προβοκάτσιες-όπως σωστά υπενθυμίζει ο ΓΑ- μετατράπηκαν σε ηρωολάτρες που υμνούν τον «Τυραννοκτόνο», την «πανεθνική ενότητα και μαζική αντίσταση κατά της χούντας» και τα «παιδιά του Πολυτεχνείου», γιατί τώρα, τρεις δεκαετίες σχεδόν μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, αντιστρέφουν την κατεύθυνση του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου; Γιατί στην κυρίαρχη επικοινωνιακή εικονοπλασία, μετατρέπεται η μεταπολιτευτική μυθολογία όχι σε απομυθοποίηση αλλά σε δαιμονοποίηση όλων όσων εξυμνούσε, σε επιχείρηση απαξίωσης και ταύτισης στα μάτια του λαού  του «δόλιου τρομοκράτη και κακούργου»  με τον αγωνιστή κατά της χούντας, ίσως με τον κάθε αριστερό, σίγουρα με τον κάθε τροτσκιστή( όσο ιδεολογικά ασυμβίβαστος κι αν είναι σε όλη την ιστορία του ο Τροτσκισμός με ό,τι στο μαρξιστικό ιδιόλεκτο ονομάζεται ‘ατομική τρομοκρατία’); Γιατί ο Ιούλιος του 2002 να εκδηλώνεται σαν το αντίθετο του Ιουλίου 1974, μια Αντι-Μεταπολίτευση;

       Μόνον αν θέσουμε ορθά τα αναγκαία πολιτικά ερωτήματα μπορούμε να αρχίσουμε να ψάχνουμε και τις ορθές απαντήσεις. 

       Σε όλη τη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας, της άμεσης, γυμνής από όποια κοινοβουλευτικά καλύμματα, απροκάλυπτης εξουσίας των ένοπλων σωμάτων των νικητών του Εμφυλίου, η άρχουσα τάξη έτρεμε ότι το λαϊκό μίσος κατά των στρατοκρατών και μια πιθανή έκρηξη θα έθετε σε άμεση απειλή όχι απλώς την χούντα αλλά το ίδιο το αστικό καθεστώς. Αυτό ήταν ο φόβος που τροφοδοτούσε  την έχθρα της με την χούντα και ωθούσε στην αναζήτηση «γεφυρών» κα «γεφυροποιών». Όταν η χώρα, λίγους μήνες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την εσωτερική κρίση και διάσπαση της χούντας, έφτασε στο χείλος του πολέμου με την Τουρκία, μετά το χουντικό πραξικόπημα στη Κύπρο, την ανοικτή πρόσκληση στον Αττίλα, την τραγωδία της κατοχής και ντε φάκτο διχοτόμησης του νησιού,  δεν κατάρρευσε μόνον η δικτατορία μέσα στη γενικευμένη λαϊκή κατακραυγή και το χάος της επιστράτευσης αλλά υπήρξε  κι ένα επικίνδυνο για την άρχουσα τάξη κενό εξουσίας που τάχιστα κοίταξε να καλύψει. Η Μεταπολίτευση σήμαινε από την μιά, αποκατάσταση της συνέχειας της εξουσίας,  αποτροπή μιας λαϊκής πολιτικής έκρηξης αλλά από την άλλη, ταυτόχρονα, και μια σειρά δημοκρατικές και κοινωνικές παραχωρήσεις, πρωτοφανείς στην Ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Τον Ιούλιο του 1974 υπήρξε μια ρήξη χωρίς επιστροφή στην ιστορική συνέχεια που έδωσε, ό,τι ο Μπένγιαμιν ονομάζει μια «ασθενική μεσσιανική δύναμη» στους καταπιεσμένους, επενδυμένη σε ελευθερίες, κοινωνικά κεκτημένα, νέους αγώνες, ανεκπλήρωτες προσδοκίες, μια πικρή μέχρι απελπισίας όσο κι ακατανίκητη δίψα δικαίωσης των οραμάτων της αντιδικτατορικής γενιάς.

        Το 1974 συντελείται μια τομή στην εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας. Τίποτα δεν μπορεί πια να είναι από εκεί και μπρος ίδιο ,όπως πριν, όπως στα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια. Από μιαν άποψη η Μεταπολίτευση, με όλη της την αμφισημία, είναι εγγεγραμμένη στο κοινωνικό σώμα. Η χώρα άλλαξε ανεπιστρεπτί- όπως ο κόσμος άλλαξε ανεπιστρεπτί τον Οκτώβρη του 1917, όσες τραγωδίες και διαψεύσεις κι αν ακολούθησαν, έστω κι αν οι άθλιοι γραφειοκράτες κατέβασαν την κόκκινη σημαία από το Κρεμλίνο της εξουσίας τους.

        Η ουσία της τρομοφαγίας έγκειται στην απόπειρα Αντιμεταπολίτευσης.

       Σε μια διεισδυτική μελέτη από το New School of Social Research της Νέας Υόρκης (Amit S. Rai, The Promise of Monsters) σχετικά με τα επικοινωνιακά στερεότυπα των αμερικανικών ΜΜΕ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με τον γλαφυρό τίτλο «Η Υπόσχεση των Τεράτων», γίνεται λόγος για την διαμόρφωση μιας «δημοκρατίας στην εποχή των τεράτων»- της δημοκρατίας που έχει ήδη έμβλημά της το Γκουαντανάμο και τις φυλακές Αμπού Γκράιμπ.

       Μια ανάλογη τερατική μετάλλαξη της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας προεικονίζει η καθ’ ημάς εφαρμογή του δόγματος Μπους μετά το 2002, με τη τρομοφαγία, τους τρομονόμους, και τις τρομοδίκες. Αποσκοπεί στην αντιδραστικότερη μεταλλαγή του όλου πολιτικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε και φθάρθηκε στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της χούντας, σύμφωνα με τις επείγουσες νέες ανάγκες  μιας καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης σε προχωρημένη κρίση και ενός χαοτικού μεταψυχροπολεμικού διεθνούς περιβάλλοντος,  που το νέο του χάρτη θέλει να διαμορφώσει ο τρομοκρατικός αυτοκρατορικός «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» μετά το 2001, με  το νέο πόλεμο στο Αφγανιστάν και την ιμπεριαλιστική εισβολή, κατοχή και το αδιέξοδο στο  σθεναρά αντιστεκόμενο Ιράκ.

       Ο τρομοπόλεμος έχει αναχθεί όχι μόνο σε εξωτερική πολιτική της αμερικανικής Αυτοκρατορίας και της «Συμμαχίας των προθύμων» συνεργατών της αλλά και σε τρόπο εσωτερικής διακυβέρνησης σε μια διακηρυγμένη Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης που γίνεται από έκτακτη μόνιμη κι από εξαίρεση ο κανόνας.

       Αυτή η δημοκρατία της εποχής των τεράτων είναι ασυμβίβαστη με κάθε κοινωνική αντίσταση, ασυμβίβαστη και με την αντίσταση της ιστορικής μνήμης.

      Το βιβλίο του ΓΑ είναι διπλά επίκαιρο: όχι μόνο γράφτηκε κάτω από την ένταση μιας εκρηκτικής συγκυρίας αλλά και έρχεται στο φως της δημοσιότητας την ίδια μέρα που ανακοινώνεται η κατάθεση του σχεδίου ενός νέου, χειρότερου τρομονόμου και η έγκριση του ευρω-εντάλματος σύλληψης κι έκδοσης Ελλήνων πολιτών κι αλλοδαπών, ακόμα και μόνον υπόπτων ή κατηγορουμένων για απλό πλημμέλημα.

       Δημοσιεύεται με εξώφυλλο την αντιδικτατορική αφίσα για διεθνή αλληλεγγύη στο «Κίνημα 20 Οκτωβρίου», σε μια περίοδο όπου ξανά ο μαχητής αυτής της οργάνωσης και ταξικός συνδικαλιστής Γιάννης Σερίφης, μετά από αλλεπάλληλες δίκες κι επανειλημμένες αθωώσεις συνεχίζει να καταδιώκεται σα νέος Γιάννης Αγιάννης.

       Το βιβλίο είναι όσο ποτέ επίκαιρο γιατί τίποτα δεν έληξε κι όλα είναι ανοιχτά εμπρός μας. Το θέατρο του παραλόγου  στο Κορυδαλλό με τη δίκη των κατηγορουμένων για συμμετοχή στη «17 Νοέμβρη» το έχει διαδεχτεί σήμερα το θέατρο του βασιλιά Υμπύ, με την δίκη των φερομένων ως μελών του ΕΛΑ.

      Η όλη κατάσταση, κι όχι μόνον η δικαστική της πλευρά, θυμίζει την διαμάχη που ξεσπάει, στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, ανάμεσα στον Δήμιο, τον Βασιλιά και την Βασίλισσα, σχετικά με την απόφαση για τον αποκεφαλισμό του Γάτου του Τσεσάϊρ, μιας φευγαλέας γατίσιας φιγούρας που δεν είναι γάτος αλλά χαμόγελο γάτου.

       Ο Δήμιος δηλώνει ότι δεν μπορεί να αποκεφαλίσει, να αποκόψει δηλαδή ένα κεφάλι από ένα σώμα, όταν ο καταδικασμένος δεν έχει καν σώμα.

        Ο Βασιλιάς  αντιτείνει ότι ο αποκεφαλισμός μπορεί να γίνει αφού αποκεφαλισμός σημαίνει ότι κόβεις ένα κεφάλι κι ο Γάτος έχει κεφάλι, αφού χαμογελάει.

        Η Βασίλισσα τους διακόπτει και τους δύο λέγοντας ότι αν δεν κόψουν το κεφάλι του καταδικασμένου τότε θα διατάξει να αποκεφαλίσουν τους πάντες.

       Στα καθ’ ημάς, τον ρόλο της Βασίλισσας έχει ο Πραίτωρας στη Πρεσβεία.

       Όλοι τους, όμως, λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο: τον αμφισβητία Γάτο του Τσεσάϊρ που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται διαρκώς, ανυπότακτος, σαν τον λαό, σε κάθε δημοκρατία της εποχής των τεράτων!

       Η Παράδοση των Καταπιεσμένων, η μνήμη της αντίστασής τους, η αντίσταση της μνήμης τους θα έχει πολικό της αστέρι αυτή τη μορφή που κανείς δήμιος και τύραννος δεν μπορεί να αποκεφαλίσει.

       Ο Ernst Bloch αντιπαράθετε στα όνειρα ενός απωθημένου παρελθόντος που ενδιέφεραν τον Freud  τα όνειρα που στρέφονται προς τα εμπρός, στο μέλλον.

       Η μνήμη που αντιστέκεται- αυτή που μας θυμίζει ο Γ.Α αλλά προπαντός ο Γάτος του Τσεσάϊρ- δεν είναι κυρίως μνήμη των περασμένων. Επιμένει ανίκητη κι απειλητική, παρά τους διωγμούς και τις συκοφαντίες, γιατί είναι πρωταρχικά η βοή και η μνήμη των επερχομένων.

16  Ιουνίου 2004

100 χρόνια από την Bloomsday        

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

03/08/2004