|
Αρχείο
Κεντρική Σελίδα
Στείλε άρθρο
FORUM
Ελάτε να τα πούμε

Το
βιβλίο του ΤΖΟΡΤΖ ΌΡΓΟΥΕΛ «1984»
|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟΝ ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ
Φιλοδοξία
και εξουσία
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ από σήμερα δημοσιεύει ένα μικρό
αφιέρωμα στο GEORGE ORWELL (ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ) με άρθρα
γνωστών δημοσιογράφων και κριτικών.
Σήμερα δημοσιεύει μια ραδιοφωνική ομιλία του Όργουελ με θέμα τον
σεξπηρικό «Μάκβεθ»
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ
- ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ: ΘΑΝΑΣΗΣ
ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ
Ο «Μάκβεθ» είναι πιθανότατα το πιο
τέλειο από τα δράματα του Σαίξπηρ. Θέλω να
πω ότι οι ιδιότητες του ποιητή Σαίξπηρ
και του δραματουργού Σαίξπηρ
συνδυάζονται με μεγαλύτερη επιτυχία σε
αυτό από όσο σε οποιοδήποτε άλλο δράμα
του. Ιδίως προς το τέλος είναι πλούσιο σε
ποίηση υψηλότατης ποιότητας, αλλά είναι
και τέλεια δομημένο, τόσο που θα παρέμενε
ένα τέλειο δράμα ακόμη και αν
μεταφραζόταν αδέξια σε κάποια ξένη
γλώσσα.
Δεν θέλω να μιλήσω εδώ για το σεξπηρικό
στίχο στον «Μάκβεθ». Σε λίγα λεπτά θα
μπορέσετε να ακούσετε σε απαγγελία
ορισμένα από τα καλύτερα αποσπάσματα του
έργου. Εδώ με ενδιαφέρει ο «Μάκβεθ» μόνον
ως τραγωδία, επομένως προτιμώ να δώσω
πρώτα απ' όλα μια σύντομη περίληψη της
πλοκής του έργου.
Ο Μάκβεθ είναι ένας Σκώτος ευγενής των
αρχών του Μεσαίωνα. Μια μέρα, ενώ γυρίζει
από μια μάχη στην οποία διακρίθηκε
ιδιαίτερα, κερδίζοντας την εύνοια του
βασιλιά, συναντάει τρεις μάγισσες που του
προφητεύουν ότι θα γίνει κι αυτός με τη
σειρά του βασιλιάς. Άλλες δύο προφητείες
που διατυπώθηκαν από τις μάγισσες
υλοποιούνται σχεδόν αμέσως και
αναπόφευκτα ο Μάκβεθ αναρωτιέται πώς θα
μπορέσει να πραγματοποιηθεί η τρίτη, από
τη στιγμή που ο βασιλιάς, ο Ντάνκαν, είναι
ακόμη ζωντανός και έχει δύο παιδιά. Είναι
σαφές ότι, σχεδόν από τη στιγμή που άκουσε
την προφητεία, ο Μάκβεθ ήδη φαντάστηκε τη
δολοφονία του Ντάνκαν και μολονότι στην
αρχή αποφεύγει την ιδέα, η σύζυγός του,
της οποίας η θέληση φαίνεται πιο ισχυρή
από τη δική του, τον παροτρύνει να το
κάνει. Ο Μάκβεθ δολοφονεί τον Ντάνκαν,
εκτρέποντας δόλια τις υποψίες προς τα δύο
παιδιά του βασιλιά. Αυτά τα παιδιά
εγκαταλείπουν τη χώρα και ο Μάκβεθ, καθώς
είναι ο πιο κοντινός κληρονόμος,
ενθρονίζεται.
Αλλά αυτό το πρώτο έγκλημα συνεπιφέρει
αναπότρεπτα μιαν αλυσίδα άλλων
εγκλημάτων, οδηγώντας τελικά τον Μάκβεθ
στην καταστροφή και στο θάνατο. Οι
μάγισσες του έχουν πει ότι, ακόμη και αν
αυτός γίνει βασιλιάς, κανένα από τα
παιδιά του δεν θα τον διαδεχθεί στο θρόνο,
ο οποίος θα πάει στους απογόνους του
φίλου του Μπάνκο.
Ο Μάκβεθ βάζει να δολοφονήσουν τον Μπάνκο,
ο γιος του οποίου όμως διαφεύγει. Οι
μάγισσες έχουν πει στον Μάκβεθ να
φυλάγεται από τον Μάκντοφ και ο Μάκβεθ
γνωρίζει ότι τελικά ο Μάκντοφ θα τον
εξοντώσει. Προσπαθεί, λοιπόν, να βάλει
ανθρώπους να δολοφονήσουν τον Μάκντοφ,
αλλά κι αυτός ξεφεύγει, αν και η σύζυγός
του και η οικογένειά του εξολοθρεύονται
με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό.
Μέσα από μιαν αναπότρεπτη αλυσίδα
γεγονότων, ο Μάκβεθ, ο οποίος αρχικά ήταν
ένας άνθρωπος θαρραλέος και διόλου κακός,
καταλήγει να γίνει η κλασική μορφή του
τυράννου που είναι έρμαιο του τρόμου, που
τον μισούν και τον φοβούνται όλοι, που
περιβάλλεται από κατασκόπους, δολοφόνους
και συκοφάντες, που κατέχεται διαρκώς από
το φόβο της προδοσίας και της εξέγερσης.
Αντιπροσωπεύει πράγματι ένα είδος
πρωτόγονης μεσαιωνικής εκδοχής του
σύγχρονου φασίστα δικτάτορα. Η κατάστασή
του τον υποχρεώνει να γίνεται όλο και
περισσότερο σκληρός με την πάροδο του
χρόνου.
Ενώ στην αρχή είναι ο Μάκβεθ αυτός που
αναδιπλώνεται μπροστά στο έγκλημα, ενώ η
λαίδη Μάκβεθ τον περιγελάει για τη
διστακτικότητά του, τελικά γίνεται ο
άνθρωπος που σφαγιάζει γυναίκες και
παιδιά χωρίς να διστάζει ούτε για μία
στιγμή, ενώ η λαίδη Μάκβεθ χάνει όλη την
ψυχρότητά της και πεθαίνει μισότρελη.
Ωστόσο, από την αρχή ώς το τέλος του έργου
-κι αυτό είναι το πιο μεγάλο ψυχολογικό
αποτέλεσμα του δράματος- ο Μάκβεθ είναι
τέλεια αναγνωρίσιμος ως ο ίδιος άνθρωπος
και μιλάει την ίδια γλώσσα. Οδηγείται από
έγκλημα σε έγκλημα όχι από έμφυτη κακία,
αλλά μόνον από αυτό που του εμφανίζεται
σαν μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Τελικά,
ξεσπά η εξέγερση και ο Μάκντοφ και ο
Μάλκολμ εισβάλλουν στη Σκωτία επικεφαλής
ενός αγγλικού στρατού.
Οι μάγισσες είχαν κάνει και μιαν άλλη
προφητεία, η οποία φαίνεται να εγγυάται
στον Μάκβεθ την ατιμωρησία. Το πώς
πραγματοποιείται αυτή η προφητεία και το
πώς, χωρίς να διαψευστεί, αυτή καταλήγει
έπειτα στο θάνατο του Μάκβεθ, θα το
ακούσετε στις σκηνές που θα απαγγελθούν
σε λίγο. Τελικά, όπως αυτός ο ίδιος
γνώριζε από την αρχή, ο Μάκβεθ θα
δολοφονηθεί από τον Μάκντοφ. Όταν το
αληθινό νόημα της προφητείας θα του γίνει
σαφές , εγκαταλείπει κάθε ελπίδα και
πεθαίνει μαχόμενος, υποκινούμενος από το
καθαρό ένστικτο του πολεμιστή που
πεθαίνει όρθιος και δεν παραδίδεται ποτέ.
Σε όλες τις μεγαλύτερες σεξπηρικές
τραγωδίες το θέμα παρουσιάζει
αναγνωρίσιμους δεσμούς με την καθημερινή
ζωή. Στον «Αντώνιο και την Κλεοπάτρα», για
παράδειγμα, το θέμα είναι η εξουσία που
μια ανάξια γυναίκα μπορεί να επιβάλει σε
έναν αρκετά θαρραλέο και προικισμένο
άνδρα. Το θέμα του «Αμλετ» είναι ο
διαχωρισμός ανάμεσα σε ευφυΐα και
πρακτική ικανότητα. Στο «Βασιλιά Λιρ»
έχουμε ένα θέμα αρκετά πιο λεπτό: τη
δυσκολία να διακρίνουμε ανάμεσα σε
γενναιοδωρία και σε αδυναμία. Στον «Μάκβεθ»
το θέμα είναι απλώς η φιλοδοξία. Και καθώς
όλες οι τραγωδίες του Σαίξπηρ μπορούν να
αποδοθούν με όρους σύγχρονης καθημερινής
ζωής, η ιστορία του Μάκβεθ μου φαίνεται
ότι είναι η πιο κοντινή από όλες στην
κοινή εμπειρία. Σε μικρή κλίμακα και με
τρόπο σχετικά ακίνδυνο, όλοι έχουν
συμπεριφερθεί μερικές φορές, και με
παρόμοιες συνέπειες, με τρόπο αρκετά
ανάλογο προς εκείνον του Μάκβεθ. Αν
θέλετε, ο Μάκβεθ είναι η ιστορία του
Χίτλερ ή του Ναπολέοντα. Αλλά είναι και η
ιστορία ενός οποιουδήποτε τραπεζικού
υπαλλήλου που πλαστογραφεί μιαν επιταγή,
ενός οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργού
που αποδέχεται μια μίζα, στην
πραγματικότητα οποιασδήποτε ανθρώπινης
ύπαρξης που επωφελείται από μιαν άθλια
περίσταση, για να αισθανθεί πιο σημαντική
και να ευνοηθεί λίγο σε σχέση με τους
συναδέλφους της. Αυτό βασίζεται στην
απατηλή ανθρώπινη πεποίθηση ότι μια
ενέργεια μπορεί να παραμείνει
απομονωμένη, ότι μπορούμε να πούμε στους
εαυτούς μας: «Θα διαπράξω μόνον αυτό το
έγκλημα για να πετύχω το σκοπό μου και
αμέσως μετά θα γίνω αξιοσέβαστος». Αλλά
στην πράξη, όπως το ανακαλύπτει ο Μάκβεθ,
από το ένα έγκλημα γεννιέται ένα άλλο,
ακόμη και αν δεν αυξάνεται η κακότητα
αυτού που το διαπράττει. Η πρώτη του
δολοφονία πραγματοποιείται για να
βελτιώσει τη θέση του. Οι άλλες, οι ακόμη
χειρότερες που ακολουθούν,
πραγματοποιούνται για αυτοάμυνα.
Διαφορετικά από τις περισσότερες
σεξπηρικές τραγωδίες, ο Μάκβεθ μοιάζει με
τις ελληνικές τραγωδίες, στο βαθμό που
είναι δυνατό να προβλέψουμε το τέλος τους.
Από την αρχή γνωρίζουμε σε γενικές
γραμμές το τι θα συμβεί. Αυτό καθιστά
ακόμη πιο συγκινητική την τελευταία
πράξη, αν και διατηρώ την άποψη ότι η
μεγαλύτερη γοητεία της υπόθεσης
αποτελείται από την ουσιώδη κοινοτοπία
της. Ο «Αμλετ» είναι η τραγωδία ενός
ανθρώπου που δεν γνωρίζει πώς να
διαπράξει ένα έγκλημα. Ο «Μάκβεθ» είναι η
τραγωδία ενός ανθρώπου που γνωρίζει να το
κάνει και παρά το ότι οι περισσότεροι από
μας δεν διαπράττουν πραγματικά εγκλήματα,
η κατάσταση του Μάκβεθ είναι πιο κοντινή
στην καθημερινή ζωή.
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι η εισαγωγή
της μαγείας δεν προσδίδει στο έργο μιαν
αίσθηση εξωπραγματικού. Στην
πραγματικότητα, αν και η συγκινησιακή
κορύφωση της τελευταίας πράξης εξαρτάται
από την ακρίβεια με την οποία
πραγματοποιείται η προφητεία τους, οι
μάγισσες δεν είναι απολύτως αναγκαίες
στο δράμα. Θα μπορούσε να αφαιρεθούν
χωρίς να αλλοιωθεί η ουσία της ιστορίας.
Πιθανόν να ενσωματώθηκαν για να
τραβήξουν την προσοχή του βασιλιά
Ιακώβου του Α', που μόλις είχε ανεβεί στο
θρόνο και ο οποίος πίστευε πολύ στη
μαγεία. Οι μάγισσες δεν αλλάζουν τίποτε
ούτε και ανατρέπουν την πορεία της φύσης.
Περιορίζονται στο να προβλέπουν το
μέλλον, ένα μέλλον το οποίο εξάλλου
μπορεί και ο θεατής εν μέρει να προβλέψει.
Έχουμε την αίσθηση ότι με μιαν ορισμένη
έννοια ακόμη και ο Μάκβεθ είναι σε θέση να
το προβλέψει. Στην πραγματικότητα, οι
μάγισσες είναι παρούσες απλώς για να
αυξήσουν μιαν αίσθηση αρνητικού
πεπρωμένου. Ένας σύγχρονος συγγραφέας,
που θα 'πρεπε να αφηγηθεί αυτήν την
ιστορία, θα μιλούσε ίσως για το
ασυνείδητο του Μάκβεθ, αντί να μιλήσει
για μαγεία. Αλλά το ουσιώδες είναι η
βαθμιαία κλιμάκωση με την οποία
αναπτύσσονται οι συνέπειες εκείνου του
πρώτου εγκλήματος και η ημι-επίγνωση που
διαθέτει ο Μάκβεθ, την ίδια στιγμή που το
πραγματοποιεί, ότι αυτό θα οδηγήσει
μοιραία στην καταστροφή.
Ο Μάκβεθ είναι το μοναδικό από τα
σεξπηρικά δράματα στο οποίο ο κακός και ο
ήρωας συμπίπτουν. Σχεδόν πάντα στον
Σαίξπηρ έχουμε το θέαμα ενός καλού
ανθρώπου, όπως ο Οθέλος ή ο βασιλιάς Λιρ, ο
οποίος παθαίνει μια συμφορά. 'Η ενός κακού
ανθρώπου, όπως ο Εδμούνδος ή ο Ιάγος, ο
οποίος πραγματοποιεί το κακό από καθαρή
μοχθηρία. Στον Μάκβεθ η ενοχή και η
συμφορά είναι ένα και το αυτό πράγμα. Ένας
άνθρωπος, που δεν μπορούμε να τον
αντιληφθούμε ως εντελώς κακό, διαπράττει
κακές πράξεις. Είναι πολύ δύσκολο να μη
μας συγκινήσει ένα τέτοιο θέαμα.
Δεδομένου έπειτα ότι το δράμα έχει μια
τόσο ωραία πλοκή, που ακόμη και η πιο
ακατάλληλη σκηνοθεσία δεν κατορθώνει να
το καταστρέψει, όταν το ανεβάσει στη
σκηνή, και δεδομένου επίσης ότι περιέχει
ορισμένους από τους καλύτερους στίχους
που έγραψε ποτέ ο Σαίξπηρ, νομίζω ότι έχω
δίκιο που το όρισα στην αρχή ως το πιο
τέλειο από τα δράματά του.
* Αυτό το ανέκδοτο κείμενο, που
δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά στη
γλώσσα μας, είναι μια ομιλία του Όργουελ,
που μεταδόθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1943 από το
ραδιοφωνικό πρόγραμμα του BBC.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ
ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ
02/10/2003
|
|