Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

      Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Βιβλίο

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

 

ΤΡΙΜΥΘΙΑ

 Να σκεφτούμε και πάνω στη Σκέψη.

{Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε η Κατερίνα Καραγιάννη, η συντρόφισσά μου.

Είναι γραμμένη και θεωρημένη επί 40 χρόνια, απ' το 1964 μέχρι πέρυσι.

Φυσικά δε γινότανε να γράψω 1964 μ.Χ, έτσι; Γι αυτό γράφω 1964 μμ. μετά μεσημβρίαν, αφού η γενιά μας κοιμάται αυτά τα 40 χρόνια...

Το έργο κινείται ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία με βάση τον άξονα:

Όπου η ποίηση φλερτάρει με την πεζογραφία, είναι κακή ποίηση.

Όπου η πεζογραφία φλερτάρει με την ποίηση, είναι καλή πεζογραφία. }

 Δημήτρης Ιατρόπουλος

Τώρα πάντως που κατά μίαν έννοια, συστηθήκαμε, μπορούμε να προχωρήσουμε.  Σε περιπέτειες αλλά και σε σκέψεις. Η σκέψη, έχει ένα δικό της χώρο έκφρασης, ένα πεδίο. Εξακοντίζεται πάντοτε μαζί με το αποτέλεσμά της, είτε αυτό φαίνεται είτε όχι.  Μετά, επιστρέφει στη βάση της, παρέα με τα συμπεράσματα που συλλέγει κατά την εκδρομή της.  Πολλές φορές, η σκέψη και το αποτέλεσμα που μεταφέρει, είναι τόσο σφιχτά δεμένα μεταξύ τους, που θα νομίζει κανείς απροειδοποίητος, πως δεν υπάρχει καν η σκέψη, υπάρχει μόνο το βάρβαρο αποτέλεσμα.

 Όπως, ας πούμε στη λέξη «Πυρ!».

"Γαμημένο Ασανσέρ!..." Με την πρώτη κιόλας φράση ο αιρετικός Ιατρόπουλος ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με το γίγνεσθαι της εποχής... Όποιος προσπερνάει την "παγίδα" όμως, μεταλαβαίνει τον ιδιαίτερο λόγο του δημοφιλούς Ποιητή της Αμφισβήτησης, που επί 40 και πλέον συναπτά έτη επιτίθεται κριτικά στην απανταχού συντήρηση, σκίζοντας με συχνά απροσδόκητες μαχαιριές, σε πολλαπλά μέτωπα, τα πέπλα της.

Η ΤΡΙΜΥΘΙΑ αντιπροσωπεύει την πρόταση αυτοσυνείδησης του Εξανεστημένου Μοναχικού Πολίτη απέναντι στο "Σύστημα" μιας χρεοκοπημένης κουλτούρας. Σε πολυεπάλληλα "μυθοσκευασμένα" επεισόδια ανακυκλώνεται η κριτική για ό,τι συναποτελεί τον πολιτισμό του απελθόντα αιώνα μέσα από μια "μεταλογική" διαδρομή  της σκέψης.

Εφαλτήριο ο προσδιορισμός της ύπαρξης έξω από τα δοσμένα μοτίβα της "δυτικής" αντίληψης. Η άφιξη του ανθρώπου στο κατώφλι μιας καινούργιας εποχής απαιτεί εντελώς διαφορετική προσέγγιση των παραμέτρων που καθορίζουν την διαδρομή του, ώστε να τον εξοικειώση με την πολύμορφη πραγματικότητα που τον περιμένει.

Το πέρασμα όμως αυτό δεν συντελείται με την "λογική" αναγκαιότητα  μιας γέφυρας, γιατί ο πνευματικός οπλισμός υποδοχής μιας καινούργιας οπτικής του ιστορικού χρόνου θα εκφραστή αναγκαστικά μέσα από αναδομητικές λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού, που θα επεκτείνη την δυναμική του προεκτείνοντας τα αντιληπτικά του όρια.

Η ΤΡΙΜΥΘΙΑ ως "κειμενογράφημα" αποτελεί ταυτόχρονα κριτικό αποχαιρετισμό του αιώνα που έφυγε και οραματικό χαιρετισμό του αιώνα που ήρθε.

Κι όμως, δεν είν’ έτσι.   Όποιος λέει: «Πυρ!», δεν είναι σκέτος υπάλληλος ενός Συστήματος και αμέτοχος συμμέτοχος των δρώμενων που ο ίδιος επηρεάζει με την παρουσία του. Δεν τον βάλανε άλλοι να κάνει αυτή τη δουλειά, αυτό είναι το κοινωνικό άλλοθι των υποκριτικά ρυθμισμένων ψευτοσχέσεων εξουσίας, ανάμεσα στους αποπάνω και στους υποκάτω. .

Ο Ανθρώπιος αυτός επίσης δεν είναι κομιστής άλλων σκέψεων κι ούτε αντιπροσωπεύει διαταγές, κελεύσματα, αποτελέσματα σκέψεων και αποφάσεων άλλου Συστήματος, ανώτερου απ’ το δικό του. Ουσιαστικά, μόνος του διάλεξε και αποφάσισε: «Πυρ!». Σκέφτηκε πριν απ’ αυτό. Σκέφτηκε την ώρα που εντάχθηκε στην ομάδα εξουσίας που δικαιούται, ή αποφασίζει η ίδια ότι δικαιούται, να φέρει όπλο.

Σκέφτηκε την ώρα που πλασαρίστηκε με την κατάφασή του πιθανώς, σε μια πρόταση που μπορεί να του έγινε, απ’ τη μεριά των νικητών ή των κουμανταδόρων.  Σκέφτηκε ακόμα, και τον τρόπο που θα «εκτελέσει» υποτίθεται την εντολή.  Απλά, σ αυτή την περίπτωση συμβαίνει κάτι καταπληκτικό!

Το Σύστημα τα’ χει έτσι μοντάρει τα πράγματα, ώστε κάθε υποψήφιος δολοφόνος με απωθημένα εκτελεστή, να μπορεί να μπαίνει σε μια λίστα καθοδηγούμενων ατόμων,

εξαρτημένων από την εξουσία, ώστε αυτός μεν να’ χει το ελεύθερο να σκοτώσει δίχως να τιμωρηθεί και δίχως μάλιστα να θεωρηθεί καν ψεύτης αν τυχόν έρθει κάποια στιγμή λογοδοσίας, ενώ απ’ την άλλη μεριά, το Σύστημα κάνει τη δουλειά του, προχωράει στην εξόντωση του συγκεκριμένου του αντίπαλου, προσδίδοντας ανάλογο «ιδεολογικό» περιεχόμενο στο φονικό, άλλοτε για την πατρίδα, άλλοτε για την τάξη και ασφάλεια, άλλοτε για τη διάσωση διαφόρων «θεσμών» που έως και «δημοκρατικούς» τους προσαγορεύει καμιά φορά!

Ο φαντάρος που επιλέχτηκε λοιπόν για το απόσπασμα και δεν δήλωσε ασθένεια για να μην συμπεριληφθεί, είναι ένας καθαρός δολοφόνος που εκτελεί με την άδεια του Συστήματος και μάλιστα γυρίζει σπίτι του όχι μόνο εκτονωμένος ως προς τις βρωμερές απωθήσεις του αλλά και κοινωνικά αρτιότερος αφού απόδωσε με τον τρόπο που οι «ανώτεροί» του υπαγόρευσαν, την «κοινωνική δικαιοσύνη» αφαιρώντας τη ζωή από ένα συγκεκριμένο «εχθρό» της Ομάδας στην οποία ανήκει. .

Να, κάτι τέτοιο συναντάω καθημερινά στη φάση του ταξιδιού που διανύω τώρα, δηλαδή  συγγραφέας, Έλληνας, άντρας, και κάποιων γήινων ετών, δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή πόσων, αφού αυτό όλο το τριμυθιακό έργο, σκεφτείτε, το ξεκίνησα είκοσι  γήινων χρονών και θα το τελειώσω εξήντα, χωρίς να χρειάζεται να σας πω τώρα σε ποια ηλικία με πετυχαίνει το κείμενο που μόλις διαβάσατε. .

Ως προς τη σκέψη, την ίδια παρεξήγηση κάνουν κι άλλοι, την ώρα της επιστροφής της.  Θεωρούν πως το συμπέρασμα που μεταφέρει επιστρέφοντας, αποτελεί προχώρημα της λειτουργίας της.

Τι λάθος! Σίγουρα δεν είν’ έτσι, τουλάχιστον με την πλάγια λογική που εκφράζουν τα δικά μου εγκεφαλικά κύτταρα.  Κάθε συμπέρασμα, δεν αποτελεί κέρδος, λάφυρο, έπαθλο της σκέψης κατά τη διαδρομή της, παρά μόνο ένα παράσιτο, είναι ένας κολαούζος, που ο φάλτσος άνεμος της μόνιμα παραμορφωμένης πληροφορίας, τον κολλάει πάνω στο σώμα της σκέψης και τη συνοδεύει ως τα βάθη του εγκεφάλου, λερώνοντας τα κύτταρα, παραμορφώνοντας τους έλικες, παρασιτοποιώντας το καθαρό γρασίδι των ενστίκτων μέσα στα αχανή λιβάδια των λαβύρινθων, εκεί που γιορτάζει το Μέγα Ασυνείδητο, που από μόνο του, είναι το ένα και απόλυτο συμπέρασμα κάθε ενυπάρχουσας ή εμφανιζόμενης πρότασης ζωής.

Από κει και μετά, παρεμβαίνει η πολιτισμική θεραπεία της φυσικής τρέλας, η περίφημη «συνείδηση» και τακτοποιεί σε κουτιά, κελιά, κλουβιά, τις παραστάσεις.  Τις φυλακίζει, η δουλειά της συνείδησης είναι να ελέγχει τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας μιας κοινωνίας που έχει δραπετεύσει απ’ τη φύση και σέρνεται σε αυτόνομη καταστροφή, κατά τη γνώμη της σε ευθανασία, αλλά στην αλήθεια, μια καταστροφή που τελικά υποκύπτει στη νομοτέλεια και ευτυχώς, ώστε να δουλέψουν και πάλι οι νόμοι της διαδοχής, της ελπίδας του νεκρού και της απελπισίας του νεογέννητου. Για να ξαναφυτρώσουν τα δέντρα και να ξαναπετάξουν τα πουλιά. Και επειδή μιλήσαμε και για παραμορφωμένη πληροφορία, θα ξέρετε νομίζω, τι μέγα πρόβλημα αντιμετωπίζει η σκέψη όταν μετατρέπεται σε ενέργεια και κινούμενο στόχο ταυτόχρονα! Καθένας που θέλει να ξεφύγει απ’ το δρεπανηφόρο άρμα της που μεταφέρει σε κάθε συμπαντικό λεπτό, θριαμβευτικά, τον Ηνίοχο της εντολής της ύπαρξης, της πετάει τα κλούβια αυγά του, αμυνόμενος.

Όλοι οι επιτιθέμενοι αμύνονται.  Μην σας φοβίζουνε τα κέντρα αποφάσεων, τα διευθυντήρια, οι δικτατορίες, πολιτικές ή στρατιωτικές, οι εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις και οι Ανθρώπιοι που υπηρετούν την Εξουσία.  Αμύνονται, αμύνονται. Αλλά, προς το Παρόν, δεν θα προχωρήσω άλλο, σε τέτοιες αποκαλύψεις, γιατί το Πρόγραμμα μου επιτάσσει σιωπή σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο. Πρέπει να επιβιώσω γήινα και βιολογικά για να ολοκληρώσω τη δουλειά μου. Και βέβαια, δεν είναι ο φυσικός φόβος που μου κλειδώνει το στόμα πάνω σ’ αυτά, αλλά ο ρυθμός και η σχέση αρμονίας και έκφρασης που μου υπαγορεύουν μια τέτοια συμπεριφορά απέναντί σας.

Η ολοκλήρωση ενός έργου δεν είναι το φυσικό του τελείωμα, είναι συνάμα και μια πρόταση Ανάπτυξης, ενώ την «ανάπτυξη» που χρησιμοποιούν οι οικονομικοί ανεγκέφαλοι, τη δανείστηκαν απ’ τη Βιολογία.

Και εκεί, η Ανάπτυξη σημαίνει αυτό που σας δήλωσα πριν: Ολοκλήρωση μορφής.

Σιγά-σιγά λοιπόν. .  Όπως αρμόζει σε κάθε κίνηση επαφής όπως αυτή εδώ η δικιά μας . Όλα τα ζώα,  κυνηγιούνται πολύ πριν έρθουνε σε γάμου συνουσία. . . . Τρέξτε λίγο, θα σας προφτάσω κάτω απ’ την ελιά,  ό,τι και να γίνει! Η Εντολή είναι παρούσα, θα εκτελεστεί, ως το τέλος της!

 

Ταξίδι στο Κρυφό Νόημα του Ιερατείου.

Πάντως, τέτοια ανθρωπιοειδή απωθημένα πάντα με ξεκούραζαν από την διαρκή σκέψη, τη διαστρική μου συνεργασία με το Πρόγραμμα και τα εσωτερικά κωδικά σχήματα επικοινωνίας με τις Δικές μου Διοντότητες.  Είχα και την ευκαιρία να δοκιμάζω στην πράξη κάθε καινούριο παιχνίδι της Λογικής, ή αν θέλετε, της Μεταλογικής μου.  Ταυτόχρονα φόρτιζα με εμπειρίες το Σύστημα Πληροφοριών μου.

Γιατί, πρέπει να ομολογήσω πως, αναγκασμένος διαρκώς να προσδιορίζω τα μεγέθη των διαφόρων πληροφοριών, λόγω της ειδικής σχέσης μου με τον Χρόνο, -όπως είπα λίγο πιο πριν κιόλας-, έπρεπε να απορρίψω την τρέχουσα έννοια της Ιστορίας όπως την συνάντησα εδώ, στους Ανθρώπιους.  

Η Ιστορία ήταν μια απλή σιδηροδρομική γραμμή, κομμένη σε πολλά σημεία.  Ούτε κατάφερα ποτέ να εξηγήσω πώς πέρασε τελικά το Τρένο. Ακόμα πάνω και από γκρεμισμένες γέφυρες πέρασε! Άρα, ή το Τρένο ήταν Αεροπλάνο, ή γκρεμίστηκαν οι γέφυρες, αφού πέρασε και μετά! Επειδή όμως το Τρένο δεν ήταν Αεροπλάνο, κατάλαβα κάποτε πως οι καλόγεροι του Μεσαίωνα πριν κάψουν την Αρχαία Υλιστική Σκέψη και πριν πλαστογραφήσουνε τον Πλάτωνα και διορίσουν τον Αριστοτέλη, εκκλησιαστικό τους μέντορα, φρόντισαν και καταχώνιασαν τους προσωκρατικούς και τους «Άλλους», τουλάχιστο για λογαριασμό του Ιερατείου!

Για να έχουνε αυτοί να διαβάζουνε και να κουβεντιάζουνε πάνω στα σωστά και τα όμορφα! Και, μάλιστα, οι κάθε φορά πυρομανείς καλόγεροι, ιδιαίτερα με τους «Άλλους» έχουνε ξεχωριστή λαχτάρα, η απαγόρευση και η μυρωδιά της αναρχικής υγείας που αναδύεται από τα κείμενα των «Άλλων», ρίχνει τους καλόγερους σε μαζοχιστική μαστούρα, τους διαλύει ευδαιμονικά το λογικό, έχω την αίσθηση ότι κάθε κρυφό και απελπισμένο πήδημα της συμφοράς που γίνεται μέσα στα κλειστά κελιά, είναι μονταρισμένο φαντασιωτικά και αφιερωμένο εξαιρετικά, σε κάποια φράση, κάποιο διάσημο «τσιτάτο» των «Άλλων», που λειτουργεί ως πρόφαση αποδοκιμασίας, για τη δοκιμασία του Τρισκατάρατου, υποτίθεται, δηλαδή του Μεγάλου Όμορφου, που χωρίς αυτόν, ο Κανονικός Μεγάλος δεν θα υπήρχε καν, αλλά, άντε να τα πεις αυτά στους καλόγερους, δίχως να φοράς ένα ράσο! Θα σε σπρώξουν υποκριτικά, σαν ξετρελαμένες υστερικές παρθενίτσες στο γκρεμό της αφοριστικής απόρριψης.  Άμα φορέσεις όμως ένα ράσο, στα γρήγορα περνάς τις εξετάσεις και μάλιστα μπαίνεις και στο κύκλωμα πολύ εύκολα, όποτε το διέπραξα, δεν έχω παράπονο, τα καλύτερα νεμήθηκα από δαύτους!

Με το Ιερατείο, έχω, εντωμεταξύ, ασχοληθεί πολλές φορές.  Ξέρω πάρα πολλά γι’ αυτό.  «Ανήκω» σε μια παραφυάδα του. Από την παλιά Αίγυπτο και πιο πριν ακόμα, είχα κατά κάποιο τρόπο γραφτεί «συνδρομητής» σε όλες τις περίεργες φαινομενικά, ιστορικές μεταλλαγές, σε όλες τις κοινωνικές μετατοπίσεις και σε όλα τα δήθεν «απότομα» τινάγματα της διαχρονικής γιορτής των Αρχιμάγων και των Πρωθιερέων!

 Σ’ αυτή την φάση του Ταξιδιού, «Ιερατείο» υποτίθεται πως είναι, οι μεγάλοι πλούσιοι, οι ηγέτες των κρατών, οι στρατιωτικοί, οι θεωρητικοί τους, κάποιοι διανοούμενοι, υπάλληλοι βέβαια,- καθώς όμως και μια σειρά ανεξάρτητα σκεπτόμενων και αυτόνομα ενεργούντων Ανθρώπιων, που συμπληρώνουν την Εικόνα. Αυτοί οι τελευταίοι, είναι  τα  Τσογλάνια που μπαίνουν την ώρα της μυστικής Σύσκεψης της Παγκόσμιας Εταιρίας και βουτάνε με τα βρώμικα χέρια τους τα μεζεκλίκια.  Δεν τους πετάνε όμως έξω, οι επίσημοι «καλεσμένοι».  Βάζουνε τον Μπάτλερ, ευγενικά, να τους πάει στα Αποδυτήρια και εκεί, τους φοράνε παπιγιόν, ταινίες με παράσημα και τους υπό-δέχονται μετά, στο Μεγάλο Τραπέζι!

Γι’ αυτό και σε  όλες τις Συσκέψεις της Παγκόσμιας Εταιρίας, τα μνημόσυνα που γίνονται, είναι απλές υποκρισίες, για τα μάτια του κόσμου! Αφήνουν τις καρέκλες αδειανές, όχι για να τιμήσουν αυτούς που φύγανε και δεν είναι πια ανάμεσά τους, αλλά να προετοιμάσουν τις διαδοχές.  Και καλύτεροι Διάδοχοι, από τα «επαναστατημένα» τους παιδιά, δεν υπάρχουν βέβαια! Γιατί αυτούς τους δέχεται εύκολα ο φουκαράς λαός που περιμένει κάτω από το Μέγαρο για τα Αποτελέσματα της Σύσκεψης! Άμα ψάξεις στο  Μεγάλο Τραπέζι, θα βρεις εκεί μέσα πολλούς πρώην επαναστάτες.  Καμπόσοι μάλιστα βιάζονται τόσο πολύ, ώστε κάτω από το κολλαριστό άσπρο πουκάμισο, φαίνεται καθαρά το μάλλινο πουλόβερ του πρώην ρέμπελου και ντεσπεράντο.  Δεν το κρατάνε για ενθύμιο, αλλά για να μην κρυώσουνε! Ξέρουν καλά αυτοί, έχει ο καιρός γυρίσματα καμιά φορά, και το Μεγάλο Τραπέζι,  μπορεί να χρειαστούνε, αναγκαστικά να το στήσουνε πάνω στο γρασίδι ή σε κάνα βουνό!

Τώρα. .  Πώς μπήκα εγώ σ’ αυτό το παιχνίδι; Μπα, ψιλοπράματα! Σε μια προηγούμενη μετενσαρκωτική μου εκδρομή, ήμουνα Μάγος σε μιαν αφρικάνικη φυλή.  Τους γιόμιζα παραμύθια, ξεπαρθένευα τις κοπέλες, τους έριχνα στον πόλεμο και τους μίλαγα ακατάληπτα, με λόγια δικά μου, ή του παππού μου, άλλου σπουδαίου γεροντόμαγκα, που, τουλάχιστον, φρόντισε να μη λείψει από τους επιγόνους του, το φαί στο τραπέζι  και το βυζί στο κρεβάτι. Είχα λοιπόν μια σχετική εμπειρία, μια γονιδιακή γνωριμία με το «χώρο», εκ γενετής, σ’ αυτή μου την εμφάνιση και πέρασα όλες τις φάσεις μου στα γρήγορα.  Έκανα την επανάστασή μου, άνοιξα την πόρτα, ήξερα από παλιά πως δεν χρειάζεται να χτυπήσεις ευγενικά, τουκ, τουκ, τουκ, δεν σου ανοίγουνε, ή κι άμα ανοίξουνε σε σπρώχνουνε ευγενικά και με διακριτικό τρόπο έξω από το δωμάτιο, σου λένε οι Ανθρώπιοι, για να χτυπάει την πόρτα, άρα δεν ξέρει ποιος είναι και τι ζητάει από μας, μάλλον ψιλοπερίεργος είναι, ή μαλάκας αθλητής των ιδεών και έφτασε ως εδώ τυχαία, σπρώξτε τον να τελειώνουμε, δεν είναι γραμμένος στον κατάλογο!

Εγώ όμως, όπως δήλωσα ήδη, ήξερα το «τυπικό».  Έσπρωξα με ζόρι, χωρίς να χτυπήσω την πόρτα, αυτοί πάλι, κρατήσανε σωστά  το ανάλογο θέατρο, κάνανε τους τρομαγμένους  κι’ εγώ από τη μεριά μου, έκανα την καθιερωμένη πλέον κίνηση να αρπάξω μεζέ από το Τραπέζι, ήρθε ο Μπάτλερ και τώρα που μιλάμε, είμαι στα Αποδυτήρια και δοκιμάζω το καινούριο μου κολάρο! Βέβαια ο Μπάτλερ με κοιτάζει περίεργα, δεν βλέπει πουλόβερ από μέσα, θα σκέφτεται ο φουκαράς, τι σόι επαναστάτης ήτανε αυτός, έτσι με το φανελάκι την έβγαζε; Δεν ξέρει ο μαλάκας, ότι εγώ, όχι μόνο ξέρω από τώρα, πως δεν θα χρειαστεί άλλη φορά, στην παρούσα φάση, να στηθεί το Μεγάλο Τραπέζι  στο γρασίδι ή σε κάνα βουνό, αλλά έχω και την υψηλή αποστολή να «τσοντάρω» κάπως και στην αλλαγή του παιχνιδιού! Το οποίο, πλέον θα διεξάγεται εντός της Αιθούσης μάλιστα παρακαλώ, δεν πρόκειται πια να κινδυνέψει το Μεγάλο Τραπέζι,  «άλλοι» Νόμοι κυβερνάνε πια το κόλπο, και τώρα, η αναγκαία «άλλη πλευρά», που είναι απαραίτητη για να τρέχουν οι ρόδες, δημιουργείται πια, μέσα στο δωμάτιο! Απλώς, μετά από τόσους αιώνες κατάλαβε το Ιερατείο, ότι το Αντίπαλον  Δέος δεν υπάρχει, και πρέπει να δημιουργείται για να παίρνει τη θέση του στο Τραπέζι ! Έτσι κιόλας έχει αποφασιστεί για το χρονικό διάστημα αυτής της εποχής, να μοιράζονται οι  Ομοτράπεζοι, από τη μια και από την άλλη μεριά, όλη και όλη η ιστορία, ήτανε να μπούνε καρτελάκια με τα ονόματα τους στο Τραπέζι και να δηλώσουνε μεταξύ τους μια κομψή διαφορετικότητα, εγώ θα φοράω μπλε πουκάμισο, εσείς κόκκινο ή μαύρο και ούτω καθ’ εξής! Και παίζουνε και ενδιάμεσα χρώματα γιατί και τα εφτά της ίριδας, δεν φτάνουνε! Θα υπάρξει και τουρκουάζ και σωμόν και βερικοκί και πολλά άλλα! Βέβαια ο Μπάτλερ, που μόνο στρώνει το Τραπέζι και σερβίρει, δεν τα ξέρει όλα αυτά, γιατί υπάρχει εδώ μια συγκλονιστική λεπτομέρεια που ξέχασα να στην εξηγήσω.  Ξέρεις λοιπόν κάτι; Ο Μπάτλερ, είναι τυφλός! Ναι, μα τους Θεούς, σου λέω! Όλα τα κάνει με τους αισθητήρες του, δεν βλέπει τίποτα, μόνο να οργανώνει ξέρει και να προσέχει, τίποτα άλλο, αλλιώς τι Μπάτλερ θα ήτανε; Το κατάλαβα από τις μελετημένα ρυθμικές του κινήσεις όταν μου έδινε το πουκάμισο.  Ο Μπάτλερ του Μεγάλου Τραπεζιού, που υπηρετεί  το Ιερατείο και κανονίζει αμίλητος τις λίστες και τα σερβίτσια, δεν βλέπει τίποτα από όσα κάνει! Ξέρω τώρα, καίγεσαι να μάθεις ποιος είναι ο Μπάτλερ! Μα, κοίταξε να δεις, είναι νωρίς ακόμα να χαλάσουμε τη μαγεία, έτσι δεν είναι; Μάλιστα στο τέλος αυτής της βόλτας μας, μπορεί και να το έχεις τόσο πολύ καταλάβει μόνος σου ή τόσο εύκολα ξεχάσει από πιθανά άλλα  που θα σου συμβούν, ώστε και να το αποκαλύπταμε τώρα, ίσως να μην είχε στο βάθος του αναγνωστικού σου χρόνου, καμιά σημασία.  

Πέρα όμως και από αυτό, δεν έχω μήπως το δικαίωμα να μην ξέρω ούτε εγώ, ποιος είναι ο Μπάτλερ του Ιερατείου; Μπορεί να τον χρειάστηκα απλώς, έτσι για να ντύσω το Μύθο μου καλύτερα. .  Πάντως, δεν βλέπει, να είσαι σίγουρος και έτσι, δεν πρόκειται ούτε εμάς να μας δει, γιατί ξέχασα να σου πω, πως ότι περνάει ως γραμμένο εδώ μέσα, όλο αυτό δηλαδή που διαβάζεις, έχει μιαν εσωτερική δυνατότητα να ανθρωπιοποιείται με έναν τρόπο ιδιαίτερα άγνωστο στους περισσότερους, υπάρχει μια διάσταση, μια πλατφόρμα ζωντανέματος του Λόγου, πέρα και έξω από τις δεδομένες πληροφορίες και είναι πολύ πιθανό, όχι μόνο να μας βλέπει τώρα το Ιερατείο που το κουβεντιάζουμε, αλλά και να μας επιτεθεί ούτως ειπείν, όπως τα παλιότερα χρόνια που καίγανε τα βιβλία των «Άλλων», όμως μη σε σκιάζω δίχως λόγο, σου λέω ανθρωπιέ μου, είμαι και εγώ μέσα στο κόλπο, έχεις γλείψιμο, ξέρεις Έναν από «Αυτούς», μη φοβάσαι, εγώ τιμώ τις σχέσεις μου, θα περάσεις καλά στο τέλος, άραξε τώρα και διάβαζε ήσυχος, και μην ψάχνεσαι πιο πέρα, προς το Παρόν. .

 Πού είχαμε μείνει; Α, ναι, την ώρα που διαλέγω το καινούριο μου  κολάρο.  Μάθε, είναι ανάλογο και αυτό με το τι θα ασχοληθώ.  Μάλλον λοιπόν καταλήγω να αυτοπροωθηθώ ως μεγάλος, διάσημος συγγραφέας.  Είμαι καταδικασμένος να πετύχω με αυτόν τον τρόπο.  Το λέω έτσι γιατί θα ήθελα ίσως να ζούσα απλά σ’ ένα χωράφι, να πιστεύω στον κάθε φορά προτεινόμενο ηγέτη μου, να κλαίω κι’ εγώ άμα βλέπω το βασιλιά μου, ή τον πρόεδρό μου στην τηλεόραση, να κάνω χαζοπολιτική στους καφενέδες, να επιβάλλω τις απόψεις μου στα εγγόνια μου, να διαβάζω Βίους Αγίων ή Επαναστατών, ανάλογα με την χώρα που κατοικώ και να μη νιώθω συνέχεια αυτή την άγρια μοναξιά που αισθάνεται ένας Νέρων βλέποντας να του καίνε οι χριστιανοί τη Ρώμη ή ένας Χίτλερ όταν διατάζει τις σιδερένιες του στρατιές να μπούνε στην Πολωνία,ή ένας Βέρνερ Φον Μπράουν που ξαποστέλνει με το μυαλό του Ανθρώπιους στο Διάστημα δίχως να ξέρει αν θα γυρίσουνε ζωντανοί.

Θα μου πεις τώρα, η ευθύνη ενός συγγραφέα, ακόμα και σπουδαίου, δεν είναι σαφώς τέτοιου είδους. Μμ, μάλλον είναι χειρότερη, φίλε! Θυμήσου πόσοι αυτοκτονήσανε διαβάζοντας το «Βέρθερο» και τι καλάμι καβάλησε ο εν λόγω Χίτλερ που λέγαμε πριν, στραβοδιαβάζοντας το Νίτσε και τον Γκουρτζίεφ! Σκέψου ακόμα, πόσοι κρέμονται τώρα -και μάλιστα, αγέννητοι ακόμα, πολλοί απ’ αυτούς- από τα πλήκτρα αυτής της γραφομηχανής, ε, όχι, αχ ο Χρόνος με τιμωρεί τεχνολογικά, εννοούσα από το πληκτρολόγιο αυτού του υπολογιστή βέβαια! Ξεκινήσαμε με το χέρι, περάσαμε από την απλή γραφομηχανή, μετά από την ηλεκτρική, την ηλεκτρονική και τον ασπρόμαυρο υπολογιστή, τώρα πια, σου γράφω επίτηδες αυτή την εμβόλιμη στο χρόνο γραφής του έργου παράγραφο, σε ένα ακριβό και λεπτά μονταρισμένο μηχάνημα, έναν σούπερ πέντιουμ!

 Έχω την αίσθηση λοιπόν, τώρα που με διαβάζεις, ότι πού και πού δεν ξέρεις αν μιλάω σοβαρά ή αν κάνω πλάκα, αισθάνομαι ότι προσπαθείς να με απωθήσεις, θέλεις να κλείσεις το βιβλίο για αργότερα δήθεν, και να μην το ξανανοίξεις πάλι ποτέ, εντούτοις κάθεσαι εδώ ακόμα, έχεις μαγευτεί λιγάκι, το ξέρω, πάντως σου υπόσχομαι, αν αντέξεις την πρόκληση αυτή, ότι στο τέλος θα κερδίσεις.  Κιόλας πρέπει να έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις ότι το ύφος μου, επίτηδες είναι ανάλαφρο πού και πού, τάχα βωμολόχο, προκλητικό, συμμετέχεις κι’ ο ίδιος σε μια παρθενογενετική λογοτεχνική φάρσα, έτσι δεν είναι;

Τελικά, είσαι σίγουρος, ότι είμαι «εγώ» που τα γράφω όλα αυτά, για σένα; Και τα γράφω «για σένα» οπωσδήποτε; Η, ότι οπωσδήποτε πρόκειται για «φάρσα»; Εγώ πάντως, δεν είμαι σίγουρος για τίποτα.  Μόνο για ένα πράγμα:

 Ότι σ’ αγαπώ. .

Δημήτρης Ιατρόπουλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

14/01/2005