Εύκολη θεωρούσαν οι Αμερικανοί την έγκριση του σχεδίου Ανάν από το δημοψήφισμα, εξ ου και το σοκ της Ουάσιγκτον
ΜΕ
«ΝΑΙ» Ή «ΌΧΙ», Η ΑΘΗΝΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ
ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
Το
«ΝΑΙ» ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – και Συνασπισμού
δημιουργεί ρωγμές στις σχέσεις τους
με τα λαϊκά στρώματα
Αφρούς
βγάζουν οι Αμερικανοί, με τη βοήθεια
των Άγγλων, στην προσπάθειά τους να
επιβάλουν στους Κύπριους το
διχοτομικό σχέδιο Ανάν. Παράλληλα ο
θρασύτατος επίτροπος της ΕΕ Γκίντερ
Φερχόιγκεν, απείλησε τους
Ελληνοκύπριους ότι αν ψηφίσουν «ΌΧΙ»,
τότε η γραμμή Αττίλα «θα
καταστεί ντε φάκτο εξωτερικό σύνορο
της ΕΕ (!)». Αλλά εκτός αυτού
επιστρατεύτηκε και το
ευρωκοινοβούλιο! «Η
θεμελιώδης επιλογή του εκλογικού
σώματος είναι μεταξύ του σχεδίου
Ανάν και μη λύσης (!)», υποστηρίζει
σε πρόταση ψηφίσματος η επιτροπή
Εξωτερικών Υποθέσεων. Μέσα στο κόλπο
και ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής
συνέλευσης του Συμβουλίου της
Ευρώπης Πέτερ Σίντερ, ο οποίος
δήλωσε ότι: «Αυτοί
που επιδιώκουν να εμποδίσουν τη
διευθέτηση στην Κύπρο θα φέρουν
βαριά πολιτική ευθύνη και δεν θα
πρέπει να τους επιτραπεί να
επωφεληθούν από αυτή»!!! Όλα τα
μαντρόσκυλα των Ιμπεριαλιστών μαζί
με τις πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα
και την Τουρκία λένε ΝΑΙ! Ο λαός όμως
βρίσκεται σύσσωμος από την άλλη
πλευρά της πλάστιγγας και
βροντοφωνάζει ΌΧΙ! .. Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει
και σήμερα ένα άρθρο για τις
τελευταίες εξελίξεις του Κυπριακού
προβλήματος. Το άρθρο έγραψε ο ΓΙΩΡΓΟΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ και
δημοσιεύεται στο τελευταίο Φύλλο
της εφημερίδας ΠΡΙΝ.
Χωρίς
εκπλήξεις κύλησε η συνεδρίαση του
συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών
της Πέμπτης για το Κυπριακό. Μετά το
«ναι» της υπό τον Γιώργο Παπανδρέου
ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ και το «όχι»
του ΚΚΕ, η κυβέρνηση της ΝΔ έγειρε,
διακριτικά αλλά σαφώς, προς την
πλευρά του αμερικανόπνευστου,
διχοτομικού σχεδίου Ανάν. Όσο για
τον Συνασπισμό, εναπόκειται στη δική
του διακριτική ευχέρεια να κρίνει
εάν συνιστά επιτυχία η κατάντια το
γεγονός ότι ο Κώστας Καραμανλής
αιτιολόγησε τη θέση του
χρησιμοποιώντας παρόμοια
φρασεολογία και πάντως σχεδόν
ταυτόσημη επιχειρηματολογία με τον
Νίκο Κωνσταντόπουλο.
Η
συνεδρίαση αυτή θα καταγραφεί ως
ένας σταθμός: Ακριβώς 13 χρόνια μετά
την αντίστοιχη για το Μακεδονικό, το
σύνολο των κομμάτων που συμμετέχουν
στη Βουλή επιχείρησαν, ουσιαστικά,
να κλείσουν τον κύκλο που είχε
ανοίξει στις 13 Απριλίου του 1992. Τότε,
στον απόηχο της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ
και με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας
και τον εμφύλιο της Βοσνίας να
βρίσκονται σε εξέλιξη, η ομόφωνη
απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, του
Κώστα Μητσοτάκη, της Αλέκας Παπαρήγα
και της Μαρίας Δαμανάκη, υπό την
προεδρία του Κωνσταντίνου Καραμανλή,
για μη αναγνώριση της πΓΔΜ, εφόσον
στην ονομασία της χώρας
περιλαμβανόταν η λέξη Μακεδονία ή
κάποιο παράγωγό της, είχε
σηματοδοτήσει την πρόθεση της
ελληνικής αστικής τάξης να εισέλθει
επιθετικά στα Βαλκάνια, τα οποία
θεωρούσε ως ζωτικό της χώρο.
Τώρα,
με την αστική τάξη της Ελλάδας να
έχει κατοχυρώσει – και στρατιωτικά
– μια σαφώς αναβαθμισμένη, σε σχέση
με πριν από μια 15ετία, θέση στην
περιοχή, φαίνεται πως ήρθε η ώρα για
αποφασιστικές κινήσεις και στο
ανατολικό μέτωπο. Ο καμβάς των
κινήσεων αυτών, λόγω και της
σωρευμένης εμπειρίας δεκαετιών
αντιπαράθεσης με την Τουρκία, που
συνοδεύτηκε από οδυνηρές ήττες και
υποχωρήσεις, δεν θα μπορούσε να
είναι άλλος από μια προσπάθεια
συνεννόησης και κατοχύρωσης των έως
τώρα κεκτημένων, μέσω ενός σχετικά
αξιοπρεπούς συμβιβασμού και με το
μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος.
Ενός συμβιβασμού, όμως, που θα άφηνε
ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για το
μέλλον (ακριβώς όπως τα άφησε επί 30
και πλέον χρόνια το δόγμα «η Κύπρος
αποφασίζει και η Ελλάδα
συμπαρίσταται», καθώς οι σεισμικές
εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή
μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή
τα δεδομένα.
Το
εάν και κατά πόσο το εγχείρημα αυτό
ευοδωθεί είναι φυσικά κάτι που θα
κριθεί σε βάθος χρόνου, καθώς και από
την κατάληξη των άκρως απόρρητων
διαπραγματεύσεων που διεξάγονται
εδώ και τρία τουλάχιστον χρόνια για
το καθεστώς του Αιγαίου. Ωστόσο, το
περιεχόμενό του είναι, νομίζουμε,
σαφές. «Υλοποιώντας
τη μεγαλύτερη ίσως στροφή στην
ελληνική διπλωματία τα τελευταία 30
χρόνια, ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός
Κώστας Καραμανλής μετατόπισε το
κέντρο βάρους της πολιτικής της
Ελλάδας προς όφελος της Τουρκίας», σημείωσε
χαρακτηριστικά το ειδησεογραφικό
πρακτορείο Ρόιτερς,
επικαλούμενο αναλυτές και από τις
δύο χώρες, αναφερόμενο στην
επισημοποίηση της αποσύνδεσης του
Κυπριακού τόσο από τις
ελληνοτουρκικές σχέσεις όσο και από
την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας
προς την ΕΕ, που είχε αποτυπωθεί στη
φράση «την
Τουρκία χωρίζει από την Ευρώπη η
Πράσινη Γραμμή της Κύπρου». «Ο
βραχνάς της Κύπρου δεν έχει εκλείψει
ακόμη, είμαστε όμως στη φάση της
θεραπείας της πληγής», φέρεται να
έχει δηλώσει στο ίδιο πρακτορείο
ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος από
την Αθήνα, που κράτησε την ανωνυμία
του για προφανείς λόγους.
Με
την τακτική του, ακόμη και με τις
λέξεις που χρησιμοποίησε, ο
Καραμανλής επιχείρησε να τηρήσει
λεπτές ισορροπίες, ενώ παράλληλα
επιχείρησε να αποφύγει επικίνδυνους
σκόπελους, όπως το να χαρακτηριστεί
ανοιχτά «ενδοτικός» και να
διεμβολιστεί στις ευρωεκλογές του
Ιουνίου από τον Καρατζαφέρη. Και
φυσικά, το πέτυχε με τη βοήθεια του
Παπανδρέου ο οποίος, έχοντας ο ίδιος
επεξεργαστεί τις λεπτομέρειες του
σχεδίου Ανάν, ήταν υποχρεωμένος να
βγει και να το υποστηρίξει ανοιχτά,
αναλαμβάνοντας τη βρόμικη δουλειά.
Είπε
χαρακτηριστικά ο Καραμανλής: «Μέσα
στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής
προοπτικής, τα θετικά σημεία μπορούν
να αποδειχθούν υπέρτερα των
αρνητικών» - μπορούν, αλλά δεν
είναι σίγουρο! Είναι φανερό ότι η
δήλωση αυτή δύναται να ερμηνευθεί
κατά το δοκούν, αναλόγως με τις
εξελίξεις – γι’ αυτό, άλλωστε
απέσπασε τις επιδοκιμασίες τόσο του
Τάσσου Παπαδόπουλου όσο και της
Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών.
Μπορεί δε να αξιοποιηθεί και από
τους υπέρμαχους του «ναι», αλλά και
από τους αντιπάλους του σχεδίου Ανάν.
Πρακτικά,
ο έλληνας πρωθυπουργός θέλησε να
κρατήσει και «την πίτα ολόκληρη και
το σκύλο χορτάτο»: Προσπάθησε και να
μην διαρρήξει το «εθνικό μέτωπο» με
τους Ελληνοκύπριους, τους οποίους η
Αθήνα δεν έπαυσε ούτε στιγμή να
θεωρεί υποτελείς αλλά και να
υπηρετήσει τα στρατηγικά συμφέροντα
της ελληνικής αστικής τάξης,
κερδίζοντας την αναγκαία γι’ αυτόν
εμπιστοσύνη.
Όμως,
το ρήγμα που δημιουργούν αυτές οι
εξελίξεις ανάμεσα στα καθεστωτικά
πολιτικά κόμματα και το λαϊκό
αίσθημα είναι πολύ μεγάλο. Οι
Κύπριοι αντιστέκονται στους
εκβιασμούς και τάσσονται μαζικά
υπέρ του «όχι», ενώ και η πλειοψηφία
των Ελλήνων απορρίπτει το σχέδιο
Ανάν. Για μια ακόμη φορά στην
πολιτική ιστορία της χώρας, το
Κυπριακό θα προκαλέσει κρίση και
εξελίξεις σε μια σειρά κόμματα,
συμπεριλαμβανομένου φυσικά του Συνασπισμού.
Η ηγεσία του καλείται τώρα να
απαντήσει πως εξηγείται το γεγονός
ότι υποστηρίζει τη μετατροπή της
Κύπρου σε προτεκτοράτο των
ιμπεριαλιστών, μικρών και μεγάλων,
ενώ παράλληλα είναι υποχρεωμένη να
επαναπροσδιορίσει με ποιους ακριβώς
«θα συναντηθεί στην κάλπη» των
ευρωεκλογών, καθώς εκατοντάδες μέλη
και οπαδοί του, καθώς και σύμμαχοι,
λένε ένα ξεκάθαρο ΌΧΙ
στο έκτρωμα Ανάν.
Μια
νέα ευκαιρία παρουσιάζεται για να
ακουστεί δυνατά η φωνή της
ριζοσπαστικής επαναστατικής
Αριστεράς και να κερδίσει
συνειδήσεις.