Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

       Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Διεθνή

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

Η ΙΡΑΚΙΝΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΗΠΑ - ΕΕ ΚΑΙ Η ΦΑΡΣΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΟ ΙΡΑΚ

Εκλογές κατοχής και νοθείας και μνήμες Βιετνάμ

 

Εκλογές βίας και νοθείας οργάνωσαν στο Ιράκ Οι κατακτητές και οι ντόπιοι συνεργάτες τους.

Κανείς διεθνής παρατηρητής δεν πήρε μέρος στη Διαδικασία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, Σιράκ, Σρέντερ,

Θαπατέρο και Πούτιν κάνουν λόγο για βήμα προς Τη σωστή κατεύθυνση και επιζητούν να κλείσουν το Χάσμα που άνοιξε ο πόλεμος ανάμεσα σε αυτούς και τον Μπους.

«Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εξεπλάγησαν ευχάριστα σήμερα από την μεγάλη προσέλευση στις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στο Νότιο Βιετνάμ, παρά την τρομοκρατική εκστρατεία των Βιετκόνγκ που είχε ως στόχο να παρεμποδίσει τη διαδικασία. Σύμφωνα με τις αναφορές που έρχονται από την Σαϊγκόν, στις κάλπες προσήλθε το 83% των 5,85 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, πολλοί από τους οποίους μάλιστα ρισκάρισαν να δεχθούν τα αντίποινα με τα οποία τους έχουν προκαταβολικά απειλήσει οι Βιετκόνγκ. Η μαζική λαϊκή ψήφος και η αδυναμία των Βιετκόνγκ να τινάξουν στον αέρα την εκλογική διαδικασία ήταν τα δύο βασικά σημεία αυτών των εκλογών, βάσει των πρώτων, μη ολοκληρωμένων αποτελεσμάτων (…) Η επιτυχία της εκλογικής διαδικασίας θεωρούνταν, εδώ και καιρό, ως το κλειδί της πολιτικής του προέδρου Λίντον Τζόνσον, που έχει ως στόχο να ενθαρρύνει την προώθηση συνταγματικών αλλαγών στο Νότιο Βιετνάμ».

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από άρθρο του Πέτερ Γκρόσε στους Νιου Γιορκ Τάιμς, που δημοσιεύτηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1967, μεσούσης της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης στο Βιετνάμ, μετά τις εκλογές που είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδειξη στην προεδρία της μαριονέτας της Ουάσιγκτον Νγκουγιέν Βαν Θιέου. Κάθε ομοιότητα δε με τις ανταποκρίσεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται σήμερα στον αμερικανικό (και όχι μόνο) Τύπο, για τις εκλογές – παρωδία στο Ιράκ, κάθε άλλο παρά συμπτωματική είναι! Όπως καθόλου δεν είναι σύμπτωση και ο ολοένα και συχνότερος παραλληλισμός που γίνεται ανάμεσα σε Ιράκ και Βιετνάμ – όχι επειδή οι δύο περιπτώσεις είναι ίδιες, αλλά επειδή το αποτέλεσμά τους ενδέχεται να είναι το ίδιο τραυματικό για τους Αμερικανούς.

Αλλά οι παραλληλισμοί δεν σταματούν εκεί. Τον Απρίλιο του ’67, επισκέφθηκε το Παρίσι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Χιούμπερτ Χάμφρι. Στόχος του, όπως και του Τζορτζ Μπους που θα βρεθεί στην Ευρώπη σε μιάμιση εβδομάδα, ήταν η συμφιλίωση των δύο χωρών, που είχε διαταραχθεί σοβαρά – μία από τις αιτίες ήταν και η επέμβαση στο Βιετνάμ, που προκαλούσε έντονες αντιδράσεις στην Γηραιά Ήπειρο. Η επίσκεψη του Χάμφρι συνοδεύτηκε από μαζικές αντιαμερικανικές διαδηλώσεις, που κατέληξαν σε άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία, ενώ στον Πύργο του Άιφελ είχε αναρτηθεί πανό με το σύνθημα «Yankees Go Home».

Κι όμως, λίγες μέρες αργότερα, στις 25 του ίδιου μήνα, στη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας για τον Κόνραντ Αντενάουερ, ο πρόεδρος της Δυτικής Γερμανίας Λίμπκε έθεσε, σε μία εξόχως συμβολική κίνηση, το χέρι του Σαρλ ντε Γκολ πάνω σε αυτό του Λίντον Τζόνσον…

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ τώρα που λιγόστεψαν τα δημοσιεύματα για το Ιράκ θα συνεχίσει την ανεξάρτητη ειδησεογραφία του με άρθρα και ανταποκρίσεις. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ το οποίο δημοσιεύεται και στο ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί.

Αυτές δεν ήταν εκλογές, αλλά πόλεμος! Πενήντα νεκροί και πολλαπλάσιοι τραυματίες μόνο την Κυριακή των εκλογών, κυρίως όμως δύο εντυπωσιακά χτυπήματα κατά των δυνάμεων κατοχής: Το ένα, την παραμονή των εκλογών, όταν η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης δέχθηκε επίθεση με ρουκέτες, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο Αμερικανοί. Το άλλο, ανήμερα των εκλογών, όταν ένα βρετανικό μεταγωγικό αεροπλάνο C-130 δέχθηκε πύραυλο και καταρρίφθηκε λίγο έξω από τη Βαγδάτη, παρασέρνοντας στον θάνατο τουλάχιστον δέκα Βρετανούς (μάλιστα, η ασυνήθιστη καθυστέρηση στην ανακοίνωση του αριθμού των θυμάτων δημιουργεί υποψίες ότι, πιθανότατα, αυτά να είναι πολύ περισσότερα).

Όσο για την προσέλευση στις κάλπες, εξακολουθεί να καλύπτεται από πέπλο μυστηρίου. Φυσικά, οι κατακτητές και οι ιρακινοί δοσίλογοι κάνουν λόγο για εντυπωσιακά ποσοστά, αλλά είναι τόσες οι αντιφάσεις στις οποίες έχουν πέσει οι ίδιοι που κανείς πλέον δεν τους πιστεύει. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν τις εκλογές, ξεκαθάριζαν ότι θα είναι απολύτως ικανοποιημένοι στην περίπτωση που η αποχή δεν ξεπερνούσε το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων – οι οποίοι, σύμφωνα με μη επιβεβαιωμένες εκτιμήσεις, ήταν 13-14 εκατομμύρια σε σύνολο 25 εκατομμυρίων Ιρακινών και 18 εκατομμυρίων με δικαίωμα ψήφου. Το μεσημέρι της περασμένης Κυριακής, όμως, η εφορευτική επιτροπή δήλωσε δημοσίως ότι η συμμετοχή μέχρι εκείνη την ώρα είχε φτάσει το…75%! Όταν ωστόσο τέλειωσε η ψηφοφορία και μπροστά στον κίνδυνο να τους κράξει όλος ο κόσμος, ακόμη και αυτοί που πήγαν με τη θέλησή τους να ψηφίσουν, αναθεώρησαν τις «βιαστικές εκτιμήσεις» και δήλωσαν ότι τελικώς ψήφισε το 57%.

Διαλέγετε και παίρνετε – προσοχή, όμως! Καμία απολύτως ανεξάρτητη πηγή δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τα όποια νούμερα δοθούν για τη συμμετοχή, ούτε φυσικά και για τα αποτελέσματα των εκλογών, τα οποία αναμενόταν να βγουν δέκα περίπου μέρες μετά τη διεξαγωγή τους. Κι αυτό διότι από τους μόλις 128 διεθνείς παρατηρητές, στους οποίους επετράπη να βρεθούν στο Ιράκ εκείνες τις μέρες, ούτε ένας δεν τόλμησε να ξεμυτίσει από την Πράσινη Ζώνη, καθώς σε πολλές συνοικίες της Βαγδάτης και άλλες πόλεις, τις οποίες διαφεντεύουν ουσιαστικά οι αντάρτες, διεξάγονταν συνεχώς σκληρές μάχες.

Το σίγουρο είναι ότι σε πολλές από τις περιοχές όπου πλειοψηφούν οι σουνίτες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 20-25% του ιρακινού πληθυσμού, δεν στήθηκαν καν κάλπες, ενώ και εκεί όπου στήθηκαν ψήφισαν μόνο οι αστυνομικοί-ταγματασφαλίτες και η εκλογική επιτροπή. Το ακριβώς αντίθετο συνέβη φυσικά στις περιοχές των Κούρδων (σουνίτες και αυτοί, αλλά με την εθνική συνείδηση να υπερισχύει της θρησκευτικής), όπου η συμμετοχή ήταν μαζική – ωστόσο και εκεί έγινε καραμπινάτη νοθεία, με μετακινήσεις πληθυσμών για μια μέρα στην περιοχή του Κιρκούκ, γεγονός που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της Άγκυρας.

Όσο για τις ζώνες των σιϊτών, που είναι το 60% των Ιρακινών, εκεί τα πράγματα είναι ασαφή. Διότι μπορεί οι περισσότεροι θρησκευτικοί ηγέτες να απαίτησαν μαζική συμμετοχή και πολλοί πιστοί να ανταποκρίθηκαν, ευελπιστώντας ότι το Ιράκ θα περάσει επιτέλους στα χέρια τους μετά από δεκαετίες καταπίεσής τους, δεν έλειψαν όμως οι φωνές εναντίωσης στις εκλογές και τη νομιμοποίηση της κατοχής. Ένας από αυτούς που, παρά τις έντονες πιέσεις που του ασκήθηκαν, δεν συμμετείχε στις εκλογές ήταν ο Μοκτάντα αλ Σαντρ, η επιρροή του οποίου είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, ειδικά σε ορισμένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της πάμφτωχης συνοικίας Σαντρ της Βαγδάτης, όπου κατοικούν δύο εκατομμύρια ψυχές.

Πρακτικά, λοιπόν, οι εκλογές ανήκουν στους κατακτητές και τους συνεργάτες τους, όπως άλλωστε και τα αποτελέσματά τους και η κυβέρνηση που αυτά θα βγάλουν. Εξάλλου, τα τελικά ποσοστά και οι έδρες στην 275μελή βουλή θα εκδοθούν όχι μετά από καταμέτρηση, αλλά…κατά βούληση, με βάση το παρασκηνιακό «μαγείρεμα» και τις διαπραγματεύσεις με όλες εκείνες τις δυνάμεις που επέλεξαν να συμμετάσχουν σε αυτή τη φάρσα, με στόχο να υπάρξει μια κοινά αποδεκτή μετεκλογική ισορροπία και να αποφευχθεί η ανοιχτή αντιπαράθεση.

Ακριβώς με βάση αυτήν την εικόνα, όμως, προκαλεί ακόμη πιο αλγεινή εντύπωση η στάση των δήθεν υπερασπιστών της διεθνούς νομιμότητας – των αποκαλούμενων και «πολέμιων του πολέμου». Με μια και μόνη ματιά στις δηλώσεις των ηγετών Γαλλίας, Γερμανίας, αλλά και Ισπανίας, των τριων χωρών που συγκροτούν τον «αντιπολεμικό άξονα» δηλαδή, μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει ότι αυτό που επιχειρείται σήμερα είναι η μεγάλη στροφή.

Ο Σιράκ, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Μπους, του είπε ότι οι εκλογές ήταν «ένα σημαντικό βήμα στην προσπάθεια πολιτικής ανασυγκρότησης του Ιράκ». «Η πρόκληση του να μπει το Ιράκ σε ένα ομαλό δημοκρατικό δρόμο πρέπει να απαντηθεί από όλους μαζί», ανέφερε ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φίσερ, ο οποίος ναι μεν επανέλαβε ότι δεν μετανιώνει για τη μη συμμετοχή της Γερμανίας στον πόλεμο, πρόσθεσε ωστόσο ότι τώρα είναι η ώρα να κοιτάξουν όλοι προς το μέλλον, κάτι με το οποίο συμφώνησε και ο γάλλος ομόλογός του Μπαρνιέ. Η Μαδρίτη, από την πλευρά της, χαιρέτισε τις εκλογές ως ένα σημαντικό βήμα προς τη δημιουργία ενός πραγματικά ανεξάρτητου και κυρίαρχου Ιράκ, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι είναι έντονες οι φήμες, χωρίς μάλιστα να έχουν διαψευστεί, ότι η κυβέρνηση της χώρας εξετάζει το ενδεχόμενο να αποστείλει εκ νέου στρατεύματα στο Ιράκ στο πλαίσιο μας διεθνούς ειρηνευτικής δύναμης. Ακόμη και ο Πούτιν, που επίσης δεν είχε στηρίξει την εισβολή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, σημείωσε ότι οι εκλογές ήταν «ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Όσο για τον Τύπο, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος. «Απάντηση μέσα από τις κάλπες. Η ψήφος κόντρα στις βόμβες», έγραψε στο κεντρικό της σχόλιο η φιλικά διακείμενη προς τον Θαπατέρο ισπανική Ελ Παϊς, ενώ ο κεντροαριστερός βρετανικός Γκάρντιαν, που συχνά έχει επικρίνει ανοιχτά τον πόλεμο και τις επιλογές της κυβέρνησης Μπλερ, τιτλοφορούνταν: «Οι ιρακινοί ψηφοφόροι αψηφούν τους βομβιστές». Η δε γαλλική Λιμπερασιόν, ιδιοκτησίας Ρότσιλντ πλέον, είχε πανηγυρικό πρωτοσέλιδο για τους Ιρακινούς που ψήφισαν, «παρά τις απειλές», ενώ στο κεντρικό σχόλιο, ο Πατρίκ Σαμπατιέ έκανε λόγο για «καμικάζι της δημοκρατίας κόντρα στους καμικάζι του τρόμου».

Ουσιαστικά, καμία τους δεν διέφερε πολύ από την ακροδεξιά αμερικανική Γουόλ Στριτ Τζέρναλ, η οποία έγραψε: «Ο κόσμος δεν θα μάθει για αρκετές μέρες ποιος νίκησε σε αυτές τις εκλογές, αλλά γνωρίζουμε ήδη όλοι ποιος είναι ο ηττημένος – οι αντάρτες. Τα εκατομμύρια των Ιρακινών που αψήφησαν τις απειλές και τους βομβιστές αυτοκτονίας, απέδειξαν μια για πάντα ότι οι δολοφόνοι δεν αντιπροσωπεύουν κάποιο ευρύ κίνημα “αντίστασης”. Οι πραγματικοί ιρακινοί πατριώτες είναι αυτοί που ρισκάρισαν τη ζωή τους για να ψηφίσουν».

Η προσπάθεια που γίνεται είναι, νομίζουμε, εμφανής. Εκμεταλλευόμενοι την τακτική των επιθέσεων αυτοκτονίας εναντίον άοπλων ψηφοφόρων ή πολιτών, των απαγωγών και των αποκεφαλισμών, η οποία συστηματικά εφαρμόζεται από κάποιες ομάδες και συμβάλει στο να ταυτίζεται η αντίσταση με την τρομοκρατία, δυτικές κυβερνήσεις και Τύπος επιχειρούν να επιβάλλουν στον κόσμο το εξής απλό – και γι’ αυτό ισχυρό, όπως το «είστε υπέρ ή κατά του πολέμου;». – δίλημμα: «Είστε με τους τρομοκράτες-δολοφόνους ή με το λαό που θέλει δημοκρατία και πάει να ψηφίσει, έστω κι αν η εκλογική διαδικασία δεν είναι τέλεια;».

Επί της ουσίας, ΗΠΑ και «παλιά Ευρώπη» κάνουν την πιο σοβαρή προσπάθεια που έγινε εδώ και περισσότερο από δύο χρόνια, με στόχο να κλείσουν ή να γεφυρώσουν το χάσμα που άνοιξε με την εισβολή στο Ιράκ. Φυσικά, ο Σιράκ και ο Σρέντερ, εκφράζοντας τις διαθέσεις των αστικών τάξεων των χωρών τους, δεν θα πάψουν να είναι εξοργισμένοι με την επίδειξη δύναμης του Μπους και της αμερικανικής υπερδύναμης και την προσπάθεια να αλλάξει δραματικά υπέρ των ΗΠΑ ο παγκόσμιος συσχετισμός.

Ωστόσο, ένα νέο Βιετνάμ για τους Αμερικανούς στο Ιράκ μάλλον δεν είναι ευνοϊκό σενάριο ούτε για τους Γάλλους, ούτε για τους Γερμανούς. Διότι, απλούστατα, μια τέτοια εξέλιξη θα αποδείξει ότι οι λαοί που αντιστέκονται μπορούν να νικούν – κι αυτό μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό για τα συμφέροντα των «πάνω», στην Ανατολή αλλά και στη Δύση.

 

Η ΙΡΑΚΙΝΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΔΕΝ ΚΑΜΠΤΕΤΑΙ

Το μετεκλογικό Ιράκ μοιάζει να είναι για τους κατακτητές ακόμη μεγαλύτερος γρίφος από ότι πριν στηθούν οι κάλπες. Αιτία γι’ αυτό δεν είναι μόνο η διαπίστωση των ίδιων των Αμερικανών ότι η αντίσταση δεν πρόκειται να καμφθεί αλλά, αντιθέτως, όσο περνά ο καιρός είναι πιθανό να δυναμώνει – διαπίστωση που ενισχύεται και από το μπαράζ ενεδρών και επιθέσεων που σημειώθηκαν αυτήν την εβδομάδα (και την προηγούμενη), με στόχο κυρίως τις δυνάμεις του ιρακινού στρατού και της αστυνομίας. Η αιτία θα πρέπει επίσης να αναζητηθεί και στην αναζωπύρωση, μετά τις εκλογές, των φιλοδοξιών των Σιϊτών και των Κούρδων, οι οποίες δεν μπορούν εύκολα να τιθασευτούν.

Ουσιαστικά, κάθε μία από τις βασικές πληθυσμιακές ομάδες που απαρτίζουν τον πληθυσμό της χώρας διεκδικεί και ένα τμήμα του Ιράκ αποκλειστικά δικό της. Οι πολυπληθέστεροι Σιΐτες ευελπιστούν, βεβαίως, να διαφεντέψουν όλη τη χώρα και να διαχειριστούν τον τεράστιο φυσικό της πλούτο. Επειδή, όμως, γνωρίζουν ότι στον κουρδικό Βορρά και στο λεγόμενο «σουνιτικό τρίγωνο» λίγες ελπίδες έχουν να κυριαρχήσουν, διεκδικούν το Νότο, τις ιερές περιοχές του κεντρικού Ιράκ και, φυσικά, την Βαγδάτη.

Θα πρέπει ωστόσο εδώ να σημειώσουμε ότι είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ντε φάκτο οι Σιΐτες ως ένα ενιαίο μπλοκ, με δευτερεύουσες ανάμεσά τους διαφορές. Ήδη, πολλοί εκφράζουν την ανησυχία ότι η πλαστή αυτή ομοφωνία θα σπάσει πολύ σύντομα, όταν δημοσιοποιηθούν τα αποτελέσματα των εκλογών, στις οποίες πήραν μέρος δύο μεγάλες σιϊτικές λίστες – η μία που είχε την ευλογία του μεγάλου αγιατολάχ Αλί α Σιστάνι και της Τεχεράνης και η άλλη που ελέγχεται από τον δοσίλογο πρωθυπουργό Ιγιάντ Αλάουϊ. Οι άνθρωποι του Σιστάνι έσπευσαν από πολύ νωρίς να προαναγγείλουν ότι προηγούνται καθαρά στις εκλογές, όπως άλλωστε είναι το φυσιολογικό, όμως οι Αμερικανοί είναι φανερό ότι προτιμούν τον πολύ καλύτερα ελεγχόμενο από αυτούς Αλάουϊ. Θα πρέπει, λοιπόν, να μαγειρευτούν κατά τέτοιο τρόπο τα αποτελέσματα, ώστε να τηρηθούν εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες και κανείς από τους δύο να μην μείνει παραπονεμένος.

Ακόμη  κι αυτό να γίνει, όμως, το πρόβλημα των Κούρδων μοιάζει κυριολεκτικά άλυτο. Η συντριπτική πλειοψηφία τους έχει ξεκαθαρίσει ότι αντιμετώπισε τις εκλογές της Περασμένης Κυριακής απλώς ως ένα βήμα προς την πλήρη ανεξαρτησία – θα ήταν δε παράδοξο να μην συνέβαινε αυτό, καθώς οι Κούρδοι είναι αλήθεια ότι είναι από τους ελάχιστους λαούς που δεν έχουν πατρίδα, ενώ έχουν χορτάσει από αυτονομία, την οποία απολαμβάνουν εδώ και μία περίπου δεκαετία, πολύ προτού ανατραπεί ο Σαντάμ.

Πέρα από την απροθυμία των Αμερικανών και των άλλων ιρακινών λαών να ικανοποιήσουν αυτό τους το αίτημα, η κατάσταση περιπλέκεται απίστευτα λόγω του παράγοντα που ονομάζεται Τουρκία. Η Άγκυρα έχει καταστήσει σαφές ότι θα φτάσει μέχρι και στη στρατιωτική επέμβαση προκειμένου να αποτρέψει την ανεξαρτησία των Κούρδων – τόσο επειδή κάτι τέτοιο θα πυρπολούσε τις συνειδήσεις των ομοεθνών τους που ζουν στην τουρκική Ανατολία όσο και επειδή γύρω από το Κιρκούτ βρίσκεται το 40% των πετρελαϊκών αποθεμάτων του Ιράκ.

Όσο για τους Σουνίτες, οι δυνάμεις κατοχής προσπαθούν εναγωνίως να τους βρουν κάποιο ρόλο στη νέα κατάσταση, χτυπώντας το κεφάλι τους που τους είχαν αφαιρέσει κάθε ίχνος εξουσίας αμέσως μετά την εισβολή.

Σε κάθε περίπτωση, η φετινή χρονιά θα είναι γεμάτη εξελίξεις. Μέχρι το τέλος της, οι κουίσλινγκ θα πρέπει να έχουν καταλήξει σε ένα σχέδιο συντάγματος, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιεί όλες τις μερίδες του πληθυσμού. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν νέες εκλογές, για την ανάδειξη κυβέρνησης…τετραετίας. Όμως, μέχρι τότε, αφήστε να δούμε πόσοι από αυτούς θα ζουν!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

11/02/2005