|
ΜΕ
ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΚΛΟΓΗ ΜΠΟΥΣ
ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΕΡΗ Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ
Τάσεις συμβιβασμού επιδεικνύει η
Ευρώπη βοηθώντας τους
Αμερικανούς στα μέτωπα του Ιράν,
Ιράκ και Παλαιστίνης
Μετά από μια εκλογική μάχη που
ξεχείλιζε πρωτοφανών αντιφάσεων
και συγκρούσεων (με την ατζέντα
να καταλαμβάνεται σχεδόν
αποκλειστικά, και κατά
ασυνήθιστο τρόπο, από θέματα
εξωτερικής πολιτικής, και τους
αμερικάνους εκλογείς να
διαψεύδουν πανηγυρικά τις
ομόθυμες σχεδόν προσδοκίες όλου
του υπόλοιπου κόσμου που
προσέβλεπε σε μια νίκη του Κέρι)
ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Η
αμερικανική διοίκηση καλείται
να διαμορφώσει την εξωτερική
πολιτική της επόμενης
τετραετίας, και οι χώρες της
Ευρώπης που, ειδικά τα δύο
προηγούμενα χρόνια ήρθαν σε
ανοιχτή αντιπαράθεση με την
Ουάσιγκτον με αφορμή την
επέμβαση στο Ιράκ, καλούνται να
αξιολογήσουν το περιβάλλον που
διαμορφώνεται και να
επανεξετάσουν την τακτική τους.
Ένα άρθρο του συνεργάτη μας ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ που δημοσιεύεται στο ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί.
|
Σχετικά με την Ουάσιγκτον,
δυστυχώς, τα πράγματα είναι
εξαιρετικά απλά και οι
προβλέψεις, σε ότι αφορά τις
προθέσεις της, δεν περιέχουν
κανένα κίνδυνο: Η πολιτική
που θα ακολουθηθεί την
επόμενη τετραετία θα είναι
πολύ πιο επιθετική, εξ ίσου
μονομερής και πολύ λιγότερο
νομιμοποιημένη διεθνώς από
την εξωτερική πολιτική που
υιοθετήθηκε την τετραετία
2000-2004. Δηλώθηκε ήδη από τα πιο
επίσημα χείλη, αν και η
σαρωτική εισβολή στη Φαλούτζα
ήταν το χαρακτηριστικότερο
δείγμα. |
ΙΡΑΚ H σημαία της Ansar-Al-Sunna σε κατεστραμένο Αμερικανικό τανκ (οδός Hayfa) |
Ο ίδιος ο Μπους στην πρώτη
συνέντευξη τύπου που έδωσε μετά
τις εκλογές, την προηγούμενη
Πέμπτη, ανέφερε σχετικά, σε ένα
κρεσέντο αλαζονείας και
εγωπάθειας διανθισμένο με νότες
υπέρτατης θρησκευτικής
αποστολής που θα το ζήλευαν
ακόμη και οι πιο επηρμένοι
Ρωμαίοι αυτοκράτορες: «Πιστεύω πως όταν μιλάει ο αμερικάνος
πρόεδρος θα είναι καλύτερα να
εννοεί αυτό που λέει προκειμένου
να διατηρεί τον κόσμο ειρηνικό.
Και πιστεύω πως έχουμε ένα ιερό
καθήκον είτε συμφωνεί είτε όχι ο
κόσμος: Να προστατεύσουμε τον
αμερικανικό λαό». Επίσης, ο
επικεφαλής της αμερικανικής
διπλωματίας, Κόλιν Πάουελ, σε
συνέντευξη που έδωσε στους Φαϊνάνσιαλ
Τάιμς της προηγούμενης Τρίτης
δεν άφησε ανοιχτό κανένα
περιθώριο αναθεώρησης: «Ο
πρόεδρος δεν πρόκειται να
αμβλύνει την πολιτική του ή να
υποχωρήσει». Δήλωσε επίσης ότι
«θα υπάρχει
συνέχεια στις αρχές του, στην
πολιτική του, στις πεποιθήσεις
του», και, με ακόμη πιο
απερίφραστο τρόπο, υπογράμμισε
ότι ο πρόεδρος «πρόκειται
να συνεχίσει να κινείται στην
ίδια κατεύθυνση». Φυσικά κι
επόμενο είναι άλλωστε. Ο Μπους
διατύπωσε τον εκβιασμό «ή
μαζί μας ή εναντίον μας» όταν
ήταν μόνος του, και θα τον
αναιρέσει τώρα που
νομιμοποιήθηκε μέσα από 120
εκατομμύρια ψήφους;
Η ανατροπή όμως έρχεται
από την από δω μεριά του
Ατλαντικού, και συγκεκριμένα από
την στάση που αποφάσισε να
υιοθετήσει η Ευρώπη, όταν έσβησε
κάθε ελπίδα νίκης του υποψήφιου
των Δημοκρατικών. Ότι πρόκειται
για ανατροπή, μαρτυράται ήδη από
μία ανοιχτή επιστολή που
δέχτηκαν οι Αμερικάνοι, έξι
μέρες μετά τις εκλογές, μέσα από
τις σελίδες της Γουόλ
Στριτ Τζέρναλ. Αποστολέας
αυτής της απίστευτα δουλικής σε
βαθμό γελοιότητας επιστολής, που
περισσότερο παραπέμπει σε
δημόσια μεταμέλεια, ήταν ο
υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας,
Μισέλ Μπαρνιέ. Θαυμάστε ύφος: «Γράφω
σε σένα ως φίλος της Αμερικής.
Όταν σκέφτομαι για το μεγάλο σου
έθνος έρχονται στο νου μου οι
λέξεις “ειρήνη”, “ελευθερία”
και “ευημερία”. Μαζί έχουμε
ακούραστα προάγει αυτά τα ιδεώδη,
που αποτελούν τα θεμέλια της
δημοκρατίας μας, και –
ειδικότερα τις μαύρες ώρες μετά
την 11η Σεπτέμβρη – μαζί
έχουμε ανυποχώρητα πολεμήσει
την τρομοκρατική απειλή που τα
θέτει σε κίνδυνο. Σου γράφω ως
ένας πολίτης της χώρας που
βοήθησε τη χώρα σου να
εξασφαλίσει τη δική της
ανεξαρτησία και ύστερα δέχτηκε
τη βοήθειά σου – πιστοί σύμμαχοι
και απελευθερωτές. Οι τελετές
για την 60ή επέτειο από την
απόβαση στη Νορμανδία ήταν ένας
συγκλονιστικός φόρος τιμής
στους αμερικανούς στρατιώτες
που έπεσαν στη Νορμανδία ώστε
εμείς και όλη η Ευρώπη να
κερδίσουμε την ελευθερία μας. Η
μοίρα μας είναι κοινή…».
Όσο και αν η δήλωση που
έκανε ο γάλλος πρόεδρος αμέσως
μετά την επανεκλογή του Μπους,
για ανάγκη ενίσχυσης του
ευρωπαϊκού πόλου έρχεται να
υπενθυμίσει τον καθοριστικό
ρόλο που διαδραματίζουν οι
ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί
στο μακροχρόνιο ορίζοντα, η
παραπάνω επιστολή του υπουργού
Εξωτερικών, σηματοδοτεί τον
επανακαθορισμό της στάσης της
ευρωπαϊκής διπλωματίας απέναντι
στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα την
υποχώρηση στη σημερινή συγκυρία
της τάσης σύγκρουσης προς όφελος
της τάσης ρύθμισης των διεθνών
αντιθέσεων. Αυτή η γραμμή (που θα
συνοδεύεται από μέτρα
οικονομικής-στρατιωτικής-πολιτικής
και διπλωματικής ενδυνάμωσης
του ευρωπαϊκού κέντρου) θα
υλοποιηθεί μέσα από το χαμήλωμα
των βλέψεων και των απώτερων
φιλοδοξιών του ευρωπαϊκού
ιμπεριαλισμού, που θα αναλάβει
να λειτουργήσει συμπληρωματικά
προς τον αμερικανικό,
αναδεικνύοντας ως «ιδιαίτερο σημείο πώλησης» του τις
προσβάσεις που ήδη διαθέτει στο
διεθνές επίπεδο.
Οι εξελίξεις στο μέτωπο
του Ιράν την προηγούμενη
εβδομάδα επιβεβαιώνουν αυτή την
τάση. Ενώ όλο και συχνότερα
βλέπουν το φως της δημοσιότητας
πληροφορίες και εκθέσεις από την
Ουάσιγκτον που προκρίνουν μια
αστραπιαία αεροπορική επιδρομή
η οποία θα καταστρέψει οριστικά
τα εργοστάσια και τα εργαστήρια
πυρηνικών δοκιμών της Τεχεράνης,
δηλώνοντας έτσι ότι οι ΗΠΑ δεν
παραιτούνται από αυτή τη λύση,
την ίδια ώρα οι Ευρωπαίοι
δέχονται να γίνουν ο προπομπός
της αμερικανικής επίθεσης
καταφέρνοντας να επιβάλουν στο
Ιράν την υπογραφή συμφωνίας με
βάση την οποία παγώνει το
πρόγραμμα εμπλουτισμού του
ουρανίου.
Το σημαντικότερο μέτωπο
όμως είναι το γειτονικό Ιράκ. Εδώ,
κινητήρια δύναμη των εξελίξεων
αναδεικνύεται η – καθόλου
απίθανη – προοπτική παταγώδους
αποτυχίας του νέου καθεστώτος.
Κάτι τέτοιο θα είχαμε αν για
παράδειγμα οι εκλογές στο Ιράκ
που έχουν προγραμματιστεί για τα
τέλη Ιανουαρίου χαρακτηρίζονταν
από μεγάλη αποχή. Σε αυτό το
φόντο αποκτούν ιδιαίτερη
σημασία τα όσα έγραψε στη Γουόλ
Στριτ Τζέρναλ της Τετάρτης, ο
πρώην υπουργός Αμυνας της
Αγγλίας και πρώην γενικός
γραμματέας του ΝΑΤΟ Τζορτζ
Ρόμπερτσον, υπό τη μορφή
ερωτήματος που απευθυνόταν «τόσο
σε όσους, όπως οι Ούγγροι και
Ισπανοί, αποσύρουν το στρατό
τους από το Ιράκ, όσο και σε
εκείνους που ποτέ δεν έστειλαν:
Ποιο είναι το δικό σας σχέδιο αν
αποτύχει το Ιράκ;». Ο εκβιασμός
του δεν είναι τυχαίος. Ξέρει πως
ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Γάλλοι
θέλουν να νικήσει η ιρακινή
αντίσταση, και μάλιστα, στο
ερώτημα αν επιθυμούν την ήττα
και την εκδίωξη των δυνάμεων
κατοχής (που θα γέμιζε με
αισιοδοξία και άλλα αντιδυτικά
κινήματα στην Αφρική, την οποία
για παράδειγμα το Παρίσι θεωρεί
ως πίσω αυλή του) ή μια λίγο-πολύ
διεθνή δύναμη κατοχής όπου οι
Ευρωπαίοι θα είναι ακόμη και
ουρά των Αμερικανών, επιλέγουν
χωρίς άλλη σκέψη, το δεύτερο. Το
δηλώνει με ασυνήθιστη σαφήνεια ο
γάλλος υπουργός Εξωτερικών στο
άρθρο-επιστολή που προαναφέραμε:
«Το
σημαντικό τώρα είναι να
μετατρέψουμε το Ιράκ σε μια
επιτυχημένη ιστορία. Η Γαλλία
δεν έχει κανένα άλλο σκοπό. Δε θα
στείλει στρατεύματα εκεί αλλά
είναι έτοιμη να βοηθήσει να
εκπαιδευτούν ιρακινές δυνάμεις
ασφαλείας, να επιλύσει το
πρόβλημα του χρέους και ευρύτερα
να βοηθήσει την προετοιμασία του
Ιράκ για τις εκλογές του
Ιανουαρίου». Το τι ακριβώς
εννοούσε ο Μισέλ Μπαρνιέ
αποσαφηνίστηκε δύο μέρες
αργότερα στις συζητήσεις που
έκανε ο νυν γενικός γραμματέας
του ΝΑΤΟ Χοπ Σέφερ κατά την
επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, η
οποία τροφοδότησε δημοσιεύματα
που χαρακτήρισαν το ΝΑΤΟ ως «εργαστήριο»
για τη βελτίωση των σχέσεων ΕΕ
και ΗΠΑ. Αποφασίστηκε λοιπόν
άμεσα να ξεκινήσει ένα πρόγραμμα
εκπαίδευσης 1000 αξιωματικών το
χρόνο από 300 ΝΑΤΟϊκούς
εκπαιδευτές σε ειδικά
διαμορφωμένο χώρο έξω από τη
Βαγδάτη. Δεν πρόκειται για μια
υποχώρηση ήσσονος σημασίας. Η
εφημερίδα του αμερικανικού
χρηματιστηριακού κεφαλαίου στη
συνέχεια της είδησης για την
ακαδημία γερμανοτσολιάδων που
θα φτιαχτεί στη Βαγδάτη τονίζει
ότι «η
συγκρότηση μιας αποτελεσματικής
αστυνομικής δύναμης στο Ιράκ και
ενός στρατού αποτελεί κρίσιμη
συνθήκη για μια στρατηγική
εξόδου της Ουάσιγκτον από το
Ιράκ»! Έτσι, το «αντίπαλο δέος»
της Ευρώπης, το περιλάλητο
αντίβαρο στη βαρβαρότητα και τις
μονομερείς αποφάσεις των ΗΠΑ
γίνεται σωσίβιο τους τελικά,
σανίδα σωτηρίας των
αμερικανοβρετανικών δυνάμεων
κατοχής βοηθώντας αποφασιστικά
να ολοκληρωθεί με επιτυχία η
εισβολή και να μην καταλήξει σε
ένα νέο Βιετνάμ.
«Τι μπορούν να
κάνουν οι ΗΠΑ σε ανταπόδοση για
την Ευρώπη;» ρωτάει στο άρθρο
του ο πρώην γραμματέας του ΝΑΤΟ,
για να δώσει ο ίδιος στη συνέχεια
την απάντηση: «Η
προτεραιότητα, πάνω απ’ όλα,
είναι το ποτισμένο με αίμα
αδιέξοδο μεταξύ των Ισραηλινών
και των Παλαιστινίων». Ας μην
ξαφνιαστούμε λοιπόν αν δούμε να
αναθερμαίνεται ο Οδικός Χάρτης
για την επίλυση του
Παλαιστινιακού και να
ανασταίνεται το
διαπραγματευτικό κουαρτέτο στο
οποίο συμμετείχε και η Ευρωπαϊκή
Ενωση. Η αναγνώριση του διεθνούς
ρόλου της δεν θα είναι τίποτε
περισσότερο από ένα φιλικό
χτύπημα στην πλάτη για την
ικανότητά της να προσαρμόζεται
στις μεταβαλλόμενες συνθήκες
και την προθυμία που δείχνει να
ακολουθεί τις ΗΠΑ στην
αντιδραστική στροφή τους. Και
όσο για το ίδιο το Παλαιστινιακό,
τη στιγμή που θα ξεδιπλωθεί το
σχέδιο επίλυσης θα φανεί γιατί
ήταν ευνοϊκότερη για τα
παλαιστινιακά συμφέροντα η
τακτική της μη – συμφωνίας που
πρόκρινε ο Αραφάτ, κάτω από το
βάρος των σημερινών συσχετισμών. |