ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΟ ΙΡΑΚ
|
Για άλλη μια χρονιά η Μέση
Ανατολή κατάφερε να
συγκεντρώσει τα φώτα της
δημοσιότητας. Στο Ιράκ η λαϊκή
αντίσταση απέναντι στα
αμερικανικά στρατεύματα κατοχής
εισέρχεται στο δεύτερο χρόνο,
ποιοτικά και ποσοτικά
αναβαθμισμένη. Η προσπάθεια της
Ουάσιγκτον να βυθίσει τη χώρα
στον εμφύλιο αποτυγχάνει, καθώς
η αντίσταση διαχέεται από το
λεγόμενο «σουνιτικό τρίγωνο»
του βορείου και κεντρικού Ιράκ,
στη μέχρι πρότινος επιφυλακτική
σιιτική πλειοψηφία. Οι κατοχικές
δυνάμεις χάνουν τον έλεγχο στο
σύνολο της χώρας και μόνο για
μικρά χρονικά διαστήματα έχουν
απόλυτο έλεγχο ορισμένων
περιοχών – κυρίως στη λεγόμενη
πράσινη ζώνη, δηλαδή μια
γειτονιά της Βαγδάτης. Μέσα στο
2004 ο αριθμός των αμερικανικών
πτωμάτων που επιστρέφουν
τυλιγμένα στην αστερόεσσα
ξεπέρασε το «ψυχολογικό φράγμα»
των χιλίων, ενώ πιστεύεται ότι οι
βαριά τραυματίες (άνθρωποι που
θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής
τους καθισμένοι στα αναπηρικά
καροτσάκια) ίσως να έχουν
ξεπεράσει πλέον τις δέκα
χιλιάδες.
Η απάντηση του
αμερικανικού στρατού δεν
δείχνει μόνο το σκληρό πρόσωπο
του πολέμου, όπως ισχυρίζονται
ορισμένοι. Δείχνει το πρόσωπο
του αμερικανικού πολιτισμού
στις αρχές της δεύτερης
χιλιετίας. Αντιγράφοντας τις
ναζιστικές μεθόδους αντιποίνων,
εκτελούν αδιακρίτως γυναίκες,
παιδιά και τραυματίες ενώ
αρχίζουν συστηματικά
βασανιστήρια κρατουμένων.
Φωτογραφίζονται χαμογελαστοί
δίπλα σε σωρούς γυμνών
αιχμαλώτων, τους οποίους έχουν
βασανίσει και βιάσει σε
συγκροτήματα φυλακών όπως αυτό
του Αμπού Γκραϊμπ. Μόνο στις
πρόσφατες επιχειρήσεις στη
Φαλούτζα σκότωσαν περίπου 1.300
άτομα σε διάστημα λίγων ημερών.
Ακόμη και έτσι δεν
κατάφεραν να κερδίσουν τον
έλεγχο της κατάστασης. Είναι
μάλιστα τέτοια η αδυναμία των
Αμερικανών να ελέγξουν τις
εξελίξεις ώστε ακόμη και όταν
οργανώνουν την εικονική
μεταβίβαση εξουσίας σε μια
κυβέρνηση ανδρείκελων, το κάνουν
στα κρυφά… Η τελετή παράδοσης
κρατά δέκα λεπτά και γίνεται δύο
ημέρες νωρίτερα για να
αποφευχθούν οι επιθέσεις της
ιρακινής αντίστασης. Ο «πολύς»
Πολ Μπρέμερ φεύγει νύχτα από τη
Βαγδάτη αφού πρώτα άφησε πίσω
του εκατοντάδες αμερικανούς «επόπτες»
ακόμη και σε δευτερεύοντα
υπουργεία.
Ήταν δεδομένο ότι οι ΗΠΑ
θα συνέχιζαν την κατοχή του Ιράκ
με οποιοδήποτε κόστος, αλλά οι
αμερικανικές εκλογές καθόρισαν
και το στιλ της κατοχής. Ο Τζορτζ
Μπους άφησε πίσω του τον Τζον
Κέρι κατά 3,5 εκατομμύρια ψήφους,
συγκεντρώνοντας τη μεγαλύτερη
εκλογική ισχύ που έχει γνωρίσει
ποτέ αμερικανός πρόεδρος. Όσοι
κατηγορούσαμε τους Αμερικανούς
ότι δεν προσέρχονται στις κάλπες
συνειδητοποιήσαμε ότι καλύτερα
θα ήταν…να το είχαμε βουλώσει. Η
προσέλευση ξεπέρασε κάθε
προηγούμενο και η παχύσαρκη,
τηλεοπτικά αποχαυνωμένη,
φονταμενταλιστική και
ρατσιστική Αμερική
επανατοποθέτησε τον άνθρωπό της
στον προεδρικό θώκο. Αυτή τη φορά
δεν έγινε δικαστικό πραξικόπημα.
Οι νεοσυντηρητικοί πήραν
στρατηγικής σημασίας νίκη:
Η προεδρία Μπους διατηρεί
το Ιράκ στο επίκεντρο της
διεθνούς σκηνής και οι
περισσότερες από τις μεγάλες
ειδήσεις της χρονιάς συνδέονται
(ή επιχειρείται να συνδεθούν) με
τις εξελίξεις στην περιοχή.
Χρονικά πρώτο γεγονός, είναι οι
βομβιστικές επιθέσεις σε
σιδηροδρομικούς σταθμούς της
Μαδρίτης που αφήνουν πίσω τους
περίπου 200 νεκρούς. Ο Αθνάρ
σπεύδει να επιρρίψει τις ευθύνες
στην ΕΤΑ. Ένα «λάθος», που μαζί με
τη συνενοχή του στο Ιράκ, θα του
στοιχίσει την πρωθυπουργία. Ο
Θαπατέρο αναλαμβάνει την ηγεσία
της χώρας και εκπληρώνει την
υπόσχεσή του να απομακρύνει τις
ισπανικές δυνάμεις από το Ιράκ.
Μπορεί η εκλογική νίκη των
σοσιαλιστών να αφαίρεσε ένα
πιστό σύμμαχο από τις ΗΠΑ, αλλά
τέτοια κτυπήματα τελικά
εξυπηρετούν τη ρητορική της
Ουάσιγκτον και δένει τις
ευρωπαϊκές δυνάμεις στο άρμα της
αμερικανόπνευστης «εκστρατείας
κατά της διεθνούς τρομοκρατίας».
Η κοινή γνώμη της ΕΕ στρέφεται
περισσότερο εναντίον του
αραβικού και ισλαμικού κόσμου,
γεγονός που μακροπρόθεσμα
κάμπτει τις αντιστάσεις
απέναντι στη γενοκτονία που
συντελείται στο Ιράκ και την
Παλαιστίνη. Μια σειρά άλλων
γεγονότων όπως η δολοφονία του
Ολλανδού σκηνοθέτη Τέο Βαν Γκογκ
από φανατικούς ισλαμιστές θα
ενισχύσει αυτά τα αντιαραβικά
και αντιισλαμικά αισθήματα στη
γηραιά ήπειρο.
Ταυτόχρονα βέβαια η
εκλογή του Θαπατέρο
σηματοδότησε την απομάκρυνση
της Ισπανίας από την εποχή της
απόλυτης αμερικανοδουλείας του
Αθνάρ. Η συνάντηση του νέου
ισπανού πρωθυπουργού με τους
Σρέντερ και Σιράκ σηματοδοτεί τη
δημιουργία νέων συμμαχιών στην
καρδιά της «παλαιάς Ευρώπης».
Παράλληλα η διάσπαση του
αμερικανόφιλου άξονα Ισπανίας-Πολωνίας
άφησε εκτεθειμένη τη Βαρσοβία
απέναντι στο Βερολίνο.
Πάντως, στο εξής κάθε
κυβέρνηση που θέλει να ενισχύσει
τα αυταρχικά μέσα καταστολής
επικαλείται τη μάχη απέναντι στο
«Ισλάμ της τρομοκρατίας». Η τάση
αυτή αναδεικνύεται σε όλο της το
μεγαλείο στη Ρωσία του Πούτιν,
ύστερα από το θάνατο εκατοντάδων
παιδιών στο Μπεσλάν της Βόρειας
Οσετίας. Οι Τσετσένοι κτυπούν
ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της
Μόσχας και ο ΠΟύτιν απαντά
σχεδόν πραξικοπηματικά, εντός
και εκτός της χώρας.
Συγκεντρώνει στο πρόσωπό του
εξουσίες που θα ζήλευαν και οι
τσάροι, ενώ παράλληλα αναθεωρεί
το στρατηγικό σχεδιασμό της
Ρωσίας για την περιοχή του
Καυκάσου. Γίνεται γρήγορα
αντιληπτό ότι οι πολιτικές
εντάσεις, τα πραξικοπήματα και η
αιματοχυσία που ακολούθησαν την
πρώτη χάραξη της πορείας των
πετρελαιαγωγών στην περιοχή,
έρχονται και πάλι στο προσκήνιο.
Το παιχνίδι παίζεται και πάλι με
τους όρους «η Δύση εναντίον του
Ισλάμ» μετατρέποντας τις
θεωρίες του Χάντινγκτον σε
αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Παράλληλα η Μόσχα δίνει
τη μάχη για τη διατήρηση της
Ουκρανίας στη ρωσική σφαίρα
επιρροής απέναντι στις
συντονισμένες κινήσεις των ΗΠΑ
και της ΕΕ. Ο αμερικανόφιλος
υποψήφιος της αντιπολίτευσης,
Βίκτορ Γιουστσένκο, κερδίζει τη
δεύτερη εκλογική αναμέτρηση,
αφού ο πρώτος γύρος ακυρώνεται
υπό το βάρος των κατηγοριών για
νοθεία. Στο πρόσωπό του όμως (παραμορφωμένο
πλέον από τη δηλητηρίαση με
διοξίνη) μπορείς να διαβάσεις
τις προθέσεις των αντιπάλων του.
Ο παλαιστινιακός λαός
γιορτάζει τον τέταρτο χρόνο της
δεύτερης ιντιφάντα και θρηνεί
την απώλεια μιας εκ των
μεγαλύτερων προσωπικοτήτων του
20ού αιώνα – του Γιασέρ Αραφάτ. Ο
Παλαιστίνιος ηγέτης λαμβάνει
τις τιμές που του αρμόζουν από το
λαό του, όχι γιατί «ο νεκρός
δεδικαίωται», αλλά γιατί στα
τελευταία χρόνια της ζωής του
εξέφρασε και πάλι τις ανησυχίες
και τα οράματα των Παλαιστινίων
όπως είχε κάνει στο μεγαλύτερο
μέρος της ζωής του. Η
ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα
των Παλαιστινίων επηρεάζει
ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Έτσι τα
υπόδουλα στους Αμερικανούς
καθεστώτα αρκετών αραβικών
χωρών αναγκάζονται να τηρήσουν
ορισμένες αποστάσεις από την Pax Americana. Και το Ισραήλ, όμως, αναγκάζεται να
αναπροσαρμόσει την πολιτική του
απέναντι στους Παλαιστίνιους.
Φυσικά η απομάκρυνση ισραηλινών
στρατιωτών και εποίκων που
προτείνει ο Σαρόν, έχουν ως
μοναδικό στόχο να προσδώσουν
διεθνή νομιμότητα στην κατοχή
χωρίς να προσφέρουν κάτι στο
όραμα δημιουργίας ενός
παλαιστινιακού κράτους.
Παράλληλα όμως αποδεικνύεται
ότι ο παλαιστινιακός λαός είναι
δημιουργός της ιστορίας του και
με την ηρωική ιντιφάντα
παραμένει παρόν στην περιοχή.
Δυστυχώς το διάδοχο του Αραφάτ
καθεστώς που θα προκύψει από τις
εκλογές του Ιανουαρίου στα
παλαιστινιακά εδάφη δεν
αναμένεται να εκπροσωπεί το
ριζοσπαστικό χαρακτήρα της
ιντιφάντα, γεγονός που μπορεί να
δημιουργήσει ρήγματα στο
εσωτερικό των πολιτικών ομάδων
και οργανώσεων. Οι διαχωριστικές
γραμμές μεταξύ αυτών που
επιζητούν κάποιου είδους
διαπραγμάτευση με το Ισραήλ (μέσω
των ΗΠΑ και της ΕΕ) και όσων
επιθυμούν συνέχιση του αγώνα από
τα ίδια μετερίζια είναι πλέον
πολύ θολές, γεγονός που
προοιωνίζεται πολιτική ένταση
σε μια πολύ κρίσιμη φάση του
αγώνα. Η ιστορία γράφεται και
πάλι στη Μέση Ανατολή.
* *
*
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία,
τόσοι πολλοί γραφειοκράτες δεν
σήμαιναν τόσο λίγα για τόσους
πολλούς ανθρώπους. Μόνο με μια
παράφραση της γνωστής ρήσης του
Τσόρτσιλ μπορεί κανείς να
περιγράψει την αξιοθρήνητη
κατάσταση στην οποία οδήγησε τον
εαυτό της η ΕΕ. Οι ευρωεκλογές με
την τεράστια αποχή αποτέλεσαν
πανωλεθρία για το ίδιο το
οικοδόμημα των Βρυξελλών, ενώ σε
όλες σχεδόν τις χώρες οι
φιλοευρωπαϊστές υπέστησαν
μεγάλες απώλειες. Στη Βρετανία,
την Πολωνία και την Τσεχία
μάλιστα έγινε αισθητή η άνοδος
των αντι-ΕΕ δυνάμεων, συνήθως
δεξιάς και εθνικιστικής
κατεύθυνσης.
Σαν να ήθελαν να
τεκμηριώσουν την κατάντια τους
οι ευρωπαίοι ηγέτες ανέθεσαν
στον Μπαρόσο να σχηματίσει τη
νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αυτός
παρουσίασε ένα πραγματικό
τσίρκο, το οποίο για πρώτη φορά
δεν πήρε την έγκριση του
ευρωκοινοβουλίου. Εκτός από τον
ιταλό Μπουτιλιόνε, που προκάλεσε
θύελλα αντιδράσεων για τις
θέσεις του απέναντι στην
ομοφυλοφιλία και τη θέση των
γυναικών, το λαμπρό καστ
περιελάμβανε: Το γάλλο Ζακ Μπαρό
(ποινή φυλάκισης για οικονομικές
ατασθαλίες), την ολλανδέζα Νέλι
Κρος (ανέλαβε επίτροπος
ανταγωνισμού αν και ήταν
μεγαλοστέλεχος αρκετών
πολυεθνικών), τη δανή Μαριάν
Φίσερ Μποέλ (πρώην
μεγαλογαιοκτήμονας, νυν
επίτροπος γεωργίας), το βρετανό
Πίτερ Μάντελσον (αποπέμφθηκε δύο
φορές από τη βρετανική κυβέρνηση
για διάφορα σκάνδαλα) κ. ά.
Φυσικά το σημείο στο
οποίο κρίθηκε η αξιοπιστία και η
συνοχή της ΕΕ ήταν οι συζητήσεις
για την Ευρωπαϊκή προοπτική της
Τουρκίας. Οι αντιδράσεις στην
προοπτική πλήρους ένταξης μιας
μουσουλμανικής χώρας 70
εκατομμυρίων έρχονταν από
πολλές διαφορετικές
κατευθύνσεις. Υπήρξε καταρχάς η
ξενοφοβική και ρατσιστική
αντίδραση της πλειοψηφίας των
ευρωπαίων πολιτών που
φοβόντουσαν ότι εκατομμύρια
τούρκοι εργάτες θα εισρεύσουν
στις πόλεις τους, θα πάρουν τις
δουλειές τους και – αν δεν
βιάσουν τις κόρες τους – σίγουρα
θα…σκοτώσουν όλους τους
γείτονες. Σε αυτά τα αισθήματα
πάτησαν οι γερμανοί
χριστιανοδημοκράτες που είδαν
στο πρόσωπο της Τουρκίας και μια
λαμπρή αφορμή για να
αντιπαρατεθούν στους
σοσιαλδημοκράτες του Γκέρχαρντ
Σρέντερ.
Αντίθετα ο γάλλος
πρόεδρος Ζακ Σιράκ φαινόταν να
δίνει μάχη απέναντι στην κοινή
γνώμη της χώρας του για να
υπερασπιστεί την Τουρκία. Στην
πραγματικότητα ισορροπούσε
ανάμεσα στη σκληρή
πραγματικότητα και τους φόβους
του. Δηλαδή, στην ανάγκη να
αποδεχθεί τους όρους της
Γερμανίας αλλά και στο φόβο της
γαλλικής αστικής τάξης ότι θα
χάσει το ρόλο του προνομιακού
συνομιλητή για τη Μέση Ανατολή
και κυρίως με χώρες όπως η Συρία
και το Ιράν.
Υπήρξε επίσης η πιο
νηφάλια αλλά και ρομαντική
οπτική των ευρωπαϊστών που
έβλεπε την Τουρκία ως έναν ακόμη
δούρειο ίππο των ΓΠΑ (όπως η
Πολωνία), ενώ παράλληλα
καταλάβαινε ότι η υπερεπέκταση
της ΕΕ δυναμιτίζει τα σχέδια
πολιτικής ολοκλήρωσης. Υπήρχε
φυσικά και η αδύναμη φωνή
δυνάμεων της ευρωπαϊκής
Αριστεράς που προσπαθούσαν να
προστατέψουν τον τουρκικό λαό
από τα δεινά της Ενωμένης
Ευρώπης, που υπόσχεται οφέλη
μόνο στην τουρκική οικονομική
ολιγαρχία και νέα δεινά για τα
χαμηλότερα στρώματα.
Καμία από αυτές τις
κραυγές όμως δεν φάνηκε ικανή να
καλύψει τη στεντόρεια φωνή του
Βερολίνου που ήθελε να
οικοδομήσει το γεωστρατηγικό
του μέλλον στην περιοχή της
Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής
Ασίας. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι
προσκαλεί έναν ακόμη
αμερικανικό λύκο στο ευρωπαϊκό
μαντρί, η Γερμανία πίστευε και
εξακολουθεί να πιστεύει ότι στο
μέλλον ίσως υπάρξουν
προϋποθέσεις για να αξιοποιήσει
προς όφελός της αυτή τη νέα
συμμαχία.
Αφουγκραζόμενη από νωρίς
αυτά τα μηνύματα η Άγκυρα
φρόντισε να αναπροσαρμόσει και
την εξωτερική της πολιτική,
ακολουθώντας ορισμένες συνταγές
του Βερολίνου και του Παρισιού.
Καταρχάς έδειξε να
απομακρύνεται από τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ
και να προσεγγίζει με αργά αλλά
σταθερά βήματα τη Συρία και το
Ιράν. Ο τούρκος πρωθυπουργός
Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν
βαρέθηκε να χαρακτηρίζει το
Ισραήλ «κράτος
τρομοκράτη», ενώ στελέχη της
κυβέρνησής του χαρακτήρισαν τις
αμερικανικές επιχειρήσεις στη
Φαλούτζα ως «γενοκτονία». Φυσικά,
η στάση αυτή κρίθηκε
επιβεβλημένη από το τουρκικό
ΥΠΕΞ καθώς οι κινήσεις της
Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ στο
βόρειο Ιράκ και η ενίσχηση που
παρείχαν στους Κούρδους της
περιοχής απειλούν άμεσα τους
τουρκικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα όμως με τη στάση της
αυτή (ή έστω με τη ρητορική της) η
Τουρκία πραγματοποίησε ένα
διπλό άνοιγμα προς τις Βρυξέλλες
αλλά και προς τον αραβικό και
ισλαμικό κόσμο. Δεν μπορεί να
θεωρηθεί τυχαίο άλλωστε το
γεγονός ότι ένας τούρκος
ακαδημαϊκός εξελέγη φέτος
γενικός γραμματέας της
οργάνωσης Ισλαμική Διάσκεψη.
Στο εσωτερικό η κυβέρνηση
Ερντογάν πραγματοποίησε
ομολογουμένως τεράστιες αλλαγές,
αν και ακόμη δεν έχουν γίνει
ορατά τα πρακτικά αποτελέσματα
των μεταρρυθμίσεων (και ίσως δεν
γίνουν ποτέ αν δεν υπάρξει η
πολιτική βούληση). Αλλαγές, οι
οποίες δεν οφείλονται φυσικά
στην καλή καρδιά του Ερντογάν,
αλλά στην ανάγκη των ανερχόμενων
οικονομικών ελίτ να
λειτουργήσουν χωρίς τα πολιτικά
και στρατιωτικά βαρίδια του
παρελθόντος.