ΗΓΕΜΟΝΙΑ
ΚΑΙ ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΟΝΙΣΜΟΥ
ΧΟΡΧΕ ΑΛΤΑΜΙΡΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
Με τα εκλογικά αποτελέσματα στη Misiones, ο Κίρχνερ
πανηγυρίζει άλλη
μια φορά. Γιατί πανηγυρίζει όμως; Με
μια αποχή που έφτασε το 40%, ο φίλος
του ο Ροβίρα έλαβε το 35 % των
εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Ο νικητής
εσπευσμένα διακύρηξε «τη νίκη της
ανανέωσης» ξεχνώντας αμέσως ότι
είναι διάδοχος του ηττημένου
Πουέρτα. Οι προσπάθειες των
δημοσιογράφων να εξηγήσουν τους
λόγους για το αποτέλεσμα αυτό είναι
ανούσιες αφού παραλείπουν το βασικό
ζήτημα: τα οικονομικά συμφέροντα που
υποστήριζαν τον Πουέρτα (μια ομάδα
τραπεζών που εξαγόρασαν
περιφερειακές τράπεζες) τώρα
υποστηρίζουν τον Κίρχνερ, όπως
άλλωστε αποδείχθηκε από την
ενθουσίωδη συνάντηση που
πραγματοποιήθηκε μεταξύ της Ένωσης
των Τραπεζιτών και του Προέδρου
γιορτάζοντας την επιτυχημένη
διαπραγμάτευση του δανείου 500
εκατομμυρίων πέσος προς το Κράτος
για την χρηματοδότηση δημοσίων
έργων με το αισχρό ετήσιο ποσοστό
του 12%. Η κυβέρνηση πληρώνει τα πάντα
για να κρατήσει αυτούς τους
τραπεζίτες στις τράπεζες που
χρεωκόπησαν πέρσι. Ακόμα και η
καθημερινή La Nación έχει στραφεί υπέρ
της κυβέρνησης, όταν σε κύριο άρθρο
τηςΣύνταξης της 1ης Οκτώβρη
επαινούσε το γεγονός ότι «η σημερινή
κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στο
πλεόνασμα. Του προϋπολογισμού».
Στην άλλη άκρη της χώρας, στο Neuquén,
ο Μενεμικός Σόμπιτς κέρδισε με ακόμη
λιγότερο, με 31% των εγγεγραμμένων
ψηφοφόρων, με το 27% να μην ψηφίζει και
το 7% να ρίχνει άκυρο. Είναι ξεκάθαρο
ότι ο πολιτικός από το Neuquén δεν μπόρεσε να
κερδίσει εκείνη την ισχύ στις
εκλογές που του ήταν απαραίτητη για
να την αντιπαραθέσει στην
πανίσχυρη απεργία των δασκάλων
στην περιφέρεια του.
Τα αποτελέσματα αυτά ακολουθούν
το δρόμο που άνοιξε με τις
περιφερειακές εκλογές του Μπουένος
Άϊρες, όπου ο Σόλα έλαβε μόνο το 25%
των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, με ένα
υψηλό ποσοστό αποχής. Δεν έχουν
περάσει ούτε 15 μέρες και ο πρώην
μαθητής του Μένεμ ήδη αντιμετωπίζει
μια ισχυρή πολιτική κρίση στον τόπο
διαμονής του, Λα Πλάτα.
Οι εκλογές στην Κόρντομπα την
επόμενη Κυριακή θα επιβεβαιώσουν
αυτή την τάση προς την κρίση, επειδή
ο Ντε Λα Σότα θα είναι μεγάλος
χαμένος στις εκλογές στην
πρωτεύουσα της περιφέρειας, παρά το
γεγονός ότι έχει την υποστήριξη του
Κίρχνερ και θα ηττηθεί στις
νομοθετικές εκλογές. Όλα αυτά θα
λάβουν χώρα, αφού έχει κερδίσει τις
εκλογές για κυβερνήτης το Μάϊο με το
60% των ψήφων. Ο αντίπαλος του στην
πρωτεύουσα, Λουϊς Χουέθ, είναι ένας
πρώην Μενεμικός, που κατεβαίνει για
δήμαρχος με την υποστήριξη της
κεντροαριστεράς, της Φίατ και της
Φοκσβάγκεν (με τον υποψήφιο του Ντε
Λα Σοτα και διοικητικό στέλεχος της
πετρελαϊκής εταιρείας Deheza καθώς και της
τσιμεντοβιομηχανίας Minetti).
Η
παρουσία του Περονισμού τόσο στην
εξουσία όσο και στην αντιπολίτευση
έχει οδηγήσει κάποιους να
συμπεράνουν ότι η Αργεντινή
βρίσκεται στα πρόθυρα της
διακυβέρνησης από ένα μονοκομματικό
σύστημα. Τουλάχιστον σήμερ,α όμως, το
συμπέρασμα θα πρέπει να είναι το
αντίθετο, δηλαδή, ότι έχουμε μη
κομματικό σύστημα. Πράγματι, ο
Περονισμός δεν έχει ούτε ηγεσία ούτε
πρόγραμμα, γι’αυτό κι ανταγωνίζεται
τον ίδιο τον ευατό του με ριζικά
αντίθετες πλατφόρμες. Βρίσκεται σε
μια κατάσταση ημι-εκφυλισμού.
Μερικές μέρες πριν οι Κίρχνερ και
Ντουάλντε αρνήθηκαν
να γίνουν πρόεδροι του Partido Justicialista ([του
Περονικού Κόμματος].
Μαζί με τη θεωρία του
μονοκομματικού συστήματος
συνυπάρχει, κατά
ένα περίεργο τρόπο, το αντίθετο του,
αυτό της «ανανέωσης» και της «υπέρβασης».
Σε αυτό το επίπεδο, το μοναδικό κόμμα
θα οικοδομούνταν από ένα μόνο τμήμα
του Περονισμού. Το άλλο τμήμα θα
ενώνονταν, από τη μια με
κεντροαριστερούς και από την άλλη με
κεντροδεξιούς, ο Κίρχνερ με το πρώτο
και ο Ντουάλντε με το τελευταίο.
Καθώς όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί
μ’ ένα ευθύγραμμο και γραμμικό
τρόπο, αυτό που τίθεται είναι μια
αβέβαιη περίοδος πολιτικού
διαμελισμού. Αυτό που συμβαίνει
μέχρι τώρα δεν είναι ούτε το ένα ούτε
το άλλο. Ο Κίρχνερ στηρίζεται στην
κεντροαριστερά για να χτυπήσει την
ανεξαρτησία των οργανώσεων που
μάχονται αλλά δεν λαμβάνει την
κοινοβουλευτική τους υποστήριξη.
Από την άλλη, καθώς η υποστήριξη αυτή
είναι εφικτή μόνο για τον Ντουάλντε,
ο Κίρχνερ πρέπει να βάλει στο ψυγείο
τις υποσχέσεις του για τον «συνδικαλιστικό
πλουραλισμό» που γενναιόδωρα
πρόσφερε στην CTA
και στον De
Gennaro. Οι αντιφάσεις
αυτές έχουν φυσικά προκαλέσει, μια
απίθανη κατάσταση
αποπροσανατολισμού ανάμεσα στις
δυνάμεις της κεντροαριστεράς που
έχουν γνωρίσει την μια ήττα μετά την
άλλη μετά τις προεδρικές εκλογές.
Αυτό που άρχισε να συμβαίνει στο
Μπουένος Άϊρες δεν θα μπορούσε να
είναι πιο ξεκάθαρο καθώς η
κεντροαριστερή Ιμπάρα έχει ήδη
αρχίσει να κάνει συμφωνίες με τον
κεντροδεξιό Μακρί, όπως φαίνεται
μεταξύ άλλων πραγμάτων, με τον
επικείμενο διορισμό του Λαϊκού
Συνηγόρου. Όσον
αφορά την κεντροδεξιά, αυτή δεν
επιθυμεί να έχει καμιά σχέση
με τον Ντουάλντε τώρα,
ανακοινώνοντας μάλιστα ότι ο στόχος
της είναι ο τερματισμός της «Περονικής
Ηγεμονίας».
Βρισκόμαστε ξεκάθαρα μπροστά σε
μια περίοδο μετάβασης μέσα στο
πλαίσιο της γιγάντιας κρίσης που
εξερράγη το 2001. Η διαδικασία αυτή δεν
έχει με κανένα τρόπο τελειώσει. Την
ίδια στιγμή η κυβέρνηση βρίσκεται σε
τέλμα με ένα χρέος που αυξάνεται με
αστρονομικούς ρυθμούς και που είναι
αδύνατο να πληρωθεί
έστω και το τμήμα που
συμφωνήθηκε στη διάρκεια των
τελευταίων 18 μηνών για να σωθεί το
τραπεζικό σύστημα. Οι αναφορές των
τελευταίων ημερών έχουν κάνει ακόμα
περισσότερο ξεκάθαρο ότι το τμήμα
του χρέους, του οποίου οι
υποχρεώσεις έχουν αθετηθεί δεν
βρίσκεται στα περιουσιακά στοιχεία
των τραπεζών αλλά μάλλον έχει
μεταφερθεί από αυτές σε μικρούς
επενδυτές, ντόπιους και ξένους (75%)
καθώς και σε κερδοσκοπικούς πόρους,
που τα αγόρασαν σε δημοπρασίες σε
χονδρικές τιμές (30 σεντ στο δολάριο).
Μια αδιαμφισβήτητη εκδήλωση της
κυβερνητικής ανικανότητας να κάνει
πράξη όσα υπόσχεται στην
ογοδιάρροιά της προς λαϊκή
κατανάλωση είναι και η πρόταση για
την αντιμετώπιση των κατασχέσεων
υποθηκών για του ιδιοκτήτες μιας
κατοικίας.Οι τράπεζες μεταφέρουν
την υποθήκη στο Κράτος, που
αναλαμβάνει την ευθύνη να πληρωθεί
το χρέος για μια μακροπρόθεσμη
περίοδο, που θα μετατραπεί όμως σε
ένα απεριόριστο βάρος αβέβαιου
αποτελέσματος.
Μια άλλη εκδήλωση του
σπασμωδικού χαρακτήρα της μετάβασης
είναι και η άνοδος των αγώνων για
μισθούς, που έθεσαν τέρμα στην
επίσημη «λιτότητα» και στη συμφωνία
με το ΔΝΤ. Η κυβέρνηση
προγραμματίζει μια ανατίμηση του
πέσο σε σχέση με το δολάριο, έτσι
ώστε οι τιμές να αυξηθούν ενώ η
συναλλαγματική ισοτιμία παραμένει
σταθερή. Ο μηχανισμός αυτός θα
μεταφέρει όλο το βάρος της
υποτίμησης του 2002 (70%) στις πλάτες των
εργατών, οι οποίοι έως τώρα έχουν
χτυπηθεί με μια αύξηση στο κόστος
ζωής κάτω από αυτό το νούμερο (40%).
Τίποτα δεν παρουσιάζει καλύτερα
τον αληθινό
χαρακτήρα της περιόδου στην οποία
βρισκόμαστε απο τα γεγονότα [ της
διαρκούς εξέγερσης] στη Βολιβία.
Από την Prensa Obrera No 819, 2/10/03
|