|
ΚΡΙΣΙΜΕΣ
ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ
Ο
Παλαιστινιακός λαός
πρωταγωνιστής
Στην Παλαιστίνη οι βασικές
διαχωριστικές γραμμές έχουν
πάψει από καιρό να είναι μεταξύ
των ιστορικών ιδεολογικών
ρευμάτων. Η βασική διαχωριστική
γραμμή του σήμερα είναι όχι «κάθετη»,
αλλά «οριζόντια», διαπερνώντας
το σύνολο των παλαιστινιακών
οργανώσεων και διαχωρίζοντας τα
λαϊκά-επαναστατικά ρεύματα από
τα αστικά-συμβιβαστικά.
Αν οι λαοί έχουν τις ηγεσίες που τους
αξίζουν, οι Παλαιστίνιοι
βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση
της αναζήτησης. Το περιβάλλον
δεν θα μπορούσε να είναι
δυσμενέστερο, καθώς οι ΗΠΑ και το
Ισραήλ επιδιώκουν να
εκμεταλλευτούν τις τελευταίες
εξελίξεις προς όφελος της
διάσπασης των Παλαιστινίων και
της επιβολής των θέσεών τους. Το
περιστατικό που σημειώθηκε την
Πέμπτη στα σύνορα του Ισραήλ με
την Αίγυπτο, όπου Ισραηλινοί
σκότωσαν εν ψυχρώ τρεις
στρατιώτες της Αιγύπτου, δείχνει
ότι το Ισραήλ και όχι ο λαός της
Παλαιστίνης αποτελούν κίνδυνο
για την ειρήνη στην περιοχή. Η
δημόσια συγγνώμη που ζήτησε η
ισραηλινή πολιτική ηγεσία δεν
αποσκοπούσε πουθενά αλλού παρά
να θολώσει τα νερά για τις
εγκληματικές ευθύνες που έχει.
Από την άλλη πλευρά ο Παλαιστινιακός
λαός καλείται να καλύψει το
τεράστιο πολιτικό κενό το
συντομότερο δυνατόν. Παρόλα αυτά
τα προβεβλημένα στελέχη που
είναι πρακτικά σε θέση να
διεκδικήσουν το χρίσμα της
διαδοχής δεν φαίνεται να
εκφράζουν τις ριζοσπαστικότερες
τάσεις εντός του παλαιστινιακού
κινήματος. Οι νέες διαχωριστικές
γραμμές στις τάξεις των
Παλαιστινίων είναι ποιοτικά
διαφορετικές από ότι στο
παρελθόν και δεν θα πρέπει να
αναμένουμε ότι τα στρατόπεδα θα
είναι τόσο ευδιάκριτα όσο είχαμε
συνηθίσει. Αντιθέτως, οι
συγκρούσεις, όποιο χαρακτήρα και
αν λάβουν, μπορεί κάλλιστα να
εμφανιστούν στο εσωτερικό κάθε
ομάδας ανάμεσα σε αυτούς που
επιθυμούν την επανέναρξη του
διαλόγου με το Ισραήλ (και
βοήθεια των ΗΠΑ και της ΕΕ) και
εκείνων που βλέπουν στη συνέχιση
της Ιντιφάντα τη μοναδική ελπίδα
για ενίσχυση των
διαπραγματευτικών θέσεων των
Παλαιστινίων εν όψει κάποιας
μελλοντικής διαπραγμάτευσης.
Τα επεισόδια που σημειώθηκαν στο
μνημόσυνο του Αραφάτ, ακόμη και
αν δεν θεωρηθούν απόπειρα
δολοφονίας του Αμπού Μάζεν, όπως
έσπευσε να τα χαρακτηρίσει ο
δυτικός Τύπος, αποδεικνύουν ότι
οι πολιτικές εντάσεις μπορεί σε
κλάσματα δευτερολέπτου να
λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Η προσπάθεια στελεχών της
Παλαιστινιακής Αρχής να
αναβάλουν τη διενέργεια των
εκλογών, που θα μπορούσε να
αναδείξει ορισμένα από τα πιο
μαχητικά στελέχη της Ιντιφάντα,
επιτείνει την αγωνία και τον
κίνδυνο κλιμάκωσης της
αντιπαράθεσης. Σε κάθε περίπτωση
οι εξελίξεις λαμβάνουν χώρα με
τον παλαιστινιακό λαό όχι σε
θέση παρατηρητή αλλά σε
καθοριστικό μοχλό των αλλαγών.
Οποιαδήποτε ηγεσία τολμήσει να
αμφισβητήσει το κλίμα που
σφυρηλατήθηκε κατά τη διάρκεια
των τελευταίων χρόνων της
Ιντιφάντα είναι σχεδόν βέβαιο
ότι θα βρεθεί στην απομόνωση. Και
εκεί οι πλάτες της Ουάσιγκτον
και του Τελ Αβίβ δεν θα είναι
σωσίβιο, αλλά βαρίδι.
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει μία πολιτική ανάλυση της
κατάστασης που έγραψαν οι
συνεργάτες μας ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ και ΑΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΦΑΝΟΥ.
|
Ορφάνια, φίλε. Ορφάνια… Σ’
αυτές τις λίγες λέξεις, που
έβγαιναν με μεγάλη δυσκολία
από το στόμα ενός
παλαιστίνιου φίλου, που
ουδέποτε υπήρξε Αραφατικός,
συνοψίζονται τα συναισθήματα
του παλαιστινιακού έθνους
μετά την απώλεια του ηγέτη
που, επί τέσσερις δεκαετίες,
συμβόλιζε τους αλυτρωτικούς
πόθους του. |
Ο Γιασέρ Αραφάτ |
Όσοι βρέθηκαν στη Ραμάλα
στις πραγματικά συγκλονιστικές
στιγμές της ταφής του Γιάσερ
Αραφάτ διαπίστωσαν την
πραγματική συντριβή των απλών
Παλαιστινίων για τον ηγέτη που,
όσο αντιφατικός κι αν
εμφανίζεται μπροστά στον
υπέρτατο ψυχρό κριτή της
Ιστορίας, αγαπήθηκε όσο κανείς
άλλος από το λαό του. Αλλά και
στους κόλπους των ηγεσιών των
παλαιστινιακών οργανώσεων, από
τους ισλαμιστές και τους
εθνικιστές μέχρι την Αριστερά,
καθολική ήταν η εκτίμηση ότι το
κενό που αφήνει πίσω του ο Αραφάτ
είναι πολύ δύσκολο να καλυφθεί
και ότι η απώλειά του ήρθε στην
πιο δύσκολη στιγμή, τουλάχιστον
μετά τη συγκρότηση της
παλαιστινιακής Αρχής, σε ένα
άκρως δυσμενές διεθνές και
περιφερειακό περιβάλλον.
Τα πρώτα εικοσιτετράωρα
μετά το θάνατο του Αραφάτ, το
ένστικτο της αυτοσυντήρησης
κυριάρχησε στις γραμμές της
παλαιστινιακής ηγεσίας και των
οργανώσεων. Οι σε μεγάλο βαθμό
δημοκρατικοί θεσμοί που άφησε
πίσω του ο Αραφάτ λειτούργησαν
ομαλά και γρήγορα
αναδεικνύοντας μια μεταβατική,
συλλογική ηγεσία, μοιράζοντας τα
αξιώματα που είχε συγκεντρώσει
στα χέρια του ο Αραφάτ, σε πολλά
χέρια. Προσωρινός πρόεδρος της
παλαιστινιακής Αρχής, μέχρι τις
εκλογές που προβλέπεται να
γίνουν στις 9 Ιανουαρίου, ανέλαβε
ο πρόεδρος του κοινοβουλίου και
έμπιστός του, Ράουχι Φατούχ, ένας
πολιτικός μικρού διαμετρήματος,
δεν έχει καμία πιθανότητα να
διεκδικήσει το αξίωμα του
προέδρου της παλαιστινιακής
Αρχής στις προσεχείς εκλογές. Το
«χρίσμα» της Φατάχ για τις
εκλογές της 9ης Ιανουαρίου
έλαβε, από την κεντρική επιτροπή
της Φατάχ, ο 69χρονος Αμπού Μάζεν,
νούμερο δύο της PLO τα τελευταία τριάντα χρόνια.
Δεν χρειάστηκε να
περάσουν, ωστόσο, παρά μόνο δύο
εικοσιτετράωρα από την ταφή του
Αραφάτ στο Μουκάτα για να
θρυμματισθεί βίαια η εικόνα της
ενωτικής, συντεταγμένης
διαδοχής και να έρθουν στην
επιφάνεια οι διάχυτοι φόβοι για
τα σεισμογενή ρήγματα στους
κόλπους του παλαιστινιακού
κινήματος. Όταν ο Αμπού Μάζεν
επισκέφθηκε, το βράδυ της
Κυριακής τη Γάζα, για να παραστεί
σε μνημόσυνο προς τιμήν του
Αραφάτ, έγινε δεκτός από πλήθος
Παλαιστινίων, αρκετοί από τους
οποίους ήταν ένοπλοι, που
φώναζαν: «Έξω
οι πράκτορες των Αμερικανών» και
«Ούτε Αμπάς,
ούτε Νταχλάν, αρχηγός μας είναι ο
Αραφάτ». (Ο 43χρονος Μοχάμεντ
Νταχλάν είναι το βασικό στήριγμα
του Αμπού Μάζεν στη Γάζα). Ο
θάνατος δύο σωματοφυλάκων του
Αμπού Μάζεν από σφαίρες των
αντιπάλων του, που
εξοστραλίσθηκαν, αν και
αποδόθηκαν, πιθανότατα σωστά, σε
ατύχημα, γιγάντωσαν τους φόβους
για μια χαοτική, βίαιη κούρσα
διαδοχής, έστω κι αν το
ενδεχόμενο ενός ανοιχτού
ενδοπαλαιστινιακού εμφυλίου
παραμένει μακρινό.
Στο δυτικό Τύπο οι
ενδοπαλαιστινιακές έριδες
αποδίδονται στις προσωπικές
φιλοδοξίες των επιγόνων και στον
κατακερματισμό των ενόπλων
παλαιστινιακών δυνάμεων σε ένα
αρχιπέλαγος πολιτοφυλακών των
διαφόρων οργανώσεων, τάσεων και
τοπικών οπλαρχηγών, χωρίς
συλλογική καθοδήγηση και ενιαία
στόχευση. Οι παράγοντες αυτοί
είναι υπαρκτοί, αλλά όχι
καθοριστικής σημασίας. Το βασικό
βρίσκεται στην έρπουσα διάσπαση
του παλαιστινιακού κινήματος
ανάμεσα σε δύο εντελώς
διαφορετικές πολιτικές
στρατηγικές: Εκείνη που
επείγεται να τερματίσει την
ιντιφάντα, αναζητώντας την
επανέναρξη των διαπραγματεύσεων
με το Ισραήλ με τη στήριξη των
ΗΠΑ και της ΕΕ και εκείνη που
θεωρεί τη συνέχιση της ιντιφάντα
με όλα τα μέσα,
συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου
αγώνα, ως προϋπόθεση για την
αλλαγή των συσχετισμών δύναμης
και την επανέναρξη των
διαπραγματεύσεων από καλύτερες
θέσεις για τους Παλαιστίνιους,
στο μέλλον. Η βασική αυτή
αντίθεση υπέβοσκε στα τέσσερα
χρόνια της δεύτερης ιντιφάντα
και κάποτε ερχόταν με εκρηκτικό
τρόπο στην επιφάνεια – όπως στη
ρήξη μεταξύ του Αραφάτ και του
τότε πρωθυπουργού Αμπού Μάζεν,
που οδήγησε στην παραίτηση του
τελευταίου, το καλοκαίρι του 2003
και στη βίαιη σύγκρουση μεταξύ
Αραφατικών και οπαδών του
Νταχλάν στη Γάζα, πριν από λίγους
μήνες. Ωστόσο, η παρουσία του
Αραφάτ κατάφερνε να μετριάζει
τις αντιθέσεις, ευνοώντας την
υπεροχή των ριζοσπαστών σε βάρος
των «ενδοτικών». Η απουσία του
αλλάζει σε μεγάλο βαθμό τους
όρους της αντιπαράθεσης,
δίνοντάς της πιο ανοιχτό και
δυνάμει εκρηκτικό χαρακτήρα.
Για να κατανοήσει κανείς
τη δυναμική των εξελίξεων στο
εξαιρετικά πολύπλοκο
παλαιστινιακό περιβάλλον
οφείλει να λάβει υπόψη ότι οι
βασικές διαχωριστικές γραμμές
έχουν πάψει από καιρό να είναι
εκείνες που περνούσαν ανάμεσα
στα ιστορικά ιδεολογικά ρεύματα
του κινήματος (κοσμικούς
εθνικιστές, ισλαμιστές και
μαρξιστές). Η βασική
διαχωριστική γραμμή του σήμερα
είναι όχι «κάθετη», αλλά «οριζόντια»,
διαπερνώντας το σύνολο των
παλαιστινιακών οργανώσεων και
διαχωρίζοντας τα λαϊκά-Επαναστατικά
ρεύματα από τα αστικά-συμβιβαστικά
(χωρίς, φυσικά, αυτό να σημαίνει
ότι οι ηγέτες των τελευταίων
είναι «πράκτορες της CIA» ή «κουίσλινγκς του
Ισραήλ»). Η αντίθεση αυτή είναι
πιο έντονη στη Φατάχ, την
ηγεμονική, μέχρι σήμερα, δύναμη
τόσο στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη,
όσο και στην πολύ σημαντική
παλαιστινιακή διασπορά.
Εκπρόσωπος ενός ροβεσπιερικού
τύπου, λαϊκού-μικροαστικού
επαναστατισμού, ο Αραφάτ
κατόρθωνε να διατηρεί πάντα
επαφή τόσο με τα πληβειακά
στρώματα των προσφυγικών
καταυλισμών, όσο και με την
ισχυρή, παλαιστινιακή αστική
τάξη του εξωτερικού. Ο θάνατός
του, σε συνδυασμό με τις
ασφυκτικές διεθνείς πιέσεις και
το βάρος των ίδιων των
δυσμενέστατων συσχετισμών
δύναμης, καθιστά άκρως
προβληματική την ενότητα της
οργάνωσής του, της Φατάχ, στο
μέλλον. Ενδεχόμενη διάσπασή της
θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο
για μια ριζική αλλαγή του
παλαιστινιακού πολιτικού χάρτη.
Αν και το «συμβιβαστικό»
μπλοκ κέρδισε τον πρώτο γύρο, με
το χρίσμα της Φατάχ στον Αμπού
Μάζεν, όμως ο δρόμος που έχει
μπροστά του δεν είναι στρωμένος
με ροδοπέταλα. Ο ηγέτης του έχει
πολύ χαμηλά ποσοστά λαϊκής
υποστήριξης (όσο ζούσε ο Αραφάτ
ήταν γύρω στο 1% - 3%) και κανένα
έρεισμα στις ένοπλες
παλαιστινιακές δυνάμεις, με
αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως
όμηρος του Νταχλάν. Προνομιακός
συνομιλητής Αμερικανών και
Ισραηλινών, ο τελευταίος,
στηρίζεται με πακτωλό χρημάτων
από την Αίγυπτο προκειμένου να
δημιουργήσει τη δική του
πολιτοφυλακή και να γίνει ο
πραγματικός αρχηγός της Γάζας.
Με τις πρώτες δηλώσεις του, μετά
το θάνατο του Αραφάτ, ο Νταχλάν
κατέστησε σαφές ότι θεωρεί τον
Αμπού Μάζεν προσωρινή λύση
ανάγκης και ότι θα διεκδικήσει ο
ίδιος την εξουσία, όταν θεωρήσει
τις συνθήκες ώριμες.
Αντίθετα, το «μπλοκ της
Ιντιφάντα» διαθέτει μια
προσωπικότητα που απολαμβάνει
σχετικά υψηλής δημοτικότητας
και θα μπορούσε να ενώσει το
σύνολο των ριζοσπαστικών
δυνάμεων, από τη Χαμάς και το
λαϊκό κομμάτι της Φατάχ μέχρι
την Αριστερά. Πρόκειται για τον 45χρονο
Μαρουάν Μπαργούτι, πρώην ηγέτη
της Φατάχ στη Δυτική Όχθη,
οργανωτή της ένοπλης αντίστασης
στη δεύτερη Ιντιφάντα και κατά
γενική ομολογία αδιάφθορο.
Ωστόσο, αυτή τη στιγμή ο
Μπαργούτι είναι πολιτικός
κρατούμενος στο Ισραήλ,
καταδικασμένος πεντάκις σε
ισόβια δεσμά. Εάν δεν
απελευθερωθεί, θα είναι πολύ
δύσκολο να κατέβει ως υποψήφιος.
Εάν πάλι απελευθερωθεί, υπό τις
σημερινές συνθήκες, τότε πολλά
μπορούν να αλλάξουν, αν και δεν
θα είναι εύκολο να αποφύγει
κανείς άλλου είδους, δυσάρεστες
σκέψεις.
Πάντως, το τοπίο ενόψει
των εκλογών που προβλέπονται για
τις 9 Ιανουαρίου παραμένει
εξαιρετικά ομιχλώδες. Η Χαμάς,
αλλά και η Αριστερά, πιέζουν για
την ταυτόχρονη πραγματοποίηση
βουλευτικών και δημοτικών
εκλογών, όπως και για τη σύγκληση
παλαιστινιακής Εθνοσυνέλευσης
ώστε να υπάρξει δημοκρατική
ανανέωση του σύνολου των θεσμών
και συγκρότηση μιας συλλογικής
ηγεσίας της Ιντιφάντα, με τη
συμμετοχή όλων των οργανώσεων
και τάσεων. Από την άλλη, κύκλοι
της παλαιστινιακής Αρχής
ερωτοτροπούν με την ιδέα
αναβολής των εκλογών, με
προσχηματική επίκληση των
δυσκολιών που θέτει η ισραηλινή
κατοχή και ανάδειξη της νέας
ηγεσίας από το υπάρχον
κοινοβούλιο. Κάτι τέτοιο θα
συναντούσε, ενδεχομένως, την «κατανόηση»
της Δύσης στο βαθμό που οι
κίνδυνοι ανάδειξης μιας
δυναμικής, αγωνιστικής ηγεσίας
θα ήταν υπαρκτοί, αλλά θα
προκαλούσε θύελλα οργής μεταξύ
των Παλαιστινίων, που δικαίως θα
την θεωρούσαν εκλογικό
πραξικόπημα.
Κρυφή, αλλά ενδεχομένως
καθοριστική παράμετρος των
εξελίξεων είναι ο ίδιος ο
παλαιστινιακός λαός ο οποίος,
στα τέσσερα χρόνια της δεύτερης
Ιντιφάντα αλλά και στην ίδια τη
συγκλονιστική, πάνδημη ταφή του
Αραφάτ απέδειξε ότι βρίσκεται
πολύ μπροστά από όλες τις
πολιτικές ηγεσίες. Η Παλαιστίνη
μπορεί να έχασε τον «πατέρα» της,
αλλά η Ιντιφάντα μπορεί να
ελπίζει στους αμέτρητους «γιους»
της.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΡΑΒΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ
Στην προκρούστεια κλίνη των δικών
τους συμφερόντων βάζουν την
Ιντιφάντα τα γειτονικά κράτη
Η γεωγραφία και η ιστορία
καταδίκασαν το παλαιστινιακό,
εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα να
βρίσκεται διαρκώς σε κλοιό «προστασίας»
και πιέσεων των αραβικών κρατών.
Ένα από τα κυριότερα επιτεύγματα
του Αραφάτ και των συνεργατών
του ήταν ότι επέβαλε, με τεράστιο
κόστος (Μαύρος Σεπτέμβρης, ρήξη
με τη Συρία στο Λίβανο κλπ.), το
σεβασμό της παλαιστινιακής
ανεξαρτησίας επανιδρύοντας,
ουσιαστικά, την PLO. Αυτή η
ιστορική κατάκτηση θα
δοκιμαστεί σκληρά στη μετα-Αραφάτ
εποχή.
Ήδη η Αίγυπτος, με τις
ευλογίες Ισραηλινών και
Αμερικανών, έχει αναλάβει τον
παραδοσιακό ρόλο του «προστάτη»
στη γειτονική της Λωρίδα της
Γάζας, ενισχύοντας την
εκπαίδευση των παλαιστινιακών
δυνάμεων ασφαλείας. Η αιγυπτιακή
παρέμβαση έχει ιδιαίτερη
σημασίας καθώς, εφόσον
υλοποιηθεί το σχέδιο του Σαρόν
για απόσυρση των ισραηλινών
δυνάμεων και εποικισμών από τη
Γάζα, η λιλιπούτεια αλλά
εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη
λωρίδα γης θα είναι η μόνη
παλαιστινιακή περιοχή με
εδαφική συνοχή. Προφανής στόχος
αυτής της παρέμβασης είναι η
μείωση του ρόλου των
ριζοσπαστικών οργανώσεων, όπως η
Χαμάς, οι Ταξιαρχίες Αλ Ακσα και
το Λαϊκό Μέτωπο, που κυριαρχούν
στη Γάζα και ιδιαίτερα στους
προσφυγικούς καταυλισμούς.
Στην άλλη πλευρά του
λόφου, σημαντικός προβάλλει ο
ρόλος της Συρίας, που φιλοξενεί
τα στρατηγεία των ριζοσπαστικών
παλαιστινιακών οργανώσεων και
διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με
τον (εξόριστο στην Τυνησία από
επιλογή, καθώς δεν αναγνωρίζει
τη συνθήκη του Όσλο) νέο ηγέτη
της Φατάχ, Φαρούκ Καντούμι. Καθώς
τα συριακά υψώματα του Γκολάν
συνεχίζουν να τελούν υπό
ισραηλινή κατοχή και η Συρία
αποτελεί δυνητικά έναν από τους
επόμενους στόχους της
αμερικανικής επιθετικότητας, η
Δαμασκός δεν έχει κανένα λόγο να
ευνοήσει, σε αυτή τη φάση, τις
συμβιβαστικές τάσεις της
παλαιστινιακής ηγεσίας.
Αντίθετα, θα προσπαθήσει να
αξιοποιήσει την Ιντιφάντα (όπως
και την ιρακινή αντίσταση) ως
διαπραγματευτικό χαρτί για τη
χαλάρωση των πιέσεων σε βάρος
της.
Σε παναραβικό επίπεδο, η
στρατηγική του Μπους για τη
λεγόμενη «Ευρύτερη Μέση Ανατολή»,
που υπόσχεται νέους
στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς
και αποσταθεροποιητικές
κινήσεις στο εσωτερικό των
αραβικών κρατών με στόχο την
εγκατάσταση κυβερνήσεων «Αράβων
Καρζάι», γιγαντώνει τον
αντιαμερικανισμό ακόμη και στις
κυρίαρχες ελίτ παραδοσιακά
φιλοαμερικανικών κρατών, όπως η
Σαουδική Αραβία. Με σημαντικές (λόγω
της στενής γειτνίασης και τους
παραδοσιακούς δεσμούς με τους
Παλαιστίνιους) εξαιρέσεις την
Αίγυπτο και την Ιορδανία, τα
υπόλοιπα αραβικά κράτη έχουν
σημαντικούς λόγους, σ’ αυτή τη
φάση, να ευνοούν τη συνέχιση της
παλαιστινιακής αντίστασης,
χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα
είναι έτοιμα να την υπονομεύσουν
σε επόμενα στάδια.
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ «ΕΠΙΛΥΣΗΣ»
Σε ένα σημείο τουλάχιστον
συναίνεσαν όλοι οι πολιτικοί της
Δύσης τις δύο τελευταίες
εβδομάδες. Στην προτεραιότητα
που αποκτά η επίλυση του
παλαιστινιακού μετά το θάνατο
του Γιασέρ Αραφάτ. Κοινός τους
τόπος φυσικά, άλλοτε ρητά και
άλλοτε όχι, ήταν πως η απουσία
του ιστορικού ηγέτη της
Οργάνωσης για την Απελευθέρωση
της Παλαιστίνης παρέχει τη
δυνατότητα να γίνουν οι
αναγκαίοι συμβιβασμοί που θα
επιτρέψουν την ίδρυση ενός
Παλαιστινιακού κράτους.
Πρώτος απ’ όλους ήταν ο
Τζορτζ Μπους. Στις δηλώσεις που
έκανε με τον Τόνι Μπλερ, στο
πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης
του τελευταίου στην Ουάσιγκτον
πριν από δύο εβδομάδες,
αναφέρθηκε στην ανάγκη ίδρυσης
παλαιστινιακού κράτους. Το ίδιο
έπραξε και ο βρετανός
πρωθυπουργός, ο οποίος
χαρακτήρισε την ειρήνευση στη
Μέση Ανατολή ως τη μεγαλύτερη
πρόκληση. Ενώ ο γάλλος υπουργός
Εξωτερικών, Μισέλ Μπαρνιέ, σε
συνέντευξη που παραχώρησε στη Λε
Φιγκαρό δήλωσε ότι το Παρίσι
επιθυμεί την ίδρυση
παλαιστινιακού κράτους το
συντομότερο δυνατό και όχι σε
τέσσερα χρόνια όπως πρότεινε ο
Μπους. «Ο
οδικός χάρτης προβλέπει την
ίδρυση παλαιστινιακού κράτους
τον Ιούνιο του 2005» ήταν τα
λόγια του, επαναφέροντας κατ’
αυτό τον τρόπο το σχέδιο
ειρήνευσης που είχε προτείνει
πέρυσι το «υπερ-ιμπεριαλιστικό»
κουαρτέτο (ΗΠΑ, ΕΕ, ΟΗΕ, Ρωσία) και
το οποίο απέρριψε ο Σαρόν.
Στην προώθηση του οδικού
χάρτη, και για την ακρίβεια στη
διερεύνηση των δυνατοτήτων μιας
εκ νέου ενεργοποίησής του,
αποσκοπούσε και η επίσκεψη τη
Δευτέρα 22 Νοέμβρη του Κόλιν
Πάουελ στη Δυτική Όχθη και το
Ισραήλ, όπου συνομίλησε με τους
Μαχμούτ Αμπάς και Αχμέτ Κορέι,
και τον Αριέλ Σαρόν. Την επίσκεψη
του επικεφαλής της αμερικάνικης
διπλωματίας, θα ακολουθήσει η
επίσκεψη τεσσάρων άλλων
υπουργών Εξωτερικών: Της Αγγλίας,
της Ρωσίας, της Γερμανίας και της
Ισπανίας!
Δεν υπάρχει λοιπόν
αμφιβολία ότι η Δύση φέρεται
αποφασισμένη να βοηθήσει στην
επίλυση του Παλαιστινιακού. Ο
Μπους όμως που τώρα κόπτεται για
την ίδρυση παλαιστινιακού
κράτους, μόλις τον Απρίλιο του 2004
είχε ενστερνιστεί τη θέση του
ισραηλινού πρωθυπουργού, σε
δηλώσεις που είχε κάνει κατά την
επίσκεψη του τελευταίου στην
Ουάσιγκτον, ότι οι κατοικίες των
Εβραίων εποίκων πρέπει να
συνεχίσουν να υπάρχουν στη
Δυτική Όχθη, και επίσης ότι δεν
νοείται κανένα δικαίωμα
επιστροφής για τέσσερα
εκατομμύρια πρόσφυγες της
Παλαιστίνης. Κατ’ αυτόν τον
τρόπο όμως οι ΗΠΑ, υπονόμευσαν το
αίτημα αναδίπλωσης του Ισραήλ
στα εδάφη που κατείχε πριν τον
πόλεμο του 1967. Ένα αίτημα που δεν
προβάλλεται μόνο από την
Παλαιστινιακή Αρχή, αλλά
επανειλημμένως έχει διατυπωθεί
και από τα Ηνωμένα Εθνη. Πολύ
περισσότεροι έδειξαν να
απορρίπτουν εξ αρχής το στόχο
της PLO για
δημιουργία ανεξάρτητου και
βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους,
με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ και
επιστροφή όλων των προσφύγων στα
εδάφη που κατέλαβε το Ισραήλ το
1967, προδιαγράφοντας μια «λύση»
κομμένη και ραμμένη στα μέτρα
του Ισραήλ και των αμερικανικών
σχεδιασμών.
Οποιοδήποτε άλλωστε
σχέδιο ειρήνευσης δεν μπορεί να
κριθεί από τα κατά πόσο
ικανοποιεί τους παραπάνω
στόχους, μαζί φυσικά και με άλλα
αιτήματα που η ικανοποίησή τους
είναι προϋπόθεση για τα πρώτα,
όπως η κατεδάφιση του τείχους
του αίσχους, η απελευθέρωση όλων
των πολιτικών κρατουμένων από
τις φυλακές του Ισραήλ, κλπ. Ο
Γιασέρ Αραφάτ, σε τελική ανάλυση,
όταν δεν σεβάστηκε αυτούς τους
στόχους αμφισβητήθηκε από τις
ριζοσπαστικές παλαιστινιακές
οργανώσεις, όπως συνέβη το 1993 με
τη Συνθήκη του Όσλο, και όταν δεν
δέχθηκε να τις θυσιάσει
χαρακτηρίστηκε τρομοκράτης από
τους Αμερικάνους, όπως έγινε με
τις συνομιλίες του Καμπ Ντέιβιντ
το 2000. |