Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

 Εγγραφή στην Mailing list        Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Διεθνή

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

Θύελλα διαμαρτυριών προκάλεσε από τη διεθνή δημοσιογραφική κοινότητα η εκτέλεση εικονολήπτη του πρακτορείου Ρόιτερ από τις αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ.

 

 

 

Κίνηση για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΓΔΑΤΗΣ

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ της Κίνησης για την Επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς το οποίο εξεδόθη μετά την πτώση της Βαγδάτης και τα γεγονότα που εκδηλώθηκαν. Είναι πολύ ενδιαφέρον.

  1. Με την κατάληψη της Βαγδάτης, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός πέτυχε μια γρήγορη νίκη σε ένα πόλεμο, του οποίου οι αντικειμενικοί σκοποί ήταν: α) Να αναδιοργανώσει τον πολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής. β) Να υποτάξει τους Ευρωπαίους και Ιάπωνες ιμπεριαλιστές ανταγωνιστές του. γ) Να τρομοκρατήσει τους λαούς των αποικιακών και ημι-αποικιακών χωρών. δ) Να διαλύσει τις δημοκρατικές κατακτήσεις και οργανώσεις των εργατών και των εκμεταλλευμένων στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Κανένας, όμως, από αυτούς τους αντικειμενικούς στόχους  δεν έχει επιτευχθεί. Aντίθετα, η Μέση Ανατολή έχει αποσταθεροποιηθεί, η παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση έχει ενταθεί και επεκταθεί μετά τον πόλεμο, με ένα τέτοιο τρόπο που εκπλήσσει ακόμα και τους πιο απαισιόδοξους αναλυτές, και τα μαζικά δημοκρατικά και κοινωνικά κινήματα παραμένουν αλώβητα, τόσο στις μητροπόλεις όσο και στη «περιφέρεια».

  1. Τρεις μήνες μετά την πτώση της Βαγδάτης, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός έχει αποτύχει να σταθεροποιήσει την κυριαρχία του πάνω στη χώρα. Είναι ανίκανος όχι μόνο να σταθεροποιήσει μια ιρακινή «προσωρινή κυβέρνηση», έστω μια διακοσμητική, αλλά ακόμα και να παράσχει στοιχειώδεις δημόσιες υπηρεσίες. Οι διασπάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές καμαρίλες της κυβέρνησης Μπους σχετικά με το μέλλον του Ιράκ είναι προφανείς. Όλα αυτά τα στοιχεία, μαζί και η ενεργή εχθρότητα του πληθυσμού, έχουν ήδη οδηγήσει στην πρώτη πολιτική κρίση της κατοχής: την αντικατάσταση του Τζέι Γκάρνερ ως «πρωθύπατου» στη Βαγδάτη. Είναι αξιοσημείωτο, ότι το κύριο προσόν του τελευταίου για την άσκηση των καθηκόντων του, ήταν ότι κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, υπήρξε ο ειδικός στην «αντι-τρομοκρατία» και την «αντι-εξέγερση» μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Παρά τη συνθηκολόγηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και της Ρωσίας, που αναγνώρισαν τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο σαν την «αρχή» του Ιράκ, νομιμοποιώντας την κατοχή και τη ληστεία του ιρακινού πετρελαίου. Παρά την ανοιχτή συνεργασία των αστικών εθνικιστικών ηγεσιών του Κουρδιστάν, και του αμφίβολου ρόλου των Σιιτικών θρησκευτικών ηγεσιών, οι διαρκείς μαζικές διαδηλώσεις που καλούν να τερματιστεί η κατοχή, η αντίσταση και η ανοιχτή εχθρότητα του πληθυσμού απέναντι στους κατακτητές, η παρουσία οπλισμένων επιτροπών στις γειτονιές της Βαγδάτης και σ' άλλες πόλεις, και οι αυξανόμενες αντάρτικες επιχειρήσεις ενάντια στα αγγλο-αμερικάνικα στρατεύματα δείχνουν καθαρά, ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα κατακτήσει το Ιράκ.

  1. Η αμερικανική στρατιωτική κατοχή του Ιράκ έχει αποσταθεροποιήσει την εύθραυστη πολιτική ισορροπία της Μέσης Ανατολής. Στο Ιράν, όπως έδειξαν οι πρόσφατες διαδηλώσεις των φοιτητών, υπάρχουν αυξανόμενες εντάσεις και μια καθαρή τάση προς πολιτικές κρίσεις και εμφύλιο πόλεμο. Στη Σαουδική Αραβία, η κρίση της μοναρχίας είναι προφανής από τις επιθέσεις αυτοκτονίας της Αλ Κάιντα (μια οργάνωση που συνδέεται με μερίδα της Σαουδικής βασιλικής οικογένειας) και από την απόλυση χιλιάδων κληρικών από τη μοναρχία, μολονότι μια από τις παραδοσιακές βάσεις υποστήριξής της ήταν η συμμαχία με τον υπεραντιδραστικό κλήρο των Ουαχαβιτών. Η αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής, από τη Συρία και το Λίβανο μέχρι τη Μαυριτανία και την Αλγερία, αντικειμενικά θέτει το ζήτημα, αν ο στόχος της «επαναχάραξης του πολιτικού χάρτη» της Μέσης Ανατολής μπορεί να πραγματοποιηθεί με τα πολιτικά και οικονομικά μέσα που βρίσκονται που διαθέτει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός.

  1. O ιμπεριαλισμός προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη νίκη του στο Ιράκ προκειμένου να συντρίψει την παλαιστινιακή εθνική εξέγερση διαμέσου του λεγόμενου «οδικού χάρτη». Με τη συνεργασία της παλαιστινιακής ηγεσίας, ο «οδικός χάρτης» εννοείται ότι θα εγκαθιδρύσει, κατά μήκος ενός ισραηλινού κράτους με ένα στρατιωτικό συμπλήρωμα συμπεριλαμβανομένων πυρηνικών όπλων, ένα αποστρατιωτικοποιημένο «παλαιστινιακό κράτος» σε μια μικρή περιοχή της Γάζας και της Δυτικής Όχθης, χωρίς τον έλεγχο των συνόρων του και του εναέριου χώρου, αποτελούμενο από εννέα απομονωμένα μεταξύ τους και οικονομικά στραγγαλισμένα καντόνια, και περικυκλωμένα από τον ισραηλινό στρατό και τους σιωνιστικούς εποικισμούς. Ο «οδικός χάρτης», μια επινόηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, απορρίπτεται μαζικά από τον παλαιστινιακό πληθυσμό. Ο κύριος στόχος της εγκληματικής τρομοκρατικής εκστρατείας που εξαπολύεται από το Ισραήλ ενάντια στους Παλαιστινίους μαχητές είναι η συντριβή της αντίθεσης στον «οδικό χάρτη». Το σχέδιο του Μπους, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας είναι μια προσπάθεια να διασώσουν τον Σιωνισμό από την αποσύνθεση του, όχι μόνο λόγω της ανικανότητάς του να νικήσει αποφασιστικά τον παλαιστινιακό εθνικό αγώνα, αλλά επίσης σα συνέπεια της καπιταλιστικής κρίσης, η οποία αναγκάζει το Σιωνισμό να επιτίθεται με ένα ανελέητο τρόπο στις κοινωνικές κατακτήσεις και τους όρους ζωής των ίδιων των εβραϊκών μαζών. Με τον «οδικό χάρτη», ο ιμπεριαλισμός προσπαθεί να αποφύγει την πιθανότητα ενός ταυτόχρονου, ακόμα και συνδυασμένου αγώνα του παλαιστινιακού εθνικού απελευθερωτικού κινήματος και του ταξικού πολέμου των Εβραίων εργατών μέσα στο Ισραήλ.

  1. Ο πόλεμος ενάντια στο Ιράκ ήταν μόνο μια μάχη στον «απροσδιόριστο πόλεμο» που ξεκίνησε στο Κόσοβο, συνεχίστηκε στο Αφγανιστάν και βεβαίως δεν θα τελειώσει με την πτώση της Βαγδάτης. Αυτή η πολεμοκάπηλη τάση είναι η φρικαλέα έκφραση της συνδυασμένης έκρηξης όλων των αντιφάσεων του παγκόσμιου καπιταλισμού. Είναι η άμεση συνέπεια της αποτυχίας της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» να βρει διέξοδο από την παγκόσμια κρίση διαμέσου της απεριόριστης ανάπτυξης της χρηματιστικής κερδοσκοπίας, της κεφαλαιοκρατικής συγκεντροποίησης και συγκέντρωσης (εξαγορές και συγχωνεύσεις), την επαναποικιοποίηση των υπανάπτυκτων κρατών από το κεφάλαιο των ΗΠΑ (ιδιωτικοποιήσεις), τη διάλυση των κοινωνικών κατακτήσεων των εργατών όλων των χωρών (ελαστικές σχέσεις εργασίας) και την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία και την Κίνα. Όλες αυτές οι μεθόδοι έχουν αποτύχει: η χρηματιστική φούσκα εξερράγη και οι αγορές χρήματος έχουν υποστεί απώλειες ρεκόρ, οι εξαγορές και οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν αποτύχει, η καπιταλιστική παλινόρθωση στη Ρωσία και την Κίνα αντιμετωπίζει εκρηκτικές αντιφάσεις. Ο πόλεμος είναι μια προσπάθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να βρει μια διέξοδο από την ιστορική κρίση του καθεστώτος της εκμετάλλευσης διαμέσου της στρατιωτικής δύναμης, της κρατικής τρομοκρατίας και των σφαγών. Αλλά, με ένα αντιφατικό τρόπο, ο πόλεμος όξυνε όλες τις αντιφάσεις, πολιτικές και οικονομικές, του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μετά τον πόλεμο, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να υποφέρουν από την ίδια αποπληθωριστική τάση που εκδηλώνεται στη Γερμανία και η οποία έχει εξολοθρεύσει την Ιαπωνία για περισσότερο από μια δεκαετία. Η τάση προς την παγκόσμια οικονομική ύφεση έχει, κατά συνέπεια, δυναμώσει. Όλη η ανισορροπία της αμερικανικής οικονομίας (εμπορικό και δημοσιονομικό έλλειμμα, συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής, ισχυρή αύξηση των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών) και της παγκόσμιας οικονομίας έχουν επιδεινώσει την τάση που βρίσκει την έκφρασή της στην υποτίμηση του δολαρίου στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Oι εμπορικές συγκρούσεις έχουν οξυνθεί, ειδικά σε στρατηγικούς κλάδους όπως αυτόν της πολεμικής βιομηχανίας.  Η επιδείνωση της παγκόσμιας κρίσης μετά τον πόλεμο εξηγεί την αποτυχία της συνόδου του G 8 στο Εβιάν να εγκαθιδρύσουν μια διεθνή νομισματική και χρηματιστική συνεργασία ή μια βασική συμφωνία στον εμπορικό ανταγωνισμό. Tην ίδια στιγμή η σύνοδος του Εβιάν έκανε προφανές ότι η πολιτική όλων των ιμπεριαλιστικών κρατών είναι αυτή του πολέμου ενάντια στις μάζες και τους εκμεταλλευμένους λαούς, καθώς η μόνη συγκεκριμένη λύση που υιοθετήθηκε ήταν η δημιουργία ενός παγκόσμιου «αντι-τρομοκρατικού κέντρου δράσης» και η προώθηση της «μεταρρύθμισης» (διάβασε: «καταστροφής») των κοινωνικών ασφαλιστικών συστημάτων.

  1. O πόλεμος απέδειξε την ύπαρξη ισχυρών φυγόκεντρων τάσεων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες -όχι μόνο η Μεγάλη Βρετανία, η Ισπανία, η Ιταλία  και η Πορτογαλία, αλλά όλες οι πρόσφατα ενσωματωμένες στην Ε.Ε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.- έχουν συνταχθεί με τις ΗΠΑ ενάντια στη Γαλλία και τη Γερμανία. Αφ' ότου τέλειωσε ο πόλεμος, η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου, κάτω από την ανοιχτή αμερικανική πίεση, να «αναβάλλει (για μια απροσδιόριστη περίοδο) την υιοθέτηση της κοινής ευρωπαϊκής νομισματικής ισοτιμίας δείχνει καθαρά το στρατηγικό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής διάστασης. Όλοι οι δείκτες δείχνουν ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια βιομηχανική κρίση και κάμψη. Αλλά το βασικό πράγμα είναι ότι οι θεσμοί, τους οποίους είχε δημιουργήσει η  Ευρώπη για τη  ενότητά της (το «σύμφωνο σταθερότητας», το κοινό νόμισμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) της επιβάλλουν μια πολιτική «λιτότητας» που επιδεινώνει όλες τις τάσεις προς την πτώση και την υποτίμηση. Η παραίτηση της Γερμανίας από τα κριτήρια του προϋπολογισμού που εγκαθιδρύθηκαν με το «σύμφωνο σταθερότητας» είναι άλλη μια εκδήλωση αυτών των φυγόκεντρων τάσεων. Η ευρωπαϊκή διάσταση έχει επαναφέρει για άλλη μια φορά τα σχέδια για τη δημιουργία ενός «σκληρού πυρήνα» της ένωσης (Γαλλία, Γερμανία, Μπενελούξ) και μια «Ευρώπη διαφορετικών ταχυτήτων», η οποία ισοδυναμεί με το ξεκίνημα της αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της τάσης προς την αποσύνθεση ολόκληρου του φάσματος των διεθνών σχέσεων (την αντίθεση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, την κρίση του ΟΗΕ, το αδιέξοδο των εμπορικών διαπραγματεύσεων). Σ’ αυτό το περιεχόμενο της κρίσης, οι ευρωπαϊκές μπουρζουαζίες αναζητούν ένα διέξοδο μέσω μιας γενικευμένης επίθεσης στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης: συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, συστήματα υγείας και εκπαίδευσης.  Αυτή προσπάθεια έχει βρει σθεναρή αντίσταση από τους εργάτες, ειδικά στη Γαλλία και την Αυστρία, όπου γενικές απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις ενάντια  στις «μεταρρυθμίσεις» έχουν λάβει χώρα. Αυτές οι διαδηλώσεις έχουν φέρει στο φως δυο από τα κεντρικά στοιχεία της παγκόσμιας πολιτικής κατάστασης: πρώτον, την καθαρή προδιάθεση των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών να ξεπουλήσουν τις βασικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Δεύτερο, την τάση των μαζών, στον κοινωνικό τους αγώνα να πάνε πέρα από τα όρια που τίθενται από τις ηγεσίες τους.

  1. Δυο βασικές πολιτικές τάσεις αντιπαρατίθενται στη Λατινική Αμερική: η πρώτη είναι η τάση προς τη λαϊκή εξέγερση ενάντια στην οικονομική και πολιτική γραφειοκρατία των καθεστώτων της ηπείρου. Η δεύτερη είναι η προσπάθεια να τη στραγγαλίσουν με τα μέσα μιας ψευτο-δημοκρατικής δημαγωγίας. Η κινητήρια δύναμη της πρώτης είναι οι εργάτες, εργαζόμενοι και άνεργοι, οι φτωχοί αγρότες και η εκμεταλλευόμενη νεολαία. Η κινητήρια δύναμη της δεύτερης είναι ο ιμπεριαλισμός και οι τοπικοί εκμεταλλευτές, αλλά το εξωτερικό τους προσωπείο είναι οι κεντροαριστεροί, όπως ο Λούλα στη Βραζιλία, και σε μικρότερη έκταση ο Κίρχνερ στην Αργεντινή. Η ογκούμενη λαϊκή εξέγερση στο Περού, οι φόβοι για μια νέα εξέγερση στη Βολιβία, και η συνέχεια της πολιτικής διαδικασίας που άνοιξε στην Αργεντινή από τη λαϊκή εξέγερση της 19ης και 20ης Δεκέμβρη [2001], την οποία η νίκη του Κίρχνερ δεν έχει με καμιά έννοια τελειώσει, προφανώς δείχνουν ότι η τάση των εκμεταλλευμένων να ξεπεράσουν, μέσω της άμεσης δράσης, την κατάρρευση των καθεστώτων της Λατινική Αμερικής, παραμένει εν ενεργεία. Ο ίδιος ο ΟΑS (Οργανισμός των Αμερικανικών Κρατών), στην τελευταία του συνάντηση επιβεβαίωσε αυτή την εκτίμηση, όταν δήλωσε ότι «η δυνατότητα διακυβέρνησης δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί όπως σήμερα». Η κυβέρνηση του Λούλα αντιπροσωπεύει την πιο σημαντική προσπάθεια χρησιμοποίησης δημοκρατικών μεθόδων ενάντια στη λαϊκή εξέγερση. Ο βραζιλιάνος κεντροαριστερός ηγέτης προσπαθεί να αποφύγει την οικονομική χρεοκοπία διαμέσου μιας στενής συνεργασίας με το μεγάλο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, όπως φάνηκε με την ευσυνείδητη προσαρμογή του στις συμφωνίες με το ΔΝΤ, την προώθηση της αυτονομίας της Κεντρικής Τράπεζας (δηλ. την πλήρη εξάρτησή του από τους τραπεζίτες) και την υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων και ενάντια στους εργάτες μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών ταμείων. Αυτός ο προσανατολισμός αρχίζει να δείχνει τα πρώτα συμπτώματα της κρίσης με το βάθεμα της υποτίμησης και την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής (που έχει οδηγήσει σε μια μαζική κριτική από την μπουρζουαζία, μέσα και έξω από την κυβέρνηση)  και τα πρώτα σημάδια της αντιπολίτευσης της εργατικής τάξης στην πολιτική των επιθέσεων ενάντια στις ιστορικές της κατακτήσεις.

Σ’ αυτόν τον αγώνα της ενάντια στη λαϊκή εξέγερση, η δημοκρατία δεν διστάζει να προσφύγει σε μεθόδους εμφυλίου πολέμου ακόμα και διεθνών επεμβάσεων. Όλοι οι δημοκρατικοί πρόεδροι της Λατινικής Αμερικής, και πάνω απ’ όλους οι αριστεροί Λούλα, Λάγκο και Γκουτιέρεζ έχουν υποστηρίξει το κάλεσμα του δεξιού Ουρίμπε για επέμβαση του ΟΗΕ στην κολομβιανή κρίση. Η «συμφωνία του Κούζκο », που εγκρίνεται από αυτούς τους δημοκράτες, καλεί για επέμβαση του ΟΗΕ στην Κολομβία προκειμένου να επιβάλλει το μονόπλευρο αφοπλισμό των ανταρτών. Εξάλλου το σχέδιο καλεί τον ΟΗΕ να απεργαστεί «άλλους μεθόδους», δηλαδή άμεση στρατιωτική επέμβαση.

  1. O πόλεμος γέννησε ένα από τα πιο δυνατά διεθνή μαζικά κινήματα των τελευταίων δεκαετιών: το αντιπολεμικό κίνημα. Τα εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο που κατέλαβαν τους δρόμους, πολλοί από αυτούς στην πρώτη τους εμπειρία αγώνα, έχουν δείξει συγκεκριμένα πως η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών αντιφάσεων γέννησε μια διεθνοποίηση της λαϊκής αντίδρασης ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Το αντιπολεμικό κίνημα εν μέρει ενσωμάτωσε και εν μέρει ξεπέρασε το αντι-παγκοσμιοποιητικό κίνημα, όχι μόνο χάρη στον αριθμό των διαδηλωτών, αλλά επίσης γιατί πήγε πέρα του προπαγανδιστικού χαρακτήρα των αντι-παγκοσμιοποιητικών διαδηλώσεων, χρησιμοποιώντας άμεση δράση με συγκεκριμένο στόχο τον άξονα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, τον πόλεμο. Δυο στοιχεία του κινήματος ενάντια στον πόλεμο δείχνουν ότι συνιστά μια ιδιαίτερη εκδήλωση της τάσης προς τη λαϊκή εξέγερση, της οποίας ο χαρακτήρας είναι διεθνής. Το πρώτο είναι ότι οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο πραγματοποιήθηκαν στις χώρες, των οποίων οι κυβερνήσεις υποστήριξαν τον πόλεμο και σε εκείνες τις χώρες, όπου η αποκήρυξη του πολέμου συγχωνεύτηκε με κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες των εκμεταλλευμένων. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το κίνημα αναπτύχθηκε παρ' όλη την ανοιχτή και ρητή αντιπολίτευση της δεξιάς  πτέρυγας του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος, που αντιπροσωπεύεται από την Α ttac και τον Μπερνάρντ Κασέν, οι οποίοι χαρακτήρισαν τον αντιπολεμικό κίνημα σαν «ένα λάθος». Όλοι αυτά τα στοιχεία μετέτρεψαν το κίνημα ενάντια στον πόλεμο σε ένα παντοδύναμο πολιτικό παράγοντα, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία, την Ισπανία ή την Ιταλία, αλλά σε ολόκληρη την παγκόσμια πολιτική αρένα. Το κίνημα  έχει υποχωρήσει με το τέλος του πολέμου, εν μέρει λόγω της σύγχυσης που δημιουργήθηκε από την αμερικανική νίκη, αλλά κυρίως  λόγω του ρόλου των πασιφιστικών και κεντροαριστερών ηγεσιών, που επιβεβαίωσαν ότι «τελείωσε». Όλο αυτό, όμως, δεν αλλάζει την ποιοτική σημασία του σαν μια εκδήλωση της τάσης προς τη λαϊκή εξέγερση, επίσης παρούσα στην Ευρώπη, ή την υπάρχουσα δυναμική του, την οποία οι νέες επιθέσεις που σχεδιάζει ο ιμπεριαλισμός θα κάνουν σύντομα φανερή .

  1. Ποια είναι η στάση της διεθνούς αριστεράς, ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής μπροστά σε αυτή την παγκόσμια κατάσταση γεμάτη από επαναστατικές δυνατότητες; Μια εμφανώς αντεπαναστατική στάση. Το μοντέλο της είναι το βραζιλιάνικο PT , δηλαδή η ενσωμάτωση στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, στο χρηματιστικό κεφάλαιο, με το σκοπό να σπάσει τη λαϊκή εξέγερση που, όπως φαίνεται όχι μόνο στο αντιπολεμικό κίνημα αλλά επίσης και στη τάση των Γάλλων απεργών να πάνε πέρα από τις ηγεσίες τους, είναι επίσης παρούσα στην Ευρώπη. Αυτή είναι η σημασία των προσπαθειών της «Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» ( SWP , CWI , LCR , Rifondazione Comunista ) να εγκαθιδρύσουν μια κοινή πολιτική πλατφόρμα δράσης. Η πιο δεξιά και αντιδραστική εκδήλωση αυτής της τάσης της αριστεράς να ενσωματώσει τον εαυτό της στην καπιταλιστική πλευρά είναι αυτοαποκαλούμενη Ενιαία Γραμματεία της Τέταρτης Διεθνούς, της οποίας το βραζιλιάνικο τμήμα συμμετέχει στην κυβέρνηση Λούλα και χωρίς όρους υποστηρίζει τη φιλοϊμπεριαλιστική και αντεργατική πολιτική του. Στο πρόσφατο 15ο Συνέδριό της η Ενιαία Γραμματεία κάλεσε για τη μορφοποίηση  μιας «Νέας Διεθνούς», η οποία «θα είναι πολύ διαφορετική από τους πέντε προκατόχους της» και στην οποία η Ενιαία Γραμματεία θα συμμετάσχει, καθώς «δεν είναι πια το κόμμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, ούτε ο πυρήνας ενός τέτοιου κόμματος στο μέλλον». Με τους πιο καθαρούς και απροσχημάτιστους όρους, η Ενιαία Γραμματεία όχι μόνο αποκηρύσσει  το ρόλο του παγκόσμιου κόμματος για να διαλύσει τον εαυτό της στον κινηματισμό, αλλά πάνω από όλα αποκηρύσσει de jure ( de facto , δηλαδή στην πράξη, το έχει κάνει από καιρό τώρα) την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Με άλλα λόγια, δηλώνει σε μια ρητή και συνειδητή μορφή ότι είναι ένα στήριγμα της παρούσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Σαν υπερασπιστής μιας κοινωνικής τάξης που απειλεί την ανθρωπότητα με την καταστροφή του πολιτισμού και μια ανεπανάληπτη οπισθοδρόμηση των συνθηκών ζωής, η Ενιαία Γραμματεία ενθαρρύνει τη βαρβαρότητα, όταν αντιπαραθέτει τον «ενστικτώδη αντι-καπιταλισμό» στο συνειδητό  πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, για τον απλό λόγο ότι η ιστορία της ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού είναι η ιστορία της επώδυνης πάλης να ξεπεράσουμε το ένστικτο με τα μέσα της επιστημονικής γνώσης. Το 15ο Συνέδριο δείχνει το συνειδητά αντεπαναστατικό χαρακτήρα της λεγόμενης Ενιαίας Γραμματείας.

  1.   H παρόξυνση των καπιταλιστικών αντιφάσεων, εκφράζοντας το παρόν κοινωνικό καθεστώς στην αυτό-αποσύνθεσή του, η παρόξυνση της εθνικής καταπίεσης και των επιθέσεων ενάντια στις μάζες, οι κρίσεις και η τάση των μαζών προς την ανταρσία, δηλαδή στο να αντιμετωπίζουν τον καπιταλισμό με τα μέσα της άμεσης δράσης, να ξεπερνούν τις ύπουλες ηγεσίες και ανασυγκροτούνται  γύρω από νέους πολιτικούς άξονες, προφανώς δείχνει τις τεράστιες επαναστατικές δυνατότητες της παρούσας παγκόσμιας κατάστασης. Προκειμένου να αναπτυχθούν αυτές οι δυνατότητες, ένα πρόγραμμα και μια οργάνωση απαιτούνται  που από τη φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται, πρέπει να είναι επαναστατική και διεθνής. Ολόκληρη η παγκόσμια κατάσταση και η επιδείνωση των συνθηκών ζωής των μαζών θέτουν σαν μια αντικειμενική αναγκαιότητα τη δημιουργία μιας Διεθνούς ικανής να εκπληρώσει συνειδητά το ρόλο του παγκόσμιου κόμματος της σοσιαλιστικής επανάστασης: την επανίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

08/09/2003