Το
ΠΟΛΙΤΙΚΟ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει
ένα άρθρο του συνεργάτη μας Γιώργου
Χλωρού για
το Κυπριακό και στην κατάσταση που
βρίσκεται σήμερα και στη στάση της
Αριστεράς πριν και μετά το
Δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν.
Σαν
ένα παλιό και εγκαταλελειμμένο
ναρκοπέδιο στην πράσινη γραμμή, μέσα
στο οποίο πέφτουν οι ρακένδυτοι και
εξαθλιωμένοι μετανάστες που
αναζητούν μία καλύτερη τύχη στον “επίγειο
παράδεισο” της Κυπριακής
Δημοκρατίας, και έκπληκτοι,
κομματιάζονται, μοιάζει το ξαφνικό
άνοιγμα του Κυπριακού για το σύνολο
της ελληνικής αριστεράς.
Παλιό,
γιατί παραμένει άλυτο σαν θέμα
ιδεολογικό και πολιτικό εδώ και
τέσσερις- πέντε δεκαετίες.
Εγκαταλελειμμένο, γιατί παρά τα
ποικιλώνυμα “Δεν ξεχνώ”, είχε
θαφτεί από το σύνολο της αριστεράς
για διαφόρους λόγους, αλλά
ακολουθώντας την συνολικότερη λήθη
της επίσημης πολιτικής. Και
ναρκοπέδιο που εξερράγη, διότι
πραγματικά σημειώθηκαν απίστευτης
έντασης αντιπαραθέσεις και
κλυδωνισμοί στο εσωτερικό της
αριστεράς ίσως και μεγαλύτερης
οξύτητας σε σχέση με την υπόλοιπη
πολιτική σκηνή, κάνοντας οργανώσεις
και συμμαχίες να διχάζονται σοβαρά.
Και το κυριότερο: Το θέμα δεν έκλεισε
μετά το βροντερό όχι του κυπριακού
λαού, καθώς είναι σίγουρο ότι, όσο
πλησιάζουμε στον Δεκέμβριο και στην
επίσημη απόδοση ημερομηνίας ένταξης
της Τουρκίας στην Ε.Ε. το θέμα θα
συνεχίσει να παίζει έναν κυρίαρχο
ρόλο στην τρέχουσα πολιτική
επικαιρότητα.
Από μία άποψη, χρωστάμε μία πολύ
μεγάλη χάρη στο ζήτημα αυτό γιατί
έθεσε “υπό τον τύπο των ήλων”, και
σε μία αμείλιχτη κριτική με
χαρακτήρα γενικής πρόβας, το σύνολο
των διαφορετικών και αποκλινουσών
στρατηγικών των οργανώσεων και των
κομμάτων της αριστεράς και της
εργατικής τάξης. Χοντρικά
καταγράφηκαν τρία μεγάλα στρατόπεδα
τα οποία με διάφορες παραλλαγές
διαφορετικής υφής και ποιότητας,
τοποθετήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο, στην ουσία όχι μόνο για το
Κυπριακό καθεαυτό, αλλά και για το
σύνολο της στάσης τους απέναντι σε
ιμπεριαλισμό/καπιταλισμό. Στο
στρατόπεδο του “ναι” και
ανεξάρτητα από τις επί μέρους
ποιοτικές διαφορές, βρέθηκε η
πλειοψηφία της ηγεσίας (αλλά όχι και
της βάσης αν δεχτούμε τα σχετικά
γκάλοπ που έγιναν στους ψηφοφόρους
των κομμάτων) του Συνασπισμού. Μέσα
από το άκριτο φιλο-ευρωπαϊσμού τους,
ανακήρυξαν το σχέδιο Ανάν ως τον
μόνο δρόμο για την επίλυση του
Κυπριακού. Άλλοι το έκαναν από φιλο-Ε.Ε.
σκοπιά με την λογική, ότι υπό την
αιγίδα της Ε.Ε., οι όποιες
παρεκκλίσεις από το “κοινοτικό
κεκτημένο” θα αμβλύνονταν (που ήταν
και το κυρίαρχο επιχείρημα της
ηγεσίας του ΣΥΝ), άλλοι από σκοπιά
εθνικιστική όπως αυτοί που
προσυπέγραφαν το κείμενο για την «προώθηση
των εθνικών ζητημάτων μας, που
ταλαιπωρήθηκαν από τους τυχοδιώκτες
εθνικιστές το 1974» (Λ. Κύρκος κ.α.) και
άλλοι επειδή, όντως πίστευαν ότι
εισάκουγαν τις επικλήσεις της
τουρκοκυπριακής αριστεράς που για
λόγους απόλυτα κατανοητούς,
εξηγήσιμους (αλλά όχι αποδεκτούς),
πάλευε για την υποστήριξη του
σχεδίου. Στην τελευταία αυτή λογική
μπορούμε να εντάξουμε και την
πλειοψηφία της ΑΚΟΑ (εντός της
οποίας υπήρχαν και απόψεις πολύ
διαφορετικές τόσο για το “ναι” όσο
και για το “όχι”, σε σημείο που, εάν
έκοβες την ΕΠΟΧΗ σε κομμάτια,
δύσκολα θα καταλάβαινες ότι όλα αυτά
τα διαφορετικά άρθρα υπέρ και κατά,
ανήκαν σε συντρόφους που γράφουν στο
ίδιο έντυπο, και ανήκουν στην ίδια
οργάνωση). Σε μια παραπλήσια λογική η
τοποθέτηση των οπαδών της Ενιαίας
Γραμματείας στην ΟΚΔΕ-Σπάρτακος
αλλά και του Δικτύου, που ενώ
θωρούσαν ότι ο εθνικισμός είναι το
προϊόν των ιμπεριαλιστικών και
ρατσιστικών παρεμβάσεων των μεγάλων
δυνάμεων στην περιοχή και πρέπει να
καταπολεμηθεί, θεώρησαν ότι ο
καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό
είναι… να υποστηρίξεις ένα
ιμπεριαλιστικό και ρατσιστικό
σχέδιο, όπως το σχέδιο Ανάν. Το
σημαντικότερο επιχείρημα όλων αυτών
ήταν ότι το “ναι” το ζητάει ο
τουρκοκυπριακός λαός στην
πλειοψηφία του και η τουρκοκυπριακή
αριστερά σχεδόν στο σύνολό της. Αλλά
εδώ υπάρχουν πολλά ερωτήματα: Αν
βρισκόμασταν στην Βόρεια Κύπρο και
ήμασταν αριστεροί, τι θα έπρεπε να
πούμε; Ότι σαν διεθνιστές θα πρέπει
να πούμε “όχι” επειδή αυτό ζητάει η
ελληνοκυπριακή αριστερά; Μπορούμε
να έχουμε άποψη για ένα σημαντικό
διεθνές και διεθνιστικό πρόβλημα εξ’
αντανακλάσεως; Αναμφίβολα ο
τουρκοκυπριακός λαός, βρέθηκε
μεταξύ σφύρας και Άκμονος. Από τη μία
το φιλο-κεμαλικό καθεστώς των
εθνικιστών του Ντενκτάς και από την
άλλη η προσέγγιση με την Ε.Ε. υπό την
πατερναλιστική ηγεμονία των
ισλαμιστών του Ερντογάν που άλλαξε
την παραδοσιακή πολιτική του
Τουρκικού κράτους, με αρκετούς
κλυδωνισμούς. Απέναντι στην φτώχεια
και την μιζέρια των αποκλεισμένων
κατεχόμενων, τους προσφέρθηκε ένα
ευρωπαϊκό διαβατήριο υπό
προϋποθέσεις και αυτό σταδιακά, με
πάρα πολλά αγκάθια: Από την συνέχεια
της παρουσίας των ξένων
στρατευμάτων έως την μη επίλυση του
προσφυγικού προβλήματος που αφορά
ένα μεγάλο κομμάτι τουρκοκυπρίων
που εκδιώχτηκαν από τον νότο. Και από
την συνέχιση του καθεστώτος των
εγγυητριών δυνάμεων έως την
συνέχεια της γκετοποίησής τους μέσω
της δικοινοτικότητας. Πολλοί
άλλωστε εκτιμούν ότι οι
τουρκοκύπριοι, κυρίως ενδιαφέρονταν
για να πάρουν το ευρωπαϊκό
διαβατήριο με σκοπό την άμεση
μετανάστευσή τους σε άλλη χώρα της Ε.Ε.
Η κοινή πάλη εξάλλου
ελληνοκυπριακών και
τουρκοκυπριακών συνδικάτων
προϋπήρχε του σχεδίου και θέτει ως
βασικό της άξονα την ελευθερία
διακίνησης κάτι που δυσκολεύεται
από το σχέδιο Ανάν. Από που και ως που
λοιπόν διεθνιστικό το “ναι” στο
σχέδιο; Και από που και ως που ταξικό;
Μα ακόμη και από την σκοπιά της
εθνικής αυτοδιάθεσης να κρίναμε τα
πράγματα, και μόνο το ότι, οι
ιμπεριαλιστικές δυνάμεις
αποφάσισαν να προωθήσουν με απειλές
ένα τέτοιο σχέδιο με τόσο ασφυκτικά
χρονοδιαγράμματα θα ήταν επαρκής
λόγω απόρριψης.
Όμως οι προαναφερόμενες δυνάμεις
έχουν από καιρό αποσυνδέσει τον
φραστικό “αντικαπιταλισμό” τους
από την πάλη ενάντια στην ανώτερη
μορφή του , τον ιμπεριαλισμό. Στο
δεύτερο στρατόπεδο, αυτό ενός ρηχού
“αντι-ιμπεριαλιστικού όχι”,
περίσσεψε η εθνικοπατριωτική
ανάταση. Από την μειοψηφία του ΣΥΝ (γύρω
από το Αριστερό Ρεύμα του Αλ.
Αλαβάνου), που κατηγορούσε το σχέδιο,
για καταστρατήγηση του Ευρωπαϊκού
κεκτημένου (ξεχνώντας ότι αυτό το “κεκτημένο”
πλέον η Ε.Ε. και οι Ευρωπαίοι
ιμπεριαλιστές θα το παραβιάζουν από
την Βαλέτα της Μάλτας έως το Ταλίν
της Εσθονίας, βάζοντας τα νέα
προβληματικά κράτη στην Ε.Ε.) έως τις
επικλήσεις του ΚΚΕ στα ψηφίσματα του
ΟΗΕ. Όμως ο ΟΗΕ δεν καθόρισε το
πλαίσιο, το 1977, για την “δικοινοτικη-διζωνική
ομοσπονδία” που νομιμοποίησε την
βίαιη ανταλλαγή πληθυσμών ελληνο-κυπρίων
και τουρκο-κυπρίων; Ο Ανάν ως
εντολοδόχος του ΟΗΕ δεν λειτούργησε;
Ο ΟΗΕ δεν επόπτευε το δημοψήφισμα;
Και εν τέλει, έχει πάψει ο ΟΗΕ να
είναι ένας ιμπεριαλιστικός
οργανισμός; Ο αντι-ιμπεριαλισμός
αυτού του είδους, είναι λοιπόν και
ρηχός αλλά και εθνοκεντρικός, διότι
μίλαγε από την σκοπιά των εθνικών
δικαιωμάτων.
Πολύ
πιο έκδηλο ήταν αυτό σε τμήμα των
σταλινο-μαοϊκών οργανώσεων όπως η
ΚΟΕ (που τα έσπασε με τον ΣΥΡΙΖΑ για
να κατεβάσει (;) ένα αντι-ιμπεριαλιστικό
ψηφοδέλτιο ίσως με το ΔΗΚΚΙ το Άρδην
του Καραμπελιά κ.α.) ή και του ΜΛ-ΚΚΕ.
Βασικό γνώρισμα αυτής της άποψης
είναι η υπερτόνιση του άλυτου
εθνικού προβλήματος (που είναι σαφώς
υπαρκτό σε όλα τα Βαλκάνια) αλλά και
η αποφυγή μιας λύσης σε διεθνιστική
και ταξική βάση από τα κάτω, που θα
υπερβαίνει τους αστούς
πολιτικάντηδες που το παζαρεύουν σε
Αθήνα και Λευκωσία. Άλλωστε τα
τμήματα της αστικής τάξης που
ιδιαίτερα στην Λευκωσία
αντιτάσσονται στο σχέδιο Ανάν, με
επικεφαλής τον πρόεδρο Παπαδόπουλο,
το κάνουν μόνο και μόνο επειδή
αναζητούν μια ένταξη με καλύτερους
όρους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό
σύστημα (π.χ. αίτημα αιχμής του
Παπαδόπουλου, η παραπέρα ελευθερία
στην διακίνηση κεφαλαίων που οδηγεί
με μαθηματική ακρίβεια στην
αποικιοποίηση της Βόρειας Κύπρου
από το ελληνο-κυπριακό κεφάλαιο).
Όμως οι σύντροφοι που είναι έτοιμοι
να αναγορεύσουν τον Τάσσο
Παπαδόπουλο σε νέο… Νάσερ ή έστω
Μακάριο, (όπως ακόμη και σε άρθρα του
ΠΡΙΝ φάνηκε αυτό), ξεχνούν ότι πολύ
απλά δεν υπάρχει τέτοια εθνική
αστική αντι-ιμπεριαλιστική τάξη,
ούτε στην Κύπρο αλλά και πουθενά στα
Βαλκάνια. Αυτές οι αστικές τάξεις,
ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή και τον
Τρίτο Κόσμο, ήταν προϊόν της
εποχής του αντι-αποικιακού αγώνα
στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Στην
τωρινή φάση του ιμπεριαλισμού που
χαρακτηρίζεται από την
χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση,
όλες έχουν ενταχθεί σ’ αυτόν παρά
τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους
και τον διαφορετικό ρυθμό
ενσωμάτωσής τους. Για μία ακόμη φορά
στα Βαλκάνια αποδεικνύεται η φράση
του Τρότσκι ότι δεν μπορείς να
παλεύεις τον ιμπεριαλισμό χωρίς να
είσαι διεθνιστής και δεν μπορείς να
είσαι διεθνιστής χωρίς να παλεύεις
τον ιμπεριαλισμό. Ο διαχωρισμός
είναι καταστροφικός από την σκοπιά
της υπόθεσης της εργατικής
σοσιαλιστικής επαναστατικής
διεξόδου και οδηγεί είτε σε
εθνικιστικές περιχαρακώσεις είτε -το
πιο συνηθισμένο στις μέρες μας- σε
δεσμεύσεις με τον ιμπεριαλισμό.
Στο
τρίτο στρατόπεδο, αυτό ενός καθαρού
διεθνιστικού όχι, βρέθηκαν οι
δυνάμεις του ΜΕΡΑ (στο οποίο μετέχει
το ΕΕΚ) αλλά και άλλες οργανώσεις
όπως το ΣΕΚ, η ΔΕΑ η ΟΚΔΕ-Εργατική
Πάλη, αλλά και τμήμα του αναρχικού
χώρου. Παρόλες τις επιμέρους (σημαντικές)
διαφορές τους δεν ξεχώρισαν το
καθήκον της αντι-ιμπεριαλιστικής
πάλης από αυτό ενός γνήσιου
διεθνιστικού καλέσματος για
επαναπροσέγγιση από τα κάτω των δύο
λαών, στις δύο όχθες του Αιγαίου. Εις
ότι αφορά εμάς, το ΕΕΚ πάλεψε και
παλεύει για ένα στρατηγικό
προσανατολισμό του εργατικού
κινήματος, στα Βαλκάνια και στην
ευρύτερη περιοχή στην προοπτική της
Βαλκανικής Σοσιαλιστικής
Ομοσπονδίας, ήδη από την εποχή της
συγκρότησης του Βαλκανικού
Σοσιαλιστικού Κέντρου “Κριστιάν
Ρακόφσκυ”. Σε αυτή την βάση πάνω
υποστήριξε από κοινού με τους
Τούρκους συντρόφους μας, τόσο το
διεθνιστικό “όχι”, στο σχέδιο Ανάν,
όσο και την αυτο-άμυνα του
τουρκοκυπριακού λαού απέναντι στις
φασιστικές ορδές των γκρίζων λύκων
που έδρασαν στο νησί, παρά την
τοποθέτησή μας ενάντια στην απόφασή
του να στηρίξει το “ναι”.
Δεν
βλέπουμε καμία αντίφαση σε αυτό
καθώς το θεωρούμε ως το ελάχιστο
διεθνιστικό μας καθήκον. Κατά τον
ίδιο τρόπο που είμαστε ενάντια στις
ηγεσίες των Μπαρζάνι και Ταλαμπάνι
που συντάχτηκαν στρατιωτικά και
πολιτικά με τους ιμπεριαλιστες στο
Ιράκ, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζουμε
τα δικαιώματα των Κούρδων του Ιράκ,
τους οποίους και καλούμε σε κοινή
πάλη εναντίον στον ιμπεριαλισμό.
Μόνο αθεράπευτα δογματικοί,
συντάσσονται με τον ένα ή τον άλλο
πόλο της ιμπεριαλιστικής και
εθνικιστικής διαμάχης. Ιδιαίτερα σε
ότι αφορά την Κύπρο, παλεύουμε για τη
συνέχιση της πάλης των εργατικών και
αριστερών οργανώσεων για
επαναπροσέγγιση από τα κάτω, των δύο
κοινοτήτων με την συγκρότηση κοινών
συνδικαλιστικών και πολιτικών
οργανώσεων του εργατικού κινήματος.
Άμεσοι άξονες πάλης είναι η
κατάργηση όλων των περιορισμών στην
ελευθερία διακίνησης ανθρώπων, και η
άμεση επιστροφή όλων των προσφύγων
πίσω στα σπίτια τους. Το άμεσο ξήλωμα
όλων των βρετανικών βάσεων και όλων
των ξένων στρατών (ελλαδικού,
τουρκικού, ΟΗΕ). Η απαλλοτρίωση όλη
της περιουσίας της εκκλησίας και η
άμεση απόδοσή της σε πρόσφυγες και
φτωχούς εργάτες και αγρότες. Η
κατάργηση του καθεστώτος των
εγγυητριών δυνάμεων Ελλάδας,
Τουρκίας, Αγγλίας. Η διάλυση όλων των
παρακρατικών μηχανισμών, της ελληνο-κυπριακής
αστυνομίας που στελεχώθηκε από
πρώην ΕΟΚΑΒήτες, και των Γκρίζων
Λύκων. Η εθνικοποίηση του ντόπιου
και ξένου χρηματιστηριακού,
τραπεζικού, εφοπλιστικού και
βιομηχανικού κεφαλαίου. Για την
εξουσία των εργατικών συμβουλίων
μέσα στα οποία όλες οι εθνότητες θα
αντιπροσωπεύονται και τα δικαιώματά
τους θα γίνουν σεβαστά. Για μια
ενιαία σοσιαλιστική Κύπρο σε μια
βαλκανική σοσιαλιστική ομοσπονδία.
Γ.
Χ.
Υ.Γ.
Θα ήταν ίσως παράλειψη να μην
αναφερθούμε και σε ένα μικρότερο
τέταρτο στρατόπεδο αυτών των
δυνάμεων που δεν πήραν ανοιχτά θέση
στο σχέδιο Ανάν. Από ένα τμήμα
αναρχικών που δογματικά
προσκολλημένοι στην αντι-εκλογική
τους πρακτική καλούσαν σε άκυρο-αποχή
(παρόλο που δεν συμφωνούσαν με το