Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

       Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Διεθνή

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


Αδικο κρίνεται το σχέδιο Ανάν σε ποσοστό 91,5% στην Κύπρο και 69,3% στην Ελλάδα

 

 

ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Τα αποτελέσματα του ναυαγίου των διαπραγματεύσεων στη Λουκέρνη και κυρίως του ελληνικού «όχι» πρέπει, οπωσδήποτε, να απασχολήσουν πολύ σοβαρά την αντιιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και επαναστατική Αριστερά στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Μερικά πρώτα συμπεράσματα μόνο, μπορεί να βγούν, λίγες μέρες μετά την Τετάρτη 31 Μαρτίου, στηριγμένα αποκλειστικά στις (αντιφατικές) δημοσιογραφικές πληροφορίες. Για την επαναστατική Αριστερά, η ερμηνεία του αντιφατικού «όχι» της ελληνικής και ελληνοκυπριακής αστικής τάξης, πρέπει να έχει σαν κριτήριο τα ταξικά συμφέροντα και τις πολιτικές επιδιώξεις των κοινωνικών δυνάμεων σε κάθε «εμπλεκόμενο παίκτη» του Κυπριακού. Στο πρόβλημα εμπλέκονται τρία «ζευγάρια» αστικών δυνάμεων και ένας τέταρτος, «ανεξάρτητος» παράγοντας: τα αντιφατικά διεθνιστικά, αντιιμπεριαλιστικά και αντικαπιταλιστικά συμφέροντα των εργατικών τάξεων και λαών σε Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο.

Δεσπόζουσα θέση έχουν η ενότητα και ο ανταγωνισμός της αμερικανοβρετανικής συμμαχίας από τη μια πλευρά και του γαλλογερμανικού ευρωπαϊκού άξονα από την άλλη. Αποφασιστικό ρόλο έχει ο ηγεμονευόμενος ανταγωνισμός και η συνεργασία των δυο «μικρών» αστικών τάξεων της Κύπρου, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκοκυπριακής. Η καθοριστική πλευρά βρίσκεται στον ανταγωνισμό και τη συνεργασία των δυο «μεσαίων» παικτών, του «μεσαίου» ελληνικού και τουρκικού ιμπεριαλισμού. Για να κατανοηθούν οι εξελίξεις στο «κυπριακό πρόβλημα», απαιτείται να ξαναθυμηθούμε τις βασικές επιδιώξεις του σχεδίου Ανάν που δεν άλλαξαν παρά σε δευτερεύουσες πλευρές, σε όλη την πορεία των διαπραγματεύσεων καθώς και τις βασικές πτυχές του κυπριακού «εθνικού προβλήματος», στο φόντο των γενικότερων εξελίξεων της καπιταλιστικής διεθνοποίησης - της «παγκοσμιοποίησης» και των νεο-ιμπεριαλιστικών πολέμων «κατά της τρομοκρατίας».

Το πρώτο, εξαιρετικά αντιδραστικό και ποιοτικό στοιχείο του ήταν η επιβολή ενός ιδιόμορφου προτεκτοράτου υπό διεθνή, ιμπεριαλιστική κηδεμονία και στρατούς κατοχής. Το ανώτατο πολιτικό όργανο, το οποίο δεν άλλαξε, ούτε τροποποιήθηκε σε κανένα σχέδιο - τουλάχιστον με τα δεδομένα - είναι ένα επιδιαιτητικό Δικαστήριο, πάνω από κάθε άλλο θεσμό (Βουλή, Γερουσία, Πρόεδρο και Αντιπροέδρους), αποτελούμενο από τρεις Ελληνοκύπριους, τρεις Τουρκοκύπριους και τρεις, διορισμένους από τον ΟΗΕ, εκπροσώπους των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίοι θα είχαν τον αποφασιστικό ρόλο. (Είναι χαρακτηριστικό, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ίδιας δομής με την αποικιοκρατική διοίκηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, όταν το 1878 η Κύπρος «πουλήθηκε» από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως αποικία). Πέρα από την παραμονή του τουρκικού και ελληνικού στρατού, επιβάλλεται ξανά μια διεθνής στρατιωτική δύναμη υπό τον ΟΗΕ, ενώ δεν θίγεται καθόλου η κυριαρχική παρουσία των βρετανικών βάσεων. Αυτές εντάσσονται, τώρα, στους νέους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς της αμερικανοβρετανικής συμμαχίας για την «ευρεία Μέση Ανατολή που φλέγεται. Η πρόταση για το προτεκτοράτο, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τους αστούς υποστηρικτές του σημερινού «όχι».

Το δεύτερο κύριο στοιχείο των σχεδίων Ανάν ήταν η επιμονή στον απαράδεκτο, μισοαποικιοκρατικό «θεσμό» των «εγγυητριών δυνάμεων» (Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) που νομιμοποιούσε τα ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα συμφέροντα και «δικαιώματα» της ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης στο νησί. Τα σχέδια νομιμοποίησαν και την παράνομη, από όλες τις απόψεις, κατοχή μέρους της Κύπρου από τον τουρκικό στρατό. Τόσο η ελληνική όσο και η ελληνοκυπριακή αστική τάξη και τα κόμματά τους συμβιβάστηκαν και αποδέχτηκαν τα παραπάνω.

Το τρίτο βασικό στοιχείο των σχεδίων Ανάν, το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ήταν η τριχοτόμηση, με τρεις (και όχι δύο) κρατικές οντότητες πάνω στο νησί, το ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό «συνιστών κράτος» και τα βρετανικής κτήσης εδάφη και μάλιστα, με επιμονή στη λογική της ήπιας εθνοκάθαρσης (ποσοστώσεις στις μετακινήσεις). Σοβαρότατο βήμα προς τα πίσω, αποτελεί η νομιμοποίηση του κατεχόμενου τουρκοκυπριακού κράτους, κάτι που ουσιαστικά, αποτελεί, μετά τη συμφωνία της Νέας Υόρκης, τον περασμένο Φεβρουάριο, διεθνές «κεκτημένο».

Η τέταρτη βασική πλευρά του σχεδίου Ανάν, πάνω στην οποία ουσιαστικά εξαντλήθηκε η ελληνική διαπραγμάτευση, διαμαρτυρία και απόρριψη, ήταν η ένταξη της Κύπρου ή μέρους της στην ΕΕ. Με άλλα λόγια, η διασφάλιση και επέκταση των οικονομικών συμφερόντων της πιο ανεπτυγμένης ελληνοκυπριακής αστικής τάξης πάνω στο πιο καθυστερημένο βόρειο τμήμα της Κύπρου και των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης πάνω και στους δυο λαούς του νησιού. Το αντάλλαγμα προς την Τουρκία, ήταν η καταληκτική ημερομηνία ένταξης στην ΕΕ, στη Σύνοδο Κορυφής του προσεχούς Δεκεμβρίου. Εδώ, φαίνεται να ναυάγησαν οι ελπίδες και τα όνειρα των ελλήνων και ελληνοκυπρίων αστών, που ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν κάθε δίκαιο εθνικό αίτημα των λαών της Κύπρου, ακόμη και σε βάρος της πολιτικής θέσης της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης, με αντάλλαγμα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και τις δυνατότητες οικονομικής διείσδυσης, όχι μόνο σε όλη την Κύπρο αλλά και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Εδώ πρέπει να αναζητηθεί και η αιτία της ανάδειξης και επιμονής της ελληνικής διπλωματίας στη Λουκέρνη στο πρόβλημα του «κοινοτικού κεκτημένου» που κυριάρχησε στις διαπραγματεύσεις και τελικά, φαίνεται ότι καθόρισε την έκβαση. Η ελληνική και ελληνοκυπριακή αστική τάξη, αποδέχτηκαν το σχέδιο Ανάν και στη συνέχεια το απέρριψαν, για τον ίδιο λόγο, για τα οικονομικά οφέλη. Οπωσδήποτε, επέδρασαν σημαντικά και άλλοι παράγοντες, βασικά το εδαφικό (όπου δεν δόθηκε η Καρπασία), το ζήτημα της ασφάλειας και μετά το πολιτειακό.

Η επαναστατική Αριστερά πρέπει σε όλους τους τόνους να υπενθυμίσει, να εξηγήσει και να καταγγείλλει, ότι όλες οι μεγάλες, μεσαίες και μικρές αστικές δυνάμεις, με διαφορετική βαρύτητα η κάθε μία, επεξεργάστηκαν, συμφώνησαν και αποδέχτηκαν το σχέδιο Ανάν ως βάση για διαπραγμάτευση. Ο σημερινός πρωθυπουργός, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις του τον Νοέμβρη του 2002, όταν κατατέθηκε το πρώτο σχέδιο Ανάν, με τις δηλώσεις του, μπήκε στη λογική του «σκληρού διαπραγματευτικού αγώνα» και της «εθνικής συνεννόησης» αντί να καταγγείλει την πολιτική του ΠΑΣΟΚ. Χαρακτήρισε απλώς «προβληματική» την «πολιτειακή δομή και το σύστημα διακυβέρνησης» του προτεκτοράτου, ενώ δεν είχε ξεχάσει να θέσει από τότε ως «δεύτερο σοβαρό πρόβλημα» το «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Πώς έφτασε όμως, η αστική ελίτ να θεωρεί «φυσιολογική» και «συζητήσιμη» μια πρόταση μετατροπής ενός τυπικά «ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους», μέλους του ΟΗΕ, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, σε προτεκτοράτο υπό ιμπεριαλιστική, αποικιοκρατικού χαρακτήρα, κηδεμονία;

Η κυρίαρχη διεθνής τάση, όπως καταμαρτυρούν όλα τα δεδομένα, είναι η οπισθοδρόμηση από τα τυπικά κατοχυρωμένα αστικά δικαιώματα της «εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας». Mέρος αυτής της τάσης είναι η δημιουργία «κρατών περιορισμένης ευθύνης» μέχρι και κλασσικών, αποικιοκρατικού χαρακτήρα, προτεκτοράτων, σε περιπτώσεις κρίσεων. Υπό την κηδεμονία των μεγάλων και μεσαίων ιμπεριαλιστικών κρατών και με τη συμφωνία, παρά τους ανταγωνισμούς, των μικρών εθνικών αστικών τάξεων.

Κυριότερος στόχος αυτού του ενίαιου και ανταγωνιστικού ταυτόχρονα μπλοκ αστικών δυνάμεων, είναι η ακύρωση της σύγχρονης αναγκαιότητας και δυνατότητας της εργατικής τάξης και των λαών για κυριαρχία πάνω «στις συνθήκες ύπαρξης τους έθνους τους» (όπως ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο έθεσαν οι Μαρξ και Ένγκελς). Δηλαδή: Κοινός στόχος τους είναι η ακύρωση της δυνατότητας για αντικαπιταλιστική επανάσταση στο καθοριστικό πεδίο του εθνικού σχηματισμού, ως τον πρώτο, αποφασιστικό κρίκο για την αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική, επαναστατική διεθνοποίηση. Αυτή η τάση αποδεικνύεται από γεγονότα και πράξεις. Είναι ο ΟΗΕ, που παρά τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και με τη συμφωνία εθνικών αστικών δυνάμεων, επέβαλλε προτεκτοράτα στη Βοσνία, το Κόσσοβο, το Αφγανιστάν ενώ νομιμοποίησε το αμερικανοβρετανικό κατεχόμενο κράτος - προτεκτοράτο στο Ιράκ. Είναι ο ίδιος οργανισμός, που δεν κατάφερε να σταματήσει την επιδίωξη του σιωνιστικού Ισραήλ για δημιουργία ενός μισοκράτους στην Παλαιστίνη, με τη συμφωνία ισχυρού τμήματος της παλαιστινιακής ηγεσίας. Με την ουσία αυτής της πολιτικής συμφωνεί, εκτός βέβαια από το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σχέδιο Σολάνα για το Δόγμα Ασφάλειας της ΕΕ, που κατατέθηκε στη Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης, η λογική της ανάληψης στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής δράσης της ΕΕ με στόχο τη «σωστή διοίκηση» των «κρατών παριών», ήταν κυρίαρχη. Επανειλημμένα άρθρα της εφημερίδας του γερμανικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου, της Φραγκφούρτερ Αλγκεμάινε, αλλά και η στάση του Σρέντερ σε όλα τα διεθνή προβλήματα (με διαφοροποίηση μόνο στο Ιράκ, όσον αφορά τη διαδικασία και τη μοιρασιά της λείας και όχι την ουσία) επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. Η Γαλλία, σε συνεργασία με ΗΠΑ και Καναδά, οδηγούν την Αϊτή σε παρόμοιες λύσεις.

Πρόκειται για μια μεγάλη οπισθοδρόμηση από κατακτημένες δημοκρατικές αρχές, που επιβλήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως αποτέλεσμα του γιγαντιαίου αντιαποικιοκρατικού κινήματος, του διπολισμού των ΗΠΑ - ΕΣΣΔ και των δυνατοτήτων οικονομικής εκμετάλλευσης, κατά την περίοδο της «χρυσής εποχής» του καπιταλισμού. Η ιδιομορφία του σχεδίου του ΟΗΕ για την Κύπρο είναι, ότι επιδίωκε την επιβολή ενός τριχασμένου προτεκτοράτου στο νησί, χωρίς πόλεμο και με την πολιτική συναίνεση των αστικών τάξεων που εμπλέκονται στο πρόβλημα. Και εδώ, όπως στην Παλαιστίνη και το Ιράκ, «απρόβλεπτος» παράγοντας, που χάλασε τα σχέδια, ήταν η λαϊκή θέληση. Η απειλή ενός (νέου) ελληνοτουρκικού πολέμου, όμως, χρησιμοποιείται για να εξαναγκαστούν οι δυο λαοί της Κύπρου να σκύψουν το κεφάλι, να ψηφίσουν «ναι» στο σχέδιο και να μετατραπούν σε ανδράποδα.

Απάτη το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»

Για την Kύπρο της αναγκαστικής ανταλλαγής πληθυσμών δεν πρέπει να υποτιμηθεί σε καμία περίπτωση η ελευθερία εγκατάστασης. Ωστόσο, για τους επιχειρηματίες κυρίαρχο ζήτημα στην περίφημη «τριπλή ελευθερία κίνησης» της ΕΕ που επικαλείται η κυβέρνηση Καραμανλή, δεν είναι η ελεύθερη κίνηση προσώπων. Αυτή έχει γίνει ήδη ρετάλι. Κυρίαρχο ζήτημα είναι η διακίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίου. Αυτό το «κεκτημένο», από τη στιγμή που μπήκε σε αμφισφήτηση από την ίδια την ΕΕ -όπως φάνηκε καθαρά από τις δηλώσεις Πρόντι με το παράδειγμα της Μάλτας - αφαίρεσε οποιοδήποτε πλεονέκτημα προσδοκούσε η ελληνική αστική πλευρά. Είναι χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ότι το τελικό σχέδιο Ανάν ουσιαστικά συρρίκνωνε την ελευθερία εγκατάστασης πολιτών και των εμπορικών πράξεων μόνο για τους Kύπριους και το ελληνοκυπριακό κεφάλαιο, θέτοντας ως όριο είτε τα 15 χρόνια μετά τη συμφωνία, είτε να φτάσει το ΑΕΠ στο τουρκοκυπριακό «συνιστών κράτος» το 85% του ελληνοκυπριακού. Δηλαδή, ποτέ, εάν πάρουμε υπόψιν ότι σήμερα η αναλογία είναι κάτω από 30%. Σωστά ο Φιλελεύθερος, εφημερίδα με κύρος στην αστική τάξη της Κύπρου, εκτίμησε ότι «κόκκινη γραμμή για την ελληνική πλευρά είναι το θέμα των μόνιμων παρεκκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο» και «πρωτίστως ζητήματα που αφορούν την εγκατάσταση και περιουσία». Ο γαλλογερμανικός άξονας και η ΕΕ εκτίμησαν σωστά, από τη σκοπιά των συμφερόντων τους, ότι κύριο ζήτημα είναι να μπουν σφήνα ανάμεσα στις νέες αντιθέσεις ΗΠΑ - Τουρκίας και γι’ αυτό δεν είχαν κανένα πρόβλημα να καταπατήσουν τις δήθεν «αρχές» τους. Φυσικά, ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν πού θα καταλήξει αυτό το ταξίδι, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσαν να αφήσουν μόνους τους Αμερικανούς να έχουν προνομιακές σχέσεις με την Τουρκία. Έτσι, την πρώτη φορά που ασχολήθηκαν στα σοβαρά με το Κυπριακό, δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να ταχθούν υπέρ της Τουρκίας, να υποστηρίξουν το προτεκτοράτο του Ανάν και να πιέσουν την ελληνική πλευρά να ψαλιδίσει τις φιλοδοξίες της. Την ίδια στιγμή, ο κάθε γερμανός, γάλλος και πορτογάλος επιχειρηματίας θα διατηρούσε το δικαίωμα να πουλά τα προϊόντα του, να αγοράζει παραλίες και να εκμεταλλεύεται τους Τουρκοκύπριους. Αυτό, ούτε ένας Γ. Παπανδρέου δεν θα το δεχόταν.

Αποδείχτηκε έτσι, πόσο αντιδραστική και καπιταλιστικά εγωιστική είναι η ΕΕ και πόσο φρούδα ήταν η ελπίδα του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης Καραμανλή να επικαλούνται την ΕΕ ως συμπαραστάτη. Ακόμη χειρότερα, αποδείχτηκε και το μέγεθος της ευρωτύφλωσης της ηγεσίας του Συνασπισμού, που ακόμη και τώρα δεν μπορεί να δει, ότι η ένταξη της Κύπρου μόνο δεινά φέρνει για τους λαούς της

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΟΥ

 Aπό το ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

06/04/2004