Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

       Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Διεθνή

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

Οι Ισπανοί ψήφισαν ΝΑΙ στο Ευρωσύνταγμα!

 

ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΒΑΘΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ  ΤΟ  ΕΥΡΩΣΥΝΤΑΓΜΑ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγορεύεται σε ανώτατη υπερδιοίκηση που συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες

{Οι τρεις βασικοί πυλώνες του «ευρωσυντάγματος» είναι η ακραία αγορά, ο διαρκής πόλεμος κατά του εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού και η αντιδραστική εξέλιξη του συστήματος από τον κοινοβουλευτικό στο διοικητικό ολοκληρωτισμό. Η συντακτική συνθήκη της ΕΕ αποτυπώνει την ολοκλήρωση των ταξικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών κεφαλαίων εναντίον του κοινού ταξικού εχθρού, αλλά και στο μεταξύ τους ανταγωνισμό}.

Πέρασε το ευρωσύνταγμα στην Ισπανία

Με ποσοστό 77%, αλλά μόλις 33% συνολική συμμετοχή επικυρώθηκε η συνθήκη του Ευρωσυντάγματος στην Ισπανία στο σημερινό δημοψήφισμα. Το ποσοστό του "όχι" παρέμεινε πολύ χαμηλά, στο 19% ενώ ένα 4% ψήφισε λευκό. Όπως είναι προφανές τα 2/3 αρνήθηκαν να ψηφίσουν. Υπέρ του συντάγματος είχαν ταχθεί το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα, η δεξιά του Λαϊκού Κόμματος, οι βάσκοι και οι καταλανοί εθνικιστές. Επίσης το σοσιαλιστικό συνδικάτο UGT και το κομμουνιστικό συνδικάτο CCOO. Σε ψήφο ενάντια στο σύνταγμα είχαν καλέσει η Esquerra Unida, οι οπαδοί της ΕΤΑ και το αναρχοσυνδικαλιστικό συνδικάτο της CGT. Οι συνολικοί ψήφοι του "όχι" είναι συνολικά περίπου 2.000.000. Τόσοι περίπου ήταν και οι ψήφοι των κομμάτων αυτών στις τελευταίες εκλογές. 

http://www.elpais.es/

Δημοψήφισμα έγινε την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2005 στην Ισπανία για την έγκριση ή μη του λεγόμενου ευρωσυντάγματος, του κειμένου που έχει ήδη καταληχθεί από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ, ως το συντακτικό κείμενο συγκρότησης της νομικής προσωπικότητας του συγκεκριμένου υπερεθνικού κέντρου. (Δες παραπάνω) Στην πραγματικότητα βέβαια δεν πρόκειται για σύνταγμα, αλλά για μια διακρατική συμφωνία (μια «σύμβαση σε βάρος τρίτου», όπου «τρίτος» είναι οι πολίτες των κρατών μελών της ΕΕ), η οποία στηρίζεται αλλά και προωθεί ταυτόχρονα ως θεμελιώδεις αρχές, τρεις βασικούς πυλώνες: Την ακραία αγορά, το διαρκή πόλεμο κατά του εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού και την αντιδραστική εξέλιξη του συστήματος από τον κοινοβουλευτικό στο διοικητικό ολοκληρωτισμό.

Οι τρεις παραπάνω αρχές, διατυπωμένες ανοιχτά στο κείμενο ως θεμελιώδεις, διαπνέουν το σύνολο των διατάξεων της συντακτικής ευρωσυνθήκης, υποδεικνύοντας την ιεράρχηση και την κατεύθυνση της ερμηνείας του συνόλου των διατάξεων του, αλλά και της νομοθετικής παραγωγής στο εσωτερικό των κρατών μελών. Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών αναθέτουν στην Ένωση υπεραρμοδιότητες, διατηρούν όμως τον αποφασιστικό τους ρόλο για την ίδια την ύπαρξή της, μια που είναι μεν στρατηγικού χαρακτήρα για το κεφάλαιο οι ολοκληρώσεις, αλλά όχι απαραίτητα και για πάντα αυτή η ολοκλήρωση. Ελαστικές, ενισχυμένες ή διαρθρωμένες συνεργασίες προβλέπονται για τη ρύθμιση των ανταγωνισμών, όμως το σύνολο των κυβερνήσεων, χωρίς τριγμούς, προχωρεί στην περιγραφή του νέου μοντέλου του διοικούμενου εργαζόμενου, νεολαίου, ανθρώπου εν γένει, ως μονάδα παραγωγής κέρδους για το κεφάλαιο, επεμβαίνοντας και αναδιαρθρώνοντας, με τρόπο ενιαίο και αλληλοδιαπλεκόμενο, όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η συντακτική ευρωσυνθήκη αποτελεί την τρανή απόδειξη της πραγματικής φύσης της ΕΕ, των συμφερόντων που αυτή υπηρετεί, του αγοραίου πολεμικού προσανατολισμού της, του γεγονότος ότι ο ιμπεριαλιστικός αυτός υπερεθνικός σχηματισμός δεν είναι δυνατόν να μεταρρυθμιστεί, παρά μόνο να ανατραπεί με συνολική ανατρεπτική αντίληψη και δράση. Η ελληνική κυβέρνηση, σε μια επίδειξη «λεβεντιάς της ισχυρής Ελλάδας», αρνείται ακόμη και ένα δημοψήφισμα, φοβούμενη την αμφισβήτηση που πιθανόν θα γεννήσει η συζήτηση και η αποκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του εξαμβλωματικού κειμένου με το οποίο έχει, και για το δικό της όφελος, συνταχθεί.

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ μετά από αυτό τον πρόλογο, δημοσιεύει ένα πολύ κατατοπιστικό κείμενο της σ. ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΛΕΓΑΚΗ το οποίο δημοσιεύεται και στο ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί.

Τι ανάγκες καλύπτει το λεγόμενο ευρωσύνταγμα, το οποίο βρίσκεται σε διαδικασία επικύρωσης από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; «Θέλαμε να προσδιορίσουμε ένα σύστημα που θα έχει τη δική του ισορροπία. Μια Ένωση σταθερή, τουλάχιστον για μια ορισμένη περίοδο» είπε ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, με στόχο «την προώθηση ενός διεθνούς συστήματος βασιζόμενου σε ενισχυμένη πολυμερή συνεργασία και χρηστή παγκόσμια διακυβέρνηση» (ΙΙΙ.193.2η). Στο πλαίσιο του συνεχώς οξυνόμενου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, η ΕΕ συγκροτεί την ολοκλήρωσή της σε υπερεθνικό κέντρο εξουσίας, ώστε να διεκδικήσει πιο επιτυχημένα το ρόλο του δεύτερου πόλου, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, στο έδαφος του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για σύνταγμα, αλλά για μια διακρατική συμφωνία που αποτυπώνει τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, κατά τρόπο ελαστικό όσον αφορά το διεθνή ανταγωνισμό, αλλά συγκεντρωτικά ανελαστικό όσον αφορά την ταξική πάλη.

Με δεδομένο ότι το πρώτο μέρος κάθε τέτοιου νομοθετικού κειμένου εμπεριέχει τις αρχές που το θεμελιώνουν, το άρθρο 3 του «ευρωσυντάγματος» ορίζει θεμέλιο του, την «άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς», αλλά και ότι «στις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ένωση επιβεβαιώνει και προωθεί τις αξίες της και τα συμφέροντά της». Η θεμελιακή κατοχύρωση της αγοράς, διατρέχει, με αυστηρό συγκεντρωτισμό, όλες τις διατάξεις της συντακτικής συνθήκης, διαλύοντας εξ αρχής κάθε αυταπάτη των πολιτικά αφελών. Ο ακραίος ανταγωνισμός, αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα, γι’ αυτό και θεμελιώνεται με τον πιο συγκεντρωτικό τρόπο από τη συντακτική ευρωσυνθήκη. Το ανώτατο διοικητικό όργανο της ολοκλήρωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξασφαλίζει δια των αρμοδιοτήτων που της ανατίθεται, την υποταγή όλων των επιμέρους πολιτικών και κοινωνικών ρυθμίσεων, στην κερδοφορία του πιο βάρβαρου πολιτικοοικονομικού μοντέλου. Παράλληλα, η κατοχύρωση της πιο βάρβαρης αγοράς συνοδεύεται από ρυθμιστικές του ανταγωνισμού διατάξεις, σε μια προσπάθεια να τεθεί αυτός, εντός αμοιβαία αποδεκτών πλαισίων (εναλλαγή ομοφωνίας – ειδικής πλειοψηφίας, ομάδες ενισχυμένης συνεργασίας, ειδικές ρυθμιστικές για τον έλεγχο της αγοράς διατάξεις κ.α.), αποτυπώνοντας ευκρινώς το πλέγμα, εντός και εκτός ολοκλήρωσης.

Ο δεύτερος βασικός άξονας της συντακτικής ευρωσυνθήκης είναι η συνταγματική κατοχύρωση των προληπτικών πολέμων και επεμβάσεων και η ταύτιση εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού. Αυτό επιτυγχάνεται με την αναγόρευση της τριπλέτας «κοινή εξωτερική πολιτική, συν πολιτική άμυνας, συν πολιτική ασφάλειας», στο δεύτερο κεντρικό, στρατηγικό πυρήνα της ολοκλήρωσης, χαρακτηριζόμενο δε από το ίδιο το κείμενο, ως στοιχείο εγγενές (1.40.1). Δόγμα που, «υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να εκδηλωθούν οι επιθετικού χαρακτήρα παγκόσμιες επιδιώξεις της Ένωσης»(!), όπως διατυπώνεται στο επίσημο Προοίμιο της ευρωπαϊκής συνθήκης. Ταυτόχρονα, οι περιπτώσεις «πρόληψης τρομοκρατικής απειλής» στο έδαφος κράτους μέλους, η «ενδεχόμενης τρομοκρατικής επίθεσης» στο εσωτερικό κράτους μέλους, αντιμετωπίζονται από κοινού με πολιτικά ή στρατιωτικά μέσα, με συνεργασία των αμιγώς στρατιωτικών οργάνων με τις επιτροπές δήθεν ασφαλείας ενώ δηλώνεται ως «πρωταρχικό» το ζήτημα της κατάκτησης της στρατιωτικής επιχειρησιακής αυτονομίας της ΕΕ κυρίως στις αποστολές στο εξωτερικό. «Όλες αυτές οι αποστολές μπορούν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας…». (ΙΙΙ.210.1) Ιδρύεται επιπλέον, μόνιμη επιτροπή, «(…) προκειμένου να διασφαλισθεί στο εσωτερικό της Ένωσης, η προώθηση και ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας» (ΙΙΙ.162).

Η ανάγκη αυτόνομης επιχειρησιακής δράσης, σε συνδυασμό με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, επέβαλαν, αφενός μεν, την παραπομπή στο μέλλον της χάραξης κοινής αμυντικής πολιτικής και τη δήλωση σεβασμού στο ΝΑΤΟ (1.40.2), αφετέρου δε, τη δέσμευση των κρατών μελών να επιδοθούν σε κούρσα εξοπλισμών προκειμένου να υπηρετήσουν το κοινό ευρω-στρατιωτικό όραμα (1.40.3).

Στο μεσοδιάστημα, ο μαινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ αλλά και εντός των πλαισίων της ΕΕ, οδηγεί στην εμφάνιση του θεσμού της «διαρθρωμένης» ή «ενισχυμένης συνεργασίας» (1.40.6, ΙΙΙ.213.1,2) δια της οποίας, κράτη μέλη με ενισχυμένες στρατιωτικές δυνατότητες, μπορούν να συγκροτούν ειδικές ομάδες αποστολής και επέμβασης που τίθονται στην υπηρεσία της ΕΕ, αποτελώντας και την πρώτη ταχύτητα της ολοκλήρωσης.

Στο πεδίο των δημοκρατικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών καταγράφεται, η αποφορά της πολιτικής «ασφάλειας» και η απεμπόληση των πιο παραδοσιακά δεδομένων δημοκρατικών πολιτικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Για πρώτη φορά, εμφανίζεται, στο ίδιο πλαίσιο «δημοκρατικών» διατάξεων, η χάρτα δικαιωμάτων της εργοδοσίας (π.χ. με τη συνταγματική κατοχύρωση το λοκ-άουτ,) ενώ η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεν περιλαμβάνεται στο συντακτικό κείμενο. Ακόμη όμως και για την περίπτωση που τα ελάχιστα κατοχυρωμένα δικαιώματα κριθούν «πολυτελή», ειδική ρήτρα προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού τους προς εξυπηρέτηση στόχων «γενικού ενδιαφέροντος» (ΙΙ.52). Σε κάθε δε περίπτωση υπαγορεύεται ρητά η ερμηνεία των παρεχόμενων δικαιωμάτων, υπό τους όρους που καθορίζουν τα λοιπά μέρη της συντακτικής συνθήκης (αγορά, πόλεμοι, τρομοκρατία, κλπ.) (ΙΙ.52).

Η πολιτειακή διάρθρωση, της έχουσας πλέον νομική προσωπικότητα ΕΕ, απομακρύνει ακόμη περισσότερο, με καινοτόμο τρόπο, τα πολιτικά κέντρα αποφάσεων, εγκαταλείποντας την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Με την εγκατάλειψή της «αντιπροσωπευτικού» χαρακτήρα, διακυβέρνησης και την ανάθεση της Διοίκησης σε ολιγομελή διορισμένα όργανα, αλλά και την επίσημη κατάργηση της ιστορικής (όσο και ανυπόληπτης πλέον) διάκρισης μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγορεύεται σε ανώτατη υπερδιοίκηση που συγκεντρώνει νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες: Αποκλειστική νομοθετική πρωτοβουλία (1.25.2), επίβλεψη της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, εκτέλεση του προϋπολογισμού και διαχείριση προγραμμάτων (1.25.1). Αποτελείται από τον πρόεδρο, τον υπουργό Εξωτερικών της ΕΕ και 13 (από σύνολο 25) διορισμένους επιτρόπους (1.25.3). Νέος πολιτικός θεσμός είναι το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών, το οποίο, αποτελούμενο από τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες, υπό τη διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χαράζει και ασκεί την νομισματική πολιτική της Ένωσης (1.29.1, ΙΙΙ.77,2.α). Ζητείται δε η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για κάθε σχετική πράξη της ένωσης, αλλά και για κάθε σχέδιο εθνικής νομοθετικής διάταξης (1.29.1,2,5). Κατέχει και διαχειρίζεται, το σύνολο των συναλλαγματικών αποθεμάτων των κρατών μελών (ΙΙΙ.77.2.γ). Ενώ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1.25.4) υποχρεούνται σε απόλυτη ανεξαρτησία από τα κράτη μέλη και τους άλλους φορείς της Ένωσης, ενώ τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να απόσχουν από κάθε προσπάθεια επηρεασμού των αντιπροσώπων τους σε αυτά (ΙΙΙ.80).

Η επίσημη, ανοιχτή διατύπωση και η συντακτική θεμελίωση των παραπάνω, στοχεύουν στην εγκαθίδρυση ενός πολιτικού αυτοματισμού (στα πρότυπα του οικονομικού αυτοματισμού της ΟΝΕ), ανελαστικού σε λαϊκές διεκδικήσεις. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται μεγαλύτερη ταχύτητα στην απόδοση πολιτικών και οικονομικών κερδών για το κεφάλαιο, ενώ οι ευάλωτες στο πολιτικό κόστος κυβερνήσεις των κρατών μελών, απαλλαγμένες πλέον από αυτό, μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα και να επιταχύνουν ανάλογες αναδιαρθρώσεις στο εσωτερικό. Παράλληλα, τα ελαστικά σχήματα συμμαχιών εντός ολοκλήρωσης και ιδιαίτερα ο συγκεντρωτισμός και η τάση απόσπασης των οργάνων πολιτικών αποφάσεων, αποτυπώνει την προσπάθεια για μια, κατ’ αρχήν ρύθμιση των ενδοαστικών ανταγωνισμών.

Τα παραπάνω μας οδηγούν σε μερικά κρίσιμα συμπεράσματα. Το πρώτο αφορά το στρατηγικό, για το κεφάλαιο, χαρακτήρα των υπερεθνικών ολοκληρώσεων, ο οποίος εμπεριέχει τον πιο λυσσαλέο ανταγωνισμό των εθνικών αστικών τάξεων, ταυτόχρονα με την αδιατάραχτη συμμαχία τους στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η ευρωσυνθήκη καταγράφει τους συσχετισμούς, αλλά και προωθεί την ολοκλήρωση και δι’ αυτής, τα σχέδια του ευρωπαϊκού και του εθνικού κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπαράθεση του κινήματος μέσω της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας είναι ανεδαφική. Το εθνικό κράτος εγκαταλείπει την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και φέρνει στην επιφάνεια το σκληρό πυρήνα της δικτατορίας της αστικής τάξης. Ο κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός, είναι, ήδη, υπαρκτή τάση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αποτελέσματα για την ταξική πάλη. Ούτε αυτό το κράτος μπορούμε να υπερασπιστούμε, ούτε φυσικά να επιστρέψουμε στην ιστορική στιγμή που η αστική τάξη ως πρωτοπορία επέβαλε τις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών. Αντίθετα, σημαίνει υπεράσπιση οποιασδήποτε ελευθερίας, όπου και να είναι καταγεγραμμένη, ακόμη και αν δεν είναι καταγεγραμμένη, από τη σκοπιά της διεκδίκησης της πλήρους απελευθέρωσης, της εργατικής δημοκρατίας.

Το σύστημα, μέσω της ολοκληρωτικής ανελαστικής εκμετάλλευσης, δίνει τη δυνατότητα σε κάθε εργατική διεκδίκηση, να αποτελέσει τη σπίθα μιας συνολικής ανατρεπτικής αντίληψης και δράσης, στο βαθμό που το εργατικό κίνημα αντιτάσσει, στον άνθρωπο «μονάδα παραγωγής κέρδους» τον εργαζόμενο παραγωγό του κοινωνικού πλούτου.

 

ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΩΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Η κατοχύρωση της πιο βάρβαρης αγοράς, κεντρικός άξονας του «ευρωσυντάγματος», συνοδεύεται από ρυθμιστικές του ανταγωνισμού διατάξεις, σε μια προσπάθεια να τεθεί αυτός, εντός αμοιβαία αποδεκτού πλαισίου. Επιπλέον αποτυπώνει τις προθέσεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, απέναντι στους πολίτες των χωρών της ΕΕ προκειμένου να υπηρετηθεί ο κεντρικός στόχος της ολοκλήρωσης, θεμελιώνεται η πιο βαθιά και ολοκληρωμένη επέμβαση, όχι μόνο στις μέχρι σήμερα δεδομένες εργασιακές σχέσεις, αλλά στο σύνολο των στοιχείων που συγκροτούν την ανθρώπινη κοινωνική δραστηριότητα, την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Στο θεμέλιο αυτό λίθο της ολοκλήρωσης, κανένας ανταγωνισμός δεν καταγράφεται, καμία σύγκρουση που, εν δυνάμει έστω, να θέτει σε αμφισβήτηση την συμφωνία των εθνικών αστικών τάξεων στο στόχο της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Για να είναι αποδοτικό για το κεφάλαιο, το σύγχρονο μοντέλο εργαζόμενου, πρέπει αυτός να κόψει το ιστορικό νήμα που τον συνδέει με την έννοια του πολίτη (πολύ περισσότερο με αυτή του προλετάριου). Να αποδεχθεί το νέο κοινωνικό του ρόλο ως «μονάδα παραγωγής κέρδους» για το κεφάλαιο. Ακόμη και οι πιο ιδιωτικοί τομείς της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, πρέπει εκ προοιμίου να υποταχθούν στην αποδοχή μιας ζωής «νομαδικής», μια αέναη μετακίνηση προς διαφορετικές κάθε φορά «γαίες της επαγγελίας» που θα του παρέχουν μια κακοπληρωμένη θέση πολύωρης εργασίας. Με την πανηγυρική χρησιμοποίηση ενός νέου, όσο και χυδαίου λεξιλογίου (π.χ. «τα κράτη μέλη προωθούν την ανταλλαγή εργαζόμενων νέων» (ΙΙΙ.20), εργάζονται «…για να προάγουν τη δημιουργία εξειδικευμένου, εκπαιδευμένου και ευπροσάρμοστου εργατικού δυναμικού και αγοράς εργασίας ανταποκρινόμενης στις εξελίξεις της οικονομίας, προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους που ορίζονται στο άρ. 1.3» (ΙΙΙ.97), για την «ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων…» (ΙΙΙ.103) και «… τη γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα των εργαζομένων και να διευκολύνει την προσαρμογή τους στις μεταλλαγές της βιομηχανίας και στις αλλαγές των συστημάτων παραγωγής ιδίως μέσω της επαγγελματικής κατάρτισης και του επαγγελματικού αναπροσανατολισμού» (ΙΙΙ.113), η συντακτική συνθήκη δηλώνει την πρόθεση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου να μεταχειριστεί και διαχειριστεί τους τους εργαζόμενους, χωρίς προσχήματα, ως αναλώσιμα ανταλλακτικά.

 

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΙΚΟ

 

Είναι κατ’ αρχήν αληθές ότι η συντακτική ευρωσυνθήκη, αποτυπώνει την αποφασιστική ενίσχυση του διεθνούς δικαίου σε σχέση με το εθνικό. Το πρώτο καθορίζει αυστηρά το πλαίσιο, εντός του οποίου η παραγωγή του δευτέρου οφείλει να κινηθεί. Δεν πρόκειται όμως για μια έξωθεν επιβολή του διεθνούς δικαίου επί του εθνικού. Ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, το εσωτερικό δίκαιο εξελίσσεται στις ίδιες κατευθύνσεις με το διεθνές, ανατρέποντας κάθε «αυτονόητο» και παγιωμένο εργατικό δικαίωμα. Επιπλέον στη συντακτική ευρωσυνθήκη αποτυπώνεται και αντίστροφη κίνηση, αποκλειστικής αρμοδιότητας δηλαδή του εσωτερικού δικαίου, όταν υπάρχει, πιθανότητα, η υπερεθνική ρύθμιση να ευνοήσει εργατικές διεκδικήσεις.

Η ενίσχυση του διεθνούς δικαίου, σε αλληλοδιαπλοκή με το εθνικό, είναι αναγκαία για την επιτυχία των ολοκληρώσεων, υπηρετείται ταυτόχρονα από το εθνικό και το διεθνές δίκαιο, και παράγει κέρδη τόσο για το διεθνές κεφάλαιο, όσο και για την εθνική αστική τάξη. Την ίδια, αμφίδρομη κίνηση ακολουθεί και η σχέση μεταξύ εθνικού κράτους και υπερεθνικού σχηματισμού. Από τη μια πλευρά, η νέου τύπου πολιτειακή οργάνωση της Ένωσης και ο αυστηρός συγκεντρωτισμός στη λήψη των κεντρικών πολιτικών αποφάσεων, σηματοδοτούν την υποχώρηση του εθνικού κράτους έναντι του υπερεθνικού σχηματισμού όσον αφορά τη χάραξη της ενιαίας, στρατηγικού χαρακτήρα για το σύνολο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, πολιτικής της ολοκλήρωσης.

Από την άλλη, επιλέχθηκε η διατύπωση «τα κράτη μέλη αναθέτουν στην Ένωση…» τις παραπάνω αρμοδιότητες (αντί π.χ. η Ένωση αναλαμβάνει, ή τα κράτη μέλη χορηγούν ή μεταφέρουν), για να διατυπωθεί και πανηγυρικά η διατήρηση από μέρους των κρατών μελών του αποφασιστικού τους ρόλου για την ίδια την ύπαρξη της συγκεκριμένης ολοκλήρωσης.

Οι «διαρθρωμένες» ή «ενισχυμένες συνεργασίες», στρατιωτικές ή οικονομικές, αποτυπώνουν αφενός ευκρινέστερα το καπιταλιστικό πλέγμα εντός της συγκεκριμένης ολοκλήρωσης, με τα πιο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά εθνικά κράτη να συγκροτούν ομάδες αυτόνομης οικονομικής ή στρατιωτικής δράσης και επέμβασης στο εσωτερικό ή το εξωτερικό της Ένωσης, με αποτέλεσμα, οικονομικά, γεωστρατηγικά και πολιτικά κέρδη για τις αστικές τους τάξεις, αφετέρου τη δυνατότητα να επιδρούν, στην πράξη καθοριστικά, στη διαμόρφωση πολιτικών δεδομένων για την ίδια την Ένωση στο σύνολό της.

Παράλληλα, την τελευταία δεκαετία, το ίδιο το αστικό κράτος, εξελίσσεται στα πρότυπα του υπερεθνικού. Αναδεικνύει την αγορά και την επιχειρηματικότητα ως κεντρική στρατηγική του, αναθέτει τις υποχρεώσεις πρόνοιας και ελέγχου των μηχανισμών του σε «ανεξάρτητες», και διορισμένες φυσικά, αρχές, στρατιωτικοποιεί τους κατασταλτικούς του μηχανισμούς, δημιουργεί επαγγελματικό στρατό κλπ.

Εθνικό κράτος και υπερεθνικός σχηματισμός, εθνικό και διεθνές δίκαιο, κινούνται, αλληλοδιαπλεκόμενα και ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση, με ενίσχυση του ενός ή του άλλου, όπου υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη του κεφαλαίου ή ενδοαστική σύγκρουση. Η ενίσχυση του υπερεθνικού αποτελεί αναγκαιότητα για την επιτυχία της ολοκλήρωσης, στο βαθμό που αυτή αποτελεί κοινό κεντρικό στόχο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, προκειμένου η ΕΕ να διεκδικήσει με επιτυχία το ρόλο του δεύτερου πόλου, αλλά και να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ στην παγκόσμια σκακιέρα. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση αυτή, εξυπηρετεί τα εθνικά κράτη που, κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση, επιτυγχάνουν μεγαλύτερες ταχύτητες και λιγότερους κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς. Με την πολιτική αυτοματοποίηση που «προσφέρει» ο υπερεθνικός σχηματισμός κερδίζουν και το εθνικό κράτος και οι εθνικές αστικές τάξεις από τη μεσαιωνική εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων. Μια κερδοφορία, που κατόπιν μεταφράζεται σε ισχύ στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, εντός και εκτός ολοκλήρωσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

22/02/2005