|
TO
NEO «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ
ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ «ΓΗΡΑΙΑ ΗΠΕΙΡΟ»
Του
ΦΡΑΝΚΟ ΓΚΡΙΖΟΛΙΑ
Tο αποτέλεσμα του
δημοψηφίσματος στην Iσπανία, για
την αποδοχή του λεγόμενου Eυρωσυντάγματος,
έδωσε στο NAI τη νίκη με σχεδόν 76%
υπέρ. Όμως, το εντυπωσιακό 76%
είναι εντελώς απατηλό, αν ληφθεί
υπ' όψιν η τεράστια αποχή που
φθάνει το 58%. Έτσι, συνολικά
λιγότερο από το 32% των ψηφοφόρων
της πρώτης χώρας που επιχειρεί
με δημοψήφισμα να επικυρώσει το Eυρωσύνταγμα,
είπαν NAI. Yπέρ τάχθηκαν τα δυο
μεγάλα κόμματα εξουσίας, το
κεντροδεξιό και το σοσιαλιστικό.
Σε
άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία, οι
κυρίαρχες τάξεις φοβούνται το
αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων,
ενώ σε χώρες όπως η Eλλάδα η
αστική δημοκρατία δεν έφθασε
ακόμα στο επίπεδο του
δημοψηφίσματος. Aν και με τη
μονοκρατορία των MME και το άφθονο
χρήμα, δεν φαίνεται πως θα άλλαζε
κάτι με το δημοψήφισμα, δεν
μπορούμε να μη σημειώσουμε πως
εδώ, στην χώρα της φαιδράς
πορτοκαλέας με την προχωρημένη
δημοκρατική αντίληψη, ο Kαραμανλής
κι ο Παπανδρέου σκέφτονται για
το λαό, συζητάνε για το λαό και
αποφασίζουν για το λαό.
Tο κείμενο που ακολουθεί είναι
γραμμένο από το σ. Φράνκο
Γκριζολία, στέλεχος της ιταλικής
Pιφονταξιόνε Kομουνίστα και της
Συντονιστικής Eπιτροπής για την Eπανίδρυση
της Tέταρτης Διεθνούς.
Τις τελευταίες δεκαετίες η
κρίση του καπιταλισμού έχει
οδηγήσει, και στην Ευρώπη, σε μια
συνεχή επίθεση στους μισθούς.
Αυτή η επίθεση πραγματοποιείται
με άμεσο και έμμεσο κατά του «Κράτος
Πρόνοιας» των συνταξιοδοτικών
δικαιωμάτων και επίσης εναντίον
κάθε κατάκτησης του
προλεταριάτου και των λαϊκών
μαζών. Η επίθεση αυτή
πραγματοποιείται απ’ όλες τις
κυβερνήσεις, οποιασδήποτε
απόχρωσης (δεξιά, κεντροδεξιά ή
"πλουραλιστική αριστερά")
σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα
και την αντίσταση της εργατικής
τάξης, η επίθεση αυτή δεν έχει με
κανένα τρόπο σταματήσει. Με όλες
τις αντιφάσεις της, η κρίση του
καπιταλισμού συνεχίζεται και
μαζί μ’ αυτή η ανάγκη του
κεφαλαίου να υπερασπίσει και να
επανακτήσει τα οφέλη του και τα
ποσοστά των κερδών του.
Αυτό γίνεται ξεκάθαρο αν
αναλογιστούμε
τη νέα και πολύπλοκη δομή του
συντάγματος της ΕΕ. Το κείμενο
του «Συντάγματος», που
δημοσιεύτηκε στις 18 Ιούνη και
επικυρώθηκε στα τέλη Οκτώβρη,
παρουσιάζει σε επίσημο επίπεδο,
τις γενικές αντιφάσεις που
υπάρχουν στην ΕΕ. Υπάρχει μια
ακόμα μεγαλύτερη αντίθεση
μεταξύ μιας γραμμής που τείνει
να οικοδομήσει την Ευρώπη ως μια
συνεκτική, ενοποιημένη
ιμπεριαλιστική συμμαχία, σε
σύγκρουση με τις Ηνωμένες
Πολιτείες (θέση του Γαλλο-γερμανικού
άξονα και μια δεύτερη, που έχει
ως στόχο να μετατρέψει την
Ευρώπη σε πιστό και υποταγμένο
εταίρο του κυρίαρχου αμερικανικού ιμπεριαλισμού (Μεγάλη
Βρετανία, Μπερλουσκόνι και
διάφορα Ανατολικοευρωπαϊκά νέα
μέλη, όπως η Πολωνία.
Τα γεγονότα μετά τον πόλεμο στο
Ιράκ έχουν αναμφίβολα καθορίσει
μια σχετική ενίσχυση του Γαλλο-γερμανικού
άξονα, που μπορεί να ενισχυθεί
ακόμα περισσότερο εξαιτίας της
κρίσης του αμερικάνικου
ιμπεριαλισμού. Παρόλα αυτά,
τίποτα δεν είναι ακόμα
συγκεκριμένο, η αντίφαση αυτή
διατηρείται ως ένας εν δυνάμει
εκρηκτικός παράγοντας στη
σημερινή ΕΕ.
Ο
κύριος πολιτικός στόχος του νέου
ευρωπαϊκού «Συντάγματος» ήταν
να θεσμοθετήσει τις κύριες
Ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές
χώρες ως τις δυνάμεις που θα
λαμβάνουν τις αποφάσεις. Απ’
αυτή την άποψη, οι κανόνες που
επικυρώνουν το πέρασμα της
Κομισιόν από την αρχή της
ομοφωνίας στην αρχή της«ενισχυμένης»
πλειοψηφίας, ενισχύει εν δυνάμει
το λεγόμενο «διευθυντήριο», που
βρίσκεται στις κύριες
ιμπεριαλιστικές χώρες,
ιδιαίτερα τον Γαλλο-γερμανικό
άξονα. Ωστόσο, υπάρχουν τόσοι
πολλοί περιορισμοί και
εξαιρέσεις στη συνταγματική
συμφωνία, ώστε μάλλον δεν μιλάμε
για καμιά ιδιαίτερα σημαντική
επιτυχία. Μάλιστα, θα ήταν
τελείως λάθος –όπως φάνηκε
ξεκάθαρα παραπάνω- να μιλάμε για
τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση ως
ένα υπερκράτος, μια συνεκτικά
ενοποιημένη πολιτικο-οικονομική
οντότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι αν
και έχουν υιοθετήσει το όνομα «Ένωση»,
στην τρέχουσα συζήτηση, υπάρχει
μια καθαρά πλειοψηφική θέση
εναντίον οποιασδήποτε
εξελικτικής «φεντεραλιστικής»
υπόθεσης.
Με πραγματικούς όρους, η
σημερινή ένωση απέχει πολύ από
μια πραγματική «συνομοσπονδία» (αν
αναλύσουμε τα πράγματα σοβαρά
και χρησιμοποιήσουμε με
ακρίβεια τους όρους). Η παγκόσμια
οικονομική και πολιτική
κατάσταση τις τελευταίες
δεκαετίες κατέστησε αυτό το
σχέδιο αδύνατο για τα
εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή τους
ιμπεριαλιστές των ευρωπαϊκών
χωρών (ιδρυτές του πρώτου
ευρωπαϊκού οικοδομήματος, της
ΕΟΚ, κατά τη δεκαετία του 50,
δηλαδή τη Γερμανία, Γαλλία,
Ιταλία, Ολλανδία και Βέλγιο).
Η παρουσία της Μεγάλης
Βρετανίας στην ΕΕ θέτει ένα
σημαντικό και κεντρικό πρόβλημα
σε σχέση μ’ αυτό το στόχο. Ο
βρετανικός ιμπεριαλισμός πάντα
εκπροσωπούσε ένα αντιφατικό
στοιχείο σε σχέση με τον
συνεκτικό Ευρωπαϊκό
ιμπεριαλιστικό πόλο, εξαιτίας
του αυτόνομου ρόλου του στον
οικονομικό κόσμο, που βασίζεται
στην αγγλική λίρα και τις
επενδύσεις που συνδέονται με τις
παραδόσεις της «Βρετανικής
Αυτοκρατορίας» καθώς και τη
συμμαχία της με τις ΗΠΑ, που
επιβεβαιώθηκε εξ ολοκλήρου με
τον πόλεμο στο Ιράκ. Απ’ αυτή την
άποψη, οι ιμπεριαλισμοί της
ηπειρωτικής Ευρώπης είχαν μια
διπλή αποτυχία, δεν μπορούσαν να
αποτελέσουν ούτε μέρος του
βρετανικού ιμπεριαλισμού αλλά
ούτε και να έρθουν και σε ρήξη
μαζί του. Στο στρατιωτικό
επίπεδο, δεν έχουν μπορέσει να
οικοδομήσουν έναν Ευρωπαϊκό
στρατό ή να πάνε πέρα από το ΝΑΤΟ
(μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και του
συμφώνου της Βαρσοβίας).
Επομένως, έχουν παραμείνει σε
ένα στρατιωτικό οικοδόμημα που
διευθύνεται και κυριαρχείται
από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η
ίδια η επέκταση της ΕΕ στις
κεντροευρωπαϊκές χώρες έχει
έναν αντιφατικό χαρακτήρα: από
τη μια, οικοδομεί το
ολοκληρωτικό άνοιγμα των
οικονομιών των πρώην εργατικών
κρατών στις επενδύσεις των
ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών. Από
την άλλη, στο πολιτικό επίπεδο,
τουλάχιστον μέχρι σήμερα,
καθιστά τη σταθεροποίηση του
Ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού
πόλου πιο πολύπλοκη, καθώς οι «νέοι
εταίροι» συνδέονται με τον
αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Δεν
είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ
αυτοσυγχαίρονται για την
γεωγραφική επέκταση της ΕΕ και
σήμερα είναι μεγάλος οπαδός της
ένταξης της Τουρκίας (με τον
Μπους, σε πρόσφατη επίσκεψη, όχι
χωρίς σαφή επιχειρήματα, να
προσκαλεί τον Σιράκ να μην θέτει
εμπόδια στο δρόμο της θετικής
λύσης του ζητήματος) ακριβώς για
να αποδυναμώσει τον εν δυνάμει
ρόλο του «ανταγωνιστή».
Παρόλα αυτά, έχουν αναπτυχθεί
σημαντικές αντιθέσεις μεταξύ ΕΕ
και ΗΠΑ, στο πολιτικό και
ιδιαίτερα στο οικονομικό έδαφος
(«πόλεμοι της μπανάνας» για τα
δικαιώματα επιδοτήσεων). Παρόλα
αυτά, αυτές οι καταστάσεις είναι
περιορισμένες σε κάποιες
ιμπεριαλιστικές χώρες της ΕΕ και
συχνά μόνο σε μια απ’ αυτές (στην
περίπτωση της Γκάνας μεταξύ
Γαλλίας και ΗΠΑ).
Από την άλλη υπάρχει ένα κοινό
σημείο, στο οποίο συμφωνούν
μεταξύ τους όλες οι κυβερνήσεις,
δηλαδή να έχουν λειτουργικούς
κανόνες για την ανανέωση των
επιθέσεων κατά της εργατικής
τάξης και των λαϊκών μαζών. Εδώ
δεν έχουμε ένα πραγματικό «Σύνταγμα»,
ούτε συνθήκες για ένα «υπερκράτος»
ή μια πραγματική «συνομοσπονδία»
οποιουδήποτε είδους αλλά μια
συνθήκη μεταξύ κυρίαρχων κρατών
με συντονισμένους κανόνες και
αρχές. Αυτοί οι «κανόνες» φέρουν
το στίγμα ενός «φιλελεύθερου»
οράματος και αποτελούν μια
επίθεση εναντίον των κοινωνικών
κατακτήσεων. Η αναφορά στην «αγορά»,
ως βασικού στοιχείου της
κοινωνίας επαναλαμβάνεται
ολοένα και πιο πολύ. Φυσικά,
γνωρίζουμε ότι κάθε αστικό
Κράτος βασίζεται στην
εκμετάλλευση της μισθωτής
εργασίας, ότι η οικονομία του
καθορίζεται από την αναρχία της
αγοράς και ότι οι αποφάσεις της
κυβέρνησης απορρέουν απ’ αυτήν.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τα ασαφή,
κυνικά, υποκριτικά, τυπικά
αστικά συντάγματα, η ενσωμάτωση
του παραπάνω όρου στο «Σύνταγμα»
αποκαλύπτει τους πραγματικούς
στόχους της ΕΕ, όπως αναφέρθηκαν
παραπάνω.
Το κείμενο είναι τόσο
αντιδραστικό, ώστε ακόμα και στο
εσωτερικό μιας
ρεφορμιστικής
σοσιαλφιλελεύθερης δύναμης,
όπως το Γαλλικό Σοσιαλιστικό
κόμμα, υπήρξαν κάποιες φωνές -αποφασιστικές
μονάχα λόγω του εσωτερικού
πολέμου για εξουσία- για
καταψήφιση, στην περίπτωση
δημοψηφίσματος για την
επικύρωση της Ευρωπαϊκής
συνθήκης στη Γαλλία και εξαιτίας
της απουσίας των λεγόμενων «κοινωνικών
άρθρων» (αυτό, αν και μόνο τυπικά,
προς υπεράσπιση των μίνιμουμ
κοινωνικών κερδών). Το γεγονός
αυτό οδήγησε σ’ ένα εσωτερικό
δημοψήφισμα, που κατέληξε σε
νίκη του «ναι» έναντι του «όχι»,
με το 41%
να ψηφίζουν «όχι».
Παρόλα αυτά, η «κοινωνική»
αντιπολίτευση στο σημερινό
Ευρωπαϊκό «Σύνταγμα», από την
αριστερά του Γαλλικού
Σοσιαλιστικού Κόμματος έως το «Κόμμα
της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», με
τους εταίρους του στην ηγεσία
του «αντι νεοφιλελεύθερου
κινήματος κατά της
παγκοσμιοποίησης», έως τους
νεορεφορμιστές της αριστεράς
της «Ενιαίας Γραμματείας» δεν
προτείνουν μια ταξική
εναλλακτική λύση, ακόμα και μια
συγχυσμένη και περιορισμένη.
Να οι εναλλακτικές προτάσεις
για κάποια κεντρικά σημεία (όπως
παραθέτονται στην Ιταλική
εφημερίδα Liberazione, της
Κομμουνιστικής Επανίδρυσης,
στις 31 Μαρτίου).
«Άρθρο ΙΙΙ-14. Πρέπει μέσα σε 10
χρόνια να φθάσουμε στους
ακόλουθους στόχους:
• Δουλειές για όλους, ποσοστό
της ανεργίας κάτω του 5%.
• κοινωνία βασισμένη στην
αλληλεγγύη, ποσοστό φτώχειας
κάτω του 3%.
• αλληλεγγύη με το Νότο,
κρατικές συνεισφορές για την
ανάπτυξη πάνω από το 1% του ΑΕΠ.
• Κράτη που δεν συμβιβάζονται μ’
αυτές τις κοινωνικές
παραμέτρους θα τιμωρούνται από
το 2015 σύμφωνα με τις κυρώσεις που
αφορούν τα κράτη που δεν τηρούν
τις παραμέτρους του Μάαστριχ».
Εκπληκτικό. Αυτό σημαίνει ότι αν
η Ευρώπη είχε, το 2015 κατανείμει
εξίσου σε 25 εκατομμύρια
ανθρώπους να ζουν σε φτώχεια,
τους μισούς απ’ αυτούς άστεγους
και με 10 εκατομμύρια ανέργους, θα
ήμασταν εντάξει και θα είχαμε
πετύχει την «Κοινωνική Ευρώπη».
Αν κάποια συγκεκριμένη χώρα δεν
κατάφερνε να ικανοποιήσει
αυτούς τους «τολμηρούς στόχους»,
σε ποσοστά, απλά θα πλήρωνε
πρόστιμο.
Το προλεταριάτο έχει καθήκον
και ανάγκη να μιλήσει κατά του «Συντάγματος»
της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της
ιμπεριαλιστικής Ευρώπης και του
κεφαλαίου καθώς και όλων των
τμημάτων του. Σε κάθε
δημοψήφισμα και διαβούλευση
ακόμα και την πιο περιορισμένη
εργατική και λαϊκή αντίθεση,
πρέπει να πει «όχι» στο νέο «Σύνταγμα».
Κάτι τέτοιο όμως θα πρέπει να
γίνει από την άποψη της ταξικής
ανεξαρτησίας, όχι από αυτήν της
ουτοπικής και ρεφορμιστικής «κοινωνικής
Ευρώπης» και πολύ λιγότερο από
τη σκοπιά της υπεράσπισης των
παλιών αστικών εθνικών κρατών
αλλά μάλλον από την προοπτική
της ενότητας του προλεταριάτου
όλης της Ευρώπης, στην πάλη
εναντίον της επίθεσης του
κεφαλαίου, για τη μόνη
ρεαλιστική λύση, την
επαναστατική κατάκτηση της
εξουσίας από το προλεταριάτο σε
κάθε μια από τις χώρες της «Παλιάς
Ηπείρου» και τη δημιουργία των
Ηνωμένων Σοσιαλιστικών
Πολιτειών της Ευρώπης.
Δεν υπάρχει άλλη
προοπτική από την αναγκαία
οικοδόμηση επαναστατικών
κομμάτων στις Ευρωπαϊκές χώρες,
εντός του πλαισίου της
επανίδρυσης της Τετάρτης
Διεθνούς.
Από τη ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
|