Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα 

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

       Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή       Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

 

Διεθνή

 

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 


 

 

Νεπάλ και αρχαίος πολιτισμός

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΝΕΠΑΛ

ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα και Ινδία εναντίον των ανταρτών

Στο όνομα της «εθνικής κυριαρχίας, της ασφάλειας και της δημοκρατίας», ακόμα μια φορά, ένας ακόμα απολυταρχικός ηγέτης έβγαλε τα τανκ στους δρόμους, απέπεμψε την κυβέρνηση της χώρας του, συνέλαβε τους πολιτικούς ηγέτες της και κατέλυσε τις ελευθερίες των πολιτών. Στο Νεπάλ, τη 12η φτωχότερη χώρα του κόσμου, ο βασιλιάς Γκαϊνέντρα αποφάσισε, την προηγούμενη Τρίτη, να αναβιώσει την περίοδο που η οικογένειά του κυβερνούσε τυραννικά, ως «ενσάρκωση» των Ινδουιστικών θεών, πριν από την επιβολή μιας κάποιας δημοκρατίας το 1990. Δικαιολογία του: Η αποτυχία του (διορισμένου) πρωθυπουργού, Ντέουμπα, να καταστείλει το κίνημα των μαοϊκών ανταρτών, το οποίο ελέγχει το 40% της χώρας, ύστερα από εξέγερση που έχει προκαλέσει 11.000 νεκρούς από το 1996. Στο Νεπάλ των 140.000 τετ. χλμ. Και των 26.000.000 κατοίκων, το 71% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας και το 80% επιβιώνει ασχολούμενο με τη γεωργία. Το 46,5% του εισοδήματος συγκεντρώνεται στα χέρια του πλουσιότερου 10%, ενώ η τελευταία μορφή ουσιαστικής δουλείας καταργήθηκε μόλις τον Ιούλιο του 2000. Τα τεράστια κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, η διαφθορά και η ανικανότητα των ασταθών κυβερνήσεων – με 13 πρωθυπουργούς να εναλλάσσονται στην εξουσία μέσα στα τελευταία 14 χρόνια – ενίσχυσε την αγανάκτηση του πληθυσμού. Γι’ αυτό και το Νεπάλ είναι από τις ελάχιστες χώρες όπου ένα καθαρά μαοϊκό κίνημα έχει αυξήσει σημαντικά τη δύναμή του ύστερα από την κήρυξη ένοπλου αγώνα κατά της κυβέρνησης και έχει αποκτήσει ευρεία αποδοχή, όχι μόνο στα φτωχά γεωργικά στρώματα, αλλά και στη μεσαία τάξη των διανοουμένων, των καλλιτεχνών, ακόμα και των κρατικών υπαλλήλων.

Από την προηγούμενη Τρίτη, οι πολίτες του Νεπάλ έχουν να αντιμετωπίσουν ακόμα περισσότερες δυσκολίες: η ελευθερία του τύπου, το δικαίωμα αντίστασης στην προληπτική κράτηση, οι συναθροίσεις και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα καταργήθηκαν. Το τηλέφωνο και το Ιντερνετ διακόπηκαν, ενώ το αεροδρόμιο της χώρας έκλεισε προσωρινά. Φυσικά, η διεθνής κοινότητα επισήμως «καταδίκασε» το πραξικόπημα. Όμως, οι κάτοικοι του Νεπάλ μάλλον δεν πρέπει να στηρίζονται σε αυτή για την απελευθέρωσή τους, καθώς τα περισσότερα κράτη που έχουν συμφέροντα στη χώρα συνεργάζονται ήδη στενά με τον Γκαϊνέντρα. Η Κίνα, ι Ινδία, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα έχαναν πολλά αν οι αντάρτες ανέρχονταν στην εξουσία. Γι’ αυτό και δηλώνουν μέσω αναλυτών τους στο διεθνή τύπο: «Τι να κάνουμε, να τον εγκαταλείψουμε το βασιλιά;».

Μετά από το μικρό αυτό πρόλογο δημοσιεύουμε ένα άρθρο της συνεργάτη μας ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΙΤΙΔΗ σχετικά με τα διαδραματιζόμενα στο Νεπάλ.

Υποστηρίζοντας ότι πρέπει να περιστείλει τις δημοκρατικές ελευθερίες προκειμένου να σώσει το δημοκρατικό πολίτευμα, ο βασιλιάς Γκαϊνέντρα επανέφερε την τυραννία στο Νεπάλ. Κατηγορώντας την κυβέρνηση για αποτυχία να τερματίσει την ένοπλη εξέγερση την οποία ξεκίνησε το Μαοϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα Νεπάλ το 1996, ανακοίνωσε ότι για τρία χρόνια αναλαμβάνει προσωπικά τη διακυβέρνηση της χώρας, με τη βοήθεια δεκαμελούς υπουργικού συμβουλίου στενών φίλων και συνεργατών του, προκειμένου να «φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» τους αντάρτες.  Τα μέτρα που εξήγγειλε για να επιβάλλει την εξουσία του στο πλαίσιο «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» θεωρούνται τα πλέον δρακόντεια που έχει λάβει βασιλιάς από τον τερματισμό της απόλυτης μοναρχίας το 1990. Οι περισσότεροι πολιτικοί τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό ή συνελήφθησαν, ενώ το ίδιο συνέβη σε 100 περίπου πολιτικούς ακτιβιστές.

Τα δημοκρατικά διαπιστευτήρια του Γκαϊνέντρα αμφισβητούνταν από καιρό. Είχε επιδείξει ανοιχτή περιφρόνηση για τις πολιτικές διαδικασίες διαλύοντας το κοινοβούλιο πριν από τρία χρόνια και είχε εμποδίσει τη συμμετοχή κομμάτων στην ειρηνευτική διαδικασία. Εξίσου μακρόχρονη όμως ήταν και η αντίδραση του κόσμου εναντίον του, που εκφράστηκε και πάλι, παρά την έντονη παρουσία του στρατού, στα αστικά κέντρα. Αψηφώντας την απαγόρευση των συγκεντρώσεων, φοιτητές έκαναν διαδήλωση στην πόλη Ποχάρα, δεχόμενοι τα πυρά του στρατού, ενώ 250 από αυτούς συνελήφθησαν. Η ένωση δημοσιογράφων του Νεπάλ αντέδρασε έντονα στη λογοκρισία του Τύπου και χαρακτήρισε ανοιχτά ως «πραξικόπημα» την κίνηση Γκαϊνέντρα. Οι ίδιοι οι αντάρτες δήλωσαν ότι αποκλείεται να συνεργαστούν με τον νέο υπουργό Εσωτερικών, Νταν Μπανταντούρ Σαχί, χαρακτήρισαν το βασιλιά «προδότη» και κάλεσαν τους πολίτες σε γενική απεργία – χωρίς ωστόσο να το καταφέρουν, λόγω της διακοπής των επικοινωνιών.

Εκτός από τη διαπιστωμένη φιλοδοξία του βασιλιά Γκαϊνέντρα να κυβερνήσει ως απόλυτος μονάρχης, το βασικό πρόβλημα που οδήγησε το Νεπάλ στο παρόν αδιέξοδο ήταν η ασυμφωνία των ανταρτών με τις επίσημες κυβερνήσεις σχετικά με τη σύγκληση συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Συγκεκριμένα, οι αντάρτες ζητούν μια εθνοσυνέλευση που να ψηφιστεί νέο σύνταγμα, το οποίο θα προβλέπει τη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την κατάργηση της μοναρχίας, γεγονός που αρνούνταν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, ακόμα κι όταν σε αυτές συμμετείχε το λεγόμενο Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Νεπάλ.

Η επιθυμία κατάργησης της αυθαιρεσίας του μονάρχη ήταν αυτή που είχε οδηγήσει το 1990 το Νεπαλικό Κόμμα του Κογκρέσου και το (ενιαίο τότε) ΚΚΝ να επιβάλουν μέσω λαϊκών κινητοποιήσεων στον πρώην βασιλιά Μπιρέντρα τη συνταγματική μοναρχία βάσει κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Επρόκειτο για πραγματική επανάσταση σε μία χώρα που επί έναν αιώνα κυβερνιώταν από μια κληρονομική δυναστεία πρωθυπουργών και στη συνέχεια από βασιλείς που απαγόρευαν την ίδρυση πολιτικών κομμάτων. Το ΚΚΝ κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση το 1994. Ωστόσο, έναν χρόνο αργότερα η ριζοσπαστική του πτέρυγα διασπάστηκε (κατηγορώντας το για τον κοινοβουλευτικό του χαρακτήρα), σχημάτισε το Μαοϊκό ΚΚΝ και κήρυξε την έναρξη του ένοπλου λαϊκού αγώνα.

Οι καταβολές του ΚΚΝ (Μ) εντοπίζονται στη Ναξαλίτικη εξέγερση και στις αγροτικές κινητοποιήσεις του ’60 και του ’70 στην ανατολική Ινδία, ενώ το κίνημα έχει παρόμοια δομή με το Φωτεινό Μονοπάτι του Περού: Στην ηγεσία του βρίσκονται δύο άντρες: ο ιδεολόγος του κινήματος Μπαμπουράμ Μπαταράι και ο επικεφαλής του κόμματος, Πρατσάντα (δηλαδή «ο Φοβερός»). Οι διεκδικήσεις του είναι πολιτικές και κοινωνικές, ενώ δηλώνει εναντίωση στις επιδιώξεις τόσο των «Ιμπεριαλιστών Αμερικανών» όσο και των «επεκτατικών Ινδών». Επιθυμεί την επιβολή κοσμικού κράτους, σε αντίθεση με την παρούσα κατάσταση, όπου το Νεπάλ είναι η μόνη ινδουιστική χώρα στον κόσμο, ενώ ο βασιλιάς θεωρείται ενσάρκωση του θεού Βισνού! Μάχεται για την κατάργηση των βασιλικών προνομίων (χωρίς καν να δηλώνει ξεκάθαρα ότι επιθυμεί την κατάργηση της μοναρχίας), ενώ θέλει να δοθεί γη στους αγρότες, να καταργηθούν στην πράξη οι κάστες, να δοθεί δικαίωμα κληρονομιάς στις γυναίκες και να αναγνωριστούν όλες οι γλώσσες που μιλούνται στο Νεπάλ. Πρόκειται δηλαδή για ένα κίνημα που, αν και έχει χαρακτηριστεί «τρομοκρατικό» ύστερα από την 11η Σεπτεμβρίου, ουσιαστικά μάχεται για τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα που θεωρούνται αυτονόητα στο σύνολο των δυτικών κοινωνιών και το οποίο δεν διακηρύττει καν ότι απαιτεί την ολοκληρωτική ανατροπή των σημερινών δομών εξουσίας.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του ΚΚΝ (Μ), το οποίο ανέπτυξε ο Μπαταράι σε συνέντευξή του στους Τάιμς του Νεπάλ, περιγράφονται δημοκρατικές τομές, με τον σοσιαλισμό ως κατεύθυνση. Το ΚΚΝ (Μ) προβάλει την αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη, μέσω ενός ριζοσπαστικού προγράμματος αγροτικών μεταρρυθμίσεων, και την εθνική εκβιομηχάνιση. Επιθυμεί την «πλήρη διάλυση των οπισθοδρομικών ημι-φεουδαρχικών και ημι-αποικιοκρατικών σχέσεων παραγωγής στην αγροτική οικονομία, τη βιομηχανία και το εμπόριο και η ανάπτυξη νέου τύπου εθνικών καπιταλιστικών σχέσεων με κατεύθυνση το σοσιαλισμό». Επίσης, δηλώνει ότι θα διατηρήσει τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με όλες τις χώρες του κόσμου.

Οι αντάρτες ξεκίνησαν τη δράση τους στα δυτικά της χώρας, υιοθετώντας τη στρατηγική του Μάο, για περικύκλωση των πόλεων απ’ την ύπαιθρο. Σταδιακά απέκτησαν τον έλεγχο όλο και περισσότερων γκρίζων ζωνών, οι οποίες πέρασαν υπό τη διοίκηση παράλληλης τοπικής κυβέρνησης. Η ευρεία υποστήριξη που έλαβαν αμέσως οφειλόταν στο γεγονός ότι η πολιτική τους προστάτευε τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες: τις γυναίκες (που ικανοποιούνται από την καταδίκη του αλκοόλ και των τυχερών παιχνιδιών, το δικαίωμα κληρονομιάς και την κατάργηση των υποχρεωτικών γάμων), τις εθνικές μειονότητες (που αποτελούν το 35% του πληθυσμού) και τις χαμηλές κάστες. Εξάλλου, «η βία των ανταρτών ασκείται επιλεκτικά, κατευθύνεται σε συγκεκριμένους στόχους», όπως επιβεβαιώνει ο Ερυθρός Σταυρός.

Έτσι, μέχρι το 2001, που αποτέλεσε έτος καμπή για τη χώρα, το ΚΚΝ (Μ) ήλεγχε τουλάχιστον 5 από τις 75 επαρχίες του Νεπάλ κι αύξανε σταδιακά την επιρροή του σε 25 ακόμα περιοχές – διαδικασία που επιταχύνθηκε ύστερα από τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, όταν η βασιλική οικογένεια βρήκε το θάνατο μέσα στο παλάτι. Ο πρίγκιπας διάδοχος Ντιπέντρα σκότωσε με αυτόματο όλα τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένου του βασιλιά Μπιρέντρα, της βασίλισσας Αϊσουάρια και του πρίγκιπα Νιραγιάν κι έπειτα αυτοκτόνησε. Αν και ως επίσημη αιτία του μακελειού θεωρήθηκε το γεγονός ότι η μητέρα του πρίγκιπα δεν ενέκρινε τη γυναίκα που εκείνος αγαπούσε, οι Μαοϊκοί κατήγγειλαν συνωμοσία κατά του βασιλιά Μπιρέντρα, ο οποίος αρνιόταν να χρησιμοποιήσει το στρατό εναντίον τους. Υπαίτιο της δολοφονίας θεώρησαν τον αδελφό του βασιλιά, Γκαϊνέντρα – που λίγες μέρες αργότερα ανήλθε στο θρόνο.

Οι σχέσεις των ανταρτών με τη νέα κυβέρνηση που διόρισε ο Γκαϊνέντρα υπό τον πρωθυπουργό Κορόιλα ξεκίνησαν από το ναδίρ. Όταν ο τελευταίος παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Σερ Μπαχαντούρ Ντέουμπα, θεωρήθηκε ότι μπορεί να βρεθεί πολιτική λύση στην εξέγερση, υπογράφτηκε ανακωχή και ξεκίνησαν συνομιλίες, οι οποίες όμως κατέρρευσαν το Νοέμβριο του 2001. Ο ανανεωμένος αγώνας των Μαοϊκών οδήγησε το βασιλιά να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και το 2002 να αποπέμψει τον πρωθυπουργό, να αναβάλει τις εκλογές και να διορίσει νέα κυβέρνηση υπό τον Μπαχαντούρ Τσαντ.

Μέχρι τότε, η ισχύς των ανταρτών έχει αυξηθεί σε 55 από τις 75 επαρχίες της χώρας. Κάθε προσπάθεια συνομιλιών απέτυχε και ο βασιλιάς αναγκάστηκε τον Ιούνιο του 2004 να επαναφέρει στην πρωθυπουργία τον Ντέουμπα. Οι αντάρτες συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα και τις απεργίες, με αποτέλεσμα ο βασιλιάς την προπροηγούμενη Τρίτη να αναγκαστεί να αποπέμψει για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια τον ίδιο πρωθυπουργό, αναλαμβάνοντας προσωπικά την εκτελεστική εξουσία.

Πλέον, ο Γκαϊνέντρα έχει δύο μέτωπα ανοιχτά: αφενός τους αντάρτες (τους οποίους δεν μπορεί να πείσει να διαπραγματευτούν με κανένα προφανές μέσο) και αφετέρου τα πολιτικά κόμματα, που επιθυμούσαν συνεργασία μαζί του, αλλά ο ίδιος τα έθεσε στο περιθώριο. Δεδομένου ότι οι μαοϊκοί αντάρτες γίνονται ισχυρότεροι μέρα με τη μέρα, θα ήταν λογικό το πραξικόπημά του να θεωρείται χαμένο από χέρι. Ωστόσο, ο βασιλιάς δεν είναι μόνος: Λαμβάνοντας την υποστήριξη των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων, κανείς δεν ξέρει μέχρι πότε θα μπορεί να καταχράται την εξουσία.

 

ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα και Ινδία εναντίον των ανταρτών

 

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μαοϊκής εξέγερσης στο Νεπάλ είναι ότι, κατά κοινή ομολογία, αποτελεί καθαρά εθνικό αγώνα: οι αντάρτες δεν δέχονται υλική βοήθεια από το κινεζικό ή το ινδικό κράτος, ενώ ο μόνος σημαντικός υποστηρικτής τους στο εξωτερικό είναι το Επαναστατικό Διεθνιστικό Κίνημα με βάση το Λονδίνο, το οποίο συγκεντρώνει τους εναπομείναντες από το Φωτεινό Μονοπάτι, τους αντάρτες του ναξαλίτικου κινήματος και ορισμένα κομμουνιστικά κόμματα του Μπανγκλαντές, της Σρι Λάνκα, της Τουρκίας, ακόμα και των ΗΠΑ.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι τα γειτονικά κράτη και οι μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν προσπαθήσει να εμπλακούν ενεργά στο ζήτημα των νεπαλέζων ανταρτών, εφόσον διατηρούν ισχυρά συμφέροντα στην περιοχή. Πρώτη και καλύτερη είναι η Ινδία – μια χώρα που γειτνιάζει με το Νεπάλ στις τρεις από τις τέσσερις πλευρές των συνόρων του. Καθώς οι Μαοϊκοί διατηρούν στενούς δεσμούς με τα ινδικά αριστερά κινήματα, η Ινδία βοηθά στην καταστολή τους, παρέχοντας όπλα και εκπαίδευση στο νεπαλέζικο στρατό, ο οποίος τριπλασιάστηκε σε όγκο μέσα στα δέκα τελευταία χρόνια. Εξάλλου, οι νεπαλέζοι αντάρτες την κατηγορούν ανοιχτά ότι προωθεί επιθετικά τα οικονομικά της συμφέροντα στο Νεπάλ, εφόσον μέσω της Ινδίας το τελευταίο συνδέεται με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η Ινδία επικρατεί στην οικονομική ζωή της χώρας, λεηλατώντας τους φυσικούς της πόρους, επιβάλλοντας άδικες εμπορικές συμφωνίες και εκμεταλλευόμενη χιλιάδες φτωχούς εργάτες, οι οποίοι αναγκάζονται να περάσουν τα σύνορα για να βρουν εργασία. Πολλές νεπαλέζικες επιχειρήσεις βρίσκονται υπό ινδική διαχείριση και πολλές εκτάσεις κοντά στα σύνορα υπό ινδική ιδιοκτησία. Ως ηπειρωτική χώρα, το Νεπάλ εξαρτάται από την Ινδία για την εισαγωγή και την εξαγωγή των προϊόντων του.

Ωστόσο, και το ίδιο το κράτος του Νεπάλ από καιρό σε καιρό προσπαθεί να ξεφύγει από την ινδική οικονομική επιρροή και να καθιερώσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Σε αυτή την προσπάθεια παίζει το «κινέζικο χαρτί» προκειμένου να εξισορροπήσει τις ινδικές πιέσεις. Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο έχει προσφέρει σημαντική οικονομική βοήθεια στο Νεπάλ, που ανέρχεται περίπου σε δέκα εκατ. Δολάρια το χρόνο, και έχει δηλώσει την πολιτική και ηθική συμπαράστασή του στον αγώνα κατά των ανταρτών, τους οποίους κατηγορεί ότι διαστρεβλώνουν τη μαοϊκή ιδεολογία! Η σταθερότητα του Νεπάλ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Κίνα, καθώς χρησιμεύει επίσης ως «θώρακας» από την Ινδία. Άλλωστε, αν αποσταθεροποιηθεί η χώρα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από θιβετιανούς εξόριστους ως βάση αντίστασης κατά της Κίνας. Πάντως, ο βασιλιάς Γκαϊνέντρα πρόσφατα έδειξε ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι πριν από τρεις εβδομάδες έκλεισε την αντιπροσωπεία του Δαλάι Λάμα στο Κατμαντού.

Το Πεκίνο δεν φαίνεται να χαροποιείται όμως από την έντονη παρουσία των Αμερικανών στο Νεπάλ, η οποία έχει αυξηθεί ραγδαία ύστερα από την 11η Σεπτεμβρίου. Οι Αμερικανοί ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν να δώσουν οικονομική βοήθεια στη νεπαλική κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1951 και από τότε της έχουν προσφέρει περισσότερο από 1,4 δις. δολάρια. Παράλληλα, οι ΗΠΑ παρέχουν εκπαίδευση στο στρατό, ενώ τον έχουν προμηθεύσει με 20.000 αυτόματα Μ-16, εξοπλισμό νυχτερινής όρασης και επικοινωνιών. Το Νεπάλ πρόσφατα ανταπέδωσε αυτές τις χάρες, στέλνοντας 900 στρατιώτες στον τελευταίο πόλεμο του Κόλπου.

Τον ίδιο ακριβώς ρόλο με τις ΗΠΑ παίζει και η Μεγάλη Βρετανία στην περιοχή, η οποία διατηρεί μακροχρόνιους δεσμούς με το Νεπάλ, λόγω της χρήσης στο βρετανικό στρατό των διάσημων για την ανδρεία τους πολεμιστών Γκούρκα. Τέλος, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν συμφέροντα στο Νεπάλ, όπως η Γαλλία: Το 2004 λόγου χάρη, η γαλλική εταιρεία Γιουροκόπτερ κατασκεύαζε επιθετικά ελικόπτερα σε στενή συνεργασία με την Ινδία, τα οποία στη συνέχεια εξήγαγε στο Νεπάλ. Στα ελικόπτερα αυτά είχαν ενσωματωθεί εξαρτήματα ή υποσυστήματα και από άλλες χώρες της ΕΕ.

Δεδομένων των παραπάνω, είναι φυσικό οι μεγάλες καπιταλιστικές χώρες να θέλουν να αντιμετωπίσουν με προσοχή το πρόσφατο βασιλικό πραξικόπημα στο Κατμαντού. Επισήμως, μόνο η Κίνα το χαρακτήρισε «εσωτερική υπόθεση του Νεπάλ», ενώ το επέκριναν τόσο τα Ηνωμένα Έθνη και η ΕΕ, όσο και οι ΗΠΑ, Ινδία και Μ. Βρετανία. Η Ινδία αντιμετωπίζει το πραξικόπημα με ανησυχία, καθώς θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση που θα περάσει και στην άλλη πλευρά των συνόρων. Παράλληλα, η Βρετανία και οι ΗΠΑ πιστεύουν ότι η καθαίρεση από την εξουσία των πολιτικών κομμάτων ευνοεί τους αντάρτες κι αμαυρώνει για δεύτερη φορά τη φήμη της νεπαλέζικης μοναρχίας ύστερα από το μακελειό του 2001. Όμως, και οι τρεις χώρες δεν μπορούν να θυμώσουν ιδιαίτερα με τον Γκαϊνέντρα, από φόβο μήπως τον αποδυναμώσουν κι ενισχύσουν τους μαοϊκούς. Το τελευταίο που θέλουν είναι ένα ασταθές κράτος, όπως το Αφγανιστάν του ’90 ή η Καμπότζη του ’70, ανάμεσα στις δύο μεγάλες ασιατικές οικονομίες. Έτσι, παρά τη «βαθιά ανησυχία» που δήθεν εκφράζουν, ελάχιστοι πιστεύουν ότι πρόκειται να προβούν σε ουσιαστικές κυρώσεις κατά του βασιλιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

21/02/2005