Σύνοδος
G-7 και ΔΝΤ
NOMIΣMATIKH
ANATAPAXH
Εντείνεται
η κρίση και οι αντιπαραθέσεις
Η
συνάντηση των επτά πλουσιότερων
χωρών (G-7) στο πλαίσιο της ετήσιας
συνόδου του ΔΝΤ στο Ντουμπάϊ, όχι
μόνο δεν κατάφερε να οδηγήσει σε "λύσεις"
τη νομισματική αναταραχή και να
αμβλύνει τη σύγκρουση των μεγάλων
και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, της Ε.Ε. και
της Ιαπωνίας, αλλά αντίθετα έφερε
αυτήν κρίση σε ένα νέο επίπεδο
αντιπαράθεσης.
Τυπικά
οι επτά "συμφώνησαν" ότι όλοι
θέλουν περισσότερο "ευέλικτες"
συναλλαγματικές ισοτιμίες και αυτό
κατέγραψαν στην ανακοίνωσή τους,
όμως όλοι "διάβασαν" το
αδιέξοδο πίσω από τις γραμμές και το
αποτέλεσμα ήταν την επόμενη μέρα να
πέσουν όλα τα χρηματιστήρια. Ένα
άρθρο του συνεργάτη μας ΓΙΑΝΝΗ
ΑΓΓΕΛΗ που
δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ.
Τι ήταν
αυτό που τους "τρόμαξε" όλους;
Το
πρώτο σημάδι ήταν ότι οι G-7
επιβεβαίωσαν με την ανακοίνωσή τους
όσους προέβλεπαν ότι δεν είναι σε
θέση να επαναλάβουν μια Συμφωνία
όπως αυτή στο Πλάζα το 1985.
Τότε
είχαν καταφέρει να επιβάλουν στις
αγορές συναλλάγματος μια εκ των άνω
συμφωνία για σταθερές ισοτιμίες
μεταξύ του δολαρίου, του μάρκου, της
στερλίνας και του γιέν και να
σταματήσουν έστω και σε νομισματικό
επίπεδο το χάος που είχε προκαλέσει
ο ύφεση και ο στασιμοπληθωρισμός που
ακολούθησε τον τετραπλασιασμό της
τιμής του πετρέλαιου μετά την
κατάρρευση του Μπρέτον Γούντς. Στην
"σταθερότητα" της συμφωνία
εκείνης στηρίχθηκε η εκκίνηση της
μεγαλύτερης πιστωτικής επέκτασης
στην μεταπολεμική ιστορία και η
αφετηρία της μακροβιότερης
χρηματιστηριακής ανόδου (μέσα από τα
ενδιάμεσα χρηματιστηριακά σοκ
όπως αυτά του 1987 και 1989 και την
ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 90).
Αυτή
την φορά όμως όλα ήταν διαφορετικά.
Ούτε οι ευρωπαίοι με το ενιαίο
νόμισμα, ούτε οι γιαπωνέζοι με το
γιέν, ούτε ακόμα οι κινέζοι με το
γουάν ήταν διατεθειμένοι να
συμφωνήσουν ότι θα πληρώσουν όλοι
μαζί το κόστος για να βγουν οι ΗΠΑ
από την κρίση.
Οι
ΗΠΑ ζήτησαν την ανατίμηση του γουάν
και του γιέν έναντι του δολαρίου με
ταυτόχρονη διατήρηση του "δικαιώματος"
να ρίχνουν ακόμα πιο χαμηλά όποτε
και όσο θέλουν οι ίδιοι το δολάριο. Ο
στόχος ήταν και εξακολουθεί να είναι
διπλός.
Η
απαίτηση των ΗΠΑ δεν έχει να κάνει
μόνο με την συγκράτηση των κινέζικων
εξαγωγών στις ΗΠΑ ή το άνοιγμα της
κινέζικης αγοράς στα αμερικάνικα
προϊόντα, που είναι μεν μια αιτία
αλλά από πολλούς αναλυτές
χαρακτηρίζεται "ανεπαρκής" για
να δικαιολογήσει την πίεση αυτή. Η
απαίτηση των ΗΠΑ έχει μία σοβαρή
πολιτική διάσταση "πίεσης" στην
Κίνα η οποία, σύμφωνα με τους
Αμερικάνους αναλυτές, αν συνεχίσει
στους σημερινούς ρυθμούς αποκτά
ισχυρότατο παγκόσμιο οικονομικό και
πολιτικό βάρος πολύ περισσότερο
μάλιστα καθώς τον τελευταίο καιρό
επιχειρείται μια "χαμηλών τόνων"
πολιτική και κυρίως οικονομική
συνεργασία με την Ρωσία...
Αυτό
βέβαια δεν σημαίνει ότι η οικονομική
διάσταση της ανατίμησης του γουάν
και του γιέν είναι αμελητέα για τις
ΗΠΑ έναντι των οποίων η Κίνα έχει
εμπορικό πλεόνασμα τριπλάσιο από
ότι με την ευρωζώνη. Μια ανατίμηση
όμως του γουάν πέραν των επιπτώσεων
στο ισοζύγιο με τις ΗΠΑ θα οδηγούσε
σε μεγαλύτερες δυσχέρειες την Κίνα
έναντι των γειτόνων της, των πάλαι
ποτέ "Τίγρεων της Ασίας", με
τους οποίους έχει εμπορικό έλλειμμα
και οπωσδήποτε θα έβαζε φρένο στην
διογκούμενη ροή ξένων κεφαλαίων
στην Κίνα.
Από
την πλευρά της η Ευρώπη φαίνεται να
ανησυχεί πολύ περισσότερο για την
υποτίμηση του δολαρίου έναντι του
ευρώ και πολύ λιγότερο για το
γεγονός ότι τα κινέζικα προϊόντα
γίνονται φθηνότερα σε κάθε πτώση του
δολαρίου, αφού το κινέζικο νόμισμα
είναι δεμένο με σχεδόν σταθερή
ισοτιμία με το δολάριο (8,3 γουαν ανά
δολάριο) και έτσι διολισθαίνει μαζί
με αυτό... Στην Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα μάλιστα εδώ και μερικούς
μήνες παρακολουθείται και αναλύεται
πολύ προσεκτικά αυτή σχέση δολαρίου
- γουάν και οι επιπτώσεις της στις
οικονομίες των ΗΠΑ και την Ε.Ε.
Παρ'
ότι μέχρι τώρα δεν έχουν βγει
οριστικά συμπεράσματα, στην ΕΚΤ
εκτιμούν ότι ακόμα και αν υπάρξει
μια σχετική ανατίμηση του γουάν
έναντι του δολαρίου δεν πρόκειται να
βελτιωθεί το τεράστιο και
διογκούμενο εμπορικό έλλειμμα των
ΗΠΑ με την Κίνα. Για να υπάρξει, λένε,
ένα σοβαρό θετικό αποτέλεσμα για τις
ΗΠΑ θα πρέπει η υποτίμηση του
δολαρίου έναντι του γουάν να είναι
πολύ μεγάλη (πάνω από 25%) γεγονός που
την καθιστά αφ΄ενός αδύνατη και
αφ΄ετέρου θα προκαλούσε μια
κατάρρευση των ισοτιμιών του
δολαρίου και έναντι των άλλων
νομισμάτων. Παράλληλα βέβαια μια
τόσο μεγάλη ανατίμηση του γουάν θα
οδηγούσε σε μια χωρίς προηγούμενο
οικονομική καταστροφή την εξαγωγική
μηχανή της Κίνας... Στην
πραγματικότητα οι ΗΠΑ με τον τρόπο
αυτό ήθελαν και εξακολουθούν να
θέλουν να "χτυπήσουν" σε πολλά
μέτωπα, από την μία να "κλείσουν"
στην γωνία την Κίνα και ταυτόχρονα
να "μετακυλίσουν" την απειλή
του αποπληθωρισμού από την δική τους
οικονομία στην Ευρώπη και την
Ιαπωνία.
Η
Ευρώπη δεν φάνηκε διατεθειμένη να
αποδεχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο το
ίδιο και η Ιαπωνία. Όπως έκανε γνωστό
τόσο ο υπουργός οικονομίας όσο και ο
πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της
Ιαπωνίας είναι απολύτως αδιανόητο
για την σημερινή συγκυρία να "επιβληθεί
στην γιαπωνέζικη οικονομία μια
ανατίμηση του γιέν που θα οδηγούσε
σε μπλοκάρισμα την "αχτίδα"
ανάκαμψης που έχει εκδηλωθεί τους
τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα στις
εξαγωγές της αυτοκινητοβιομηχανίας
και των (προϊόντων) υψηλής
τεχνολογίας...".
Η
"λύση" της απελπισίας που
προτείνουν οι ευρωπαίοι είναι να
φρενάρει ο ρυθμός ανάπτυξης των ΗΠΑ
με "εργαλείο" την σταδιακή
αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου...
Ο
ρυθμός ανάπτυξης στο δεύτερο
εξάμηνο στις ΗΠΑ προβλέπεται ότι θα
είναι υψηλότερος του 4,5%. Οι
ευρωπαίοι συνιστούν μικρότερο ρυθμό
ανάπτυξης ώστε να υπάρξει
χαμηλότερη ζήτηση και έτσι φρένο
στις εισαγωγές με την "βοήθεια"
βέβαια και μιας πολιτικής
συγκρατημένων αυξήσεων στους
δασμούς έναντι της Κίνας.
Η
"λύση" αυτή μοιάζει παράδοξο
έρχεται από την Ε.Ε. η οποία "ποντάρει"
στην ανάκαμψη των ΗΠΑ για να αυξήσει
και τις δικές της εξαγωγές και να
βελτιώσει το εμπορικό της ισοζύγιο
που είναι ελλειμματικό ολόκληρο το
πρώτο εξάμηνο του 2003.
Πίσω
όμως από την "λογική" της
πρότασης αυτής υπάρχει σαν κεντρική
συνιστώσα η ανησυχία για το
ενδεχόμενο κατάρρευσης αφ' ενός της
ισοτιμίας του δολαρίου και αφ'
ετέρου η πολύ ισχυρή ανησυχία για
την νέα "φούσκα" στις
χρηματιστηριακές αγορές με κέντρο
την Γουώλ Στρητ και κυρίως τον Nasdaq.
Είναι χαρακτηριστικό όπως λένε στην
Φρανκφούρτη ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης
που έχουν εμφανισθεί στην
αμερικανική οικονομία "δεν
συνοδεύονται από μια αύξηση της
απασχόλησης και την μείωση του
εμπορικού ελλείμματος. Το αντίθετο
μάλιστα, η ανεργία παραμένει σε πολύ
υψηλά επίπεδα και φαίνεται να
αυξάνει...". Πίσω από τον συνδυασμό
αυτό διαβλέπουν την παρουσία ήδη
μιας νέας χρηματιστηριακής και
πιστωτικής "φούσκας" η οποία σε
συνθήκες απότομων νομισματικών
αλλαγών (απότομη πτώση ή άνοδο του
δολαρίου) μπορεί να "σκάσει" και
να συμπαρασύρει την παγκόσμια
οικονομία. Εν ολίγοις θεωρούν την
ανάπτυξη στις ΗΠΑ μια "φούσκα"
που στηρίζεται μόνο στην επέκταση
του χρέους και των χρηματιστηριακών
τιμών οι οποίες δεν δικαιολογούνται
από την παραγωγή και τα κέρδη των
επιχειρήσεων...
Βέβαια
αν και η "λύση" αυτή έχει
αρχίσει να απασχολεί την FED,
προσκρούει αφ΄ενός στις εσωτερικές
ανάγκες της προεκλογικής πολιτικής
της κυβέρνησης Μπούς - που θέλει να
αποφύγει το πάθημα του πατέρα Μπούς
μετά τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ - και
αφ΄ετέρου στις ανάγκες της
εξωτερικής πολιτικής έναντι της
Κίνας και της Ε.Ε.
Εν
κατακλείδι μετά το Ντουμπάϊ το
ερώτημα που φαίνεται να πλανάται
πίσω από τα απατηλά νούμερα των
χρηματιστηριακών τιμών και των
ρυθμών ανάπτυξης στις ΗΠΑ είναι το
πότε και πως θα σκάσει η νέα "φούσκα"
που φαίνεται να πυροδοτείται πλέον
όχι μόνο από τις ανάγκες της
χρηματιστηριακής και
συναλλαγματικής κερδοσκοπίας άλλα
και από την πολιτική πίεση που
δέχεται η κυβέρνηση Μπους από τα
αποτελέσματα των "έργων" της
στις ΗΠΑ άλλα και στον υπόλοιπο
πλανήτη.
Γ. Aγγ.
H EKΘEΣH TOY ΔNT
Αυξανόμενες
ενδείξεις ανάκαμψης της παγκόσμιας
οικονομίας διαπίστωσε το Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία
του έκθεση που δημοσιεύθηκε ενόψει
της ετήσιας συνόδου του οργανισμού
στο Ντουμπάι.
Tο
ΔΝΤ προβλέπει ότι η διεθνής
οικονομία θα σημειώσει,
το 2004, ρυθμούς ανάπτυξης της
τάξης του 4%.
Προειδοποίησε
όμως ότι ο κόσμος παραμένει
εξαρτημένος από τις ΗΠΑ, η οικονομία
των οποίων παρουσιάζει μεν σημάδια
βελτίωσης τους τελευταίους μήνες,
δεν είναι όμως ακόμη βέβαιο κατά
πόσο η βελτίωση αυτή επαρκή για να
δώσει ώθηση στην διεθνή οικονομία.
Το
ΔΝΤ θεωρεί ότι οι δυο μεγαλύτεροι
κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η
αμερικανική οικονομία είναι το
διογκούμενο δημοσιονομικό έλλειμμα
και το ενδεχόμενο κατάρρευσης
τιμών των ακινήτων.
Όσον
αφορά στην Ευρώπη, η έκθεση αναφέρει
ότι θα συνεχίζει να επηρεάζεται από
την οικονομική στασιμότητα στη
Γερμανία. Για την Ιαπωνία θεωρεί ότι
οι προοπτικές
της επισκιάζονται από την υποχώρηση
των τιμών και τα οικονομικά
προβλήματα πολλών τραπεζών και
επιχειρήσεων.
|