|
ΤΟΥΡΚΙΑ:
ΜΟΧΛΟΣ ΒΑΘΥΤΕΡΟΥ
ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΚΕΝΤΡΟΥ
Το ευρωπαϊκό κέντρο δεν θα μπορούσε
να απέχει από τον αγώνα δρόμου
για αναδιανομή και επέκταση των
σφαιρών επιρροής
{Πίσω από το μωσαϊκό των
διαφωνιών – που καταγράφονται
στο εσωτερικό της γηραιάς
ηπείρου για τους κινδύνους που
εγκυμονεί η ένταξη της Τουρκίας
ή, διαφορετικά, για τις ευκαιρίες
που επιφυλάσσει –
αποκαλύπτονται οι
αντικρουόμενες στρατηγικές για
την πορεία του ευρωπαϊκού
ιμπεριαλισμού και ο βαθύς
αντιδραστικός μετασχηματισμός
της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης
που συντελείται με αφορμή την
Τουρκία}.
Μόνο εορταστικό δεν ήταν το κλίμα
στην Αθήνα και τη Λευκωσία κατά
την εβδομάδα που πέρασε, όταν
άρχισαν να καταγράφονται τα
κέρδη και οι ζημιές από τις
αποφάσεις της συνόδου κορυφής
των Βρυξελλών. Ο όρος «κέρδη και
ζημιές» εδώ είναι προφανώς σχήμα
λόγου, μιας και μιλώντας για την
ιστορική σύνοδο της 16ης
και 17ης Δεκεμβρίου η
ελληνική αστική τάξη δεν έχει να
μετράει τίποτε άλλο πέρα από
απώλειες θέσεων, υποχωρήσεις και
χαμένες ευκαιρίες. Η πεισματική
άρνηση του τούρκου πρωθυπουργού
να μονογράψει κατά τη διάρκεια
των εργασιών της συνόδου το
πρωτόκολλο της τελωνειακής
ένωσης με την Κύπρο, που
ισοδυναμούσε – κατά μια έννοια
– με έμμεση έστω αναγνώριση της
Κυπριακής Δημοκρατίας και η
επακόλουθη δέσμευσή της να
υπογράψει το πρωτόκολλο μέχρι
τις 3 Οκτωβρίου, οπότε ορίστηκε
χρονικά η απαρχή των ενταξιακών
διαπραγματεύσεων, σε συγκερασμό
με την εκ νέου αποδοχή από την
Αθήνα του όρου «συνοριακές
διαφορές» - που θέτει αυτόματα
στο τραπέζι πολύ περισσότερα
ζητήματα από την υφαλοκρηπίδα,
αποτέλεσαν την κορύφωση μιας
μακρόχρονης πορείας, που στο
διάβα της η ελληνική και
ελληνοτουρκική αστική τάξη
δέχτηκαν να θυσιάσουν πάγια
αιτήματά τους, πλήρως συμβατά με
το διεθνές δίκαιο. Ιδιαίτερα,
αρνήθηκαν να θέσουν ως όρο για να
δώσουν την έγκρισή τους στην
ένταξη της Τουρκίας την άμεση
και ρητή αναγνώριση της
Κυπριακής Δημοκρατίας, την
απόσυρση των στρατευμάτων
κατοχής και των ψηφισμάτων και
των αποφάσεων του ΟΗΕ, τον
τερματισμό των παραβιάσεων του
εναέριου χώρου και των
παραβάσεων του FIR Αθηνών, την άρση του casus belli κλπ. Η Αθήνα όχι μόνο αρνήθηκε να
διεκδικήσει τα παραπάνω, αλλά
αντίθετα έδωσε – μέσω της σιωπής
της – το δικαίωμα στην Άγκυρα να
κατοχυρώσει σε ευρωπαϊκό
επίπεδο τις αξιώσεις της στο
Αιγαίο και, πολύ χειρότερα, τα
στρατιωτικά μέσα διεκδίκησής
τους.
Αρνούμενη να αξιώσει τα παραπάνω
αιτήματα, ώστε να μη δοκιμαστούν
οι σχέσεις της με το
γαλλογερμανικό και τον
αμερικανικό ιμπεριαλισμό, το
μόνο που κατάφερε η
ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν να
υπονομεύσει ακόμη περισσότερο
το διεθνές κύρος της Κυπριακής
Δημοκρατίας, μέσω των δηλώσεων
του τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ
Ερντογάν αλλά και του προέδρου
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζοζέ
Μπαρόζο, ότι η επέκταση της
τελωνειακής ένωσης και η
υπογραφή του πρωτοκόλλου
προσαρμογής δεν συνιστούν καν
αναγνώριση της Κυπριακής
Δημοκρατίας!
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει μία πολιτική ανάλυση για
την κατάσταση με την Τουρκία, του
συνεργάτη μας ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ.
Η διάταξη των διεθνών
δυνάμεων που διαμορφώθηκε με
αφορμή την ένταξη της Τουρκίας
στην ΕΕ και συγκεκριμένα οι
συμμαχίες και τα αντίπαλα
στρατόπεδα που συγκροτήθηκαν με
επίκεντρο το μείζον αυτό ζήτημα,
μέχρι πριν λίγους μήνες μόνο ως
ανέκδοτο θα ακούγονταν. Ποιος
για παράδειγμα θα μπορούσε να
ισχυριστεί ότι ο
γαλλογερμανικός άξονας και
συγκεκριμένα οι Σιράκ και
Σρέντερ, που με αφορμή την
επέμβαση στο Ιράκ ήρθαν σε μια
άνευ προηγουμένου για τα
τελευταία χρόνια αντιπαράθεση
με την Ουάσιγκτον, τώρα θα
συμφωνούσαν πλήρως μαζί της για
ένα θέμα από το οποίο κρίνεται η
τύχη της ίδιας της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης; Ποιος θα μπορούσε
να υποθέσει ότι η ανέκαθεν
φιλοαμερικανική ευρωπαϊκή Δεξιά,
με τους γερμανούς, τους γάλλους
και τους αυστριακούς δεξιούς
στην πρώτη γραμμή, θα ερχόταν σε
προστριβή τώρα με τις ΗΠΑ,
κατηγορώντας τις ότι με την
επιμονή τους να ενταχθεί η
Τουρκία στην ΕΕ υπονομεύουν το
ευρωπαϊκό οικοδόμημα; Ποιος θα
μπορούσε να υποστηρίξει μόλις
πριν δύο χρόνια, όταν η Τουρκία
λέγοντας όχι στο αίτημα των ΗΠΑ
να διέλθουν στρατεύματά τους από
τα εδάφη της γινόταν το μαύρο
πρόβατο της Ουάσιγκτον, ότι
σήμερα αυτή ακριβώς η χώρα θα
χρησιμοποιούνταν ως
πολιορκητικός κριός από την
Ουάσιγκτον για να εξυπηρετηθούν
τα συμφέροντά της στην ευρύτερη
περιοχή της Ευρασίας; Τα
παράδοξα που ήρθαν στην
επιφάνεια μέσα από τη δημόσια
αντιπαράθεση με αφορμή την
ένταξη της Τουρκίας, είναι ακόμη
περισσότερα. Η σφοδρότητα όμως
με την οποία η Τουρκία
επαναχάραξε τη δεδομένη κατά τα
τελευταία χρόνια διάταξη
δυνάμεων σε τόσο υψηλό επίπεδο
υπογραμμίζει την τεράστια
σημασία που έχει από τώρα η
ένταξή της στην ΕΕ, ακόμη και αν
αυτή πραγματοποιηθεί μετά από
δεκαπέντε χρόνια, όπως
συμφωνήθηκε στις Βρυξέλλες.
Η μεγάλη πρόκληση όμως
έγκειται στον προσδιορισμό των
συμφερόντων που διακυβεύονται
για κάθε αντιμαχόμενη πλευρά
πίσω από την ένταξη της Τουρκίας
στην ΕΕ και στις στρατηγικές που
χαράσσονται στη βάση αυτής της
επιλογής. Πρόκληση που γίνεται
ακόμη πιο ελκτική
διαπιστώνοντας ότι ένα πλήθος
ανόμοιων και άκρως
ανταγωνιστικών μεταξύ τους
παραγόντων καταλήγουν στο ίδιο
αποτέλεσμα: Την ένταξη της
γειτονικής χώρας στην ΕΕ!
Οι Ηνωμένες Πολιτείες
πρόβαλλαν κατ’ επανάληψη ως
επιχείρημα για την αναγκαιότητα
ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ τη
γεφύρωση του χάσματος των
πολιτισμών και το θετικό
παράδειγμα που θα δημιουργήσει η
ένταξή της και σε άλλα κράτη που
έχουν μουσουλμανικό πληθυσμό
ώστε και αυτά με τη σειρά τους να
απαρνηθούν την
αλληλοσπαρασσόμενη και
παρηκμασμένη Ανατολή και να
στρέψουν το βλέμμα και το νου
τους στην πεφωτισμένη και
ακμάζουσα Δύση. Το επιχείρημα
αυτό, υπερβολικά αθώο για να
ξεγλυστρήσει από ακαδημαϊκά
εγχειρίδια και να εκφέρεται από
αμερικανικά χείλη, έρχεται να
συγκαλύψει τη δηλωμένη πρόθεση
των ΗΠΑ, αλλά και της Αγγλίας να
παρεμβάλουν εμπόδια στην
εμβάνθυνση της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης και να επιτύχουν
κατά συνέπεια το «κόντυμα» του
ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού
κέντρου. Η εφημερίδα του
αμερικανικού χρηματιστηριακού
κεφαλαίου, που εκφράζει πλήρως
τον Λευκό Οίκο, η Γουόλ
Στριτ Τζέρναλ, το είχε θέσει
ωμά, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ πιέζουν
για την ένταξη της Τουρκίας ώστε «να
μειώσουν την ισχύ παραδοσιακών
αντιπάλων των ΗΠΑ, όπως η Γαλλία
και η Γερμανία». Ο πρώην
επίτροπος της Αυστρίας για
θέματα Γεωργίας μόλις το
Σεπτέμβριο υποδεικνύοντας το
Λονδίνο και την Ουάσιγκτον ως
τους θερμότερους υποστηρικτές
της ένταξης της Τουρκίας δεν
παρέλειψε να συμπληρώσει ότι «κατά
πόσο η ένταξή της θα
αποδυναμώσει την πολιτική
διαδικασία της Ένωσης δεν τους
ενδιαφέρει και ίσως να είναι
στις επιλογές τους». Τους
κινδύνους που εγκυμονεί για το
μέλλον της ΕΕ η ένταξη της
Τουρκίας είχε επισημάνει και ο
Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, πρώην πρόεδρος
της Γαλλίας και της Συνέλευσης
που πριν λίγους μήνες συνέταξε
το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, σε ένα
ασυνήθιστα μεστό και
βαρυσήμαντο άρθρο του, που
δημοσιεύτηκε στις μεγαλύτερες
εφημερίδες της Ευρώπης, και
στους Φαϊνάνσιαλ
Τάιμς στις 25 Νοεμβρίου.
Ανέφερε συγκεκριμένα για το
ενδεχόμενο ένταξης, ότι τότε «η ΕΕ είναι καταδικασμένη να
καταντήσει μια περιφερειακή
εκδοχή των Ηνωμένων Εθνών, που
σκοπό της θα έχει τις
συναντήσεις, το διάλογο και τη
συνεργασία επί ορισμένων
συγκεκριμένων σχεδίων. Χωρίς
ταυτότητα, δεν θα έχει κοινή
βούληση και κανέναν ρόλο να
διαδραματίσει. Ο κόσμος θα
εξελισσόταν χωρίς την Ευρώπη».
Ο διάδοχός του όμως στο
προεδρικό μέγαρο της Γαλλίας δεν
διαφωνεί απλά, αλλά έχει
διαμετρικά αντίθετη άποψη.
Σύμφωνα με όσα έγραψε η Ιντερνάσιοναλ
Χέραλντ Τρίμπιουν στις 21
Δεκεμβρίου, ο Ζακ Σιράκ
υποστήριξε ότι για να
αντιμετωπίσει η ΕΕ τις ΗΠΑ ή την
Κίνα στην παγκόσμια αρένα όφειλε
να προσθέσει στο δικό της βάρος
και αυτό της Κίνας. Ακριβώς το
ίδιο επιχείρημα πρόβαλλε και ο
τούρκος πρωθυπουργός,
προδικάζοντας μάλιστα το
πράσινο φως που έλαβε για έναρξη
των ενταξιακών διαπραγματεύσεων,
μια εβδομάδα πριν την κρίσιμη
σύνοδο, όταν σε ένα πολυτελές
ξενοδοχείο των Βρυξελλών μίλησε
σε 600 αξιωματούχους. Απ’ όσα είπε
τότε ο Ταγίπ Ερντογάν, η Γουόλ
Στριτ Τζέρναλ του
προηγούμενου Σαββατοκύριακου
επέλεξε να ξεχωρίσει στην πρώτη
της σελίδα τις εξής λίγες λέξεις:
«Εάν η
Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί να
καταστεί ένας παγκόσμιος
παίκτης ο δρόμος της πρέπει να
περάσει από την Τουρκία. Η ώρα
μας επιτέλους ήρθε»!
Πλάι στους παραπάνω
παράγοντες οφείλουμε να
καταγράψουμε και τη σαφή
αντίθεση πολλών λαών της Δυτικής
Ευρώπης, που σε δημοσκοπήσεις
κατέθεσαν τη διαφωνία τους
απέναντι στην προοπτική ένταξης
της Τουρκίας, με ποσοστό 67% στη
Γαλλία, 62% στη Γερμανία και την
Αυστρία, 49% στη Δανία κλπ. Ρεύμα
που προφανώς θα στραφεί προς τα
δεξιά, μια και είναι ο μοναδικός
πολιτικός χώρος που τουλάχιστον
σε εθνικό ακροατήριο καταθέτει
τη διαφωνία του απέναντι στην
προοπτική ένταξης της Τουρκίας.
ΟΙ ανησυχίες που εγείρονται από
τους λαούς δεν αφορούν φυσικά
την πολιτισμική ανομοιογένεια
που θα επέλθει, όταν 72
εκατομμύρια μουσουλμάνων
ενταχθούν στην ΕΕ. Εγείρονται
από τη στιγμή που ο βασιλιάς
φαίνεται γυμνός, και πίσω από τις
πομφόλυγες για ευρωπαϊκά
οράματα και οικουμενικές αξίες
προβάλλει μια Ευρώπη των
πολυεθνικών και της
εκμετάλλευσης, που αν πρόκειται
να φτάσει μια ώρα νωρίτερα στα
πετρελαϊκά κοιτάσματα της
Κασπίας και τους δρόμους του
πετρελαίου του Καυκάσου, κλείνει
τα μάτια σε βασανιστήρια, σε
λευκά κελιά, σε απαγορεύσεις
λειτουργίας κομμουνιστικών
πολιτικών κομμάτων και
αριστερών εφημερίδων, κλπ.
Κανείς όμως δεν πρόκειται
να διαφωνήσει για τα τεράστια
συμφέροντα που διακυβεύονται
πίσω από την ένταξη της Τουρκίας.
Η διάσταση δε απόψεων που
καταγράφεται, αποκαλύπτει το
διχασμό αρχικά της αστικής τάξης
της Ευρώπης για τους δρόμους που
πρέπει να ακολουθήσει η ΕΕ, και
τη νέα στρατηγική που χαράσσεται
στη συνέχεια, δίνοντας
διαφορετική μορφή στο εξής στην
ΕΕ που ξέραμε. Συγκεκριμένα,
μπροστά στο δίλημμα «εμβάνθυνση ή διεύρυνση», το σκέλος
που τώρα – όπως φάνηκε μετά τη
σύνοδο των Βρυξελλών –
προκρίνεται είναι αυτό της
διεύρυνσης. Πλέον όμως δεν
είμαστε μάρτυρες αυτών των
γνωστών και επαναλαμβανόμενων
περιοδικών ταλαντώσεων, που τη
μια περίοδο έδιναν ώθηση στην
εμβάνθυνση της ολοκλήρωσης και
την αμέσως επόμενη στη διεύρυνση,
ώστε σαν κοινή συνισταμένη στο
χρόνο να έχουμε μια ενιαία
προώθηση και των δύο αυτών
τακτικών. Η ένταξη της Τουρκίας,
ακριβώς κατά πως προβλέπουν και
επιθυμούν οι Αμερικανοί, θα
βάλλει τέρμα στη διαδικασία
εμβάνθυνσης της ιμπεριαλιστικής
ολοκλήρωσης, εκτινάσσοντας όλες
τις αντιθέσεις που διέπουν την
ΕΕ στο έπακρο. Τότε όμως η
μεταβλητή γεωμετρία πουθα
ορίζει διαφορετικά κάθε φορά
υποσύνολα νομισματικής
ενοποίησης, στρατιωτικής
συνεργασίας, ελεύθερης
διακίνησης ανθρώπων κλπ., θα
αποτελέσει το μοναδικό κανόνα.
Και επάνω σε αυτό τον κανόνα θα
υψωθούν οι ειδικές πλειοψηφίες
στη θέση των ομοφωνιών που
απαιτούνται σήμερα και ο
γαλλογερμανικός άξονας που θα
αποφασίζει ερήμην ή και εις
βάρος άλλων εθνικών
καπιταλιστικών σχηματισμών.
Η απόφαση δε του
γαλλογερμανικού άξονα να
προκρίνει με κάθε κόστος τη
διεύρυνση της επιρροής του στην
εξαιρετικά ευαίσθητη αυτή
περιοχή, δεν μπορεί να ειδωθεί
ανεξάρτητα από την αμερικανική
επιθετικότητα και την ταχύτητα
με την οποία η Ουάσιγκτον
επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει
τις σφαίρες επιρροής. Ο
ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός μη
έχοντας άλλη λύση πέρα από το να
συμμετάσχει σε αυτό τον αγώνα
δρόμου θυσιάζει το βαθμό
ομοιογένειάς του
εγκαταλείποντας ακόμη και το
ιδεολογικό καρότο του
ευρωπαϊκού οράματος, με έπαθλο
την ευρύτερη επιρροή και τις
μεγαλύτερες αγορές.
Συμπερασματικά πίσω από
αυτή τη συγκεχυμένη, και
αντιφατική έως αστεία εικόνα των
διαφωνιών που καταγράφονται
ακόμη και εντός του ευρωπαϊκού
ιμπεριαλιστικού κέντρου για την
ένταξη της Τουρκίας αν κάτι
φανερώνεται είναι ο
μετασχηματισμός της ίδιας της ΕΕ.
Ζητούμενο ο αστικός εκσυγχρονισμός
ΔΙΑΡΚΕΙΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΣΟΚ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ
Η ΕΕ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ
Αν από την ένταξη της
Τουρκίας η ΕΕ κερδίζει, έστω μέσω
υποσχέσεων, πρόσβαση στον
Καύκασο, την Κασπία και τη Μέση
Ανατολή, ενώ οι ΗΠΑ κερδίζουν την
ανάσχεση των διαδικασιών
εμβάνθυνσης της ΕΕ που τους
επιτρέπει να αποκαλούν το Παρίσι
και το Βερολίνο «παλιά Ευρώπη» (με
κίνδυνο όμως να χάσουν
μακροπρόθεσμα την ίδια την
Τουρκία) – το ερώτημα που
εγείρεται είναι τι κερδίζει η
ίδια η Τουρκία ξεκινώντας τις
διαπραγματεύσεις που θα
καταστήσουν εφικτή την ένταξη…
Για να απαντήσουμε αρκεί
να μεταφερθούμε πίσω στη
δεκαετία του 1920, όταν ο Κεμάλ
Ατατούρκ στα απομεινάρια της
παραπαίουσας Οθωμανικής
αυτοκρατορίας καταργούσε το
φέσι, και επέβαλε το λατινικό
αλφάβητο και το δυτικό δίκαιο,
γνωρίζοντας ότι μόνο το 5% του
εδάφους και το 8% του πληθυσμού
της χώρας του ήταν ευρωπαϊκά.
Έτσι όμως δημιουργούσε τους
όρους για την ανάπτυξη του
καπιταλισμού στην Τουρκία. Η
ανάπτυξή του ήταν απρόσκοπτη
μέχρι τις αρχές της δεκαετίας
του ’60, οπότε και υπέβαλε για
πρώτη φορά αίτηση η Τουρκία να
ενταχθεί τότε στην ΕΟΚ. Αυτές οι
τέσσερις δεκαετίες που
μεσολαβούν από την πρώτη αίτηση
ένταξης μέχρι τη θριαμβευτική
άφιξη το Σάββατο που μας πέρασε
του Ερντογάν στην Άγκυρα, κατά τη
διάρκεια της οποίας έγιναν τρία
στρατιωτικά πραξικοπήματα,
καμιά δεκαριά οικονομικές
εισβολές του ΔΝΤ, ένας εμφύλιος
που προκάλεσε 30.000 νεκρούς και
εκατοντάδες χιλιάδες
ξεριζωμένους, και οι αιματηρές
επεμβάσεις του Αττίλα στην Κύπρο,
θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν
χρονικό ματαιωμένων προσδοκιών
του αστικού εκσυγχρονισμού.
Κατά τη διάρκεια αυτής
της περιόδου, προφανώς και
αναπτύχθηκαν οι μεγάλες
βιομηχανίες που υπάρχουν στην
Τουρκία ακόμη και σε κλάδους
προηγμένης τεχνολογίας, όπως
είναι οι ηλεκτρικές συσκευές και
τα αυτοκίνητα, και ο ακμαίος
χρηματοπιστωτικός της τομέας,
αναγορεύοντας την σε οικονομική
υπερδύναμη της περιοχής. Κυρίως
όμως σημειώθηκε υστέρηση, αν όχι
οπισθοδρόμηση της
καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε
σχέση με τα βήματα που έκαναν οι
δυτικές χώρες.
Είναι αυτονόητο ότι αυτή η διαδικασία
θα σημάνει τη δραματική
επιδείνωση του βιοτικού
επιπέδου εκατομμυρίων κατοίκων
της. Ο αγροτικός τομέας της,
αρχικά, που απασχολεί το 46% των 72
εκατομμυρίων κατοίκων της (στην
Ελλάδα είναι 16% και θεωρείται
υψηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα)
θα συρρικνωθεί ταχύτατα, λόγω
της απελευθέρωσης του εμπορίου
αγροτικών προϊόντων. Πολλοί
περισσότεροι θα δουν το εισόδημά
τους να μειώνεται από την αλλαγή
του συστήματος τιμών που θα
επέλθει ώστε να γίνουν εφικτές
οι εισαγωγές δυτικών προϊόντων
κάθε είδους. Το ίδιο αποτέλεσμα
για τους εργαζόμενους θα
σηματοδοτήσει και η πορεία
εξυγίανσης των δημόσιων
οικονομικών της Τουρκίας ώστε να
μειωθεί το δυσθεώρατο εξωτερικό
χρέος της που ξεπερνάει τα 200 δις.
δολάρια, και ο πληθωρισμός της
που με νύχια και με δόντια
κρατιέται σε μονοψήφια ποσοστά. |