Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία 

  Webmaster: Δημήτρης  

Ανάλυση οθόνης 800Χ600   

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

  Καθημερινή ανανέωση.                                         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                 Τελευταία ενημέρωση 29 May 2005

 

Θέμα

Διάφορες Απόψεις Επισκεπτών μας

 

 

 

 

Αρχείο

 

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ. 0109515573 κινητό 0946205678

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

ΤΣΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΟΣ

Έχω την εντύπωση ότι η στάση της Λίγκας στο 2ο γύρο των εκλογών (προεδρικών και βουλευτικών) στη Γαλλία ήταν εσφαλμένη, η επιχειρηματολογία ανεπαρκώς θεμελιωμένη. Καταρχήν θα πρέπει να ξεκαθαριστούν ορισμένα εννοιολογικά ζητήματα όπως το τι είναι φασισμός, το αν κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο είναι φασιστικά κλπ.

Ο φασισμός ήταν ένα κίνημα που αναπτύχθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου, βασισμένο σε αντιδραστικές ιδέες και αντάρτικα συναισθήματα. Η ρητορεία των φασιστών ηγετών, οι οποίοι αναμίγνυαν τη ρητορεία εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου με αναφορές στις παραδοσιακές αξίες,

"Να σώσουμε τη δημοκρατία" γράφουν οι πικέτες των διαδηλωτών, καταδικάζοντας τον Λεπέν. Άραγε ο Σιράκ δεν ευθύνεται για την ενίσχυση του ακροδεξιού ηγέτη του "Εθνικού Μετώπου";

(έθνος, θρησκεία, οικογένεια), προπαγάνδιζαν υπέρ της εργατικής τάξης της χώρας τους, επιστράτευαν επιχειρήματα υπέρ της φυλετικής ανωτερότητας ορισμένων λαών απέναντι στους άλλους βρήκε απήχηση στα μικροαστικά στρώματα. Βεβαίως οι φασίστες απέκτησαν ερείσματα και σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης (όχι την πλειοψηφία), καθώς και στο λούμπεν προλεταριάτο. Τα μικροαστικά στρώματα πλήττονταν από την καπιταλιστική κρίση που τα εξαθλίωνε, αλλά αντίθετα με τους βιομηχανικούς εργάτες δεν αναπτύσσουν συλλογικότητα. Επειδή λόγω της ταξικής φύσης τους είναι ανομοιογενή και ρέπουν προς τον ατομισμό, δεν ενοποιούνται πολιτικά στη βάση μίας ιδεολογίας, αλλά ενός χαρισματικού ηγέτη. Παρά την αντικαπιταλιστική δημαγωγία (ο τίτλος «εθνικοσοσιαλισμός» είναι αντιφατικός αφού ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού διεθνιστική ιδεολογία), ήταν όργανα του μεγάλου κεφαλαίου που τα χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει την κοινωνική επανάσταση. Όσον αφορά τον οικονομική πολιτική, τα φασιστικά κόμματα στην εξουσία προώθησαν το μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού, του κορπορατίστικου κράτους. Συνέτριψαν τις μαζικές οργανώσεις και κόμματα των εργαζομένων, το κράτος ανέλαβε τη διεύθυνση της οικονομίας, χωρίς όμως να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Ο διοικητικός καθορισμός τιμών και μισθών, ο προστατευτισμός στο εξωτερικό εμπόριο, οι πολιτικές ελλειματικών προϋπολογισμών που χρηματοδοτούνταν με την έκδοση χρήματος, οι κρατικές ενισχύσεις προς τους καπιταλιστές ( η πολεμική βιομηχανία έγινε κινητήριος δύναμη της οικονομίας και το κράτος ο σημαντικότερος πελάτης) ήταν μέτρα Κεϋνσιανού χαρακτήρα ( η επιτυχής εφαρμογή τους προϋποθέτει μία οικονομία που δεν είναι πλήρως εκτεθειμένη στο διεθνή ανταγωνισμό), χάρη στα οποία περιορίστηκε η μαζική ανεργία.

Σήμερα, παρά το ότι κόμματα όπως του Λε Πεν, του Χάϊντερ χρησιμοποιούν φασίζουσα φρασεολογία, και οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές συνθήκες είναι διαφορετικές. Είναι μεθοδολογικά εσφαλμένο να ταυτίζονται δύο φαινόμενα τα οποία έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, επειδή έχουν ομοιότητες.

Τη σημερινή περίοδο δεν υπάρχουν μαζικά επαναστατικά κόμματα, τα οποία θα μπορούσαν να ηγηθούν μίας κοινωνικής επανάστασης και να καταλάβουν την πολιτική εξουσία. Ούτε η ένταση της ταξικής πάλης έχει φθάσει σε σημείο ώστε να μην μπορεί η κυρίαρχη τάξη να διατηρήσει την κυριαρχία της μέσω της αστυκής δημοκρατίας. Επομένως, αντίθετα με την προπολεμική περίοδο, καμία μερίδα της αστυκής τάξης δεν αντιμετωπίζει τα φασίζοντα κόμματα ως εναλλακτικά κόμματα εξουσίας. Ενώ τα φασιστικά κινήματα ήταν μαζικά πολιτικά κινήματα με στρατιωτική πειθαρχία, τα οποία κινητοποιούσαν τα μέλη και τους οπαδούς τους, τα σύγχρονα λαϊκίστικα ακροδεξιά κόμματα έχουν χαλαρή σχέση με τους ψηφοφόρους τους, πολλοί από τους οποίους καταφεύγουν σε αυτά ακριβώς λόγω της έλλειψης ριζοσπαστικών κινημάτων σε μια χρεοκοπημένη (πολιτικά και ιδεολογικά) «Αριστερά», που υιοθετεί ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης μέσα στην Ε.Ε. Τα λαϊκίστικα ακροδεξιά μεταφασιστικά κόμματα είναι αποιδεολογικοποιημένα σε σχέση με τα φασιστικά κόμματα: φραστικά υποστηρίζουν τη δημοκρατία και προσπαθούν να αλιεύσουν ψήφους καταφεύγοντας στην εξαπάτηση των ψηφοφόρων για τις πραγματικές αιτίες των σημερινών προβλημάτων που τα αποδίδουν στους μετανάστες και στη διαφθορά των επαγγελματιών πολιτικών. Η άνοδος τους, όπως και η αύξηση της αποχής, οφείλονται στην απαξίωση της πολιτικής, η οποία έχει μετατραπεί σε μία διαχειριστική διαδικασία. Τα κυρίαρχα κόμματα έχουν αποδεχθεί το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (οικονομία της αγοράς και αντιπροσωπευτική δημοκρατία), εφαρμόζουν με παραλλαγές την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική, με συνέπεια να υπάρχει κενό αντιπροσώπευσης των κυριαρχούμενων τάξεων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΨΗΦΟΥ ΣΤΟ ΣΙΡΑΚ

Ενδιαφέρον έχει το πώς τεκμηριώθηκε η απόφαση να υποστηριχθεί στο β΄ γύρο των προεδρικών εκλογών ο Σιράκ. Κατά τον Χρήστο Ιωνά «υπήρχε ένας άμεσος κίνδυνος: …να μπορέσει [ο ΛεΠεν] να προκαλέσει ποιοτικό άλμα στην οργάνωση και την εμφάνισή του…οι φασίστες ψηφοφόροι εμφανίστηκαν λιγότερο ντροπαλοί και άρχισαν να βρίζουν τους αγωνιστές της αριστεράς …Ας φανταστούμε τι θα συνέβαινε εάν ο ΛεΠεν είχε πάρει 30% στο δεύτερο γύρο… το 18% [του ΛεΠεν] το βράδυ της 5ης Μαίου αποτελούσε μια προφανή νίκη του αντιφασιστικού στρατοπέδου…η κινητοποίηση ποτέ δεν πήρε τη μορφή «δημοκρατικού μετώπου» για να σωθεί η δημοκρατία. Το σύνθημα «για να διώξουμε το φασίστα να ψηφίσουμε το λωποδύτη» ..δεν είναι ακριβώς το σημάδι μιάς διαταξικής σύγχυσης υπέρ του Σιράκ..». Σε απάντηση της Λίγκας υποστηρίζεται ότι εξέφρασε κάλεσμα αντίστασης στην άκρα δεξιά, τόσο με αγώνες όσο και με ψήφους, αλλά είναι προσβλητικό να κατηγορείται η Λίγκα για «δημοκρατικό μέτωπο». Ο Άλαν Θόρνετ υποστήριξε ότι «..υπάρχει μια τάση να υποτιμηθεί τι θα σήμαινε μια προεδρία του ΛεΠεν. Θα οδηγούσε σε μια τρομερή επίθεση στις οργανώσεις της εργατικής τάξης, στις μειονότητες…το μεγάλο ποσοστό [του Σιράκ] τον εξασθενίζει περισσότερο παρά τον ενισχύει, αφού η βαριά ήττα της ακροδεξιάς αποδυναμώνει όλη τη δεξιά…».

Αν και δεν υπήρχε καμία πιθανότητα εκλογής του ΛεΠεν, λόγω του ότι όλη η αστυκή τάξη υποστήριξε το Σιράκ, ας κάνουμε υπόθεση εργασίας ότι εκλέγεται. Καταρχήν, αναγνωρίζεται ότι μεταξύ των δύο αντιπάλων δεν υπήρχαν ποιοτικές διαφορές. Τυχόν εκλογή του ΛεΠεν δεν θα οδηγούσε σε κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αυτό δείχνει και η εμπειρία της συμμετοχής λαϊκίστικων ξενοφοβικών κομμάτων στην Ιταλία (Μπόσι, Φίνι), τη Δανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, όπου ενσωματώνονται στο ισχύον πλαίσιο. Αναμφίβολα θα υπήρχαν διαφορές στο στυλ διακυβέρνησης, στο βαθμό αυταρχισμού (αντιμετώπιση διαδηλώσεων κλπ.). Όμως, διαφορές τέτοιας έκτασης υπάρχουν και στην Ιταλία (η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι είναι πιο αυταρχική από την προηγούμενη κεντροαριστερή) και στις Η.Π.Α. (η κυβέρνηση Μπους περιορίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες περισσότερο από όσο η προηγούμενη κυβέρνηση Κλίντον). Εάν οι προαναφερθέντες αρθρογράφοι έχουν προσχωρήσει στη λογική του μικρότερου κακού (προτιμώτερος ο Σιράκ από το ΛεΠεν και ο Ζοσπέν από το Σιράκ), τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών ήταν λάθος η αυτόνομη συμμετοχή και θα έπρεπε να είχε υποστηριχθεί ο Ζοσπέν ώστε να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα να συμμετάσχει στο δεύτερο γύρο ο ΛεΠεν.

Είναι κατανοητό και επιθυμητό το ότι υπήρξαν κινητοποιήσεις εναντίον του ΛεΠεν και των ιδεών που εκφράζει και είναι ορθή η απόφαση συμμετοχής σε αυτές. Όμως αν δεν κάνω λάθος, η αυθόρμητη αντίδραση των νέων απέναντι στις ξενόφοβες ιδέες του ΛεΠεν δε μπολιάστηκε με αντικαπιταλιστικά συνθήματα που να αναδεικνύουν τη σχέση φασισμού - καπιταλισμού και επομένως, ασχέτως το τι πιστεύουν οι αρθρογράφοι, πήρε τη μορφή δημοκρατικού μετώπου. Ο χαρακτηρισμός «κίνημα υγιές, πολιτικοποιημένο και ταυτόχρονα πολιτικοποιούμενο» Το να καλείται έμμεσα να ψηφιστεί ο Σιράκ και το βράδυ να καλείται διαδήλωση εναντίον της εκλογής του (όχι διαδήλωση εναντίον μέτρων που έλαβε ή ανακοίνωσε ότι θα λάβει) δεν συνιστά επαναστατική αλλά αντιφατική πολιτική. Το σύνθημα «ψηφίζουμε το λωποδύτη» ούτε αντικαπιταλιστικό είναι ούτε συμβάλλει στη συνειδητοποίηση των μαζών. Προφανώς αν ο Σιράκ δεν είχε κατηγορηθεί για καταχρήσεις δεν θα υπήρχε πρόβλημα με την υπερψήφισή του..

Επομένως και η Εργατική Πάλη έκανε λάθος με το να μη συμμετάσχει στις κινητοποιήσεις, αλλά και η Λίγκα με το να συμμετέχει στο δημοκρατικό μέτωπο και να καλέσει σε υπερψήφιση του Σιράκ. Το επιχείρημα ότι το μεγάλο ποσοστό του Σιράκ τον εξασθενίζει συγκρούεται με την τυπική λογική (Άραγε τυχόν ήττα θα τον ενίσχυε?). Είναι ακατανόητο το γιατί ο θρίαμβος της δεξιάς επί της ακροδεξιάς της δημιουργεί προβλήματα.

Το ότι η πολιτική αυτή ήταν εσφαλμένη φάνηκε και στα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου, στις οποίες επί 577 μονοεδρικών περιφερειών η Λίγκα είχε υποψήφιους σε 440 και η Εργατική Πάλη σε 451. Ενώ στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου έλαβαν περίπου 2,8 εκ. ψήφους, στις εκλογές του Ιουνίου μόνο περίπου 620 χιλιάδες(από περίπου 10% 2,5%). Η κατά 80% σχεδόν πτώση των ψήφων σε λιγότερο από δύο μήνες δεν μπορεί να αιτιολογηθεί ούτε με τη διαφορά μεταξύ των βουλευτικών και των προεδρικών εκλογών, ούτε με τη χαμένη ψήφο, αν ληφθεί υπόψη ότι και το εκλογικό αποτέλεσμα είχε προεξοφληθεί και ήταν βέβαιη η επικράτηση της κεντροδεξιάς και το Εθνικό Μέτωπο (το οποίο επίσης δεν εξέλεξε βουλευτή) υπέστη πτώση σε ψήφους μικρότερη από 40% (από το 17% έπεσε στο 11,2%). Ή θα πρέπει να δεχθούμε ότι οι ψηφοφόροι της Λίγκας και της Εργατικής Πάλης δεν ψήφισαν με ιδεολογικά κριτήρια, αλλά λόγω των προσωπικοτήτων των υποψηφίων (Λαγκιγιέ, Μπεσανό) και ότι έχουν πιο χαλαρή σχέση με αυτές τις οργανώσεις από ότι οι μικροαστοί ψηφοφόροι του Εθνικού Μετώπου ή ότι η πολιτική των οργανώσεων αυτών ήταν τέτοια που τους οδήγησε στο να ψηφίσουν άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Σύμφωνα με έρευνα από τους ψηφοφόρους του Μπεζανσενό, στις βουλευτικές το 50% ψήφισε τους Σοσιαλιστές, το 18% τους Κομμουνιστές και μόνο το 16% τους Τροτσκιστές. Από τους ψηφοφόρους της Λαγκιγιέ το 10% ψήφισε άκρα δεξιά, το 16% δεξιά, το 25% Σοσιαλιστές, το 13% Κομμουνιστές και το 24% Τροτσκιστές. Αν τα στοιχεία είναι ορθά, συνεπάγεται ότι ένα μέρος των ψηφοφόρων της Λαγκιγιέ ψήφισε τη Λίγκα τον Ιούνιο.

Συμπερασματικά, θεωρώ ότι με τη στάση της στις εκλογές η Λίγκα αντί να τονίσει ότι ο κίνδυνος περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών προέρχεται από την προσχώρηση των πολιτικών ελίτ στον «αντιτρομοκρατικό πόλεμο» ακολούθησε εσφαλμένη πολιτική γραμμή αναφερόμενη στον ανύπαρκτο φασιστικό κίνδυνο και υπερτονίζοντας τις διαφορές μεταξύ του Εθνικού Μετώπου και των κυρίαρχων κομμάτων.

11/10/2002

 

από Μάιο 2002