Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

 Επικοινωνία

  Webmaster: Δημήτρης  

Ανάλυση οθόνης 800Χ600   

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

  Καθημερινή ανανέωση.                                         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                 Τελευταία ενημέρωση 29 May 2005

 

Θέμα

Διάφορες Απόψεις Επισκεπτών μας

 

 

 

 

Αρχείο

 

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ. 0109515573 κινητό 0946205678

 

 

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΩΝ

 

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο φημισμένο αριστερό αμερικάνικο περιοδικό Monthly Review , Volume 54, no 4, Σεπτέμβριος του 2002. βασίζεται σε ιδέες που ο συγγραφέας έχει αναπτύξει στο πρόσφατο βιβλίο του The Clash of Barbarisms and the Making of the New World Disorder . Monthly Review Press, 2002. Ο Gilbert Achcar έζησε στο Λίβανο, πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία το 1983. Διδάσκει Πολιτική και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού- VIII και είναι τακτικός συνεργάτης της Le Monde Diplomatique . Είναι συγγραφέας διάφορων βιβλίων πάνω στη σύγχρονη πολιτική δημοσιευμένων στα γαλλικά και εκδότης του βιβλίου The Legacy of Ernest Mandel ( Verso , 1999). Το άρθρο μας το έστειλε η οργάνωση ΟΚΔΕ-ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ και το δημοσιεύουμε με μεγάλη μας χαρά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

του Gilbert Achcar

Κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί η καταγωγή της τρομοκρατίας που γνώρισε το αποκορύφωμά της στις επιθέσεις αυτοκτονίας της 11ης Σεπτεμβρίου, 2001, ως μια συνέπεια της αξιοθρήνητης κατάστασης του κόσμου στον οποίο ζούμε έχει δεχτεί ένα καταιγισμό βίαιων πυρών. Σ’ ένα κλίμα πνευματικής τρομοκράτησης που φέρει μια ορισμένη ομοιότητα με τις πιο σκοτεινές ώρες του Ψυχρού Πολέμου, ο εκφοβισμός στηρίζεται σε δύο προμελετημένα κατασκευάσματα.

ΑΝΤΙΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ «ΑΞΙΕΣ»

Πρώτον, σύμφωνα με τους λογοκριτές, κάθε συστηματική κριτική προς τις πράξεις της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών είναι απόδειξη ενός επονείδιστου «αντιαμερικανισμού». Η επανάληψη της χρήσης αυτού του όρου, ιδιαιτέρως μετά τον πόλεμο στο Κόσοβο, προκειμένου να ευτελιστεί η κριτική στις πολιτικές της Ουάσινγκτον, αναπόφευκτα ανακαλεί στην μνήμη την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, που έγινε διαβόητη, δεν πάνε και τόσα πολλά χρόνια πριν, την περίοδο του μακαρθισμού. Αυτή η «παρανοϊκή» λογική πάντα καταλήγει να «καταβροχθίζει τα ίδια της τα παιδιά», όπως συνέβη στο παρελθόν, όταν ο ρεμπουμπλικάνος γερουσιαστής Joe Mc Carthy προχώρησε τόσο μακρυά ώστε να τα βάλει με τον ίδιο το ρεμπουμπλικάνο πρόεδρο Dwight Eisenhower . (1) Σε συμφωνία μ’ αυτήν ακριβώς τη λογική, κατηγορίες για αντιαμερικανισμό ήδη εκτοξεύονται εναντίον ακόμη και των πιο πιστών συμμάχων της Ουάσινγκτον, μόλις τολμήσουν να εκφράσουν και την παραμικρή επιφύλαξη σχετικά με τις πράξεις της κυβέρνησης Bush .

"Οι εκδόσεις, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση των χριστιανών (στις ΗΠΑ) επιδαψιλεύουν επαίνους στον ΜΠΟΥΣ, ενώ οι κήρυκες από τον άμβωνα μεταχειρίζονται την ηγεσία του ως μια ενέργεια της Θείας Πρόνοιας"!!!

Παρομοίως, έπειτα από κριτικές για τη μεταχείριση των φυλακισμένων, που μεταφέρθηκαν στη βάση των ΗΠΑ στο Γκουαντανάμο της Κούβας, η ευρωπαϊκή έκδοση της Wall Street Journal άνοιξε τις στήλες της σε κάποιον Stephen Pollard , ο οποίος εξηγούσε ότι οι «αρκετά γκροτέσκοι» σχολιασμοί των ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης έδειχναν ότι ο «ευρωπαϊκός αντιαμερικανισμός δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της αριστεράς, ούτε των Ηπειρωτιστών.» (2) Φυσικά η ευρωπαϊκή «αριστερά», υποτιθέμενα εκπροσωπούμενη από το Guardian και τη Le Monde , μισεί τους αμερικανούς, γράφει ο Pollard · αυτές οι δύο ημερήσιες εφημερίδες «ήταν γεμάτες από άρθρα που διακήρυσσαν « Je ne suis pas americain !» (Σαν την Ερμιόνη στην Ανδρομάχη του Ρακίνα, η Le Monde θα μπορούσε δίκαια να παραπονεθεί σ’ αυτή τη περίπτωση ότι «η αγάπη της ξεπληρώθηκε με μαύρη αχαριστία.») Αλλά η ευρωπαϊκή δεξιά και το ευρωπαϊκό κέντρο είναι επίσης το ίδιο αντιαμερικανικά, ο Pollard συνεχίζει, και περιλαμβάνουν «πολλούς από τους πραγματικούς εχθρούς και μάλιστα - ορισμένοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν - τους πιο βιτριολικούς.» Παράλληλα, «ο αντιαμερικανισμός του βρετανικού κατεστημένου είναι το ίδιο βαθύς, όπως εκείνος που συναντάται αλλού», καθώς τα άρθρα στην πολύ συντηρητική Daily Telegraph ή του θατσερικού Matthew Paris στους Times δείχνουν. Όλοι αυτοί οι αντιαμερικανοί είχαν αποκρύψει τη δολιότητά τους, αλλά η υπόθεση του Γκουαντανάμο «αποκάλυψε το αληθινό τους πρόσωπο.»

Το δεύτερο κατασκεύασμα, το οποίο οι λογοκριτές χρησιμοποιούν για να εκφοβίσουν τους επικριτές της κυβέρνησης των ΗΠΑ συνίσταται στην αποκήρυξη οποιασδήποτε εξήγησης της 11ης Σεπτεμβρίου, που αναφέρει την ύπαρξη αδικίας στον κόσμο, ως ισοδύναμης με μια δικαιολόγηση της μαζικής δολοφονίας - σα να ήταν αδιανόητο μια μορφή βαρβαρότητας να γεννά μια άλλη, εξίσου αξιόμεμπτη μορφή βαρβαρότητας.

Ο ίδιος ο Salman Rushdie - μολονότι αυτός περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα αλλεργικός σ’ ο ˛ τιδήποτε μοιάζει μ΄αφορισμό - τάχθηκε με το συρφετό με το ζήλο του νεόφυτου. (Ο ίδιος έγινε νεοϋορκέζος μόλις πρόσφατα.) Στην Washington Post τα έβαλε βίαια με το «φαρισαϊκό ηθικό σχετικισμό» εκείνων που νομίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να αλλάξουν τη δική τους συμπεριφορά κατηγορώντας τους ότι διεξάγουν μια « bien - pensant βίαιη αντιαμερικανική επίθεση.» Τους επιφύλασσε αυτό το σαρωτικό και γνήσιο ηθικό μάθημα: «Η τρομοκρατία είναι ο φόνος του αθώου· αυτή τη φορά ήταν μαζικός. Το να δικαιολογείς μια τέτοια θηριωδία κατηγορώντας τις κυβερνητικές πολιτικές των ΗΠΑ σημαίνει να αρνείσαι τη βασική ιδέα κάθε ηθικής: ότι τα άτομα είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους.» (3) Μια αρκετά απλή ιδέα δεν παρουσιάστηκε στο συγγραφέα των Σατανικών Στίχων: ότι χωρίς σε καμία περίπτωση να «δικαιολογήσει» τη μαζική τρομοκρατία, μπορεί κανείς να θεωρεί την κυβέρνηση των ΗΠΑ υπεύθυνη για τις δικές της πράξεις και το μίσος που έχουν προκαλέσει. Κατ’αυτόν τον τρόπο φέρει ένα μερίδιο της ευθύνης για ό ˛ τι συμβαίνει στους πολίτες της, όταν καταλήγουν να χρησιμποιούνται σα στόχοι από εκείνους που διαπράττουν το - αναμφισβήτητα καταδικαστέο και αδικαιολόγητο - έγκλημα εκδίκησης για την καταπίεση, που ασκείται από την Ουάσινγκτον, με τη δολοφονία αμάχων πολιτών των ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναγνωρίσει την υπευθυνότητά της με το να αποζημιώνει τις οικογένειες των θυμάτων και να τους ζητά γι’ αντάλλαγμα να συμφωνήσουν να υπογράψουν ότι δεν πρόκειται να αναλάβουν νομική δράση για ό ˛ τι συνέβη την 11η Σεπτέμβρη; (4) Ένας τραπεζίτης, του οποίου ο πατέρας πέθανε σε μία επίθεση το 1975, υπογράμμισε αυτό ακριβώς το γεγονός σ’ ένα άρθρο στη Wall Street Journal : «Δημιουργώντας ένα πρώτο στο είδος του ταμείο, εκτιμώμενο σε 4,6 δισεκατομμύρια δολλάρια από τα χρήματα των φορολογουμένων (επιπρόσθετα παρέχοντας πλήρη απαλλαγή από την ομοσπονδιακή φορολογία για το 2000 και το 2001), η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σιωπηρά αποδέχεται την ευθύνη για τις επιθέσεις του Σεπτέμβρη.» (5) Ο συγγραφέας προέβη στην παράθεση πολλών επιθέσεων, μετά τις οποίες η κυβέρνηση δεν αποζημιώσε ούτε στο ελάχιστο τις οικογένειες των θυμάτων. Αυτή ήταν η περίπτωση για παράδειγμα όλων εκείνων που σκοτώθηκαν στη βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα Σίτυ εκτός των ομοσπονδιακών υπαλλήλων: «εργαζόμενοι στις καφετέριες, γονείς παιδιών που σκοτώθηκαν στον παιδικό σταθμό του κέντρου και οικογένειες εκείνων που σκοτώθηκαν επισκεπτόμενοι το κτίριο δεν έλαβαν κατά κανέναν τρόπο ομοσπονδιακές αποζημιώσεις.» (6)

Σε μια χώρα, όπου τα πάντα έχουν το αντίτιμό τους, μπορούμε σε κάθε περίπτωση να δούμε ένα πεζό, χρηματικό κίνητρο πίσω από τα κυβερνητικά παζάρια με μερικές από τις οικογένειες θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου. Αυτό τουλάχιστο συμπληρώνει τα πολιτικά κίνητρα που οδήγησαν το Λευκό Οίκο να αρνηθεί κατηγορηματικά και σφοδρά, σε πείσμα των αποδείξεων, κάθε σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις επιθέσεις, που την έθεσαν ως στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ αντίθετα ο τεσσαρακοστός πρώτος πρόεδρος, George H . W . Bush , σιωπηρά αναγνώρισε το δεσμό ανάμεσα στην «απειλή του τρόμου» και την αδικία στον κόσμο στο λόγο του στις 11 Σεπτεμβρίου 1990, ο υιός του George W . Bush , ο τεσσαρακοστός τρίτος πρόεδρος, γρήγορα επιχείρησε να κηρύξει εκτός νόμου οποιαδήποτε εξήγηση του είδους αυτού. Σύμφωνα με το προεδρικό «ουκάζιο», τα εγκλήματα της 11ης Σεπτεμβρίου δεν μπορουν να θεωρηθούν σαν μια αντίδραση σε οποιαδήποτε δίκαια αμφισβητούμενη όψη της πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ή οπουδήποτε αλλού. Μπορούσαν να είναι μόνο προϊόν μιας βαθύτατης απόρριψης των ευγενέστερων «αξιών» των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης. Σύμφωνα με τον Bush το νεώτερο - στο λόγο του στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, που εκφωνήθηκε, όπως και εκείνος του πατέρα του, σε μια ενιαία συνεδρίαση του Κονγκρέσου - οι τρομοκράτες δεν μπορεί παρά να έδρασαν από μίσος για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

«Οι αμερικανοί ρωτούν, γιατί μας μισούν; Μισούν αυτό που εμείς βλέπουμε ακριβώς σ’ αυτήν την αίθουσα - μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Οι δικοί τους ηγέτες αυτοανακηρύσσονται. Μισούν τις ελευθερίες μας - την ελευθερία μας του θρησκεύματος, την ελευθερία μας του λόγου, την ελευθερία μας να ψηφίζουμε, να συναθροιζόμαστε και να διαφωνούμε μεταξύ μας.» (7)

Απευθυνόμενος τόσο στο λαό των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο και στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του, ο George W . Bush μ’ αυτόν τον τρόπο τους πήρε όλους για εκείνο των είδος των απλοϊκών που θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι τρομοκράτες αεροπειρατές μισούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες τόσο ώστε να πεθάνουν στο έδαφός τους σκοτώνοντας όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται απλά από απέχθεια προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πολιτικές ελευθερίες. Το επιχείρημα κάνει ακόμη περισσότερο το νου να παραιτείται, εφόσον ακολουθείται άμεσα από τη - στην περίπτωση αυτή αναντίρρητη - δήλωση ότι οι επιτιθέμενοι στόχευαν να ανατρέψουν τις κυβερνήσεις των ίδιων των χωρών τους: «Ζητούν να ανατρέψουν τις υφιστάμενες κυβερνήσεις πολλών μουσουλμανικών χωρών, όπως της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και της Ιορδανίας.» Θα μπορούσε ο Bush να είχε σκεφτεί ότι αυτές οι τρεις χώρες έχουν εξίσου δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις;

Σα να ήθελε να μας δείξει ότι η ειλικρίνια είναι το πλεονέκτημα ενός ορισμένου βαθμού «ρεαλισμού», ο Dimitri Simes , πρόεδρος του ιδρύματος Nixon , αντέταξε σε τέτοιου είδους υποθέσεις  μια γερή δόση από κοινό νου:

«Η Αλ-Κάιντα μπορεί να προέρχεται από τον ουαχαμπιτικό κλάδο του ριζοσπαστικού ισλάμ, ο οποίος απορρίπτει το δυτικό πολιτισμό, όμως δεν έχει επιτεθεί σε στόχους στο δυτικό κόσμο στην τύχη. Ούτε έχει συγκεντρώσει τις προσπάθειές της ενάντια στα πιο κοσμικά και ανεκτικά δυτικά έθνη, τα οποία βρίσκονται στην Ευρώπη, όχι στη Βόρειο Αμερική.

Αντιθέτως, το τρομοκρατικό δίκτυο του Bin Laden έχει μ’ εμμονή εστιάσει τη δράση του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένες πολιτικές των ΗΠΑ είναι απαράδεκτες για την Αλ-Κάιντα και απειλούν το νοητό πυρήνα των συμφερόντων και πεποιθήσεών της.»

 

ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΚΑΚΟ

Ωστόσο, απ’ όλα τα εμπόδια το πιο αποτελεσματικό και εκφοβιστικό για την κριτική σκέψη σχετικά με το νόημα της 11ης Σεπτεμβρίου είναι η τάση να αντιμετωπίζεται το ίδιο το γεγονός σαν κάτι απόλυτο και δίχως όμοιό του. Υπάρχει κάτι που να μην έχει ειπωθεί ή γραφτεί αναφορικά με την 11η Σεπτέμβρη, 2001; Μόνο ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πολλά, ομολογουμένως ένα ιδιαιτέρως στομφώδες: «Θα ζήσουμε, και τα παιδιά μας θα συνεχίζουν να ζουν, σε μια ιστορία στην οποία η έκρηξη των Πύργων επαναχαράσσει το χάρτη του κόσμου και ανιχνεύει τον απροσπέλαστο ορίζοντα ενός τρομοκρατικού λυκόφωτος της ανθρωπότητας.» (9) Μ’ ένα κατά τι σοβαρότερο τόνο, αμέτρητοι σχολιαστές έχουν κομίσει την υποτιθέμενη οξυδερκή σκέψη ότι η 11η Σεπτέμβρη ήταν ένα μείζον, ιστορικό σημείο καμπής στην παγκόσμια ιστορία συγκρίσιμο με την αιφνιδιαστική επίθεση στο Περλ-Χάμπορ στις 7 Δεκεμβρίου, 1941. Η τελευταία αυτή είχε μυθοποιηθεί όχι πολύ πριν από τις επιθέσεις χάρη σε μια χολυγουντιανή υπερπαραγωγή, η οποία συνεισέφερε στην υπόθεση της, προσφιλούς στον George W . Bush , αντιπυραυλικής ασπίδας προστασίας. Το «νέο Περλ-Χάμπορ» της 11ης Σεπτεμβρίου, το οποίο ο πρόεδρος διακήρυξε την επομένη ότι αποτελεί πράξη «πολέμου» και όχι απλά «τρομοκρατίας», αμέσως ανυψώθηκε στην τάξη των πρώτων ανταλλαγών πυρών ενός νέου πολέμου, ο οποίος βαπτίστηκε από ορισμένους αδίστακτα «Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος». Ο γενικός υπότιτλος κάτω απ’ τις έκτακτες αναμεταδόσεις του CNN άλλαξε γρήγορα από τον «η Αμερική δέχεται επίθεση» στον «η Αμερική σε πόλεμο».

Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 είχε ήδη ονομαστεί «πόλεμος του CNN ». Αλλά οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αναντίρρητα σημάδεψαν ένα νέο ζενίθ στην παγκοσμιοποίηση των μέσων ενημέρωσης. Κανένα γεγονός δεν το έχουν παρακολουθήσει τόσοι πολλοί άνθρωποι, όσο την επίθεση στους δίδυμους πύργους του Μανχάταν, είτε ζωντανά, είτε σ’ επανάληψη. Έχει αναμεταδοθεί στους τηλεοπτικούς σταθμούς ολόκληρου του κόσμου σε συνεχείς επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων εικόνων και γίνει διαθέσιμο υπό τη μορφή βίντεο και στιγμιοτύπων σ’ ένα ανυπολόγιστο αριθμό ηλεκτρονικών διευθύνσεων. Το επακόλουθο αυτού του ιστορικού ρεκόρ είναι ότι κανένα άλλο γεγονός δεν είχε ποτέ πριν τόσο μαζικά και προβεβλημένα υποβληθεί στην μεγεθυντική επίδραση των τηλεοπτικών αναμεταδόσεών του, όσον αφορά στην πρόσληψή του. Μια μεγεθυντική επίδραση που είναι επίσης και παραμορφωτική, βέβαια. Όπως η Naomi Klein έγραψε σε μια ευφυή αντίδραση, «Ιδωμένη μέσα από τα τηλεοπτικά δίκτυα των ΗΠΑ, η επίθεση της Πέμπτης [11ης Σεπτεμβρίου] φαινόταν να έρχεται λιγότερο από άλλη χώρα απ’ ό ˛ τι από άλλο πλανήτη.» (10)

Ωστόσο στο βαθμό που η 11η Σεπτεμβρίου και ο απόηχός της εκλαμβάνονται ως καθοριστικής σημασίας γεγονότα με επιπτώσεις για το μέλλον της ανθρωπότητος, ο κριτικός στοχασμός πάνω στο νόημα τους θα έπρεπε να θεωρείται ακόμη περισσότερο ουσιώδης για το δημόσιο συμφέρον. Μια αληθινά κριτική απόπειρα, επομένως, απαιτείται, προπάντων ουτώς ώστε να διασκορπίσουμε τον επικρατούντα ιμπρεσσιονισμό που έχει μετατρέψει αυτές τις τρομακτικές επιθέσεις σε μια απόλυτη ενσάρκωση του κακού. Συμβαίνει να μην έχουμε να κάνουμε με μια απλή μεταφορά. Ο George W . Bush έχει επικαλεστεί αυτή τη μεταφυσική έννοια του «κακού» σε διάφορες περιστάσεις, όπως γνωρίζουμε καλά, σκόπιμα χρησιμοποιώντας τον όρο που ο Ronald Reagan κάποτε εφάρμοζε στη Σοβιετική Ένωση. Εκείνον τον καιρό οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριζαν το «κακό» της σήμερον, τα τρομερά στρατεύματα του ισλαμικού φονταμενταλισμού, εναντίον της «αυτοκρατορίας του κακού» της προηγούμενης ημέρας, της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως οι μόνες κατάλληλες, ακόμη ενσαρκώνουν το «καλό» - θα έπρεπε ίσως να αποκαλούνται η «αυτοκρατορία του καλού»; (11)

Η Ουάσινγκτον επιστρατεύει τις παραστάσεις του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου για τρίτη φορά μετά από το τέλος του Ψυχρού, αφού επανέφερε στη ζωή τον Hitler στη μορφή του Saddam Hussein και έπειτα του Slobodan Milosevic . Συνεχίζοντας στο δρόμο αυτής της χυδαίας ηθικής, ο George W . Bush έχει κατονομάσει τρία «κακοποιά κράτη ( rogue states )» (όπως τα ονομάζουν στα μέρη της Ουάσινγκτον), το Ιράκ, το Ιράν και τη Βόρειο Κορέα, παράλλληλα με τους «τρομοκράτες συμμάχους» τους, ως τον «άξονα του κακού». Η φράση που προέρχεται από τον πρώτο του επίσημο λόγο «της Ένωσης» προς το Κονγκρέσο στις 29 Ιανουαρίου, 2002, στον οποίο ο πρόεδρος χρησιμοποίησε τον όρο «κακό» πέντε φορές. Μια μελέτη του συνόλου των εμφανίσεων αυτής της λέξης και των ποικίλων παράγωγών της σε δημόσιους λόγους στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις 11 Σεπτεμβρίου και μετά θα οδηγούσε σίγουρα σε αξιοθαύμαστα αποτελέσματα.

Το «κακό», στη μεταφυσική, απόλυτη έννοια, είναι μια έννοια κοινή στη φονταμενταλιστική, αντιδραστική θρησκευτική κοσμοθεώρηση, την οποία ο Bush και ο Bin Laden μοιράζονται. Για να χρησιμοποιήσω την κατάλληλη διατύπωση του γερμανού τηλε-παρουσιαστή Ulrich Wilkert , οι δύο άνδρες μοιράζονται όμοιες «νοητικές δομές» (« Denkstructuren »). (12) Ο George W . Bush στην πραγματικότητα στέκεται σήμερα επικεφαλής του προτεσταντικού φονταμενταλιστικού κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ένα πρόσφατο άρθρο της Washington Post εξηγούσε.

Για πρώτη φορά από τότε που οι θρήσκοι συντηρητικοί έγιναν ένα μοντέρνο πολιτικό κίνημα, ένας πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει αναδειχτεί στο ντε φάκτο ηγέτη του - ένα στάτους που ούτε ο Ronald Reagan , ο οποίος απολάμβανε του θαυμασμού των θρήσκων συντηρητικών, δεν απέκτησε ποτέ. Οι εκδόσεις, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση των Χριστιανών επιδαψιλεύουν επαίνους στον Bush , ενώ οι κήρυκες από τον άμβωνα μεταχειρίζονται την ηγεσία του ως μια ενέργεια της θείας Πρόνοιας. Μια πομπή από θρησκευτικούς ηγέτες, που έχουν συναντηθεί μαζί του, βεβαιώνουν την πίστη του, ενώ Websites παρακινούν τους ανθρώπους να «γρηγορούν και να προσεύχονται» για τον πρόεδρο. (13)

Η ομιλία του προέδρου, κατά τον τρόπο κάθε θρησκευτικού λόγου, έχει γίνει ακόμη και θέμα θεολογικής συζήτησης. Και για να φτάσουμε στο αποκορύφωμα, υπάρχουν κριτικές στην αδιαλλαξία  του George Bush βασισμένες στη χριστιανική συγχώρεση, οι οποίες μπορούν να παραλληλιστούν με τις μετριοπαθείς ισλαμικές κριτικές των θρησκευτικών προσταγών της ηγεσίας του δικτύου της Αλ-Κάιντα. Όπως ανέφεραν οι New York Times :

«“εκείνος ο οποίος είναι κακός”· ο κύριος Bush   έχει χρησιμοποιήσει τακτικά αυτή τη φράση προκειμένου να περιγράψει τον Osama Bin Laden . Μεταξύ των Ευαγγελικών Χριστιανών, πρόκειται για μια προφανή αναφορά στο Σατανά που εμφανίζεται σ’ ολόκληρη τη Βίβλο. (Από Κατά Ματθαίον: «Όταν κανείς ακούει το λόγο του βασιλείου και δεν τον εννοεί, τότε εκείνος ο οποίος είναι κακός αρπάζει αυτό που έχει σπαρθεί στην καρδιά του.») Ο κύριος Μπους ανατράφηκε σαν επισκοπιανός, έγινε μεθοδιστής μετά το γάμο του και έπειτα, το 1986, είπε, επανασύνδεσε την καρδιά του στον Ιησού Χριστό - μια εμπειρία αναγέννησης, τουλάχιστον σύμφωνα με τα λόγια των Ευαγγελικών, μολονότι ο πρόεδρος δεν έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο για να περιγράψει τον εαυτό του. Ακόμη οι Ευαγγελικοί αναγνωρίζουν την ορολογία του «εκείνος ο οποίος είναι κακός» σα δική τους.

Αλλά κάποιοι στο ευαγγελικό κίνημα έχουν αμφισβητήσει τη φράση. “Το πρόβλημα με το «εκείνος ο οποίος είναι κακός» είναι ότι στη χριστιανική σκέψη ο μοναδικός, ο οποίος είναι χωρίς ελπίδα απόλυτα κακός, είναι ο Σατανάς”, είπε ο Richard J . Mouw , ο πρόεδρος του Θεολογικού Σεμιναρίου της Πασαντίνα στην Καλιφόρνια, του μεγαλύτερου σεμιναρίου στη Βόρειο Αμερική για το κυρίως ρεύμα του ευαγγελικού κινήματος. “Δεν πιστεύουμε πραγματικά ότι υπάρχει κανένας ο οποίος βρίσκεται πέραν της λυτρώσεως ως την τελική πνοή του πριν από το θάνατο, αν αρνείται τον Χριστό.” Αποκαλώντας τον Bin Laden “εκείνος που είναι ο κακός” τον καθιστά υπερφυσικό, λέει ο δρ. Mouw · για να προσθέσει ότι λέγοντας κανείς ότι ο κύριος Bin Laden καταζητείται ζωντανός ή νεκρός, όπως ο πρόεδρος έκανε, εξευτελίζει την ανθρώπινη ζωή.» (14)

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ 11ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η κριτική στον τρόπο, με τον οποίο η τρομοκρατική φρίκη της 11ης Σεπτεμβρίου αντιμετωπίζεται ως απόλυτη, γίνεται ακόμη περισσότερο απαραίτητη, εφόσον το γεγονός έχει θαφτεί κάτω από ένα ιδιαίτερα παχύ στρώμα υπερθετικών επιθέτων. Είναι λοιπόν αναγκαίο να παρουσιάσουμε το γεγονός στις πραγματικές του αναλογίες, τοποθετώντας το στα συμφραζόμενα στα οποία ανήκει, χωρίς να ενδώσουμε στις εκφοβιστικές κατηγορίες ότι οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα ισοδυναμεί μ’ αναίρεση της σημασίας της φρικαλεότητάς του. Κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της ηθικής αγανάκτησης. Η τοποθέτηση μιας αχρείας ενέργειας στο πλαίσιο ενεργειών του ιδίου είδους δεν την εκκενώνει του νοήματός της, ακόμα λιγότερο δεν τη δικαιώνει, ειδικότερα όταν οι ίδιοι οι δράστες ή οι εμπνευστές της επικαλούνται αυτό το ίδιο πλαίσιο ως κίνητρό τους, ρητά και από την αρχή. Αντιθέτως, η τοποθέτηση της ενέργειας αυτής στο πλαίσιο της σημαίνει άρνηση της επιλεκτικής αγανάκτησης.

Λοιπόν τι ήταν το τόσο πραγματικά ασυνήθιστο σχετικά με το μαζικό τρομοκρατικό όλεθρο που αφαίρεσε 3300 ζωές την 11η του Σεπτεμβρίου (σύμφωνα με τον τελευταία τροποποιημένο αριθμό); Στην κλίμακα από εκατόμβες για τις οποίες η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενέχεται άμεσα και δεν έχει ποτέ εκφράσσει την ελάχιστη μεταμέλειά της, αποτέλεσε σε κάθε περίπτωση μια αρκετά συνηθισμένη σφαγή. Απαγορεύεται να αναφέρουμε τα 200.000 χιλιάδες θύματα αμάχων της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι με την πρόφαση ότι ο ίδιος ο Osama Bin Laden έχει κάνει ευφυή χρήση αυτού του επιχειρήματος; Τι θα έλεγε κανείς για τα τρία εκατομμύρια των πολιτών της χερσονήσου της Ινδοκίνας που υπήρξαν θύματα της επιθετικής βίας των ΗΠΑ - τα οποία ο Bin Laden   σ’ αντιδιαστολή με τα προηγούμενα έχει αναφέρει πολύ λιγότερο, επείδη σαν καλός αντικομμουνιστής μαχητής, που υπήρξε για τόσο καιρό, θα όφειλε να επιδοκιμάζει αυτόν τον πόλεμο; Πρέπει επίσης να παραμείνουμε σιωπηλοί, μόνο και μόνο επειδή ο Bin Laden διαρκώς αναφέρεται σ’ αυτούς, σχετικά με τους 90.000 ανθρώπους - 40.000 παιδιά κάτω των 5 ετών και 50.000 άλλοι άμαχοι - οι οποίοι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών πεθαίνουν στο Ιράκ κάθε χρόνο τα τελευταία δέκα χρόνια σα συνέπεια του εμπάργκο;

Ακόμη και σε μια τόσο έγκυρη εφημερίδα όπως οι Foreign Affairs , κύρια έκδοση του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, « think tank » της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο Ιράκ έχουν αποκληθεί «κυρώσεις μαζικής καταστροφής». Σ’ ένα άρθρο στις Foreign Affairs το 1999, δύο καθηγητές από τις ΗΠΑ, ο John και ο Karl Mueller , εκτιμούσαν ότι όπλα μαζικής καταστροφής (πυρηνικά, χημικά και βιολογικά, χωρίς να υπολογίζονται οι θάλαμοι αερίων των Ναζί) έχουν προκαλέσει 400.000 θανάτους στη διαδρομή της ιστορίας. Κατέληγαν -  δείχνοντας προσοχή στη χρήση του υποθετικού ( conditional ) χρόνου ώστε να απαλύνουν την απήχηση της δήλωσής τους:

«Αν οι εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών για τις επιπτώσεις πάνω στους ανθρώπους είναι κατά προσέγγιση σωστές, οι οικονομικές κυρώσεις, επομένως - σε μια ως τώρα φρούδα προσπάθεια να απομακρύνουν το Saddam [ Hussein ] από την εξουσία και μια κάπως πιο επιτυχημένη προσπάθεια να τον περιορίσουν στρατιωτικά - θα αποδεικνυόταν ότι ενδεχομένως αποτελούν ένα αναγκαίο αίτιο θανάτων περισσότερων ανθρώπων στο Ιράκ απ’ όσους έχουν θανατωθεί απ’ όλα τα αποκαλούμενα όπλα μαζικής καταστροφής σ’ ολόκληρη την ιστορία.» (15)

Σ’ ένα απόσπασμα που είναι πολύ σχετικό με το θέμα μας, οι Muellers συνεχίζουν:

«Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η απώλεια ανθρώπινης ζωής απέτυχε να προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι αμερικάνοι σαφώς δεν κατηγορούν το λαό του Ιράκ για τις ενέργειες της χώρας του: Ακόμη και στο αποκορύφωμα του Πολέμου του Κόλπου, ένα 60% έλεγε ότι θεωρούσε τον ιρακινό λαό αθώο ευθυνών για τις πολιτικές του Saddam . Ωστόσο ο μαζικός φόρος ζωής μεταξύ των ιρακινών αμάχων έχει κινήσει ελάχιστη δημόσια διαμαρτυρία και σχεδόν καμμία προσοχή.

Ένα μέρος της αδιαφορίας μπορεί να πηγάζει από μια έλλειψη ανησυχίας για ξένες ζωές. Παρόλο που οι αμερικανοί είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στα αμερικάνικα θύματα πολέμου, συχνά μοιάζουν - όπως και άλλοι - αρκετά αναίσθητοι στις πολεμικές απώλειες εκείνων που βρίσκονται στην αντίπαλη πλευρά, είτε στρατιωτικές, είτε αμάχων. Ένα μέρος της αδιαφορίας επίσης μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι σ’ αντίθεση με θανάτους που προκαλούνται από τρομοκρατικές βόμβες, εκείνοι που προκαλούνται από κυρώσεις είναι διασκορπισμένοι παρά συγκεντρωμένοι και στατιστικοί παρά δραματικοί.» (16)

Εδώ έχουμε δύο θεμελιώδεις παράγοντες που βοηθούν στην εξήγηση εκείνου που είναι μοναδικό σε σχέση με τις 11 του Σεπτεμβρίου. Το πρώτο πράγμα, που ήταν εξαιρετικό όσον αφορά τη μαζική δολοφονία στο Μανχάταν και την Ουάσινγκτον, στην πραγματικότητα, ήταν ότι θανάτωσε αμερικανούς μέσα στην καρδιά των ίδιων των μητροπόλεων των ΗΠΑ. Όπως ο Noam Chomsky σωστά παρατήρησε, «τα εγκλήματα της 11ης Σεπτεμβρίου είναι πράγματι ένα ιστορικό σημείο καμπής - αλλά όχι εξαιτίας της κλίμακάς τους αλλά εξαιτίας της επιλογής του στόχου τους.» (17) Για να συνειδητοποιήσουμε τη μοναδική επίδραση αυτού του ιδιαίτερα επώδυνου πλήγματος στην «αμερικάνικη εξαίρεση», θα χρειαζόταν κανείς μόνο να θέσει τα ερωτήματα που ένας σχολιαστής, παραμένοντας προσεκτικά αντικειμενικός, διατύπωσε πάνω σ’ αυτό το σημείο:

«Τα συναισθήματά μας εκλύθηκαν όχι ανάλογα προς τη βαρύτητα των γεγονότων, αλλά ανάλογα προς το νόημα που τους αποδίδεται· όχι ανταποκρινόμενα στο αληθινό ανθρώπινο κόστος, όσο στη συμπάθειά μας προς τα θύματα. Θα ήταν τα (πλήρως δικαιολογημένα) συναισθήματα, που προκλήθηκαν από τις επιθέσεις στους πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη και σε τμήμα του Πενταγώνου το Σεπτέμβριο του 2001, της ίδιας κλίμακας, αν αυτή η φονική καταστροφή είχε διαπραχθεί κάπου αλλού στον Τρίτο Κόσμο; Θα είχαν λάβει την ίδια προσοχή οι εικόνες των καταστροφών στα ΜΜΕ;» (18)

Ποια θα ήταν άραγε η αντίδραση σ’ ολόκληρο τον κόσμο αν ένας μαζικός φόνος τέτοιου είδους διαπραττόταν σε μια χώρα άλλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες - ας πούμε μια αφρικανική χώρα - ή αν για παράδειγμα στόχος των επιθέσεων ήταν οι δύο γιγάντιοι Petrona Towers στην Κουάλα Λουμπούρ; Χρειάζεται να συγκρίνουμε μόνο την κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης της ισοπέδωσης των δίδυμων πύργων στο Μανχάταν με την κάλυψη του Γκρόζνι, στη Τσετσενία, μια ολόκληρη πόλη που ο βομβαρδισμός από το ρωσικό στρατό περιόρισε στο αντίστοιχο του « Ground Zero ».

Το γεγονός ότι οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου έπληξαν τη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον, τις δύο πρωτεύουσες της «παγκοσμιοποίησης» - η οποία σημαίνει κατά πρώτο και κύριο «αμερικανοποίηση», υπό την έννοια της διάδοσης του κοινωνικοοικονομικού και πολιτιστικού μοντέλου των ΗΠΑ - εξηγεί όχι μόνο γιατί οι αμερικανοί συγκλονίσθηκαν και συγκινήθηκαν τόσο βαθειά, αλλά και γιατί στο υπόλοιπο του κόσμου συνέβη το ίδιο σ’ ένα ορισμένο βαθμό. Η απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ πάνω στο μηντιακό σύμπαν των σειρών φαντασίας και της πληροφόρησης καταληγεί σε μια έντονη τάση των καταναλωτών εικόνων, στον κόσμο ολόκληρο, να ταυτίζονται με τους πολίτες των ΗΠΑ. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι ταυτίζονται με τις μητροπόλεις της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ, καθώς είναι οικείες στους τηλεοπτικούς και κινηματογραφικούς θεατές σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.

Υπ’ αυτήν την έννοια, επιθέσεις το ίδιο θανάσιμες μ’ εκείνες της 11ης Σεπτεμβρίου θα είχαν γεννήσει πολύ λιγότερο ενδιαφέρον και συναίσθημα αν είχαν συμβεί οπουδήποτε αλλού, όχι μόνο αν είχαν χτυπήσει κάποια τριτοκοσμική χώρα. Το ίδιο θα ήταν πραγματικότητα αν ευρωπαϊκές ή ιαπωνικές, ή λιγότερο κεντρικές πόλεις των ΗΠΑ (όπως η Οκλάχομα Σίτυ) είχαν χτυπηθεί. Κατά κανόνα, η ένταση του συναισθήματος είναι ευθέως ανάλογη με την εγγύτητα της σκηνής του εγκλήματος στο νευρωνικό κέντρο του παγκόσμιου συστήματος και του προνομιακού προσκηνίου του παγκόσμιου θεάματος. Οι δράστες της 11ης Σεπτεμβρίου επέλεξαν τους στόχους τους αρκετά σκόπιμα, όταν διάλεγαν τη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Για προφανείς λόγους συγγένειας, αυτοί που ταυτίζονται περισσότερο με τους βορειοαμερικάνους είτε ζουν στο δυτικό κόσμο, είτε ανήκουν τα δι-εθνικά κοινωνικά στρώματα μοιράζονται τον ίδιο τρόπο ζωής, χαρακτηριστικό προπαντός των νεοϋορκέζων γιάπηδων. Θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «κοσμοπολιτικό αστικό τρόπο ζωής», μια ελιτίστικη, σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη εκδοχή του «αμερικάνικου τρόπου ζωής» της δεκαετίας του 1950. Ο Thomas Friedman , ο γνωστός αρθρογράφος των New York Times και εξυμνητής της παγκοσμιοποίησης/αμερικανοποίησης, είναι ένας προεξάρχων εκπρόσωπος αυτού του τρόπου ζωής. (19) Σ΄ένα χαρακτηριστικά κομπαστικό και αφελές ύφος, αναλογιζόταν πως πέρασε το σαββατοκύριακό του δύο εβδομάδες μετά την 11η Σεπτεμβρίου:

«Πήγα στο ματς το βράδυ της Παρασκευής, παρακολούθησα τη συμφωνία του «Νέου Κόσμου» του Dvorak στο Κέντρο Κέννεντυ το Σάββατο, έβγαλα τα κορίτσια μου για πρωϊνό στην Ουάσινγκτον την Κυριακή το πρωΐ και έπειτα πέταξα για το πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν. Στη συνέχεια βγήκα ακόμη και χθες (Δευτέρα) να αγοράσω κάποια πράγματα. Τι μεγάλη χώρα.

Αναρωτιέμαι τι άραγε να έκανε ο Osama Bin Laden στη σπηλιά του στο Αφγανιστάν χθες;» (20)

Είναι εύκολο να στοιχηματίσουμε ότι πολλοί λιγότεροι άνθρωποι στον κόσμο είναι οικείοι μ’ ένα πρόγραμμα σαν και αυτό του Thomas Friedman απ’ ό ˛ τι με μια ζωή σαν του Bin Laden στη σπηλιά του. Χτυπώντας την ίδια νότα αλλά σ’ ένα πιο ακριβές ύφος, ο περουβιανός συγγραφέας και πρώην προεδρικός υποψήφιος, Mario Vargas Liosa υπέκυψε στον εγκωμιασμό του ελιτίστικου κοσμοπολιτισμού της εποχής της παγκοσμιοποίησης/αμερικανοποίησης λέγοντας σ’ όλους στην καθημερινή εφημερίδα της Μαδρίτης El Pais τι μεγάλη ανάταση του προκαλείται κάθε φορά που πηγαίνει στη Νέα Υόρκη: μια πόλη στην οποία «πάντα ένοιωθε ότι βρισκόταν στο κέντρο του κόσμου», όπου για καλή του τύχη, «τα αβγά Benedict και τη Bloody Mary μπορείς να τα απολαύσεις ακόμη στο τούβλινο προσκηνητάρι στου P . J . Clarke στην Τρίτη Λεωφόρο.» (21) Συγκινημένοι, οι New York Times δημοσίευσαν μια συντετμημένη μετάφραση αυτού του άρθρου.

Στην πραγματικότητα, η εξαιρετική ένταση των συναισθημάτων συμπάθειας που αποσπάσθηκαν παγκοσμίως από την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων του Μανχάταν οφείλεται πρωταρχικά σ’ αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε «ναρκισσιστική συμπάθεια». Είναι μια μορφή συμπάθειας που προκαλείται από δυστυχίες που χτυπούν «ανθρώπους σαν εμάς», πολύ λιγότερο από δυστυχίες που επηρρεάζουν ανθρώπους που δεν είναι σαν εμάς. Η μοίρα των νεοϋορκέζων (σ’ αυτή την περίπτωση) αποσπά μεγαλύτερο μέρος της απ’ ό ˛ τι ποτέ θα μπορούσε η μοίρα των ανθρώπων της Ρουάντα, για να μην πούμε τίποτε για τους Αφγανούς. Τοποθετημένοι στην ίδια την καρδιά της πρωτοκλασσάτης μητρόπολης του καπιταλιστικού κοσμοπολιτισμού, οι πύργοι του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου συνιστούσαν υπό μια ορισμένη έννοια τις τοτεμικές στήλες της παγκοσμιοποιημένης κατηγορίας θιασωτών του «κοσμοπολίτικου αστικού τρόπου ζωής» - μια κατηγορία που μαζικά αισθάνθηκε πληγωμένη από την κατάστροφή τους.

Μόνο αυτή η ναρκισσιστική συμπάθεια - πέρα από τη νόμιμη συμπάθεια για κάθε ανθρώπινο ον που γίνεται θύμα μιας βαρβαρικής πράξης - κάνει δυνατό να καταλάβουμε την πανίσχυρη, απολύτως εξαιρετική ένταση των συναισθημάτων και παθών που κατέλαβαν την «κοινή γνώμη», ξεκινώντας από τους διαμορφωτές γνώμης, στις δυτικές χώρες και μητροπόλεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Μόνο αυτή η ναρκισσιστική συμπάθεια μας καθιστά ικανούς να κατανοήσουμε πως σε μια χώρα σαν τη Γαλλία, υποτίθεται στην πρώτη γραμμή του κακοήθους «αντιαμερικανισμού», η πιο έγκυρη ημερήσια εφημερίδα θα μπορούσε να προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να έχει σαν τίτλο του editorial στο μπροστινό της εξώφυλλο την επόμενη μέρα της επίθεσης, «Είμαστε όλοι αμερικανοί». (22) Αυτή η φράση έχει ένα διπλό νόημα. Από τη μια πλευρά εκφράζει συμπάθεια· από την άλλη, περηφάνεια στην επίδειξη αλληλεγγύης με την κυρίαρχη χώρα, το «νονό» της οικογένειας στην οποία η Le Monde είναι πολύ ευτυχής που ανήκει (ιδιαίτερα τη στιγμή που αυτός πρόκειται να ξεσπάσει σ’ έναν από τους θυμούς του) και ότι δεν ο οποιοσδήποτε αρκετά τυχερός για να ανήκει. Αυτό είναι ό ˛ τι ο Freud ονόμασε «ναρκισσιστική ικανοποίηση με την πολιτιστική ιδέα», την οποία εξηγούσε ως εξής: «Χωρίς αμφιβολία μπορεί κάποιος να είναι ένας εξαθλιωμένος πληβείος που κινδυνεύει από τα χρέη και τη στρατιωτική θητεία· αλλά αποζημειώνεται από το ότι είναι ένας ρωμαίος πολιτης, ένας που έχει το δικό του μερίδιο στο καθήκον να εξουσιάζεις τα άλλα έθνη και να υπαγορεύεις τους νόμους τους.» (23)

Ομολογουμένως, η ναρκισσιστική συμπάθεια είναι ένα από τα πιο κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στον κόσμο. Απέχει πολύ από το να περιορίζεται στα αισθήματα που νοιώθουν σ’ ορισμένες χώρες και ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων για τα θύματα της 11ης Σεπτεμβρίου. Αλήθεια; Μόνο που η μοναδικότητα της ναρκισσιστικής συμπάθειας που επιδεικνύεται από τους διαμορφωτές γνώμης και άλλες «ελίτ» στις δυτικές μητροπόλεις είναι ότι καμουφλάρεται πίσω από ένα οικουμενικό ουμανισμό αδιάφορο για το χρώμα του δέρματος ή τη θρησκεία. Οι πύργοι της υποκρισίας τους υψώνονται ακομή ψηλότερα και από τους ίδιους τους πρώην πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Απ’ αυτό το δυσθεώρητο ύψος οι δυτικές ελίτ συγκαταβατικά συγκαλούν τις άλλες ανθρώπινες ομάδες και απαιτούν απ’ αυτές να μοιραστούν τα ίδια τα αισθήματά τους ως ελίτ, στο όνομα του ανθρωπισμού τον οποίο εκλαμβάνουν ως μονοπώλιό τους. Τις περισσότερες φορές ο «ανθρωπισμός» τους δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μετεμφιεσμένη έκφραση του δικού τους εθνοκεντρισμού.

Η ναρκισσιστική συμπάθεια, προσθεμένη στη δουλική επιθυμία να δείξουν την ένθερμη αλληλεγγύη τους στο «νονό», εξηγεί γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση όρισε μια πανευρωπαϊκή ημέρα πένθους και τρία λεπτά σιγής για τα 6000 θύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες (σύμφωνα με τους τότε υπολογισμούς). Αυτή η ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τήρησε ούτε ένα λεπτό σιγής για τους 7000 ανθρώπους που σφαγιάστηκαν στη Σρεμπρένιτσα, πιθανόν «ευρωπαίοι» στο σύνολό τους. Κατέληξε να χρυσώνει το χάπι του βρώμικου πολέμου της Ρωσίας στην Τσετσενία. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που σφαγιάστηκαν στη Ρούαντα ελάχιστα την προβλημάτισαν και οι δεκαδές χιλιάδες θυμάτων που πεθαίνουν κάθε χρόνο στο Ιράκ σχεδόν καθόλου - περιοριζόμενοι σε παραδείγματα απ’ τη γεωγραφική περιφέρεια της ίδιας της Ευρώπης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες μεγάλες δυνάμεις, έχουν οργανώσει μια αληθινή συνωμοσία σιωπής γύρω από ένα άλλο πόλεμο στην πρώην αποικιάκη αυτοκρατορία τους, που έχει οδηγήσει σε μια ανθρωπιστική καταστροφή γενοκτονικών διαστάσεων. Ο αριθμός των θανάτων που προκλήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από τον πόλεμο σ’ εξέλιξη στο Κονγκό-Κινσάσα από τον Αύγουστο του 1998 έφτανε τα τρία εκατομμύρια την άνοιξη του 2001 - ναι, τρία εκατομμύρια σε λιγότερο από τρία χρόνια! - σύμφωνα με μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε από μία πολύ αξιόπιστη πηγή, τη Διεθνή Επιτροπή Σωτηρίας, που εδρεύει στη Νέα Υόρκη. (24)

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει μερίδιο της ευθύνης μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις άλλες πλούσιες χώρες για την αποτυχία να βοηθήσουν τους πληθυσμούς που απειλούνται από μια από τις χειρότερες «βιογενοκτονίες» της ιστορίας. Η επιδημία του AIDS ήδη επηρρεάζει περισσότερους από 28 εκατομμύρια ανθρώπων στην υποσαχάρια Αφρική, εκ των οποίων λιγότεροι από ένας στους χίλιους λαμβάνουν επαρκή θεραπεία. Το αποτέλεσμα ήταν 2 .300.000 θάνατοι εξαιτίας του AIDS στην υποσαχάρια Αφρική στο διάρκεια του περάσματος του έτους του 2001 μόνο, του πρώτου έτους του 21ου αιώνα - που σημαίνει δύο ενδεκάτες Σεπτέμβρη κάθε μέρα!

Με τα σημερινά επίπεδα παρέμβασης, ο αριθμός των Αφρικανών που θα πεθάνουν μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια από AIDS θα ξεπεράσει τον πληθυσμό της Γαλλίας.» (25) Σε μια τέτοια κλίμακα, η αποτυχία να βοηθηθούν οι πληθυσμοί που κινδυνεύουν συνιστά καθεαυτό ένα τεράστιο έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας. Πώς είναι δυνατό να μη δει κανείς κάτι βαθειά αναξιοπρεπές, κάτι που να τον κάνει βαθειά να εξεγερθεί, στο θέαμα του λευκού κόσμου να ξεσπά σε λυγμούς θλίψης για τα «6000» θύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ δεν αφιερώνει σχεδόν καμμία του σκέψη για τη μαύρη Αφρική στην τρομακτική της αγωνία; (24)

ΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η αναπόφευκτη συνέπεια αυτού του πρώτου τρόπου κατά τον οποίο οι επιθέσεις στην Ουάσινγκτον και τη Νέα Υόρκη ήταν μοναδικές, εξαιτίας της ίδιας της φύσης των στόχων τους, είναι η εξαιρετική κάλυψη που έλαβαν από τα μέσα ενημέρωσης. Αυτή συνιστά το δεύτερο τρόπο με τον οποίο με τον οποίο ήταν μοναδικές. Η προσοχή των μέσων δεν ήταν απλά το φυσικό αποτέλεσμα του «συμπυκνωμένου», «δραματικού» χαρακτήρα της μαζικού φόνου στο Μανχάταν, σ’ αντιδιαστολή με το «διασκορπισμένο», «στατιστικό» χαρακτήρα των μαστιγών που πλήττουν την Αφρική ή τα ιρακινά θύματα του εμπάργκο από ΗΠΑ-ΟΗΕ, για να χρησιμοποιήσουμε τις εκφράσεις από τ o άρθρο των Foreign Affairs που παραθέσαμε παραπάνω. Η υπερδραματοποίηση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν επίσης, και προπάντων, το αποτέλεσμα μιας προμελετημένης δράσης των ΜΜΕ στην κοινωνία του «παγκόσμιου θεάματος», ενός συνεπακόλουθου της παγκόσμιας αγοράς αναγνωρισμένου από τον Guy Debord . (27)

Από την αρχή, μια πολιτική λογική - «η λογική του πολέμου», για να χρησιμοποιήσουμε μια κατάλληλη έκφραση - υπαγόρευε αυτή την υπερδραματοποίηση από τα ΜΜΕ. Ήταν αναγκαίο να κρατηθούν οι αυτοκρατορικές φρικαλεότητες και η παγκόσμια εξαθλίωση καλυμμένες, υπέρ της υπογράμμισης του «απόλυτου κακού» που εκδηλώθηκε στις 11 του Σεπτέμβρη, σ’ ευθυγράμμιση μ’ ό ˛ τι ο George W . Bush είχε περιγράψει. Ακόμη και μετά από το επίπεδο-ρεκόρ, αφιερωμένης στις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον, ζωντανής κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης, οι επιθέσεις εξακολουθούσαν να αναφέρονται και να μεταδίδονται ακατάπαυστα, και αυτό πρόκειται να συμβαίνει για κάμποσο καιρό ακόμη ούτως ώστε να επικαλύπτει και να δικαιώνει νέες φρικαλεότητες που διαπράττονται από τις ΗΠΑ υπό το πρόσχημα των αντιποίνων. Ο Tony Blair   υπενθύμισε στα ΜΜΕ αυτόν τον κανόνα σε μια στιγμή που οι δημοσκοπήσεις έδειχναν μια σαφή μείωση της υποστήριξης στο βομβαρδισμό του Αφγανιστάν από μέρος της βρετανικής κοινής γνώμης: «Από κάθε άποψη, έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας, και μια στρατηγική να φέρουμε εις πέρας. Είναι σημαντικό να μην ξεχάσουμε ποτέ γιατί το κάνουμε. Σημαντικό να μην ξεχάσουμε ποτέ πως νοιώσαμε παρακολουθώντας τα αεροπλάνα να πέφτουν πάνω στους Δίδυμους Πύργους.» (28)

Έτσι εφόσον κανένας δε θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει, τα ΜΜΕ έχουν μαζικά ταχθεί στην «πολεμική προσπάθεια». Ακόμη και ένας δημοσιογράφος από τη γαλλική πλευρά του Καναλιού (σημ: της Μάγχης, ενν.) ασκώντας, υποτίθεται, το επάγγελμά του ως τηλεοπτικός κριτικός χαιρέτησε την «πολεμική προσπάθεια», σαν να απηχούσε το βρετανό πρωθυπουργό:

«Τι σημαίνει για τα ΜΜΕ η συμμετοχή τους στην πολεμική προσπάθεια; Σίγουρα όχι στο να κλείνουμε τα μάτια μας στα λάθη, τις ελαφροχειρίες, τις υπερβολές στα αντίποινα των ΗΠΑ. Πρέπει να κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά. Αλλά να τα κρατάμε ανοιχτά μέρα τη μέρα, διαρκώς ( sic ), χωρίς ποτέ να ξεχάσουμε το αυθεντικό μήνυμα της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου.» (29)

Ανάμεσα σε μια πληθώρα τέτοιων παραδειγμάτων, μπορούμε επίσης να παραθέσουμε αυτά, που εξιστορούνται σ’ ένα άρθρο της Washington Post αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο φουσκωμένες εκτιμήσεις του αριθμού των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται παρά τις ουσιαστικές αναπροσαρμογές προς τα κάτω (σ’ αυτό το σημείο κάτω σχεδόν στις 4000). Τα παραδείγματα μαρτυρούν μια λογική εκδίκησης πολύ σοβαρότερη από την απλή διόγκωση των αριθμών με την οποία το άρθρο προτίθετο να ασχοληθεί:

«Σε μια συνέντευξη τύπου στις 29 Οκτωβρίου, ένας ρεπόρτερ ρώτησε για την αιτιολόγηση από τακτική άποψη της χρήσης “βομβών συστάδας”, οι οποίες, οι ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων λένε, μπορούν να σκοτώσουν αδιάκριτα μεγάλους αριθμούς αμάχων.

“Ναι, αυτό είναι πολύ απλό”, ο αρχιστράτηγος της αεροπορίας, Richard B . Myers , πρόεδρος του ενιαίου επιχειρησιακού επιτελείου αρχηγών. “Στις 11 Σεπτεμβρίου, χάσαμε πάνω από 5000 ανθρώπους από μια εκούσια ενέργεια. Τώρα διεξάγουμε ένα παγκόσμιο πόλεμο εναντόν της τρομοκρατίας.” Προειδοποιώντας τους ανταποκριτές να μην μετατρέπουν αναφορές σε απώλειες αμάχων στο Αφγανιστάν σε προπαγάνδα για τους Ταλιμπάν, ο πρόεδρος του CNN , Walter Isaacson είπε: “Πρέπει να μιλάμε για το πως οι Ταλιμπάν δίνουν καταφύγιο στους τρομοκράτες που είναι υπεύθυνοι για το θάνατο κοντά 5000 αθώων ανθρώπων.” (30)

Ο επικρατών κώδικας ηθικής είναι περισσότερο ελαστικός απ’ όσο ποτέ άλλοτε από τον καιρό που οι δυτικοί πολεμοκάπηλοι άρχισαν να εκφράζουν «ανθρωπιστικές» ανησυχίες. Σύμφωνα με αυτή τη στρεβλωμένη ηθική είναι συνεπώς εξαιρετικά ανήθικο να προσπαθούμε να βάλουμε το έγκλημα της 11ης Σεπτεμβρίου στις αναλογίες του αναφερόμενοι στη μακρά λίστα με τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τα οποία επικαλέστηκαν εν μέρει εκείνοι που σχεδίασαν τις επιθέσεις. Ωστόσο αντιθέτως υποτίθεται ότι αποτελεί ηθική προσταγή, σύμφωνα με τον ίδιο κώδικα ηθικής, να τοποθετηθεί ο εγκληματικός βομβαρδισμός του Αφγανιστάν σ’ ανάλογη θέση χάρη στην ακατάπαυστη αναφορά στο έγκλημα στο οποίο υποτιθέμενα απαντά. Διπλά κριτήρια βρίσκονται εδώ σε ισχύ. Πρόκειται για τη δίχως τέλος αδικία κάθε μορφής εγωκεντρισμού, είτε εθνικού, είτε κοινωνικού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλέπε Richard Hofstadter, The Paranoid Style in American Politcs and Other Essays (Camdrigde: Harvard University Press, 1996)

2. Stephen Pollard, “America-Haters Revert to Type,” Wall Street Journal Europe, 25-26 Ιανουαρίου , 2002

3. Salman Rushdie, “Fighting the Forces of Invisibility,” Washington Post, 2 Οκτωβρίου 2001

4. Elissa Gootman, “In Last Days for Commnet, Vistim’s Fund is Under Fire,” New York Times, 7 Ιανουαρίου 2002

5 . Thomas Connor, “Terror Victims aren’t Entitled to Compensation,” Wall Street Journal, 6 Ιανοαρίου 2002

6. Στο ίδιο . “The families of federal employees received $ 100,000 approximately each.”

7. Gerge W. Bush, “Address to a Joint Session of Gongress and the American People,” Γραφείο τύπου του Λευκού Οίκου , Ουάσινγκτον , 20 Σεπτεμβρίου 2001

8. Dimitri Simes, “ What War Means.” The National Interest , νο 65 (ειδικό τεύχος), Εορτή των Ευχαριστιών 2001, σελ. 35-36

9. Andre Glucksmann, Dostoyefski in Manhattan (Paris: Robert Laffort 2002), σελ . 15-16

10. Naomi Klein, “Game Over”, The Nation Online, 15 Σεπτεμβρίου 2001

11. Robert Worth, “A Nation Defined by its Enemies,” New York Times, 24 Φεβρουαρίου 2002

12. Ο Wickert έκανε αυτήν την παρατήρηση σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στις αρχές του Οκτωβρίου του 2001 στο περιοδικό Max . Δέχτηκε επίσημες επιπλήξεις από τη γερμανική «πολιτική ταξη» που παρά λίγο να του στοιχίσουν τη δουλειά του. Υποχρεώθηκε σε μια ταπεινωτική επίδειξη δημόσιας μεταμέλειας.

13. Dana Milbank , “ Religious Right Finds its Center in Oval Office ,” Washington Post , 24 Δεκεμβριού 2001

14. Elisabeth Bumiller, “Recent Bushisms Call for a Primer,” New York Times, 7 Ιανουαρίου 2002

15. John Mueller και Karl Mueller, “Sanctions of Mass Destruction,” Foreign Affairs 78, νο 3 ( Μάιος / Ιούνιος 1999), σελ . 51

16. Στο ίδιο, σελ. 51-52

17. Noam Chomsky, “September 11 and its Aftermath: Where is the World Heading?” Δημόσια διάλεξη στη Μουσική Ακαδημία στο Chennai ( Madras , Ινδία), 10 Νοεμβρίου 2001

18. Andre Versaille, “Retour sur le territoire des autres,” πρόλογος στο Gerard Chaliand και Jean Lacouture, Vouage dans le demi-siecle: Entretiens croise avec Andre Versailles ( Βρυξέλλες : Complexe 2001), σελ . 12. Οι δύο τελευταίες ερωτήσεις είναι σε παρένθεση στο πρωτότυπο.

19. Thomas Friedman, The Lexus and the Olive Tree: Understanding Globalization, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση ( Νέα Υόρκη : Anchor Books, 2000)

20. Friedman, “Terrorist Game Theory,” New York Times, 11 Δεκεμβρίου 2001

21. Editorial από το Jean Marie Colombani , Le Monde , 13 Σεπτεμβρίου 2001 (στην πραγματικότητα δημοσιευμένο από την προηγούμενη)

22. Sigmund Freud, The Future of an Illusion ( Νέα Υόρκη : W.W Norton & Co, 1961), σελ . 13

24. Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι διαθέσιμα στο website της International Rescue Committee www .theirc .org

25. Barton Gellman, “An Unequal Calculus of Life and Death,” Washington Post, 27 Δεκεμβρίου 2001

26. Glucksmann, Dostoievski a Manhattan, σελ . 184

27. Guy Debord, The Society of the Spectacle, trans. Donald Nicholson-Smith ( Νέα Υόρκη : Zone, 1995), σελ . 145

28. Tony Blair, “Prime Minister’s Speech on the Conflict in Afghanistan” to the Welsh Assembly, 30 Οκτωβρίου 2001

29. Daniel Schneidermann, “Effort de Guerre,” Le Monde, editorial στο ένθετο για την τηλεόραση , 4 - 5 Νοεμβρίου 2001

30. Shankar Vedantam, “Discourse Does Not match Falling Sept. 11 Death Toll,” Washington Post, 22 Νοεμβρίου 2001.

24/10/2002

 

από Μάιο 2002