|
50
χρόνια από τη δημιουργία της
αρχέγονης σούπας της ζωής Τα αμινοξέα
δημιουργούνται στο εργαστήριο
Στις 15
Μαίου του 1953, ένας σπουδαστής του
Πανεπιστημίου του Σικάγου, ο Stanley Miller (γεννημένος
το 1930), εργαζόμενος στο εργαστήριο του
Harold Urey (Νόμπελ Χημείας 1934), γύρισε έναν
διακόπτη στέλνοντας ηλεκτρικό ρεύμα
μέσα σε ένα θάλαμο που περιείχε έναν
συνδυασμό μεθανίου, αμμωνίας,
υδρογόνου και νερού. Ανόργανα
συνηθισμένα αέρια. Το αποτέλεσμα ήταν
να φτιαχτούν οργανικές ενώσεις
συμπεριλαμβανομένων και αμινοξέων,
τις δομικές μονάδες της ζωής, και να
δημιουργηθεί ένας καινούργιος
επιστημονικός τομέας, γνωστός ως
εξωβιολογία.
Φαίνεται
ότι το 1953 είναι μεγάλο ορόσημο για τη
ζωή. Τον Απρίλιο του 1953 ο Άγγλος
φυσικός Francis Crick και ο Αμερικανός
βιοχημικός James Watson δημοσίευσαν στο
περιοδικό Nature άρθρο που περιέγραφε τη
δομή του DNA με τη μορφή του διπλού
έλικα. Αποκαλύφθηκε έτσι ο κρίσιμος
ρόλος των βασικών οργανικών ενώσεων.
Αποκάλυψαν επίσης έναν τρόπο με τον
οποίο μερικές ενώσεις -- τα
νουκλεϊνικά οξέα -- θα μπορούσαν να
ξαναδιπλώσουν και να κρατήσουν τη
συνέχεια της ζωής. Τα ζεύγη των βάσεων
μέσα στο DNA, που μεταφέρουν στη πράξη
το γενετικό κώδικα, γίνονται με τη
βοήθεια απλών χημικών ενώσεων
βασισμένων στο άζωτο.
Είκοσι
μέρες αργότερα, αλλά στο περιοδικό
Science, ο 23χρονος Αμερικανός εξηγούσε
πως κατάφερε να παρασκευάσει αμινοξέα,
από τα οποία αποτελούνται οι
πρωτεΐνες. Μέσα σε συνθήκες όμοιες με
εκείνες της πρωτόγονης ατμόσφαιρας,
με τη βοήθεια ενός ηλεκτρικού
σπινθήρα (αναπαράγοντας τις αστραπές)
κατόρθωσε να φτιάξει τα απαραίτητα
συστατικά της ζωής.
Στις αρχές
του αιώνα επιστήμονες δέχονταν ότι 1
δισεκατομμύριο χρόνια μετά τη
δημιουργία της Γης, πρέπει να
εξελίχθηκαν έμβια όντα από άβιες
χημικές ουσίες. Αυτοί οι πρώτοι
οργανισμοί έπρεπε να αναπτύχθηκαν από
τα μόρια που αποτελούσαν το τεράστιο
νεφέλωμα του κονιορτού και αερίων, από
το οποίο σχηματίστηκε το Ηλιακό μας
Σύστημα.
Επομένως,
επειδή το βασικό στοιχείο τότε ήταν το
υδρογόνο καθώς και το άζωτο, το
οξυγόνο, πυρίτιο, σίδηρος και ο
άνθρακας, αυτά θα σχηματίσουν χημικές
ενώσεις. Έτσι θα έπρεπε να υπήρχαν στη
Γη και στην ατμόσφαιρα της πρωτόγονης
Γης, μεθάνιο, αμμωνία, υδρογόνο, νερό
και υδρόθειο.
Οι θεωρίες
ήθελαν να υπάρχει στο φλοιό της Γης
ένα στρώμα νερού πάνω από το οποίο
υπήρχαν σαν ατμόσφαιρα τα
προαναφερθέντα αέρια: υδρόθειο,
μεθάνιο και αμμωνία.
Οι απλές
αυτές ενώσεις δέχονταν την ηλιακή
ακτινοβολία, ιδίως υπεριώδη
ακτινοβολία, και με την επίδραση αυτής
αλλά και των αστραπών άρχισαν να
σχηματίζονται πιο πολύπλοκες ενώσεις,
ώστε κάποια στιγμή να σχηματίστηκαν
τόσο πολύπλοκες που μπορούσαν να
χαρακτηριστούν έμβιες.
Ο Miller
προσπάθησε να αναπαραγάγει στο
εργαστήριο του Harold Urey, τις συνθήκες
αυτής της πρωτόγονης ατμόσφαιρας.
Ξεκίνησε με ποσότητα νερού που την
είχε καθαρίσει και αποστειρώσει με
προσοχή. Έπειτα πρόσθεσε υδρογόνο,
αμμωνία και μεθάνιο σαν ατμόσφαιρα.
Κατόπιν προκάλεσε ηλεκτρική εκκένωση
στην ατμόσφαιρα, για να προσφέρει
ενέργεια. Το πείραμα διήρκεσε μια
εβδομάδα. Στη συνέχεια ανέλυσε το
διάλυμα και έκπληκτος ανακάλυψε ότι
είχαν σχηματιστεί οργανικές ενώσεις
αλλά και αμινοξέα. Οι ενώσεις αυτές
είχαν σχηματιστεί από άβιες ενώσεις
δηλαδή χωρίς τη παρουσία έμβιας ύλης.
Εν συνεχεία
άλλοι συνέχισαν τα πειράματα με άλλες,
διάφορες, ενώσεις και πιο πολύπλοκες.
Φυσικά σχηματίστηκαν και πάλι
οργανικές ενώσεις αλλά δεν δείχθηκε
με ποιο ακριβή τρόπο φτιάχτηκε η ζωή.
Δείχθηκε όμως ότι η ζωή φτιάχτηκε με
χημικές διεργασίες και τη βοήθεια των
τότε αρχέγονων φυσικών συνθηκών.
Σήμερα ο
Miller είναι 73 ετών και βρίσκεται στο
Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν
Ντιέγκο. Προσπαθεί να φτιάξει
νουκλεϊνικά οξέα απλούστερα από το RNA
αντικαθιστώντας τη ριβόζη είτε με
άλλο σάκχαρο όπως τη πυρανόζη είτε με
άλλα συστατικά, όπως η γλυκερόλη ή
κάποιο πεπτίδιο.
Από την ιστορία
Το 1929 ο
Βρετανός βιοχημικός John Haldane (1892-1964)
έβαλε εμπρός τη θεωρία ότι η
πρωταρχική ατμόσφαιρα της Γης δεν
περιείχε κανένα ελεύθερο οξυγόνο. Ο
Haldane και ο σοβιετικός βιοχημικός Aleksander
Oparin (1894-1980) πρότειναν και οι δύο ότι όλα
τα συστατικά για τη ζωή υπήρξαν στη Γη
από την αρχή και ότι η ενέργεια από τον
ήλιο και κάποια άγνωστη διαδικασία
είχε δώσει έναρξη της ζωής.
Το 1952 ο
Αμερικανός χημικός Harold Urey (1893-1981)
δημοσίευσε μια επεξεργασία της
θεωρίας Haldane, στην οποία πρότεινε ότι η
Γη είχε σχηματιστεί από ένα ψυχρό
αστρικό νέφος σκόνης. Η πρωταρχική
ατμόσφαιρά της ήταν έπειτα, κατά
προσέγγιση, παρόμοια με αυτήν του
υπολοίπου Σύμπαντος -- δηλαδή είχε
κατά πλειοψηφία υδρογόνο με ίχνη
άλλων στοιχείων. Ο Urey λογάριασε ότι το
οξυγόνο, το άζωτο, και άνθρακας θα
δημιουργούσαν χημικές ενώσεις με το
υδρογόνο και θα φτιαχνόταν νερό,
αμμωνία, και μεθάνιο. Με τόσο πολύ
υδρογόνο γύρω, το ελεύθερο οξυγόνο δεν
θα μπορούσε να υπάρξει (θα ήταν για
πάντα δεσμευμένο με το υδρογόνο στο
νερό). Αλλά καθώς ο χρόνος περνούσε (αρκετός
βέβαια χρόνος), πολλά από τα
εξαιρετικά ελαφρά άτομα υδρογόνου
δραπέτευσαν στο εξωτερικό διάστημα
έως ότου άλλαξε η ισορροπία. Χωρίς την
υπερβολική παρουσία του υδρογόνου,
το ελεύθερο οξυγόνο θα μπορούσε να
υπάρξει και να συσσωρευτεί βαθμιαία
στη γήινη ατμόσφαιρα.
Ο Stanley Miller,
που ήταν ένας διδακτορικός σπουδαστής
που εργαζόταν με τον Urey στο
Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ερευνούσε
τα πιθανά περιβάλλοντα της αρχικής
Γης. Το 1953 συνδύασε τις ιδέες του Urey
και του Oparin σε ένα σύντομο κι απλό
πείραμα.
Αναπαρήγαγε
την τότε ατμόσφαιρα της Γης, που
πρότεινε ο Urey, με τη δημιουργία ενός
θαλάμου μόνο με υδρογόνο,
νερό, μεθάνιο, και αμμωνία. Για να
επιταχύνει το "γεωλογικό χρόνο"
στο πείραμά του, έβρασε το νερό και
αντί της έκθεσης του μίγματος στο φως
υπεριωδών ακτίνων χρησιμοποίησε μια
ηλεκτρική εκκένωση, κάτι σαν την
αστραπή. Μετά από μια εβδομάδα ακριβώς,
ο Miller είχε τα αποτελέσματά του. Ο Miller
βρήκε το αμινοξύ γλυκίνη, την αλανίνη,
το ασπαρτικό και το γλουταμινικό οξύ,
και άλλα. Δεκαπέντε τοις εκατό του
άνθρακα από το μεθάνιο είχε φτιάξει
οργανικές ενώσεις. Είχε μείνει
κατάπληκτος μόλις ανακάλυψε πόσο
εύκολα είχαν σχηματιστεί τα αμινοξέα.
Το 1960 ο Juan
Juan Oró σύνθεσε την αδενίνη, τη μία
από τις τέσσερις βάσεις του DNA και
επίσης ένα βασικό συστατικό του ATP, το
ενεργειακό νόμισμα στα κύτταρα.
Η εργασία
του Miller έδειξε ότι οι ενώσεις οι
απαραίτητες για τη ζωή θα μπορούσαν να
έχουν σχηματιστεί σε ένα περιβάλλον
χωρίς ελεύθερο οξυγόνο, κάτι που
επιβεβαιώνει τη θεωρία του Haldane. Η
δημιουργία των αμινοξέων από γήινα ακατέργαστα υλικά μπορεί
να είναι το πρώτο βήμα της εξέλιξης. Κι
ανοίγει επίσης τη πιθανότητα (δεδομένου
ότι η προτεινόμενη ατμόσφαιρα
βασίστηκε στις αναλογίες των
στοιχείων στο Σύμπαν) ότι παρόμοια
άτομα και αμινοξέα θα μπορούσαν να
έχουν σχηματιστεί κι αλλού, στους
πλανήτες που σχηματίζονται με τον
ίδιο τρόπο με τη Γη.
Το δύσκολο πρόβλημα της
προέλευσης της ζωής
Η προέλευση
της ζωής είναι το πιο δύσκολο πρόβλημα
της βιολογίας. Οι επιστήμονες είναι
καλοί στην κατανόηση διαδικασιών που
μπορούν να μελετήσουν. Αλλά η εμφάνιση
της ζωής ήταν ένα μοναδικό γεγονός που
εμφανίστηκε 3,5 δισεκατομμύρια έως 4
δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Ακόμη και
οι βράχοι εκείνης της εποχής έχουν ως
επί το πλείστον εξαφανιστεί.
Το 1953 ο Stanley
Miller, που εργαζόταν σε εργαστήριο του
Πανεπιστημίου του Σικάγου, έστειλε
ηλεκτρικό ρεύμα μέσα σε ένα θάλαμο που
περιείχε έναν συνδυασμό από ανόργανα
συνηθισμένα αέρια: Μεθάνιο, αμμωνία,
υδρογόνο και νερό. Το αποτέλεσμα ήταν
να φτιαχτούν οργανικές ενώσεις
συμπεριλαμβανομένων και αμινοξέων,
τις δομικές μονάδες της ζωής και να
δημιουργηθεί ένας καινούργιος
επιστημονικός τομέας, γνωστός ως
εξωβιολογία.
Το πείραμα
του Miller ήταν η σπίθα που κέντρισε τους
επιστήμονες για να ψάξουν για την
προέλευση της ζωής μέσα σε έναν θερμό (αλλά
μη καυτό) ρηχό 'ζωμό' θαλασσινό νερό.
Τώρα
τελευταία, όμως, θεωρείται από πολλούς
ότι η αρχική ατμόσφαιρα δεν περιείχε
σε σημαντικά ποσά μεθάνιο, υδρογόνο ή
αμμωνία, αλλά κυριαρχούσε το
διοξείδιο του άνθρακα, το άζωτο και το
νερό. Ένα μίγμα που δεν θα ήταν
κατάλληλο για το πείραμα του Miller.
Αυτή είναι
η άποψη των Huber και Wachtershauser, που το 1998
δημοσίευσαν την άποψη τους στο
περιοδικό Science.
Σήμερα οι
απόψεις ενός μέρους της επιστημονικής
κοινότητας για την προέλευση της ζωής,
βρίσκονται μακριά από το θερμό
περιβάλλον του Miller και προσεγγίζει
προς ένα περιβάλλον υδροθερμικό -
καυτό νερό- με θερμοκρασίες μεταξύ 100
και 250° Κελσίου και σε βάθος αρκετών
χιλιομέτρων κάτω από την επιφάνεια.
Στο περιβάλλον αυτό θειούχα ορυκτά
του σιδήρου, του νικελίου και του
κοβαλτίου ενεργούν ως κρίσιμοι
καταλύτες για την δημιουργία των προ-βιοτικών
οργανικών μορίων.
Αυτή η
σύνδεση μεταξύ της ζωής και των
θειούχων μετάλλων δεν προκαλεί καμία
έκπληξη. Όπως περιγράφεται από τον
Beinert και τους συνεργάτες του το 1997 στο
περιοδικό Science, οι οι πρωτεΐνες με
σίδηρο και θείο βρίσκονται σε όλες τις
μορφές της ζωής, και είναι κάτι το
κοινό για τα αρχαιότερα συστατικά της
ζώσας ύλης.
Τον
τελευταίο καιρό κάποια πρόοδος έχει
γίνει πάνω στην αναδημιουργία της
διαδικασίας που οδήγησε στα πρώτα
ζωντανά κύτταρα. Αλλά αποτελείται από
υποθέσεις ευλογοφανείς, όχι
αποδείξεις.
Κάθε
ανθρώπινο κύτταρο είναι ένα περίπλοκο
χημικό εργοστάσιο. Οι διαδικασίες
κατασκευής προχωρούν μέσα σε έναν
τοίχωμα, την κυτταρική μεμβράνη, η
οποία έχει ειδικές 'πόρτες' για τις
εισερχόμενες και εξερχόμενες χημικές
ουσίες.
Το DNA, ο
ελεγκτής αυτών των διαδικασιών, είναι
σαν τον υπολογιστή που μαζί με το
σκληρό του δίσκο είναι κλειδωμένο σε
ένα ιερό εσωτερικό τμήμα, τον πυρήνα.
Πώς θα
μπορούσε ένα τέτοιο σύνθετο σύστημα
να έχει συναρμολογηθεί αυθόρμητα από
τις διαθέσιμες χημικές ουσίες στην
πρωτόγονη Γη;
Η θεωρία του Gunter
Wachtershauser
Ένας Γερμανός χημικός από το Μόναχο, ο
Gunter Wachtershauser, είναι ηγέτης στην έρευνα
για την υδροθερμική προέλευση της
ζωής, και έχει πραγματοποιήσει
πολυάριθμα πειράματα που
καταδεικνύουν πώς τα σύνθετα οργανικά
μόρια μπορούν να σχηματιστούν από τις
απλές αρχικές ενώσεις - όπως το
μονοξείδιο άνθρακα (CO) - με καταλύτες
τα θειούχα μέταλλα. Φαίνεται ότι οι
επιφάνειες των θειούχων μετάλλων
μπορούν να καταλύσουν την ένωση απλών
μορίων άνθρακα σε νέα και πιο σύνθετα
μόρια άνθρακα. Δηλαδή, ο Wachtershauser δεν
πιστεύει ότι πρέπει να ξεκινήσουμε με
τα περίπλοκα και περίτεχνα μόρια που
αποτελούν τα σημερινά κύτταρα: Το DNA,
που έχει καταχωρημένες τις
πληροφορίες, το RNA που επιτελεί
διάφορες διαδικασίες και τις
πρωτεΐνες που χρησιμεύουν ως δομικά
υλικά και είναι ελεγκτές του χημικού
μεταβολισμού. Να μην σκεφτούμε τις
κυτταρικές μεμβράνες - που επιτρέπουν
ή εμποδίζουν την είσοδο ουσιών μέσα
στο κύτταρο, αυτά όλα πρέπει να έχουν
έρθει αργότερα. Η ζωή πρέπει να έχει
αρχίσει με τον απλούστερο πιθανό
τρόπο, ως ένας κύκλος, μια
φυσικοχημική αντίδραση που
επαναλαμβανόταν συνεχώς,
εκμεταλλευόμενη κάποια υποπροϊόντα,
ενώ μερικά από αυτά παρέμεναν εκεί
γύρω για να διατηρήσουν και να
εξελίξουν τον κύκλο.
Όμως πότε και πώς
άρχισε αυτός ο κύκλος;
Ο Wachtershauser θεωρεί ότι
μια πιθανή θέση για να ξεκίνησε ο
κύκλος είναι κάποια ορυκτή επιφάνεια
ενός ανόργανου υλικού, όπως είναι οι
σιδηροπυρίτες ή ο χρυσός που όπως
είναι γνωστό είναι ένας καλός
καταλύτης. Οι χημικές ουσίες της φύσης,
όπως το μονοξείδιο του άνθρακα, θα
μπορούσαν να έχουν συνδυαστεί προς
βιολογικές δομικές μονάδες. Σε κάποιο
σημείο, ο μικρός κύκλος απόκτησε μια
προστατευτική κάλυψη από χημικές
ουσίες, κι έτσι διαχωρίστηκαν οι
αντιδράσεις του από το γενικό
περιβάλλον. Όταν αυτό το περικάλυμμα 'τύλιξε'
τελικά τον κύκλο και αποσυνδέθηκε από
την ορυκτή επιφάνεια, γεννήθηκε το
πρώτο κύτταρο. Ο Wachtershauser και άλλοι
έχουν δείξει ότι σημαντικά συστατικά
της σημερινής βιοχημείας μπορούν να
σχηματιστούν στις επιφάνειες του
σιδηροπυρίτη, ειδικότερα του
πυροσταφυλικού οξέως (pyruvic acid) CH3-CO-COOH,
το γνωστό 'καύσιμο' για τον κύκλο του
κιτρικού οξέως.
Σε συνέντευξή του ο Wachtershauser λέει τα
εξής:
"Η
ζωή άρχισε ως ένας αυτοκαταλυτικός,
χημειο-αυτοτροπικός επιφανειακός
μεταβολισμός μικρών μορίων οργανικών
ενώσεων. Αυτές σχηματίστηκαν πρώτα με
τη σταθεροποίηση του CO και αργότερα
από τη σταθεροποίηση του CO2, σε
ένα σετ προϊόντων των ηφαιστειακών
εκρήξεων (CO, CO2, H2S, NH3)
στις επιφάνειες των κολλοειδών
ανόργανων ιζημάτων του θειούχου
σιδήρου, νικελίου και άλλων μετάλλων
μετάβασης. Ο επιφανειακός
μεταβολισμός καθοδηγήθηκε από την
οξειδωτική μετατροπή του CO σε CO2
και από μια διαδοχική οξειδωτική
μετατροπή του κολλοειδούς FeS στο FeS2.
Με αυτόν τον αρχέγονο μεταβολισμό
παρήχθησαν οργανικά συστατικά."
Ο ρόλος του RNA
Ένα άλλο μακρομόριο,
που έχει σχέση με την προέλευση της
ζωής, είναι το RNA, ο στενός χημικός
ξάδελφος του DNA. Αν και το DNA έχει
τραβήξει την προσοχή των επιστημόνων,
το RNA είναι εκείνο που έχει σχέση με
τις πληροφορίες στο κύτταρο, είτε
ανακτώντας τις πληροφορίες από το DNA ή
αυτό που μετατρέπει αυτές τις
πληροφορίες σε πρωτεΐνες. Κάποιοι
βιολόγοι από καιρό έχουν υποθέσει ότι
το RNA ήταν ο κεντρικός δράστης στις πιο
πρώιμες μορφές των κυττάρων. Αργότερα
δε μεταβίβασε τα περισσότερα από τα
καθήκοντα του στη διαχείριση και
αποθήκευση της πληροφορίας στο DNA, μια
λιγότερο ευπροσάρμοστη αλλά
σταθερότερη χημική ουσία. (1972 - Θεωρία
του καθηγητή της φυσικοχημείας Hans Kuhn - Ο
κόσμος του RNA στους πόρους των βράχων).
Η άποψη αυτή κέρδισε πόντους όταν οι
Thomas R. Cech και Sidney Altman ανακάλυψαν
ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο ότι το
RNA θα μπορούσε να δράσει ως ένζυμο, ως
πρωτεϊνικός καταλύτης των χημικών
δραστηριοτήτων, συγχρόνως όμως και
σαν αποθήκη των γενετικών πληροφοριών.
Ένα από τα πιο ακανθώδη παράδοξα της
ζωής είναι ότι το DNA από τη μια απαιτεί
έναν πρωτεϊνικό καταλύτη για την
αντιγραφή του, και από την άλλη μια
πρωτεΐνη χρειάζεται το DNA για να την
φτιάξει. Το μπέρδεμα είναι ότι ούτε το
DNA ούτε η πρωτεΐνη δεν μπορεί να
υπάρξει χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία
και των δύο. Οι χημικοί, όμως, που
ασχολούνται με την προέλευση της ζωής
δεν έχουν επινοήσει κανένα μόριο RNA
που να μπορεί να αναπαράγει τον εαυτό
του. Αλλά, όμως, έχουν δείξει ότι τα
μόρια RNA μπορούν να αντιγράψουν μικρά
κομμάτια του RNA και να εκτελέσουν άλλα
χρήσιμα καθήκοντα, που
πραγματοποιούνται συνήθως από τις
πρωτεΐνες. Αυτές οι ιδιότητες του RNA
υποστηρίζουν την ιδέα ότι πριν από το
DNA υπήρξε ένας κόσμος RNA, στον οποίο το
RNA, ή κάποιο άλλο παρόμοιο πολυμερές
πρόδρομο σώμα, ξεκίνησε όλη τη
διαδικασία, της αρχής της ζωής. Οι
υπομονάδες των μορίων RNA είναι και
αυτές αρκετά σύνθετες χημικές ουσίες.
Δεν είναι, επίσης, εύκολο να δειχθεί
πώς θα μπορούσαν να φτιαχτούν τα πρώτα
μόρια RNA. Αλλά ένας πηλός (άργιλος), που
λέγεται montmorillonite, που σχηματίστηκε από
διαβρωμένη ηφαιστειακή τέφρα (που
είναι γνωστός από τα απορρίμματα της
γάτας), έχει μια ενδιαφέρουσα ιδιότητα:
στο να καταλύει το σχηματισμό του RNA
από τις υπομονάδες του.
Ιδιότητες αργίλου
Σε ένα άρθρο στο
περιοδικό Science, το φθινόπωρο του 2003,
ερευνητές από το Τεχνολογικό Ίδρυμα
της Μασαχουσέτης ανέφεραν ότι ένα
είδος αργίλου, ο montmorillonite, είχε μια
άλλη ιδιότητα πιθανής σχετικότητας με
την προέλευση της ζωής. Κάνει τα
σταγονίδια των μορίων του λίπους να
επαναρυθμιστούν σε μικρές φυσαλίδες,
παρόμοιες με τις μεμβράνες που
φτιάχνουν τα τοιχώματα των ζωντανών
κύτταρων. Συχνά τα μόρια του αργίλου
ενσωματώνονται στις φυσαλίδες, βρήκε
η ομάδα του MIT, μαζί με οποιαδήποτε
προσκολλημένα μόρια RNA. Όπως είπαν "τα
ορυκτά μόρια μπορεί να έχουν
διευκολύνει πολύ την εμφάνιση των
πρώτων κυττάρων". Σε ένα δεύτερο
πείραμα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι
θα μπορούσαν να κάνουν τα πρωτο-κύτταρα
τους να διαιρεθούν αναγκάζοντας τα να
περάσουν μέσα από τις λεπτές οπές σε
ένα φίλτρο. Οι ερευνητές έχουν να
διασχίσουν ένα μακρύ δρόμο πριν από
την ανακάλυψη οποιασδήποτε εύλογης
απάντησης για την προέλευση της ζωής.
Ο Jack Szostak, ένας από τους ερευνητές, λέει
ότι συμπεραίνουν ότι ανεξάρτητα από
το πόσο είναι αποσπασματικά τα
κύτταρα τους, η ζωή είναι γεγονός.
Ερευνητές από το
Ινστιτούτο Carnegie
Ερευνητές όπως ο Cody,
από το Ινστιτούτο Carnegie στην
Ουάσιγκτον, έχουν πρόσφατα (2000)
προχωρήσει τις ιδέες του Wachtershauser ένα
βήμα πιο πέρα, φτιάχνοντας την κρίσιμη
ένωση πυροσταφυλικό οξύ (pyruvic acid) CH3-CO-COOH,
από το CO με την παρουσία σαν καταλύτη
του θειούχου σιδήρου στους 250° C και
πιέσεις ισοδύναμες με ένα βάθος 7 km
μέσα στους βράχους. Προτείνουν ότι
αυτή η διαδικασία μπορεί να είχε
πραγματοποιηθεί βαθιά μέσα στον
ωκεάνιο φλοιό, και ότι οι ενώσεις που
σχηματίστηκαν θα μπορούσαν να έχουν
μετακινηθεί από τα υπόγεια νερά στον
ανώτερο φλοιό. Όπου εκεί οι κρίσιμες
διαδικασίες για τον σχηματισμό της
ζωής μπορεί να έχουν πραγματοποιηθεί
και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες (100 σε
150° C) και σε χαμηλότερες πιέσεις. Τα
σημαντικά συστατικά αυτής της
διαδικασίας είναι το μονοξείδιο του
άνθρακα CO και οι θειούχες ενώσεις του
Fe ή του Νι σε υψηλές θερμοκρασίες και
πιέσεις. Όλα αυτά θα μπορούσαν να
έχουν υπάρξει κοντά σε
ηφαιστειογενείς περιοχές σε έναν
πρώιμο ωκεάνιο φλοιό.
Συνέχεια
|