|
Την εξέλιξη πολύ συχνά την
αντιλαμβανόμαστε ως μια ιστορική
διαδικασία που συνέβη στο παρελθόν. Η
μελέτη της κατά συνέπεια μπορεί να
ικανοποιήσει την περιέργειά μας ως
προς το να μας πει από πού
προερχόμαστε, όμως τίποτε περισσότερο
από αυτό. Ο Kierkegaard είχε πει κάποτε ότι «...τη
ζωή μπορούμε μόνο να την κατανοήσουμε
προς τα πίσω», αλλά πρέπει να
συμπληρώσουμε ότι «πρέπει να τη
ζήσουμε προς τα μπρος... γνωρίζοντας
και εκτιμώντας το παρελθόν».
Το επιχείρημα ότι θα πρέπει να
μάθουμε από την εξελικτική ιστορία
μας, καίτοι έχει αξία, αμφισβητείται
από αυτούς που ισχυρίζονται ότι η
σύγχρονη τεχνολογία άλλαξε τόσο πολύ
τις συνθήκες ζωής του ανθρώπου, ώστε
αυτές να έχουν ελάχιστα κοινά με την
κατάσταση στην οποία ζούσαν οι
πρόγονοί μας τα τελευταία 4
εκατομμύρια χρόνια.
Ο καθηγητής Maciej Henneberg πιστεύει
ότι η σημερινή τεχνολογική πρόοδος
είναι μια φυσική συνέπεια του
παρελθόντος κι έτσι ακολουθεί τους
ίδιους γενικούς νόμους που
κυβερνούσαν την εξέλιξη των προγόνων
μας.
Κι όπως οι νόμοι της Φυσικής, οι
κανόνες αυτοί εφαρμόζονται παντού και
για κάθε χρονική στιγμή. Η ανθρώπινη
εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία
στην οποία συμμετέχουμε ενεργά,
καίτοι μπορεί να μην το ξέρουμε. Οι
μεταλλάξεις που συμβαίνουν στο DNA μας,
οι αλληλεπιδράσεις με το πολύπλοκο
περιβάλλον, η επιλογή συντρόφων, η
αναπαραγωγική ικανότητά μας και ο
τρόπος με τον οποίο φέρνουμε στον
κόσμο και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας,
όλα επηρεάζουν τη βιολογική μορφή των
μελλοντικών γενιών.
Καίτοι
ένα πελώριο ποσόν δεδομένων έχει
επανειλημμένα αναλυθεί και οι
συζητήσεις πάνω στην ερμηνεία των
δεδομένων συνεχίζονται, είναι δυνατόν
να κατασκευάσουμε ένα γενικό
θεωρητικό πλαίσιο που να περιγράφει
το μηχανισμό της ανθρώπινης εξέλιξης.
«Η ουσία του πλαισίου αυτού έγκειται
στην παρατήρηση ότι, αντίθετα με
πολλούς άλλους οργανισμούς, οι
ανθρωποειδείς αποτελούν μέρος του
βιολογικού συστήματος που έχει πολλές
ενισχυμένες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα
στα στοιχεία του. Αυτό σημαίνει ότι
μια αλλαγή σε ένα βιολογικό
χαρακτηριστικό ανθρωποειδούς, για
παράδειγμα στην ακρίβεια με την οποία
τα χέρια του μπορούν να πιάνουν και να
χειρίζονται αντικείμενα, θα έχει
αντίκτυπο στο περιβάλλον, μέσω της
χρήσης βελτιωμένων εργαλείων και
όπλων, τα οποία με τη σειρά τους
απαιτούν μεγαλύτερη βελτίωση του
ίδιου βιολογικού χαρακτηριστικού»
ισχυρίζεται ο καθηγητής Henneberg.
Για παράδειγμα, καλύτερα όπλα
και εργαλεία επέτρεψαν στους
ανθρωποειδείς να προμηθεύονται
περισσότερη τροφή από το περιβάλλον,
αλλά αυτό ταυτόχρονα εξάντλησε τις
εύκολα προσβάσιμες πηγές διατροφής κι
έτσι απαιτήθηκε μεγαλύτερη
τεχνολογική πρόοδος, ώστε ένα
ανθρωποειδές να συνεχίσει να βρίσκει
τροφή.
Ο Henneberg διακρίνει 4 συνιστώσες
στο σύστημα ενισχυμένων
αλληλεπιδράσεων. Το φυσικό περιβάλλον,
τη βιολογική κατασκευή του οργανισμού,
την τεχνολογία και την κοινωνική
οργάνωση. Οι δύο τελευταίες αποτελούν
ένα φίλτρο ανάμεσα στους
ανθρωποειδείς και στο φυσικό
περιβάλλον τους. Κι άλλοι οργανισμοί
χρησιμοποιούν διάφορα αντικείμενα ως
εργαλεία, όπως επίσης μπορεί να
διατηρούν κοινωνικές σχέσεις για να
βρουν τροφή ή να προφυλάξουν την ζωή
τους, δημιουργώντας μια χωρίς
προηγούμενο πολύπλοκη τεχνολογία και
κοινωνικές σχέσεις.
Έτσι η εξελικτική μεταβολή του
μεγέθους του εγκεφάλου των
ανθρωποειδών, καθώς και του μεγέθους
του σώματος, είναι αποτελέσματα αυτού
του μηχανισμού feedback. Έτσι, όταν
κοιτάξουμε την εξέλιξη του εγκεφάλου
τα τελευταία 4 εκατομμύρια χρόνια
είναι προφανής η αύξηση του μεγέθους
του, όπως φαίνεται εξετάζοντας τη
χωρητικότητα του κρανίου. Η εξέλιξη
του μεγέθους του σώματος
ανθρωποειδούς για την ίδια περίοδο
ακολουθεί παρόμοια καμπύλη. Σύμφωνα
με τον Henneberg, η αύξηση αυτή του
μεγέθους του εγκεφάλου εξηγείται
κυρίως από την αύξηση του μεγέθους του
σώματος παρά από την αύξηση της «ευφυΐας»,
όπως πολλοί θέλουν να ισχυρίζονται.
Παρατηρώντας καθημερινά τους
συνανθρώπους μας και τη μεγάλη
ποικιλία τόσο στη μορφή του σώματός
τους όσο και στο μέγεθος, το χρώμα και
τα χαρακτηριστικά του προσώπου,
έχουμε την εντύπωση ότι το είδος μας
παρουσιάζει μια ιδιαίτερα μεγάλη
ποικιλία στη φύση. Όμως αυτό είναι
λάθος. Πράγματι η χωρητικότητα του
ανθρώπινου κρανίου ποικίλλει το ίδιο
με αυτή των χιμπατζήδων, των γοριλών ή
των γάτων του Σιάμ. Όσον αφορά την
ποικιλία στο μέγεθος του σώματός μας,
αυτή είναι λίγο πιο κάτω από το μέσο
όρο που έχει παρατηρηθεί σε όλα τα
είδη θηλαστικών!
Μια άλλη, εντελώς λαθεμένη ιδέα
αφορά τον σεξουαλικό διμορφισμό και
τις διαφορές ανάμεσα στους λαούς (φυλές).
«Προσέχουμε περισσότερο το γεγονός
ότι οι εγκέφαλοι των γυναικών είναι,
κατά μέσον όρο, 150 κυβικά εκατοστά
μικρότεροι από το μέσο όρο του άνδρα,
παρά το ότι, όπως εύκολα μπορούμε να
διαπιστώσουμε, ο εγκέφαλος ενός
συγκεκριμένου ατόμου μπορεί να είναι
400 κυβικά εκατοστά μεγαλύτερος από το
δικό μας. Κι είναι ευκολότερο να
βρούμε 10 ζευγάρια του ίδιου φύλου των
οποίων ο εγκέφαλος να διαφέρει
περισσότερο από 300 κυβικά εκατοστά,
από το να βρούμε 10 ζεύγη ανδρών -
γυναικών στα οποία ο γυναικείος
εγκέφαλος θα είναι, σε κάθε ζευγάρι,
μικρότερος από τον ανδρικό».
Και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με
το μέγεθος του σώματος. Η αντίληψη ότι
οι Κινέζοι είναι πιο κοντοί από τους
Εγγλέζους δεν έχει καμία αξία όταν
συγκρίνουμε ένα συγκεκριμένο ζευγάρι
ενός Κινέζου και ενός Εγγλέζου, καθώς
υπάρχουν τόσοι πολλοί Κινέζοι
ψηλότεροι από πολλούς Εγγλέζους.
Πράγματι μόνο περίπου το 1/4 της
συνολικής διαφοροποίησης στο μέγεθος
του εγκεφάλου ή του σώματος μπορεί να
αποδοθεί σε διαφορές ανάμεσα στους
μέσους όρους πληθυσμών. Ενώ 50% της
διαφοροποίησης παρατηρείται ανάμεσα
στα μέλη του ίδιου φύλου του ίδιου
πληθυσμού και το υπόλοιπο ένα τέταρτο
μπορεί να αποδοθεί σε διαφορά φύλου.
Η συνήθειά μας να θάβουμε τους
νεκρούς έγινε η αιτία να έχουμε άφθονο
υλικό όσον αφορά την εξέλιξή μας τις
τελευταίες χιλιετίες. Αλλαγές που
συμβαίνουν σε τόσο σχετικά μικρές
περιόδους ονομάζονται μικροεξέλιξη (micro
evolution). Και οι μηχανισμοί που
βρίσκονται πίσω από αυτές τις αλλαγές
είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει
να συνεχιστεί η εξέλιξη.
«Ο μόνος τρόπος που υπάρχει από
κάποιο παλιό πρόγονο, που ζούσε πριν
από 4 εκατομμύρια χρόνια, να φτάσουμε
στον σημερινό άνθρωπο, είναι μια
συνεχής αλυσίδα, από τότε μέχρι σήμερα,
γέννησης παιδιών». Έτσι η μελέτη της
μικροεξέλιξης δεν είναι τίποτε άλλο
παρά μια σε βάθος ματιά στο πώς
γίνεται γενικά η εξέλιξη.
Ο Henneberg στις μελέτες του βρήκε
ότι η αύξηση στο μέγεθος του
ανθρώπινου εγκεφάλου αντιστράφηκε τ
τις τελευταίες χιλιετίες. Η μείωση
αυτή υπολογίζεται στα 100-150 κυβικά
εκατοστά και είναι ένα παγκόσμια
φαινόμενο. Παρατηρήθηκε σε Ευρώπη,
Μέση Ανατολή, Αυστραλία, Βόρεια Αφρική,
Νότια Αφρική και Ιαπωνία. Και η μείωση
αυτή συνδέεται με την μείωση στο
μέγεθος του σώματος που παρατηρείται (με
μοναδική εξαίρεση ότι αυτή
αντιστράφηκε σε μερικές χώρες μόνο
τον τελευταίο αιώνα). Έτσι το ύψος των
ανδρών στην Ολλανδία αυξήθηκε κατά
περίπου 15 εκατοστά τα τελευταία 100
χρόνια. Παρόμοιες αυξήσεις συνέβησαν
και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην
Ινδία και τη Βόρεια Αμερική. Η πιο
κοινή εξήγηση του φαινομένου αυτού
είναι ότι η αύξηση του ύψους
προκλήθηκε από τη βελτίωση των
συνθηκών ζωής, ιδιαίτερα της
διατροφής.
Όμως υπάρχουν γεγονότα που μας
κάνουν να αμφιβάλλουμε γι' αυτή την
εξήγηση. Πρώτον, δεν παρατηρήθηκε
αύξηση ( ή ήταν εντελώς αμελητέα) στους
λευκούς της Νότιας Αφρικής, οι οποίοι
χάρη στην πολιτική του απαρτχάιντ
είχαν εξασφαλίσει όλες τις βελτιώσεις
συνθηκών ζωής τα τελευταία 100 χρόνια,
όπως δείχνει μια μελέτη του Henneberg του
1997. Αλλά ούτε το ύψος των μαύρων, στους
οποίους ήταν απαγορευμένη η πρόσβαση
σε καλύτερες συνθήκες ζωής, μειώθηκε.
Ανάλογα αποτελέσματα βρέθηκαν
σε μελέτες που έγιναν σε πληθυσμούς
διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, ιδιαίτερα
σε Πορτογαλία και Πολωνία όπου
εξετάστηκαν πληθυσμοί που ζούσαν σε
διαφορετικές οικονομικοκοινωνικές
συνθήκες. «Εάν λοιπόν θεωρήσουμε ότι
το ύψος, ανάμεσα σε διαφορετικές
κοινωνικοοικονομικές ομάδες της
ίδιας κοινωνίας, δεν ξεπερνούν τα 6 και
7 εκατοστά, το μόνο που μπορούμε να
συμπεράνουμε είναι ότι η εξήγηση της
μεταβολής του ύψους λόγω γενικής
βελτίωσης στη διατροφή, δεν είναι
ικανοποιητική». Πρέπει λοιπόν να
αναζητήσουμε ειδικούς παράγοντες που
να είναι κοινοί σε όλο τον πληθυσμό,
ανεξάρτητα από την
οικονομικοκοινωνική κατάσταση. Η
ανακάλυψη τέτοιων παραγόντων είναι
αντικείμενο μελλοντικών μελετών.
Μικροεξελικτικές μεταβολές δεν
έγιναν μόνο στο μέγεθος του σώματος ή
των μελών του.
Μια λιγότερο εμφανής, αλλά
αριθμητικά πιο δραματική μεταβολή,
αφορά το σχήμα του κρανίου. Όταν
αναφέρονται στο σχήμα του κρανίου, οι
ειδικοί χρησιμοποιούν ένα δείκτη.
Ο δείκτης αυτός δεν είναι τίποτε
άλλο παρά το πηλίκο της διαίρεσης του
μέγιστου πλάτους του κρανίου ως προς
το μήκος του.
Οι τιμές του δείκτη αυτού έχουν
αλλάξει κατά τη διάρκεια των
ιστορικών χρόνων. Έτσι στην κεντρική
Ευρώπη, πριν από 1.000 χρόνια ο δείκτης
αυτός ήταν 75% (μακριές κεφαλές-δολιχοκέφαλος),
ενώ σήμερα είναι 82% (στρογγυλό κεφάλι-βραχυκέφαλος).
Η διαφορά είναι εύκολο να παρατηρηθεί,
γιατί εάν εξετάσουμε δύο κρανία, το
ένα φαίνεται οβάλ, ενώ το άλλο
στρογγυλό. Το φαινόμενο αυτό
ονομάζεται βραχυκεφαλισμός.
«Πολλές εξηγήσεις έχουν δοθεί.
Το 1964, δύο Πολωνοί ερευνητές, ο Bielicki
και ο Welon, ισχυρίστηκαν ότι υπεύθυνη
για το φαινόμενο αυτό είναι η φυσική
επιλογή. Είχαν παρατηρήσει ότι
ανάμεσα στους Πολωνούς κληρωτούς, των
οποίων τα κρανία είχαν μετρήσει τη
δεκαετία του 1920, όσοι είχαν βρεθεί να
είναι βραχυκέφαλοι είχαν περισσότερα
αδέλφια που είχαν φτάσει στην
ωριμότητα απ' ό,τι οι δολιχοκέφαλοι. Η
διαφορά ήταν βέβαια μικρή κι έτσι δεν
μπορεί να εξηγήσει την τάση αυτή που
εμφανίστηκε μέσα στα τελευταία χρόνια
(30 γενιές)».
Ο Henneberg μελέτησε κρανία που
βρέθηκαν στην Πολώνια τα οποία
χρονολογούνται από τον 11ο μέχρι και
τον 13ο αιώνα και διαπίστωσε ότι την
εποχή εκείνη η θνησιμότητα σε ηλικία
που κάποιος ήταν ενήλικος και γόνιμος
ήταν διαφορετική από ό,τι είναι στους
σύγχρονους κληρωτούς: οι βραχυκέφαλοι
πέθαιναν πριν φτάσουν τα 30 χρόνια σε
πολύ μεγαλύτερο αριθμό από ό,τι οι
δολιχοκέφαλοι. Συνεπώς μια μακρά
περίοδος στασιμότητας ή πολύ αργής
αλλαγής στο σχήμα του κρανίου ήταν
αποτέλεσμα μιας δυναμικής ισορροπίας
ανάμεσα σε θνησιμότητα και γονιμότητα.
Προς το τέλος του Μεσαίωνα η διαφορά
στη θνησιμότητα ανηλίκων
εξαφανίστηκε κι έτσι η διαφορά στη
γονιμότητα και την επιβίωση έδωσε
στους βραχυκέφαλους αναπαραγωγικό
πλεονέκτημα. Έτσι ο ρόλος της φυσικής
επιλογής στη μεταβολή του σχήματος
του κρανίου είναι η απάντηση.
Το ότι η γνώση μας πάνω στην
ανθρώπινη εξέλιξη βασίζεται στους
σκελετούς δεν μας επιτρέπει να δούμε
τις αλλαγές που συνέβησαν στα μαλακά
σημεία του σώματος. Απλώς είναι λογικό
να υποθέσουμε ότι τέτοιες αλλαγές
πρέπει να έχουν συμβεί. Μάλιστα κάτι
τέτοιο δείχνουν εξετάσεις που
γίνονται σήμερα.
Η ανθρώπινη ποικιλομορφία δεν
περιορίζεται σε χρώμα, μέγεθος και
σχήμα των διαφόρων μελών του σώματος.
Ποικίλλει επίσης και η ανατομική δομή
μας.
«Έχουμε μελετήσει πολύ καλά
ελλείψεις ορισμένων συγκεκριμένων
μυών και φλεβών, όπως επίσης και
επιπρόσθετους μυς, αρτηρίες και
φλέβες. Πρόσφατα παρατηρήθηκε μια
αύξηση στη συχνότητα ύπαρξης μιας
ειδικής αρτηρίας στο αντιβράχιο. Η
αρτηρία αυτή κανονικά είναι παρούσα
κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του
εμβρύου και εξαφανίζεται μετά το
τέλος της 7ης εβδομάδας εγκυμοσύνης,
για να αντικατασταθεί από δύο άλλες.
Σε μερικά άτομα όμως η αρτηρία αυτή
δεν εξαφανίζεται και παραμένει ως
μεγάλη αρτηρία που εφοδιάζει με αίμα
το δίκτυο αγγείων του χεριού. Επειδή η
παρουσία της δεν προκαλεί κάποιο
πρόβλημα, οι περισσότεροι ενήλικοι
δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ».
Σε μια πρόσφατη μελέτη του Henneberg,
όπου εξετάστηκαν 284 άτομα που
γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1900 και 1991,
διαπιστώθηκε μια αύξηση στο ποσοστό
ατόμων που είχαν την αρτηρία αυτή.
Πράγματι, ενώ σε αυτούς που είχαν
γεννηθεί τα πρώτα 10 χρόνια του αιώνα
μας, το ποσοστό ήταν 14% σε όσους
γεννήθηκαν τη δεκαετία του '80 το
ποσοστό αυτό ξεπερνάει το 45%.
Μια άλλη ανατομική διαφορά
αφορά την πλευρική εσωτερική θωρακική
αρτηρία. Η αρτηρία αυτή, η οποία τρέχει
κατά μήκος του πλευρικού θωρακικού
τοιχώματος, υπάρχει στο 17% των
ανθρώπων. Η ύπαρξη της δεν εξαρτάται
από το φύλο, ούτε από την τυπική
φυλετική ταξινόμηση ενός ατόμου.
Σχετίζεται όμως με το γεωγραφικό
πλάτος. Όσο πιο μακριά από τον
Ισημερινό έχει γεννηθεί ένα άτομο
τόσο υψηλότερη είναι η συχνότητα
ύπαρξης της αρτηρίας αυτής.
Έτσι το ποσοστό είναι 3% για
πληθυσμούς που βρίσκονται κοντά στον
Ισημερινό, ενώ το ποσοστό φτάνει το 25%
γι' αυτούς που γεννήθηκαν σε περιοχές
που βρίσκονται 45 μοίρες πάνω από τον
Ισημερινό. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με
μια προσαρμογή στις διαφορετικές
απαιτήσεις για την κυκλοφορία του
αίματος σε ανθρώπους που γεννιούνται
σε διαφορετικά κλίματα.
Όλες
αυτές οι ποικιλίες στο κυκλοφορικό
σύστημα έχουν έναν κοινό παρονομαστή.
Διατηρούνται ορισμένα
ανατομικά χαρακτηριστικά που
υπάρχουν κατά τη διάρκεια της
εμβρυακής ανάπτυξης, πράγμα που
υποδεικνύει ότι οι συνθήκες ανάπτυξης
του εμβρύου άλλαξαν τα τελευταία 100
χρόνια.
Τον αιώνα που πέρασε, ο έλεγχος
της θνησιμότητας των νεογέννητων
οδήγησε στο να τριπλασιαστεί η
προσδοκία ζωής ενός νεογέννητου και
εξασφάλισε στην πλειονότητα των
νεογέννητων όχι μόνο ότι θα επιζήσουν
μέχρι να φτάσουν στη σεξουαλική
ωρίμανση, αλλά ότι θα ζήσουν όλη την
περίοδο που μπορούν να είναι γόνιμα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κατάσταση
ήταν τελείως διαφορετική μέχρι τις
αρχές του 19ου αιώνα, όπου η προσδοκία
ζωής ενός νεογέννητου ήταν μέχρι τα 25
του και περισσότερο από το 50% πέθαιναν
πριν φτάσουν καν στα 15 τους.
Η πιθανότητα ένα νεογέννητο να
μπορέσει να περάσει τα γονίδιά του
στην επόμενη γενιά είναι σήμερα
μεγαλύτερη από 95%, ενώ πριν από μόλις 150
χρόνια ήταν 30%. Αυτό σημαίνει μεγάλη
χαλάρωση στη δυνατότητα για φυσική
επιλογή μέσω της θνησιμότητας.
Επιπλέον ο προγραμματισμός των
γεννήσεων σήμερα αφαιρεί τη
δυνατότητα για φυσική επιλογή μέσω
της γονιμότητας. Άρα μπορούμε να πούμε
ότι οι ευκαιρίες για την φυσική
επιλογή περιορίστηκαν πολύ.
«Χαλάρωση στην επιλογή σημαίνει
μικρότερη επιλογή για άτομα των
οποίων τα βιολογικά χαρακτηριστικά
αποκλίνουν πολύ από το μέσον όρο κι
έτσι μπορούμε να προβλέψουμε ότι η
ποικιλία ανάμεσα στους ανθρώπινους
πληθυσμούς θα αυξηθεί. Η αύξηση αυτή
θα γίνει μεγαλύτερη λόγω της μεγάλης
κινητικότητας των ανθρώπων, η οποία θα
αυξήσει τη μεταφορά γονιδίων ανάμεσα
στους πληθυσμούς. Ήδη σήμερα είναι
αδύνατο να μιλήσουμε για ένα κοινό
μορφολογικό στερεότυπο του Ευρωπαίου,
ή του Αφρικανού χωρίς να κάνουμε λάθος,
μια και κάποιος με σκούρο δέρμα μπορεί
να έχει γεννηθεί στο Παρίσι ή οι
γονείς ενός κοκκινομάλλη να είναι από
τη Ζιμπάμπουε. Κι αυτό θα εξαφανίσει
οποιαδήποτε εναπομείνασα νομιμότητα,
όσον αφορά τη χρήση της Βιολογίας και
της εξέλιξης από τους ρατσιστές»
ισχυρίζεται ο καθηγητής Henneberg.
«Οι μελλοντικοί άνθρωποι θα
πρέπει να μάθουν να δέχονται το
γεγονός ότι οι συμπατριώτες τους
μπορεί να φαίνονται εντελώς
διαφορετικοί από αυτούς. Θα πρέπει να
εγκαταλείψουμε τα μορφολογικά
κριτήρια για εθνική ταξινόμηση, τα
οποία υπάρχουν ακόμη, επίσημα ή
ανεπίσημα, σε πολλούς πολιτισμούς, και
εμείς οι επιστήμονες θα πρέπει να
πούμε στον κόσμο ότι δεν υπάρχει μία
μόνο στάνταρ μορφή του ανθρώπινου
σώματος κι ότι το να είναι κάποιος
βιολογικά διαφορετικός από τους
άλλους είναι κανονικό. Και θα πρέπει
να δώσουμε εξηγήσεις των ποικιλιών
των δομών, παρά να περιγράφουμε το
μέσον όρο ανατομίας.
Το να προβλέψουμε το μέλλον δεν
είναι ευχάριστο, μιας και πολλές
λεπτομέρειες θα αποδειχτούν λάθος. Κι
είναι λάθος να κάνουμε παρεκτάσεις
τάσεων του παρελθόντος.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο
βασικός μηχανισμός της ανθρώπινης
εξέλιξης είναι ένα σύνολο θετικών,
αυτοενισχυόμενων αλληλεπιδράσεων
ανάμεσα στη βιολογική κληρονομιά μας,
το φυσικό περιβάλλον μας, την
τεχνολογία και την κοινωνική οργάνωσή
μας.
Η αλληλεπίδραση αυτή οδηγεί
στην επέκταση του ελέγχου μας στο
περιβάλλον, αλλά απαιτεί συνεχώς
αυξημένες τεχνολογικές και
κοινωνικές προσπάθειες για να
διατηρήσουμε τη βιολογική ύπαρξή μας,
μερικές από τις οποίες είναι ήδη
παρούσες υπό τη μορφή αυξημένων
αναγκών για εξειδικευμένη ιατρική
βοήθεια, συμπεριλαμβανόμενης της
θεραπείας κληρονομικών ασθενειών
μέσω της Γενετικής».
Καίτοι είμαστε τεχνολογικά
ικανοί να επέμβουμε όχι μόνο στο
περιβάλλον μας, αλλά επίσης και στις
λειτουργίες του σώματός μας, ακόμα και
στη βιολογική μας κληρονομικότητα,
δεν μπορούμε να φανταστούμε τις
μακροχρόνιες συνέπειες των τεχνικών
μας αυτών επιδεξιοτήτων. Η κατανόηση
που έχουμε των πολύπλοκων
αλληλεπιδράσεων που οδήγησαν, κι
ακόμη οδηγούν, την ανθρώπινη εξέλιξη
βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά από το να
είναι καλή.
Όπως και να έχει, όλο αυτό το
σύστημα των αλληλεπιδράσεων που ήταν
η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης
εξέλιξης θα συνεχίσει να το κάνει με
επιτυχία, ενώ τα βιολογικά
χαρακτηριστικά μας θα πρέπει να
προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες.
Και η προσαρμογή αυτή πιθανά να
συνίσταται σε περαιτέρω περιορισμούς
των βιολογικών χαρακτηριστικών του
σώματος, συμπεριλαμβανομένου του
εγκεφάλου, καθώς θα αντικαθίσταται
από τεχνολογικά επιτεύγματα.
Κι αυτό δεν θα μας
κάνει λιγότερο ανθρώπους, αλλά
μάλλον θα σβήσει ακόμη περισσότερο
τη διαφορά ανάμεσα στα στοιχεία του
συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε,
δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στο σώμα,
την τεχνολογία, την κοινωνική
οργάνωση και το φυσικό περιβάλλον
μας».
Συνέχεια
|