|
ΑΔΕΛΑΪΔΑ-ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Του
MACIEJ HENNEBERG*
Ένας από τους πιο σημαντικούς
στόχους της επιστήμης είναι η
καλύτερη κατανόηση του κόσμου γύρω
μας, που θα μας επιτρέψει να κάνουμε
προβλέψεις για διάφορα φαινόμενα και
να τις χρησιμοποιήσουμε προς όφελός
μας. Η πρόβλεψη καιρού είναι ένα
παράδειγμα. Κι ένα άλλο είναι η
πρόβλεψη ότι εάν βάλετε βενζίνη στη
μηχανή του αυτοκινήτου σας, τότε αυτή
θα παραγάγει δύναμη ώστε να κινηθούν
οι τροχοί. Η επιστήμη που έκανε την
πρώτη πρόβλεψη ονομάζεται
Μετεωρολογία. Η άλλη ονομάζεται
Φυσική. Η Εξελικτική Βιολογία, καίτοι
έχει προχωρήσει πολύ, δεν μπορεί ακόμη
να κάνει προβλέψεις που να έχουν την
ίδια ακρίβεια με τη Φυσική. Η αιτία
είναι ότι τα βιολογικά φαινόμενα
είναι πάρα πολύ πολύπλοκα και η
κατανόηση που έχουμε για τα φαινόμενα
αυτά δεν είναι ακόμη τέλεια.
Στο πεδίο της Βιολογίας του
ανθρώπου, οι παλαιοντολόγοι, αυτοί που
μελετούν το εξελικτικό παρελθόν του
ανθρώπου, δεν μπορούν ακόμη να
συμφωνήσουν ούτε στο πόσα είδη
προγόνων μας υπήρξαν, για να μη
μιλήσουμε για την ακριβή πορεία της
εξέλιξής μας. Στις ιατρικές επιστήμες,
που αναπτύχθηκαν πολύ τα τελευταία 100
χρόνια, είμαστε ακόμη ανίκανοι να
βρούμε, σε σύντομο διάστημα,
αποτελεσματικές θεραπείες για τις
νέες ασθένειες που εμφανίζονται. Η
αποτυχία στην καταπολέμηση του AIDS
είναι το πιο ζωντανό παράδειγμα.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε
να διατυπώσουμε καμία πρόβλεψη για το
μέλλον της τύχης του ανθρώπινου
είδους; Όχι ακριβώς. Όμως,
διατυπώνοντας τέτοιες προβλέψεις
πρέπει να έχουμε συνείδηση των
περιορισμών που έχουμε. Επιπλέον
πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όλα τα
γνωστά δεδομένα και να τα
ενσωματώσουμε, έτσι ώστε να αυξήσουμε
την πιθανότητα για μια σωστή πρόβλεψη.
Εάν βασιστούμε μόνο στη γνώση
που μας παρέχουν οι
παλαιοανθρωπολόγοι δεν θα πάμε μακριά.
Θα χρησιμοποιήσω μόνο ένα παράδειγμα,
το μέγεθος του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Μελέτες παλαιοανθρωπολόγων που
βασίστηκαν στην ανακατασκευή
τμημάτων κρανίων -από περισσότερα από
200 δείγματα πρώτων ανθρώπων που
καλύπτουν το χρονικό διάστημα των
τελευταίων 3 εκατομμυρίων ετών-
δείχνουν μια πελώρια αύξηση στο
μέγεθος του εγκεφάλου από περίπου 450
κυβικά εκατοστά σε 1.350 κυβικά εκατοστά.
Πρόκειται για τριπλασιασμό του
μεγέθους!
Όμως πιο λεπτομερείς μελέτες
του μεγέθους του εγκεφάλου -από
περίπου 14.000 δείγματα που καλύπτουν τα
τελευταία 5.000 χρόνια- δείχνουν 10%
μείωση του μεγέθους του ανθρώπινου
εγκεφάλου (δηλαδή περίπου 100-150 κυβικά
εκατοστά).
Κατά τη διάρκεια της χρονικής
περιόδου στην οποία αναπτύχθηκαν οι
μεγάλοι πολιτισμοί της Αιγύπτου, της
Κίνας, της Ινδίας, της Ελλάδας, της
Ρώμης και των Ίνκας, ο εγκέφαλος των
ανθρώπων μίκρυνε!
Αυτό φαίνεται, σε πρώτη
προσέγγιση, παράδοξο. Εξηγείται όμως
όταν εξετάσουμε το μηχανισμό της
ανθρώπινης εξέλιξης και δεν
περιοριστούμε σε μεμονωμένα γεγονότα.
Ο μηχανισμός που βρίσκεται πίσω από
την αύξηση του μεγέθους του
ανθρώπινου εγκεφάλου κατά τη διάρκεια
εκατομμυρίων ετών και τη μείωσή του
μέσα σε μερικές χιλιάδες χρόνια, είναι
ο ίδιος. Ο μηχανισμός αυτός είναι ένα
σύνολο σχέσεων feedback (ανάδρασης,
αλληλοεπίδρασης) ανάμεσα σε ανθρώπινα
βιολογικά χαρακτηριστικά, στο φυσικό
περιβάλλον και τις τεχνολογικές και
κοινωνικές προσαρμογές.
Πρώτος τις περιέγραψε ο Πολωνός
ανθρωπολόγος Tadeusz Bielicki, στη δεκαετία
του '60, και η θεωρία του αυτή
υποστηρίχτηκε από έρευνες ενός
μεγάλου αριθμού άλλων ανθρωπολόγων.
Σε αντίθεση με τους
περισσότερους feedback μηχανισμούς, όπως
το cruise control (αυτόματος ρυθμιστής
ταχύτητας) ενός αυτοκινήτου ή ο
αυτόματος πιλότος ενός αεροπλάνου, το
σύστημα feedback στην ανθρώπινη εξέλιξη
είναι αυτοενισχυόμενης φύσης (self-amplifying).
Δηλαδή, εάν ένα στοιχείο αυτού του
feedback αρχίσει να απομακρύνεται από το
σημείο ισορροπίας, τα άλλα στοιχεία
αντί να το υποχρεώσουν να επιστρέψει
στην προηγούμενη καλώς ισορροπημένη
κατάστασή του, αλλάζουν με τέτοιο
τρόπο που απαιτεί μεγαλύτερη ανάπτυξη
του αρχικού στοιχείου, δηλαδή αυτό να
απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από
την αρχική κατάστασή του.
Εάν ο μηχανισμός αυτός
λειτουργούσε στο cruise control ενός
αυτοκινήτου, κάθε αύξηση στην
ταχύτητα, αντί να προκαλεί αυτόματη
διακοπή της παροχής βενζίνης στη
μηχανή, θα αύξανε τον εφοδιασμό με
βενζίνη, με αποτέλεσμα να αυξηθεί
ακόμη περισσότερο η ταχύτητα. Και η
αυξημένη ταχύτητα θα απαιτούσε, με τη
σειρά της ακόμη πιο πολλή βενζίνη και
έτσι μεγαλύτερη επιτάχυνση κ.ο.κ.,
μέχρι την αναπόφευκτη σύγκρουση.
Τέτοιου είδους θετικό
αυτοενισχυόμενο feedback προκαλεί διπλά
εκθετικές αλλαγές: Η εκθετική εξίσωση
που περιγράφει την αύξηση, αυξάνει η
ίδια εκθετικά. Ένα απλό παράδειγμα
είναι η πρόσφατη αύξηση του πληθυσμού
της Γης.
Γενικά η ταχύτητα αλλαγών στην
ανθρώπινη εξέλιξη αυξάνει.
Απαιτήθηκαν πολλά εκατομμύρια χρόνια
για να ανακαλύψουμε πώς θα
κατασκευάζουμε απλά λίθινα εργαλεία
που να μπορούν να κόβουν τα σκληρά
δέρματα ζώων και το φρέσκο κρέας.
Τέτοιου είδους εργαλεία εμφανίστηκαν
πριν από περίπου 2,5 εκατομμύρια χρόνια,
ενώ οι πιο παλιοί πρόγονοι του
ανθρώπου είναι γνωστό ότι έζησαν εδώ
και περισσότερα από 5 εκατομμύρια
χρόνια. Χρειάστηκε μόνο ακόμη ένα
εκατομμύριο χρόνια, ώστε οι άνθρωποι
να τελειοποιήσουν την παραγωγή
λίθινων αντικειμένων και να φτάσουν
σε μια ολόκληρη σειρά μεγάλης
ακρίβειας χειροποίητα εργαλεία, και
να αρχίσουν να χρησιμοποιούν την
φωτιά.
Και 500 χιλιάδες χρόνια αργότερα
έμαθαν πώς να διασχίζουν βαθιές
θάλασσες. Πριν από περίπου 800.000 χρόνια
έχουμε απόδειξη ανθρώπινης
εγκατάστασης στο νησί της Ινδονησίας
Flores, που χωριζόταν πάντα από την
υπόλοιπη Ινδονησία με μια πολύ βαθιά
θάλασσα. Και ούτω καθεξής. Μάθαμε πώς
να επεξεργαζόμαστε τα μέταλλα μόνο
πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, όμως
χρειαστήκαμε μόνο περίπου 100 χρόνια
για να περάσουμε από την ατμομηχανή
στη μηχανή εσωτερικής καύσης, και λίγο
παραπάνω από 50 χρόνια από την πρώτη
πτήση αεροπλάνου στην εκτόξευση των
πρώτων αντικειμένων στο Διάστημα.
Πώς λοιπόν συνέβη ο εγκέφαλός
μας να άρχισε να μειώνεται σε μέγεθος
περίπου την ίδια στιγμή που αρχίσαμε
να αναπτύσσουμε τη γεωργία (περίπου
πριν από 10.000 χρόνια). Πρέπει να λάβουμε
υπόψη μας δύο γεγονότα. Το πρώτο είναι
απλό. Στους ανθρώπους το μέγεθος του
εγκεφάλου δεν έχει τίποτα να κάνει με
την ευφυΐα, όσο αυτό παραμένει μέσα
στα κανονικά όρια, δηλαδή από περίπου
850 κυβικά εκατοστά μέχρι 2.000 κυβικά
εκατοστά. Είναι η χημεία του εγκεφάλου
που μας κάνει περισσότερο ή λιγότερο
ευφυείς και όχι το μέγεθος του οργάνου
αυτού της σκέψης. Δεύτερον, το μέγεθος
του εγκεφάλου σχετίζεται παρά πολύ με
το μέγεθος του σώματος, ιδιαίτερα με
το βάρος των ενεργών ιστών, δηλαδή
κυρίως τους μυς. Οι μύες καθοδηγούνται
από τα νεύρα και τα νεύρα δέχονται τις
εντολές από τον εγκεφαλικό φλοιό. Έτσι,
όσο περισσότεροι μύες πρέπει να
καθοδηγηθούν τόσο περισσότερος
εγκεφαλικός φλοιός πρέπει να υπάρχει
στο κεφάλι.
Πριν από τον ερχομό της γεωργίας
και την εξημέρωση ζώων, οι άνθρωποι
έβρισκαν την τροφή τους κι ό,τι άλλο
είχαν ανάγκη κυνηγώντας και
συλλέγοντας, πράγμα που απαιτούσε
νομαδικό τρόπο ζωής και πολύ μεγάλη
φυσική δύναμη. Έτσι είχαν πολλούς μυς
και μεγαλύτερο εγκέφαλο. Με το που
ανακάλυψαν πώς να παράγουν την τροφή
τους, προέκυψε ως τρόπος ζωής η μόνιμη
εγκατάσταση, περισσότερο πολύπλοκη
κοινωνική οργάνωση με μεγαλύτερες
κοινότητες και λιγότερη έμφαση στη
φυσική δύναμη. Μάλιστα μπορεί κάποιος
να υποθέσει ότι σε κοινωνίες όπου
περιστασιακές αποτυχημένες σοδειές
προκαλούσαν περιοδικά πείνα, το
μικρότερο μέγεθος του σώματος ήταν
πλεονέκτημα. Μικρότερο σώμα
χρειάζεται λιγότερες θερμίδες για να
επιζήσει.
Με τον έναν τρόπο ή τον άλλο από
τη Νεολιθική εποχή (η πρώτη περίοδος
κατά τη διάρκεια της οποίας οι
άνθρωποι χρησιμοποίησαν τη γεωργία),
τόσο το μέγεθος του εγκεφάλου όσο και
το μέγεθος του σώματος άρχισαν να
μειώνονται μέχρι την τελευταία
περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης,
όπου δημιουργήθηκαν καλύτερες
συνθήκες ζωής, δηλαδή πριν από περίπου
100 με 150 χρόνια.
Από τότε και μετά υπήρξε κάποια
αύξηση τόσο στο μέγεθος του σώματος
όσο και του εγκεφάλου, καίτοι το
ποσοστό της αύξησης αυτής ποικίλλει
ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Ήταν το
ίδιο σύνολο σχέσεων feedback ανάμεσα στο
σώμα, την τεχνολογία, την κοινωνική
οργάνωση και το φυσικό περιβάλλον, που
πρώτα προκάλεσε μια αύξηση στο
μέγεθος του σώματος, ώστε οι άνθρωποι
να κυνηγούν καλύτερα, και στη συνέχεια
μια μείωση, ώστε να προσαρμοστούν
καλύτερα στο γεωργικό τρόπο ζωής και
μόνιμης εγκατάστασης.
Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει
καθαρά ότι αλλαγές στα ανθρώπινα
βιολογικά χαρακτηριστικά μπορούν να
γίνουν κατανοητές μόνον όταν λάβουμε
υπόψη μας την τεχνολογική πρόοδο και
τις αλλαγές στις κοινωνικές δομές.
Έχουμε τοποθετήσει την
τεχνολογία και την κοινωνική οργάνωση,
ανάμεσα σε μας και το φυσικό
περιβάλλον. Έτσι το ανθρώπινο σώμα δεν
προσαρμόζεται σε αυτό το ίδιο το
φυσικό περιβάλλον, αλλά στην
τεχνολογία και στον πολιτισμό, καθώς
αυτά έγιναν φίλτρα μέσω των οποίων
περνούν οι περιβαλλοντικές
επιδράσεις πριν επιδράσουν πάνω στα
βιολογικά χαρακτηριστικά μας. Έχουμε
προσαρμοστεί, όσον αφορά τη βιολογική
δομή μας και λειτουργία, σε όλα τα άλλα
στοιχεία του συστήματος feedback, δηλαδή
την τεχνολογία, την κοινωνική
οργάνωση και το φυσικό περιβάλλον. Όλα
αυτά τα στοιχεία αλληλοσυνδέονται και
επιδρούν στο σώμα μας.
Για να αρχίσουμε να
διατυπώνουμε προβλέψεις για το μέλλον
μας, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε το
πρόσφατο παρελθόν και το παρόν. Κατά
τη διάρκεια του πρόσφατου παρελθόντος
μάθαμε πώς να προστατεύουμε το
ανθρώπινο σώμα ενάντια στις επιθέσεις
πολλών παθογόνων. Αναπτύξαμε
αποτελεσματικές μεθόδους ελέγχου της
ανθρώπινης γονιμότητας, τόσο για να
την περιορίσουμε (αντισύλληψη,
έκτρωση) όσο και για να την αυξήσουμε (τεχνητή
γονιμοποίηση). Αναπτύξαμε μεθόδους
μικροχειρουργικής που μας επιτρέπουν
να διορθώσουμε γενετικές ανωμαλίες
και αρχίσαμε να αναπτύσσουμε τεχνικές
γενετικής που θα μας επιτρέψουν να
διορθώσουμε τη λειτουργία της
γενετικής μηχανής στο εσωτερικό των
κυττάρων του σώματος. Αναπτύξαμε
τεχνολογίες μεταφοράς και
επικοινωνίας, σε τόσο μεγάλη έκταση,
που δημιουργήθηκε ένα παγκόσμιο χωριό.
Τέλος, φτιάξαμε πολύ σοφιστικέ
πολιτικά συστήματα τα οποία, εκτός από
μερικές οδυνηρές εξαιρέσεις, μας
επιτρέπουν να διατηρήσουμε ειρήνη
στις κοινωνίες μας και να παρέχουμε
στην πλειονότητα των ατόμων το
δικαίωμα να ελέγχουν την ζωή τους.
Σεξουαλικές και φυλετικές
διακρίσεις διατηρούνται ακόμη μαζί με
τον εθνικό σοβινισμό, αλλά
τουλάχιστον ο περισσότερος κόσμος
συμφωνεί ότι αυτά τα φαινόμενα είναι
ανεπιθύμητα και νομικά λάθος.
Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των
προόδων, παραμελήσαμε να ασχοληθούμε
με τη φύση, τόσο στη μακροκλίμακα των
μεγάλων οικοσυστημάτων, όσο και στη
μικροκλίμακα των ιών και βακτηρίων.
Παραμελήσαμε επίσης την ποικιλία των
ανθρώπινων πολιτισμών και γλωσσών,
που αποτελεί ένα πελώριο απόθεμα
πνευματικού δυναμικού. Κι αυτή είναι η
πιο σύντομη περιγραφή τού πού
βρισκόμαστε σήμερα.
Τι θα συμβεί στο μέλλον;
Σημερινές διαφορές στα ποσοστά
φυσικής αύξησης ανάμεσα σε πληθυσμούς
διαφόρων εθνών θα αλλάξουν το μέσο όρο
φυσικών χαρακτηριστικών της
ανθρωπότητας. Εξαιτίας της κυριαρχίας
του δυτικού πολιτισμού, όπως τον
αποκαλούμε, βλέπουμε ακόμη το μέσο
ανθρώπινο ον ως ένα «λευκό» αρσενικό.
Αυτό σίγουρα δεν πρόκειται να συμβεί
στο μέλλον. Η πιο κοινή μορφή
ανθρώπινου όντος θα είναι η θηλυκή
μορφή, με μάλλον σκούρο δέρμα και
καστανά μάτια. Αυτό δεν σημαίνει ότι
οι άλλες μορφές θα εξαφανιστούν.
Αντιθέτως, η ιατρική έχει
εξαλείψει τις περισσότερες αιτίες της
πρόωρης θνησιμότητας (μωρών, παιδιών
και νεαρών ενηλίκων), σταθεροποιώντας
τη φυσική επιλογή, η οποία θα γίνει
πολύ πιο χαλαρή στο μέλλον. Αυτό θα
προκαλέσει μια αύξηση στην ποικιλία
των φυσικών χαρακτηριστικών του
ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου του
χρώματος του δέρματος, του χρώματος
των ματιών και των μαλλιών, της μορφής
των μαλλιών και του μεγέθους και
σχήματος του σώματος.
Τα ταξίδια, που γίνονται όλο και
πιο εύκολα, θα προκαλέσουν ακόμη
μεγαλύτερη ανάμιξη ανθρώπων από
διάφορους πληθυσμούς. Έτσι κάθε ένας
από μας, στην πόλη μας ή στη χώρα μας,
θα συναντά ανθρώπους που δεν θα
μοιάζουν με τα μέλη της οικογένειάς
μας ή με τα μέλη του έθνους μας των
προηγούμενων γενεών. Όμως πολιτιστικά
θα είναι το ίδιο συμπατριώτες μας με
οποιονδήποτε άλλον. Ήδη σήμερα
συναντάμε λευκούς στο δέρμα,
κοκκινομάλληδες ανθρώπους που έχουν
γονείς και παππούδες γεννημένους στην
Αφρική και που κι οι ίδιοι γεννήθηκαν
στη «μαύρη ήπειρο», ενώ υπάρχουν
πολλοί Γερμανοί με σκούρο δέρμα.
Αυτή η διαδικασία της
ενσωμάτωσης του παγκόσμιου πληθυσμού
και της αύξησης της βιολογικής
διαφοροποίησης στους τοπικούς
πληθυσμούς θα συνεχιστεί. Ένα
περίεργο προϊόν αυτής της διαδικασίας
θα είναι η αύξηση της διαφοροποίησης
της εσωτερικής ανατομίας του
ανθρώπινου σώματος, η οποία θα
δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στους
χειρουργούς. Καίτοι τα συγγράμματα
Ανατομίας μάς διδάσκουν ότι κάθε
νεφρό συνδέεται με το κυκλοφορικό
σύστημα του σώματος μέσω μίας
αρτηρίας και μίας φλέβας, σήμερα πάνω
από το ένα τέταρτο του ανθρώπινου
πληθυσμού έχει είτε δύο νεφρικές
αρτηρίες ή δύο φλέβες. Αυτό έχει
αποτέλεσμα να δημιουργούνται
προβλήματα συμβατότητας ανάμεσα σε
δότη και αποδέκτη νεφρού κατά τη
διάρκεια της μεταμόσχευσης. Πολλοί
άνθρωποι έχουν δύο κύριες αρτηρίες
στο αντιβράχιο, ενώ ορισμένοι άλλοι (σε
μερικές χώρες μέχρι και το 30%) έχουν
τρεις.
Κάποιοι μπορεί να ισχυριστούν
ότι αυτή η διαδικασία αύξησης της
βιολογικής διαφοροποίησης του
ανθρώπου μπορεί να αντιμετωπιστεί με
τη Γενετική.
Θεωρητικά αυτό είναι δυνατό,
όμως δεν πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα
συμβεί στο εγγύς μέλλον. Κι αυτό απλώς
γιατί η γνώση μας δεν είναι πλήρης, ενώ
τέτοιου είδους διαδικασίες είναι
πολύπλοκες, πολυδάπανες και
αναξιόπιστες. Καίτοι στις αρχές αυτού
του χρόνου οι επιστήμονες
προανήγγειλαν το τέλος της
αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου
γονιδιώματος, συνεχίζουμε να
γνωρίζουμε μόνο την ακολουθία των
νουκλεοτιδίων (οι βασικοί θεμελιώδεις
λίθοι του DNA) σε ένα μόνο ανθρώπινο
γονιδίωμα (τι συμβαίνει με την
ποικιλία;) και επιπλέον δεν έχουμε
ιδέα τι κάνουν τα διάφορα μέρη αυτής
της ακολουθίας. Είναι σαν να έχουμε
μπροστά μας ένα βιβλίο τυπωμένο σε
ξένη γλώσσα, για το οποίο γνωρίζουμε
μόνο το 20% των λέξεων. Βρισκόμενος σε
αυτή τη θέση κανένας λογικός άνθρωπος
δεν θα ισχυριστεί ότι κατανοεί όλη τη
λογοτεχνία που έχει δημοσιευτεί σε
αυτή την γλώσσα, ούτε ότι γνωρίζει
πραγματικά το περιεχόμενο αυτού του
συγκεκριμένου βιβλίου.
Σίγουρα θα είμαστε ικανοί να
επεμβαίνουμε σε όλα τα γονίδιά μας
προς όφελός μας, όμως απαιτείται πολλή
ακόμη δουλειά πριν αυτό γίνει δυνατό.
Σήμερα έχουμε σχεδόν πλήρη
έλεγχο της γονιμότητας. Οι γονείς
μπορούν όχι μόνο να διαλέξουν πότε
θέλουν να αποκτήσουν παιδί και πότε
όχι, αλλά μπορούν επίσης να επιλέξουν
το φύλο του απογόνου τους. Αυτοί που
δεν μπορούν να κάνουν παιδί (βιολογικά
ανίκανοι να αποκτήσουν παιδιά)
μπορούν ακόμη να αποκτήσουν μωρά μέσω
μιας ποικιλίας τεχνητής αναπαραγωγής.
Εάν τα πλήρη γονιδιώματα των στείρων
γονιών χρησιμοποιηθούν από αυτές τις
τεχνικές για την παραγωγή μωρών, τότε
υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα παιδιά
να κληρονομήσουν τη στειρότητα. Ο
μόνος τρόπος για να είναι ικανά να
αποκτήσουν τα δικά τους μωρά θα είναι
πάλι μέσω τεχνητής αναπαραγωγής. Έτσι
βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την
πιθανότητα ο αριθμός των μη γόνιμων
ανθρώπων να αυξηθεί στο μέλλον και
σίγουρα οι άνθρωποι αυτοί θα είναι
ικανοί για αναπαραγωγή μόνο με
ιατρική βοήθεια. Βέβαια είναι αλήθεια
ότι υπάρχει μια πληθώρα κόσμου στις
αναπτυγμένες χώρες ο οποίος ακόμη δεν
έχει καν πρόσβαση στις απλές
αποτελεσματικές μεθόδους ελέγχου
γεννήσεων, για να μη μιλήσουμε για την
τεχνητή γονιμοποίηση. Όμως αυτό έχει
σχέση με την οικονομία και την
πολιτική, κι όχι με την βιολογία και
την τεχνολογία.
Παρά την μεγάλη πρόοδο στη
Νευροβιολογία, γνωρίζουμε πολύ λίγα
πάνω στο πώς δουλεύει ο εγκέφαλός μας
και η σχέση ανάμεσα στον εγκέφαλο και
το νου παραμένει ακόμη θολή. Έτσι,
φοβάμαι ότι αποτέλεσμα -υποπροϊόν των
διαφόρων ιατρικών και τεχνολογικών
προόδων- θα είναι ότι οι εγκέφαλοι
πολλών ανθρώπων στο μέλλον θα είναι
πολύ λιγότερο από άριστοι.
Η τεχνολογία άλλαξε τη ζωή μας,
όσον αφορά τις φυσικές απαιτήσεις των
σωμάτων μας. Δεν απαιτείται πια μυϊκή
δύναμη, παρ' ότι συνεχίζουμε να έχουμε
όρεξη. Έτσι όλο και περισσότεροι
άνθρωποι γίνονται υπέρβαροι από την
νεανική ηλικία. Στις πολύ
αναπτυγμένες χώρες η τροφή είναι
σχετικά φθηνή, όμως η γνώση σχετικά με
τη διατροφή δεν είναι διαδεδομένη. Οι
εκκλήσεις για δίαιτα και τεχνητή
φυσική άσκηση δεν έφεραν μεγάλα
αποτελέσματα, ενώ η οικονομία της
ελεύθερης αγοράς προωθεί την πώληση
junk food. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής μάς
φέρνει πίσω σε επίπεδα και μορφές
φυσικής προσπάθειας των κυνηγών-προγόνων
μας και στη διατροφή τους με μεγάλες
ποσότητες κρέατος, ψαριών και φρούτων,
που ήταν αναγκαία, αλλά δυστυχώς, αυτό
δεν είναι αρεστό στην παγκόσμια
οικονομία. Το πιο πιθανό είναι ότι οι
πωλήσεις διαφόρων θαυματουργών «διαιτητικών
προϊόντων» και οι εγγραφές στα
γυμναστήρια θα αυξηθούν, ενώ μεγάλος
αριθμός ανθρώπων θα παλεύει ενάντια
στην όλο και αυξανόμενη περιφέρεια
της μέσης και τα επίπεδα σακχάρου στο
αίμα.
Είναι κοινό πιστεύω ότι η
βελτίωση της διατροφής μάς κάνει να
είμαστε πιο ψηλοί. Καίτοι αυτό εν
μέρει αληθεύει (η βελτίωση διατροφής
μπορεί να αυξήσει το ύψος 6 με 7
εκατοστά, δηλαδή περίπου 3%), η αύξηση
του ανθρώπινου αναστήματος δεν μπορεί
να συνεχιστεί επ' άπειρον. Ακόμα κι αν
αλλάξουμε τη γενετική κληρονομιά μας,
ώστε να δημιουργούμε πολύ ψηλούς
ανθρώπους, επειδή οι μηχανικές
απαιτήσεις των ιστών πολύ μεγάλων
σωμάτων είναι διαφορετικές από αυτές
σωμάτων μετρίου μεγέθους, αυτό μας
οδηγεί στο φαινόμενο της αλλομετρίας,
δηλαδή αλλαγή στο μέγεθος απαιτεί
αλλαγή στο σχήμα του σώματος.
Η αύξηση του μήκους μυών και
οστών απαιτεί δυσανάλογη αύξηση του
πάχους των οστών. Άρα ψηλά άτομα θα
πρέπει να έχουν πιο μεγάλα οστά και
δυσανάλογα περισσότερους μυς ώστε να
μπορούν να κινούν αυτά τα ασυνήθιστα
χοντρά κόκαλα. Δεν εννοώ να
προσθέσουμε 10 εκατοστά στο σημερινό
ύψος, αλλά τα όσα αναφέρω είναι για να
διπλασιαστεί το ύψος. Άρα μπορούμε να
προβλέψουμε ότι μερικές μικρές
αυξήσεις στο ανθρώπινο ανάστημα
μπορεί να συμβούν στο μέλλον, αλλά δεν
θα υπάρξει μεγάλη αλλαγή.
Τέλος, όλες οι δυνατές
εξελικτικές αλλαγές στα ανθρώπινα
βιολογικά χαρακτηριστικά θα
εξαρτώνται από την εξέλιξη του
πολιτισμού, δηλαδή της τεχνολογίας
και της κοινωνικής οργάνωσης. Η
χρηματοδότηση για επιστημονική
πρόοδο μπορεί να αλλάξει, μερικές
διαδικασίες της Γενετικής μπορεί να
γίνουν παράνομες ή να περιοριστούν
από ειδικούς νόμους, η οικονομία
μπορεί να αποτρέψει την εξάπλωση της
εφαρμογής της ιατρικής γνώσης, η φτωχή
εκπαίδευση να μην επιτρέψει στον
κόσμο να κάνει σωστές επιλογές της
κατάλληλης θεραπείας από όσες
υπάρχουν.
Υπάρχει ένας άλλος κίνδυνος. Η
συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση της
οικονομίας της ελεύθερης αγοράς
μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του
επιπέδου γενικής εκπαίδευσης,
επιθετική διαφήμιση μη υγιεινών
προϊόντων ή τρόπου ζωής και περαιτέρω
απορρύθμισης αυτού που απέμεινε από
το «φυσικό περιβάλλον». Η πρόοδος της
ανθρώπινης γνώσης που τόσο καλά
εξυπηρετήθηκε τις τελευταίες
δεκαετίες από την οικονομία αγοράς
στις δημοκρατικές κοινωνίες, μπορεί
να επιβραδυνθεί κάτω από την πίεση
δυνάμεων αγοράς και τάσεων της
παγκόσμιας οικονομίας.
Η γενική εκπαίδευση είναι η μόνη
εγγύηση ελευθερίας σε μια δημοκρατική
κοινωνία, επειδή οι πολίτες πρέπει να
είναι ικανοί να σκεφτούν για τους
εαυτούς τους παρά να ξεγελιούνται από
τους πολιτικούς. Υγιής οικονομική
ανάπτυξη είναι δυνατή μόνον όταν οι
αγοραστές είναι καλά πληροφορημένοι
και κάνουν τις επιλογές των προϊόντων
με στόχο την ανάγκη να κάνουν υγιεινή
και δημιουργική ζωή. Η μεγάλη εξάπλωση
του εμπορίου «παράνομων» φαρμάκων
είναι ένα ισχυρό αντιπαράδειγμα.
Το μέλλον της εξέλιξης του
ανθρώπου θα επηρεαστεί σημαντικά από
τη γενική εκπαίδευση. Θεωρητικά
μπορούμε να πούμε ότι ο τρόπος με τον
οποίο δρα η εξέλιξη άλλαξε από δύναμη
φυσικής επιλογής, που διαμόρφωνε τα
αποθέματα γονιδίων (βιολογική
πληροφορία), σε δυνάμεις
κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης που
διαμορφώνουν διανοητική πληροφορία.
Είμαστε ως ένα μεγάλο βαθμό ικανοί να
ελέγξουμε τη βιολογία του σώματός μας.
Κατά πόσο θα είμαστε ικανοί να
χρησιμοποιήσουμε καλά και να
αναπτύξουμε αυτές τις ικανότητες,
εξαρτάται από την αλληλεπίδραση
τεχνολογίας και κοινωνικής οργάνωσης.
Η αλληλεπίδραση αυτή παράγει
οικονομία, ενώ τροφοδοτείται από την
κουλτούρα.
*Ο MACIEJ HENNEBERG, είναι επικεφαλής του
Τμήματος Anatomical Sciences της Ιατρικής
Σχολής του Πανεπιστημίου της
Αδελαΐδας, Αυστραλία, αντιπρόεδρος
της Australasian Society for Human Biology και
διευθυντής του επιστημονικού
περιοδικού Journal of Comparative Human Biology, Homo.
Συνέχεια
|