|
"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ" Επιστήμη |
||||||
|
O Aινστάϊν
|
Ο διανοούμενος Einstein
Την εποχή που ο Einstein δούλευε στο γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Βέρνη, οι αρχές της μηχανικής δεν άντεχαν σοβαρά στην αναλυτική κριτική του Αυστριακού Ernst Mach (1836-1916), ο Η. Α. Lorentz είχε εισαγάγει την έννοια της κατά μήκος συστολής των αντικειμένων που κινούνται και της τοπικής μεταβολής του χρόνου και ο Αμερικανός Albert Michelson (1852-1931 ) είχε αποδείξει πειραματικά τη σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός, ακόμη και για κινούμενο παρατηρητή. Τέλος ο Planck είχε δεχθεί ότι η ενέργεια της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας πρέπει να εκπέμπεται κατά ασυνεχή ποσά (τα γνωστά κβάντα). Η προσοχή του Einstein συγκεντρώθηκε αρχικά στη δομή του ατόμου, στη στατιστική ερμηνεία της θερμοδυναμικής και στην κβαντική υπόθεση του Planck. Στις αρχές του 1905 ο Einstein δημοσίευσε στο σοβαρό μηνιαίο γερμανικό περιοδικό «Annalen der Physik» μια διατριβή με τίτλο: "'Ένας νέος προσδιορισμός των μοριακών διαστάσεων", με την οποία απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Αλλά τέσσερα ακόμη σπουδαία άρθρα δημοσιεύθηκαν στο ίδιο περιοδικό, την ίδια εποχή: Στο πρώτο από τα άρθρα αυτά με τον τίτλο "Μελέτη της κινήσεως μικρών σωματιδίων αιωρούμενων μέσα σε ακίνητο υγρό, σύμφωνα με τη μοριακή κινητική θεωρία της επαγωγής", έδωσε μια θεωρητική εξήγηση της κινήσεως Brown, δηλαδή της τυχαίας κίνησης σωματίων εντός υγρού. Έτσι πείθει και τους πλέον δύσπιστους ότι τα άτομα υπάρχουν. Στο δεύτερο άρθρο, "Μια ευρηματική θεώρηση που αφορά στην παραγωγή και τις μεταμορφώσεις του φωτός", ο Einstein έθεσε το αξίωμα ότι το φως αποτελείται από μεμονωμένα ποσά ενέργειας (quantum, που αργότερα ονομάστηκαν φωτόνια) τα οποία, εκτός από την κυματική συμπεριφορά, δίνουν στο φως ορισμένες ιδιότητες χαρακτηριστικές των σωματίων, Έτσι με μια προσπάθεια πέτυχε δύο στόχους. Επανάσταση στη θεωρία του φωτός και εξήγηση, εκτός των άλλων, της εκπομπής ηλεκτρονίων από ορισμένα στερεά, όταν σε αυτά προσπίπτει φως (το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο), εργασία για την οποία του απονεμήθηκε το 1921 το βραβείο Νόμπελ. Ο Albert Einstein με τις δύο επόμενες θεωρίες για την σχετικότητα, πρόσφερε στην ανθρωπότητα μια νέα θεώρηση του σύμπαντος.
Το αξίωμα της σταθερότητας της ταχύτητας του φωτός, φαίνεται να παραβιάζει την κοινή λογική, που την εξέφρασε ο Γαλιλαίος, πως η ταχύτητα του φωτός που εκπέμπεται από ένα κινούμενο διαστημόπλοιο κατά τη φορά της κινήσεώς του, ισούται προς την ταχύτητά του συν την ταχύτητα του σκάφους. Το πόσο ακριβώς επηρεάστηκε η ειδική θεωρία της σχετικότητας του Einstein από τη δουλειά που είχαν κάνει άλλοι φυσικοί εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να συζητείται. Η κεντρική ιδέα της θεωρίας ήταν ότι. αν για όλα τα συστήματα αναφοράς η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή και αν όλοι οι φυσικοί νόμοι είναι ίδιοι, τότε τόσο ο χρόνος όσο και η απόσταση μεταξύ δύο γεγονότων, εξαρτώνται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο μετρούνται (η τιμή τους δηλαδή σχετίζεται προς τον εκάστοτε παρατηρητή). Πόρισμα της προαναφερθείσας εργασίας, είναι η τέταρτη μελέτη του με τίτλο "Η αδράνεια ενός σώματος εξαρτάται από την ενέργειά του;" . Η μαθηματική αυτή υποσημείωση στην ειδική θεωρία της σχετικότητας θεμελίωσε την ισοδυναμία μάζας και ενέργειας σύμφωνα με την σχέση: Ε=mc2 η οποία ανέτρεψε τη μέχρι τότε κυριαρχούσα αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα στην ύλη και την ενέργεια. Τα πρώτα αυτά άρθρα δεν έγιναν κατανοητά αμέσως. Ακόμη και στους επιστήμονες οι απόψεις του Einstein φαίνονταν κατά κάποιο τρόπο πρόχειρες. Περιείχαν όμως οι απόψεις αυτές κάποιους κόκκους αλήθειας, Η επιστήμη τότε προσπαθούσε να βρει λύσεις στο πρόβλημα του αιθέρα, και τα όρια μέσα στα οποία ίσχυε η Νευτώνεια Φυσική, Ακόμη και αν δεν εμφανιζόταν στο προσκήνιο ο Einstein, κάποιος θα έπρεπε να λύσει το αίνιγμα, Ωστόσο ήταν μοιραίο, η ενορατική αποκάλυψη των θεωριών της σχετικότητας, να μην συνδεθεί με κανένα από τα μεγάλα ονόματα της εποχής, αλλά με τον νεαρό εικοσιεξάχρονο του γραφείου ευρεσιτεχνιών της Βέρνης. Ο Einstein αγνόησε σαφώς την ύπαρξη του αιθέρα. Με τα άρθρα του διατύπωσε δύο αξιώματα:
Όμως γέννησε πολλές άλλες ιδέες, αντίθετες του Νευτώνειου οικοδομήματος της φυσικής. Σύμφωνα με τη Νευτώνεια Μηχανική ο χρόνος είναι απόλυτος, ο ίδιος δηλαδή σ' ολόκληρο το σύμπαν και για κάθε σύστημα αναφοράς του σύμπαντος. Ενώ στο καινούργιο οικοδόμημα του Einstein, στον νέο δηλαδή κόσμο της σχετικότητας, τόσο ο χρόνος όσο και το μήκος είναι μεγέθη εντελώς ακαθόριστα που η τιμή τους εξαρτάται από τη σχετική κίνηση των παρατηρητών. Το μόνο απόλυτο μέγεθος είναι η ταχύτητα του φωτός. Για να καταρρίψει την παραδοχή της Νευτώνειας Μηχανικής περί απόλυτου χρόνου ο Einstein χρησιμοποίησε το ακόλουθο νοητό πείραμα: Ας υποθέσουμε ότι δύο κεραυνοί πέφτουν στα άκρα μιας ευθύγραμμης σιδηροδρομικής γραμμής, την ίδια χρονική στιγμή (όταν δηλαδή δύο συγχρονισμένα ρολόγια, που βρίσκονται στα σημεία πτώσεως των κεραυνών, δείχνουν την ίδια ώρα). Ένας ακίνητος παρατηρητής που βρίσκεται επάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και στο μέσο της αποστάσεως μεταξύ των σημείων πτώσεως των δύο κεραυνών αντιλαμβάνεται την κάθε αστραπή μετά από τόσο χρόνο όσο χρειάζεται το φως για να διανύσει την απόσταση που χωρίζει τον παρατηρητή από τα σημεία πτώσεως των κεραυνών. Επειδή όμως οι αποστάσεις είναι ίδιες και οι χρόνοι θα είναι ίδιοι ο παρατηρητής συμπεραίνει ότι οι κεραυνοί έπεσαν ταυτόχρονα. Ας υποθέσουμε τώρα ότι επάνω στη σιδηροδρομική γραμμή κινείται ένα τραίνο και κάποιος παρατηρητής που βρίσκεται επάνω σ' αυτό διέρχεται ακριβώς μπροστά από τον ακίνητο παρατηρητή τη στιγμή που πέφτουν οι κεραυνοί. Επειδή ο παρατηρητής κινείται και πλησιάζει τον έναν κεραυνό ενώ απομακρύνεται από τον άλλο βλέπει τις αστραπές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές οπότε συμπεραίνει ότι οι δύο κεραυνοί δεν έπεσαν ταυτόχρονα. Το συμπέρασμα από το νοητό αυτό πείραμα του Einstein είναι ότι τα ίδια φαινόμενα στον έναν ,παρατηρητή φαίνονται ως ταυτόχρονα, ενώ στον άλλο (που κινείται ως προς τον πρώτο) τα ίδια φαινόμενα φαίνονται με ετεροχρονισμό: Ο χρόνος δηλαδή δεν είναι απόλυτος άλλα εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο τον μετράμε. Με παρόμοιο σκεπτικό ο Einstein απέδειξε ότι και η μέτρηση του μήκους δεν δίνει ένα μοναδικό αποτέλεσμα σ' όλα τα συστήματα αναφοράς, ότι δεν υπάρχει δηλαδή απόλυτο μήκος. Το 1907 στην εργασία του «Η θεωρία ακτινοβολίας του Planck και η θεωρία της ειδικής θερμότητας» με τη βοήθεια της κβαντικής υπόθεσης, εξήγησε τη μείωση της ειδικής θερμότητας σε μικρές τιμές θερμοκρασίας. Πρόκειται για την κβαντική θεωρία των ειδικών θερμοτήτων. Στόχος του ήταν όμως πάντοτε η γενίκευση της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας ώστε αυτή να έχει εφαρμογή και σε επιταχυνόμενα συστήματα αναφοράς, επιπλέον δε να περιλαμβάνει το φαινόμενο της βαρύτητας. Σταθμός στην προσπάθεια του, υπήρξε η εργασία του Η αρχή της σχετικότητας και συμπεράσματα που πηγάζουν από αυτήν, το 1907, στην οποία θεμελίωσε την «αρχή της ισοδυναμίας». Στην αρχή της ισοδυναμίας, εκφράζεται τόσο η ισοδυναμία των φυσικών καταστάσεων σε δύο εργαστήρια --το ένα κινείται ισοταχώς στο κενό, το άλλο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση σε πεδίο βαρύτητας--, όσο και η ισοδυναμία των φυσικών καταστάσεων σε εργαστήριο που επιταχύνεται στο κενό και σε δεύτερο που είναι στάσιμο σε πεδίο βαρύτητας. Ο Αϊνστάιν αποκάλυψε τη βαθύτερη σημασία της ισότητας μεταξύ της μάζας βαρύτητας και της αδρανειακής μάζας γενικεύοντας την αρχή της σχετικότητας. Οι φυσικοί νόμοι επομένως πρέπει να έχουν την ίδια μορφή σε όλα τα συστήματα αναφοράς. Η «αρχή της ισοδυναμίας» έδωσε στον Αϊνστάιν την ιδέα ότι το φαινόμενο της βαρύτητας είναι ιδιότητα του ίδιου του χωροχρόνου. Δημιουργήθηκε έτσι η «γενική θεωρία της σχετικότητας», που έφτασε στην ολοκληρωμένη της μορφή το 1916, με τη μελέτη του «Θεμέλια της γενικής θεωρίας της σχετικότητας», που συνδέει τη βαρύτητα με τη δομή του χωροχρόνου. Η πιο εντυπωσιακή της πρόβλεψη ήταν η μεταβολή της διεύθυνσης του φωτός λόγω βαρύτητας, ότι οι φωτεινές ακτίνες των άστρων δηλαδή καμπυλώνονται όσο περνούν κοντά στην επιφάνεια του Ηλίου. Η πρόβλεψη αυτή επιβεβαιώθηκε το 1919 από αστρονομικές παρατηρήσεις που έγιναν, κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Ηλίου, σε λαμπρούς αστέρες οι οποίοι βρίσκονταν στη διεύθυνση του Ηλίου. Ξαφνικά ο μεγάλος επιστήμονας έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο. Το 1914 πήγε στο Βερολίνο ως διευθυντής του Ινστιτούτου Θεωρητικής Φυσικής «Κάιζερ Βίλχελμ» και ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, κατόπιν προσωπικής παράκλησης του Planck. ΄Ολο αυτό το διάστημα ο Αϊνστάιν συνέχιζε την ερευνητική του δουλειά. Το 1917 με την εργασία του «Κοσμολογικοί συλλογισμοί επί της γενικής θεωρίας της σχετικότητας» έβαλε τα θεμέλια της σύγχρονης κοσμολογίας, συλλαμβάνοντας τη μορφή του σύμπαντος ως πεπερασμένου σε όγκο αλλά χωρίς πέρατα. Καθώς η άποψή του ότι η γενική θεωρία της σχετικότητας οδηγούσε σε ένα εξελισσόμενο σύμπαν δεν επιβεβαιωνόταν από τις παρατηρήσεις, όρισε μια αυθαίρετη κοσμολογική σταθερά λ, για να εξασφαλίσει το στατικό σύμπαν. Οι μελέτες του αστρονόμου Hubble το 1929, οδήγησαν τον Einstein να αναγνωρίσει την «κοσμολογική σταθερά» ως το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του. Ενώ βρισκόταν ταξίδι στη Σαγκάη, για το Διεθνές Κίνημα Ειρήνης, ένα τηλεγράφημα του γνωστοποίησε ότι του είχε απονεμηθεί το βραβείο Νομπέλ του 1921 της Φυσικής. «Για το νόμο σας στο φωτοηλεκτρικό φαινόμενο και την εργασία σας στο πεδίο της Θεωρητικής Φυσικής» Η σχετικότητα, που εξακολουθούσε να είναι το κέντρο των αμφισβητήσεων, δεν μνημονευόταν διόλου, Όσον αφορά την θεωρία της Κβαντομηχανικής, ο Einstein δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί τα συμπεράσματα της, και μάλιστα την ερμηνεία που είχε διαμορφώσει η σχολή της Κοπεγχάγης. Συνήθιζε να λέει ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Κβαντομηχανική υπολογίζει μόνο την πιθανότητα να συμβεί ένα γεγονός, οπότε η μελλοντική κατάσταση ενός συστήματος σωμάτων δεν είναι μονοσήμαντα γνωστή. Η διαμάχη του γι' αυτό το θέμα με τον Bohr έμεινε ιστορική. Ο Αϊνστάιν προσπαθούσε να επινοήσει νοητά πειράματα για να αποδείξει την ασυνέπεια της Κβαντομηχανικής. Σε κάθε τέτοια προσπάθεια ο Bohr κατάφερνε να βρει το σημείο της συλλογιστικής όπου ο Einstein έκανε λάθος. Μάλιστα σε μια από τις απαντήσεις του σημείωσε ότι ο Einstein είχε παραλείψει να εφαρμόσει ένα βασικό συμπέρασμα της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, σύμφωνα με το οποίο τα ρολόγια επιβραδύνονται μέσα σε ένα ισχυρό βαρυτικό πεδίο. Από το 1930 ως το τέλος της ζωής του, το 1955, προσπάθησε να ενοποιήσει τη βαρύτητα με τον ηλεκτρομαγνητισμό. Δυστυχώς αυτός ο στόχος αποδείχθηκε πολύ δύσκολος, ακόμη και για μια διάνοια όπως ο Αϊνστάιν. Έτσι δεν είναι περίεργο που ως σήμερα δεν το έχει καταφέρει κανένας άλλος. Ο Luis De Broglie είχε πει για τον Einstein : "Από τις καινoτoμίες και τη βαθύτητα των ιδεών που εισήγαγε στη Φυσική και από τη βαθιά αντανάκλαση που είχαν οι ιδέες αυτές σε κάθε κατεύθυνση της σύγχρονης επιστήμης, ο Albert Einstein αξίζει να θεωρηθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά πνεύματα όλων των αιώνων". Τα προβλήματα με τα οποία καταπιάστηκε ο Einstein, καθώς και ο σεβασμός του επιστημονικού κόσμου για το έργο του, είχαν ως αποτέλεσμα το όνομά του να συνδεθεί με πληθώρα φαινομένων, εξισώσεων, θεωριών κ.λπ. που διερεύνησε ή διατύπωσε ο ίδιος ή
πήραν το όνομά του, τιμής ένεκεν. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα ακόλουθα:
11. Υπόδειγμα Einstein-de Sitter: υπόδειγμα του σύμπαντος στο οποίο ισχύει η Ευκλείδεια Γεωμετρία κατά το οποίο η κατανομή της ύλης επεκτείνεται επ' άπειρο χρονικά και το σύμπαν διαστέλλεται. Η διαστολή αυτή αρχίζει από έναν πυρήνα άπειρης πυκνότητας
και γίνεται με τέτοιο ρυθμό, ώστε η πυκνότητα να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το τετράγωνο του χρόνου που πέρασε από την έναρξη της διαστολής.
Θα αρχίσουμε, με ένα κλασικό ερώτημα: Ποιά είναι η θέση του επιστήμονα στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του; Μέσα στη στρατοκρατική νοοτροπία, που ολοένα αυξάνεται; Στην παραπληροφόρηση του κοινού; Στην φτώχεια και στην πείνα; Στον πόλεμο και στην τρομοκρατία; Στα πλαίσια αυτά αναγκαστικά, θα πρέπει να αναφέρουμε τον Albert Einstein, πρώτα σαν διανοούμενο και μετά σαν επιστήμονα. Ή και τα δύο μαζί. Γιατί στη ζωή του δεν ξεχωρίζουν. Είναι αλληλένδετες οι δράσεις του σαν επιστήμονα και σαν σκεπτόμενου άνθρώπου. Δυστυχώς στην σημερινή εποχή δεν βλέπουμε συχνά Νομπελίστες επιστήμονες να γυρίζουν την υφήλιο με σκοπό την ειρήνη, την συνάδελφωση των λαών και την εξάλειψη της φτώχειας. Σήμερα η μεγάλη μάζα των διανοουμένων στον δυτικό κόσμο είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την εξουσία ή τις επιχειρήσεις. Δεν υπάρχουν πια οι μεγάλοι διανοούμενοι-επιστήμονες που με τις πράξεις τους θα σηκώσουν το βάρος μιας εκστρατείας κατά της ανισότητας ή της ειρήνης. Η περίπτωση όμως του Einstein είναι ξεχωριστή και άξια μίμησης για τους σημερινούς επιστήμονες. Αλλά το δράμα της ζωής του Einstein έγκειται, ίσως, σε τούτο: Ήταν ένας πραγματικός διανοούμενος, όπως τον όρισε ο Ζαν Πωλ Σάρτρ, που θεωρούσε τον εαυτό του ταγμένο να εργάζεται στο επιστημονικό πεδίο αυξάνοντας όμως αθέλητά του την στρατιωτική δύναμη των ισχυρών, αλλά από την άλλη να καταγγέλλει τις αδικίες, τον πόλεμο, τον μιλιταρισμό, τον ιμπεριαλισμό των ισχυρών δυνάμεων. Όπως έλεγε και ο ίδιος η ζωή του ήταν "μοιρασμένη ανάμεσα στην πολιτική και τις εξισώσεις". Κατατρωγόταν από αντιφατικά συναισθήματα. Θεωρούσε τον εαυτό του, ένα ταξιδευτή του σύμπαντος, ένα επιστήμονα που εργάζεται για το καλό της ανθρωπότητας, έναν ουμανιστή, που έβλεπε τις αδικίες και κατήγγειλε συνειδητά την πορεία των πραγμάτων: την άνοδο του χιτλερισμού, την αδυναμία των μεγάλων να εξαλείψουν την πείνα, την δυστυχία, τον ψυχρό πόλεμο. Δυστυχώς, δεν μπόρεσε όμως να θωρακίσει ψυχικά τον εαυτό του από τα φοβερά γεγονότα που συνέβησαν στον κόσμο, το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, γι' αυτό και αργότερα απομονώθηκε στον εαυτό του και στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κβαντικής θεωρίας, που και ο ίδιος συνέβαλε στην ανάπτυξη της, χωρίς όμως επιτυχία. Σχεδόν άθελά του, από τις αρχές του '30, είχε αποδεχτεί ότι είχε μια "παθιασμένη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής ευθύνης του". Συμμετείχε σε διεθνή forum για την ειρήνη, για μια παγκόσμια κυβέρνηση, τον αντιμιλιταρισμό, την ελευθερία των λαών αλλά και την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους, χωρίς να είναι φανατικός εβραίος. Αλλά όταν το 1952 του πρόσφεραν την προεδρία του κράτους του Ισραήλ αρνήθηκε λέγοντας "Οι εξισώσεις για μένα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, η πολιτική είναι για το παρόν, οι εξισώσεις είναι για την αιωνιότητα". Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, δραστηριοποιήθηκε σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Προσκαλούσε τον κόσμο σε απείθεια και άρνηση στράτευσης. Μάλιστα επειδή πολλοί συνάδελφοι του συμμετείχαν ενεργά υπέρ του πολέμου, δεν έχαιρε γι' αυτό και μεγάλης εκτίμησης. Μετά τον πόλεμο, οι δράσεις που ανέλαβε υπέρ της συμφιλίωσης των λαών και της ενεργού δράσης της Κοινωνίας των Εθνών, ήταν αιτία να δυσκολεύεται ακόμη και να επισκέπτεται τις Ηνωμένες Πολιτείες για επιστημονική ενημέρωση. Οι απόψεις του αυτές επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον Γάλλο ειρηνιστή και συγγραφέα Romain Rolland, με τον οποίο συναντήθηκε σε μια επίσκεψή του στην Ελβετία, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ήταν Γερμανός την καταγωγή και Εβραίος, αλλά δεν ένιωθε ούτε Γερμανός, εξ' αιτίας του μιλιταριστικού της πνεύματος, αλλά ούτε και φανατικός Εβραίος, εξ' αιτίας της άρνησης του να πιστέψει την εικόνα του Θεού όπως τον περιέγραφαν τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Όπου πήγαινε: Πράγα, Βερολίνο κλπ το φάντασμα του Εβραίου τον καταδίωκε. Αλλά βαθμιαία, οι αντιδράσεις αυτές τον έκαναν να προσεγγίσει την Ισραηλιτική Κοινότητα και να δίνει αργότερα (μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο) μάχες για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Μιλώντας στη Γαλλική Φιλοσοφική Εταιρεία το 1922, ο Αϊνστάιν έλεγε: «Αν η θεωρία μου για τη σχετικότητα αποδειχθεί επιτυχής, η Γερμανία θα με διεκδικεί ως Γερμανό και η Γαλλία θα διακηρύσσει ότι είμαι πολίτης του κόσμου. Αν τυχόν η θεωρία μου αποδειχθεί αναληθής, η Γαλλία θα λέει ότι είμαι Γερμανός και η Γερμανία θα διακηρύσσει ότι είμαι Εβραίος» Λένε ότι κάποτε όταν του παρουσίασαν ένα βιβλίο με τίτλο "Εκατό συγγραφείς κατά του Einstein", είπε: "Αν είχα κάνει λάθος, ένας συγγραφέας θα ήταν αρκετός". Σε μια ανταλλαγή επιστολών με τον Αυστριακό Ψυχίατρο Sigmund Freud, ο Einstein υπέδειξε ότι ο κόσμος πρέπει να έχει μια έμφυτη, άκρατη επιθυμία για μίσος και καταστροφή. Ο Φρόϋντ συμφώνησε προσθέτοντας ότι ο πόλεμος είναι ένα βιολογικό σύνδρομο εξαιτίας των ενστίκτων αγάπης-μίσους των ανθρώπων και ότι η ειρήνη είναι μια ιδιοσυγκρασία που σχετίζεται άμεσα με τον υψηλό βαθμό πολιτιστικής ανάπτυξης του Einstein . Αυτή η ανταλλαγή επιστολών δεν ήταν παρά ένας μόνο από τους πολλούς φιλοσοφικούς διαλλόγους του Einstein με φημισμένους ανθρώπους της εποχής του. Συμπαραστεκόμενος στον Γκάντι, υπέγραψε το 1925 τη διακήρυξη εναντίον της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας σε όλο τον κόσμο. Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ, ο Einstein ήταν στην Αμερική για διαλέξεις. Μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να καταθέσει την Γερμανική υπηκοότητά του. Κράτησε όμως την Ελβετική και ζήτησε και την Αμερικανική. Καθώς ο Χίτλερ δήμευε το σπίτι του, τα βιβλία του, τις καταθέσεις του υπήρχαν άνθρωποι που ένιωθαν χαρά γι' αυτό. Μια εφημερίδα του Βερολίνου μάλιστα έγραψε "Καλά Νέα από τον Einstein, δεν επιστρέφει από την Αμερική". Ο μεγάλος Δανός ατομικός φυσικός Niels Bohr έφερε το 1939 στον Einstein την είδηση ότι η Γερμανίδα πρόσφυγας φυσικός Lise Meitner είχε διασπάσει το άτομο του ουρανίου με μικρή απώλεια μάζας που είχε μετατραπεί σε ενέργεια. Τα πειράματα, που πραγματοποίησε στην Κοπενγχάγη, είχε εμπνευστεί η Meitner από όμοια, αν και λιγότερο αξιόπιστα, που είχαν γίνει μερικούς μήνες νωρίτερα από δύο Γερμανούς χημικούς, τους Otto Hahn και Fritz Strassmann στο Βερολίνο, Ο Bohr έκανε τη σκέψη ότι. αν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσεως ατόμων ουρανίου, το αποτέλεσμα θα ήταν μια έκρηξη μαμούθ. Ο Einstein δυσπιστούσε σε μια τέτοια δυνατότητα, τα εργαστηριακά όμως πειράματα στις Ηνωμένες Πολιτείες απέδειξαν το εφικτό της ιδέας. Αλλά πριν τον πόλεμο επιστήμονες σαν τον Fermi, τον Teller, τον Ουγγρο Szilard αλλά και άλλοι, τρομερά ανήσυχοι για την δυνατότητα των πυρηνικών εκρήξεων που μόλις είχαν ανακαλύψει, προσπάθησαν να έλθουν σε επαφή με την Αμερικανική Κυβέρνηση, για να της εξηγήσουν ότι πρέπει να προλάβουν τους Γερμανούς πριν φτιάξουν τις δικές τους ατομικές βόμβες. Αλλά μάταια, οι Αμερικανοί δεν έδιναν σημασία. Έπεισαν λοιπόν τον Einstein, να έλθει σε επαφή αυτός με τον Πρόεδρο Ρούζβελτ των ΗΠΑ. Ο Einstein που φοβόταν και αυτός για την έκβαση του πολέμου που φαινόταν να έρχεται και ότι πιθανόν οι Γερμανοί επιστήμονες να ανακάλυπταν την Ατομική Βόμβα πριν από τους Αμερικανούς, έγραψε τελικά στις 2 Αυγούστου του 1939, μια ιστορική επιστολή, εξηγώντάς στον Ρούζβελτ ότι θα πρέπει οι Αμερικανοί να δημιουργήσουν τη δική τους βόμβα, με το σχέδιο που ονομάστηκε Μανχάταν. Αν και δεν πήρε μέρος στην εργασία που γινόταν στο Λος Άλαμος του Νέου Μεξικού και δεν έμαθε ότι είχε κατασκευαστεί βόμβα πυρηνικής σχάσεως μέχρις ότου έπεσε η πρώτη βόμβα στη Χιροσίμα το 1945, το όνομα του είχε συνδεθεί στενά με τον ερχομό της ατομικής εποχής. Η μεγάλη ειρωνεία γι' αυτόν τον ιδεαλιστή διανοούμενο, ήταν ότι χάρις στο φημισμένο αξίωμά της ισοδυναμίας μάζας-ενέργειας, η ανθρωπότητα γνώρισε την εφαρμογή του, με τη δημιουργία ατομικών και υδρογονικών βομβών, δηλαδή των πιο καταστρεπτικών όπλων που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Ανήσυχος όμως, πριν να ρίξουν οι Αμερικανοί την ατομική βόμβα, έστειλε άλλο ένα γράμμα στον Ρούζβελτ ζητώντας του να μην την ρίξει και προειδοποιώντας δημόσια για τους κινδύνους που έρχονται για την ανθρωπότητα. Η θεωρία της Σχετικότητας τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό αν και αποτελούσε μυστήριο για την πλειοψηφία του κόσμου. «Γιατί άραγε ενώ δεν με καταλαβαίνει κανείς, με συμπαθούν όλοι;» είχε διερωτηθεί σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The New York Times τον Μάρτιο του 1944. Χαρακτηριστικές είναι οι απόψεις του για την θρησκεία «Η επιστήμη κατηγορήθηκε για κατώτερη ηθικότητα, αλλά αυτή η κατηγορία είναι άδικη. Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου μπορεί να βασίζεται αποτελεσματικά στην συμπάθεια, στην ανατροφή και στους κοινωνικούς δεσμούς, δεν είναι απαραίτητη η
θρησκευτική βάση. Θα ήταν σίγουρα πολύ μικρόχαρος ο άνθρωπος που θα περιοριζόταν από το φόβο και την τιμωρία ή την ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής».
Αρνούμενος σαφώς τον αθεϊσμό, ο Einstein διατύπωνε μια πίστη στον «Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτει τον εαυτό του στην αρμονία του όλων όσων υπάρχουν στον Κόσμο» Σταχυολογούμε μερικές άλλες ρήσεις του «Η επαφή με το μυστήριο είναι η ωραιότερη εμπειρία του ανθρώπου».
Αναφορές: Alice Calarprice, Εγώ, ο ΄Αλμπερτ Αϊνστάιν, εκδ. Κάτοπτρο
Την εποχή που ο Einstein δούλευε στο γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Βέρνη, οι αρχές της μηχανικής δεν άντεχαν σοβαρά στην αναλυτική κριτική του Αυστριακού Ernst Mach (1836-1916), ο Η. Α. Lorentz είχε εισαγάγει την έννοια της κατά μήκος συστολής των αντικειμένων που κινούνται και της τοπικής μεταβολής του χρόνου και ο Αμερικανός Albert Michelson (1852-1931 ) είχε αποδείξει πειραματικά τη σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός, ακόμη και για κινούμενο παρατηρητή. Τέλος ο Planck είχε δεχθεί ότι η ενέργεια της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας πρέπει να εκπέμπεται κατά ασυνεχή ποσά (τα γνωστά κβάντα). Η προσοχή του Einstein συγκεντρώθηκε αρχικά στη δομή του ατόμου, στη στατιστική ερμηνεία της θερμοδυναμικής και στην κβαντική υπόθεση του Planck. Στις αρχές του 1905 ο Einstein δημοσίευσε στο σοβαρό μηνιαίο γερμανικό περιοδικό «Annalen der Physik» μια διατριβή με τίτλο: "'Ενας νέος προσδιορισμός των μοριακών διαστάσεων", με την οποία απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Αλλά τέσσερα ακόμη σπουδαία άρθρα δημοσιεύθηκαν στο ίδιο περιοδικό, την ίδια εποχή: Στο πρώτο από τα άρθρα αυτά με τον τίτλο "Μελέτη της κινήσεως μικρών σωματιδίων αιωρούμενων μέσα σε ακίνητο υγρό, σύμφωνα με τη μοριακή κινητική θεωρία της επαγωγής", έδωσε μια θεωρητική εξήγηση της κινήσεως Brown, δηλαδή της τυχαίας κίνησης σωματίων εντός υγρού. Έτσι πείθει και τους πλέον δύσπιστους ότι τα άτομα υπάρχουν. Στο δεύτερο άρθρο, "Μια ευρηματική θεώρηση που αφορά στην παραγωγή και τις μεταμορφώσεις του φωτός", ο Einstein έθεσε το αξίωμα ότι το φως αποτελείται από μεμονωμένα ποσά ενέργειας (quantum, που αργότερα ονομάστηκαν φωτόνια) τα οποία, εκτός από την κυματική συμπεριφορά, δίνουν στο φως ορισμένες ιδιότητες χαρακτηριστικές των σωματίων, 'Ετσι με μια προσπάθεια πέτυχε δύο στόχους. Επανάσταση στη θεωρία του φωτός και εξήγηση, εκτός των άλλων, της εκπομπής ηλεκτρονίων από ορισμένα στερεά, όταν σε αυτά προσπίπτει φως (το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο), εργασία για την οποία του απονεμήθηκε το 1921 το βραβείο Νόμπελ. Ο Albert Einstein με τις δύο επόμενες θεωρίες για την σχετικότητα, πρόσφερε στην ανθρωπότητα μια νέα θεώρηση του σύμπαντος.
Το αξίωμα της σταθερότητας της ταχύτητας του φωτός, φαίνεται να παραβιάζει την κοινή λογική, που την εξέφρασε ο Γαλιλαίος, πως η ταχύτητα του φωτός που εκπέμπεται από ένα κινούμενο διαστημόπλοιο κατά τη φορά της κινήσεώς του, ισούται προς την ταχύτητά του συν την ταχύτητα του σκάφους. Το πόσο ακριβώς επηρεάστηκε η ειδική θεωρία της σχετικότητας του Einstein από τη δουλειά που είχαν κάνει άλλοι φυσικοί εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να συζητείται. Η κεντρική ιδέα της θεωρίας ήταν ότι. αν για όλα τα συστήματα αναφοράς η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή και αν όλοι οι φυσικοί νόμοι είναι ίδιοι, τότε τόσο ο χρόνος όσο και η απόσταση μεταξύ δύο γεγονότων, εξαρτώνται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο μετρούνται (η τιμή τους δηλαδή σχετίζεται προς τον εκάστοτε παρατηρητή). Πόρισμα της προαναφερθείσας εργασίας, είναι η τέταρτη μελέτη του με τίτλο "Η αδράνεια ενός σώματος εξαρτάται από την ενέργειά του;" . Η μαθηματική αυτή υποσημείωση στην ειδική θεωρία της σχετικότητας θεμελίωσε την ισοδυναμία μάζας και ενέργειας σύμφωνα με την σχέση: Ε=mc2 η οποία ανέτρεψε τη μέχρι τότε κυριαρχούσα αντίληψη για τη σχέση ανάμεσα στην ύλη και την ενέργεια. Τα πρώτα αυτά άρθρα δεν έγιναν κατανοητά αμέσως. Ακόμη και στους επιστήμονες οι απόψεις του Einstein φαίνονταν κατά κάποιο τρόπο πρόχειρες. Περιείχαν όμως οι απόψεις αυτές κάποιους κόκκους αλήθειας, Η επιστήμη τότε προσπαθούσε να βρει λύσεις στο πρόβλημα του αιθέρα, και τα όρια μέσα στα οποία ίσχυε η Νευτώνεια Φυσική, Ακόμη και αν δεν εμφανιζόταν στο προσκήνιο ο Einstein, κάποιος θα έπρεπε να λύσει το αίνιγμα, Ωστόσο ήταν μοιραίο, η ενορατική αποκάλυψη των θεωριών της σχετικότητας, να μην συνδεθεί με κανένα από τα μεγάλα ονόματα της εποχής, αλλά με τον νεαρό εικοσιεξάχρονο του γραφείου ευρεσιτεχνιών της Βέρνης. Ο Einstein αγνόησε σαφώς την ύπαρξη του αιθέρα. Με τα άρθρα του διατύπωσε δύο αξιώματα:
Όμως γέννησε πολλές άλλες ιδέες, αντίθετες του Νευτώνειου οικοδομήματος της φυσικής. Σύμφωνα με τη Νευτώνεια Μηχανική ο χρόνος είναι απόλυτος, ο ίδιος δηλαδή σ' ολόκληρο το σύμπαν και για κάθε σύστημα αναφοράς του σύμπαντος. Ενώ στο καινούργιο οικοδόμημα του Einstein, στον νέο δηλαδή κόσμο της σχετικότητας, τόσο ο χρόνος όσο και το μήκος είναι μεγέθη εντελώς ακαθόριστα που η τιμή τους εξαρτάται από τη σχετική κίνηση των παρατηρητών. Το μόνο απόλυτο μέγεθος είναι η ταχύτητα του φωτός. Για να καταρρίψει την παραδοχή της Νευτώνειας Μηχανικής περί απόλυτου χρόνου ο Einstein χρησιμοποίησε το ακόλουθο νοητό πείραμα: Ας υποθέσουμε ότι δύο κεραυνοί πέφτουν στα άκρα μιας ευθύγραμμης σιδηροδρομικής γραμμής, την ίδια χρονική στιγμή (όταν δηλαδή δύο συγχρονισμένα ρολόγια, που βρίσκονται στα σημεία πτώσεως των κεραυνών, δείχνουν την ίδια ώρα). Ένας ακίνητος παρατηρητής που βρίσκεται επάνω στη σιδηροδρομική γραμμή και στο μέσο της αποστάσεως μεταξύ των σημείων πτώσεως των δύο κεραυνών αντιλαμβάνεται την κάθε αστραπή μετά από τόσο χρόνο όσο χρειάζεται το φως για να διανύσει την απόσταση που χωρίζει τον παρατηρητή από τα σημεία πτώσεως των κεραυνών. Επειδή όμως οι αποστάσεις είναι ίδιες και οι χρόνοι θα είναι ίδιοι ο παρατηρητής συμπεραίνει ότι οι κεραυνοί έπεσαν ταυτόχρονα. Ας υποθέσουμε τώρα ότι επάνω στη σιδηροδρομική γραμμή κινείται ένα τραίνο και κάποιος παρατηρητής που βρίσκεται επάνω σ' αυτό διέρχεται ακριβώς μπροστά από τον ακίνητο παρατηρητή τη στιγμή που πέφτουν οι κεραυνοί. Επειδή ο παρατηρητής κινείται και πλησιάζει τον έναν κεραυνό ενώ απομακρύνεται από τον άλλο βλέπει τις αστραπές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές οπότε συμπεραίνει ότι οι δύο κεραυνοί δεν έπεσαν ταυτόχρονα. Το συμπέρασμα από το νοητό αυτό πείραμα του Einstein είναι ότι τα ίδια φαινόμενα στον έναν ,παρατηρητή φαίνονται ως ταυτόχρονα, ενώ στον άλλο (που κινείται ως προς τον πρώτο) τα ίδια φαινόμενα φαίνονται με ετεροχρονισμό: Ο χρόνος δηλαδή δεν είναι απόλυτος άλλα εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο τον μετράμε. Με παρόμοιο σκεπτικό ο Einstein απέδειξε ότι και η μέτρηση του μήκους δεν δίνει ένα μοναδικό αποτέλεσμα σ' όλα τα συστήματα αναφοράς, ότι δεν υπάρχει δηλαδή απόλυτο μήκος. Το 1907 στην εργασία του «Η θεωρία ακτινοβολίας του Planck και η θεωρία της ειδικής θερμότητας» με τη βοήθεια της κβαντικής υπόθεσης, εξήγησε τη μείωση της ειδικής θερμότητας σε μικρές τιμές θερμοκρασίας. Πρόκειται για την κβαντική θεωρία των ειδικών θερμοτήτων. Στόχος του ήταν όμως πάντοτε η γενίκευση της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας ώστε αυτή να έχει εφαρμογή και σε επιταχυνόμενα συστήματα αναφοράς, επιπλέον δε να περιλαμβάνει το φαινόμενο της βαρύτητας. Σταθμός στην προσπάθεια του, υπήρξε η εργασία του Η αρχή της σχετικότητας και συμπεράσματα που πηγάζουν από αυτήν, το 1907, στην οποία θεμελίωσε την «αρχή της ισοδυναμίας». Στην αρχή της ισοδυναμίας, εκφράζεται τόσο η ισοδυναμία των φυσικών καταστάσεων σε δύο εργαστήρια --το ένα κινείται ισοταχώς στο κενό, το άλλο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση σε πεδίο βαρύτητας--, όσο και η ισοδυναμία των φυσικών καταστάσεων σε εργαστήριο που επιταχύνεται στο κενό και σε δεύτερο που είναι στάσιμο σε πεδίο βαρύτητας. Ο Αϊνστάιν αποκάλυψε τη βαθύτερη σημασία της ισότητας μεταξύ της μάζας βαρύτητας και της αδρανειακής μάζας γενικεύοντας την αρχή της σχετικότητας. Οι φυσικοί νόμοι επομένως πρέπει να έχουν την ίδια μορφή σε όλα τα συστήματα αναφοράς. Η «αρχή της ισοδυναμίας» έδωσε στον Αϊνστάιν την ιδέα ότι το φαινόμενο της βαρύτητας είναι ιδιότητα του ίδιου του χωροχρόνου. Δημιουργήθηκε έτσι η «γενική θεωρία της σχετικότητας», που έφτασε στην ολοκληρωμένη της μορφή το 1916, με τη μελέτη του «Θεμέλια της γενικής θεωρίας της σχετικότητας», που συνδέει τη βαρύτητα με τη δομή του χωροχρόνου. Η πιο εντυπωσιακή της πρόβλεψη ήταν η μεταβολή της διεύθυνσης του φωτός λόγω βαρύτητας, ότι οι φωτεινές ακτίνες των άστρων δηλαδή καμπυλώνονται όσο περνούν κοντά στην επιφάνεια του Ηλίου. Η πρόβλεψη αυτή επιβεβαιώθηκε το 1919 από αστρονομικές παρατηρήσεις που έγιναν, κατά τη διάρκεια της έκλειψης του Ηλίου, σε λαμπρούς αστέρες οι οποίοι βρίσκονταν στη διεύθυνση του Ηλίου. Ξαφνικά ο μεγάλος επιστήμονας έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο. Το 1914 πήγε στο Βερολίνο ως διευθυντής του Ινστιτούτου Θεωρητικής Φυσικής «Κάιζερ Βίλχελμ» και ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, κατόπιν προσωπικής παράκλησης του Planck. ΄Ολο αυτό το διάστημα ο Αϊνστάιν συνέχιζε την ερευνητική του δουλειά. Το 1917 με την εργασία του «Κοσμολογικοί συλλογισμοί επί της γενικής θεωρίας της σχετικότητας» έβαλε τα θεμέλια της σύγχρονης κοσμολογίας, συλλαμβάνοντας τη μορφή του σύμπαντος ως πεπερασμένου σε όγκο αλλά χωρίς πέρατα. Καθώς η άποψή του ότι η γενική θεωρία της σχετικότητας οδηγούσε σε ένα εξελισσόμενο σύμπαν δεν επιβεβαιωνόταν από τις παρατηρήσεις, όρισε μια αυθαίρετη κοσμολογική σταθερά λ, για να εξασφαλίσει το στατικό σύμπαν. Οι μελέτες του αστρονόμου Hubble το 1929, οδήγησαν τον Einstein να αναγνωρίσει την «κοσμολογική σταθερά» ως το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής του. Ενώ βρισκόταν ταξίδι στη Σαγκάη, για το Διεθνές Κίνημα Ειρήνης, ένα τηλεγράφημα του γνωστοποίησε ότι του είχε απονεμηθεί το βραβείο Νομπέλ του 1921 της Φυσικής. «Για το νόμο σας στο φωτοηλεκτρικό φαινόμενο και την εργασία σας στο πεδίο της Θεωρητικής Φυσικής» Η σχετικότητα, που εξακολουθούσε να είναι το κέντρο των αμφισβητήσεων, δεν μνημονευόταν διόλου, Όσον αφορά την θεωρία της Κβαντομηχανικής, ο Einstein δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί τα συμπεράσματα της, και μάλιστα την ερμηνεία που είχε διαμορφώσει η σχολή της Κοπεγχάγης. Συνήθιζε να λέει ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Κβαντομηχανική υπολογίζει μόνο την πιθανότητα να συμβεί ένα γεγονός, οπότε η μελλοντική κατάσταση ενός συστήματος σωμάτων δεν είναι μονοσήμαντα γνωστή. Η διαμάχη του γι' αυτό το θέμα με τον Bohr έμεινε ιστορική. Ο Αϊνστάιν προσπαθούσε να επινοήσει νοητά πειράματα για να αποδείξει την ασυνέπεια της Κβαντομηχανικής. Σε κάθε τέτοια προσπάθεια ο Bohr κατάφερνε να βρει το σημείο της συλλογιστικής όπου ο Einstein έκανε λάθος. Μάλιστα σε μια από τις απαντήσεις του σημείωσε ότι ο Einstein είχε παραλείψει να εφαρμόσει ένα βασικό συμπέρασμα της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, σύμφωνα με το οποίο τα ρολόγια επιβραδύνονται μέσα σε ένα ισχυρό βαρυτικό πεδίο. Από το 1930 ως το τέλος της ζωής του, το 1955, προσπάθησε να ενοποιήσει τη βαρύτητα με τον ηλεκτρομαγνητισμό. Δυστυχώς αυτός ο στόχος αποδείχθηκε πολύ δύσκολος, ακόμη και για μια διάνοια όπως ο Αϊνστάιν. Έτσι δεν είναι περίεργο που ως σήμερα δεν το έχει καταφέρει κανένας άλλος. Ο Luis De Broglie είχε πει για τον Einstein : "Από τις καινoτoμίες και τη βαθύτητα των ιδεών που εισήγαγε στη Φυσική και από τη βαθιά αντανάκλαση που είχαν οι ιδέες αυτές σε κάθε κατεύθυνση της σύγχρονης επιστήμης, ο Albert Einstein αξίζει να θεωρηθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά πνεύματα όλων των αιώνων". Τα προβλήματα με τα οποία καταπιάστηκε ο Einstein, καθώς και ο σεβασμός του επιστημονικού κόσμου για το έργο του, είχαν ως αποτέλεσμα το όνομά του να συνδεθεί με πληθώρα φαινομένων, εξισώσεων, θεωριών κ.λπ. που διερεύνησε ή διατύπωσε ο ίδιος ή
πήραν το όνομά του, τιμής ένεκεν. Τα κυριότερα από αυτά είναι τα ακόλουθα:
11. Υπόδειγμα Einstein-de Sitter: υπόδειγμα του σύμπαντος στο οποίο ισχύει η Ευκλείδεια Γεωμετρία κατά το οποίο η κατανομή της ύλης επεκτείνεται επ' άπειρο χρονικά και το σύμπαν διαστέλλεται. Η διαστολή αυτή αρχίζει από έναν πυρήνα άπειρης πυκνότητας
και γίνεται με τέτοιο ρυθμό, ώστε η πυκνότητα να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το τετράγωνο του χρόνου που πέρασε από την έναρξη της διαστολής.
http://www.physics4u.gr/articles/2002/einstein4.html 18/02/2003 |
Τελευταία ενημέρωση 29 May, 2005
|
||||
|
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster) |
||||
|
|
|
|||