Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

 Επικοινωνία

  Κατασκευή: W.D.G  

Ανάλυση οθόνης 800Χ600   

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

  Καθημερινή ανανέωση.                                         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                 Τελευταία ενημέρωση 29 May 2005

 

Θέμα

Εργατικά Αγροτικά

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

  

Εκεί θέλουν να μας οδηγήσουν;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ.  6946205678

 

 

ΑΠΟ ΤΟ 35ΩΡΟ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΟΥ

Το Σάββατο ο μπαμπάς μου ανήκει” ήταν το σύνθημα προπαγάνδισης του 35ωρου του συνδικάτου Ι. Γκε. Μετάλ, ήδη από το 1954. Στα πλακάτ και τις κονκάρδες πίσω από το σύνθημα εμφανιζόταν ένας ήλιος που χαμογελούσε και μπροστά ένα πιτσιρικάς που έπαιζε με τον πατέρα του. Το 35ωρο στη Γερμανία εφαρμόστηκε ύστερα από έναν πολύ σκληρό απεργιακό αγώνα επτά ολόκληρων εβδομάδων, το 1984, επί πρωθυπουργίας Χέλμουτ Κολ. Ξεκίνησε από 60.000 εργάτες στα εργοστάσια της αυτοκινητοβιομηχανίας της Στουτγάρδης. Γρήγορα αγκάλιασε 400.000 εργάτες σε όλη τη Γερμανία. Πολλά εργοστάσια καταλήφθηκαν. Εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν σε ογκώδεις διαδηλώσεις σε μεγάλες πόλεις. Τα βασικά συνθήματά τους επεκτείνονταν πέρα από το 35ωρο: «Να κυριαρχήσουμε πάνω στο χρόνο εργασίας», «εξανθρωπισμός του κόσμου της εργασίας», «απάντηση αλληλεγγύης στην πίεση της ανεργίας».

Από την πολυήμερη απεργία διαρκείας οι εργοδότες έχασαν δισεκατομμύρια μάρκα. Στο τέλος υπέκυψαν και υπέγραψαν τη σύμβαση του 35ωρου. Η μεγαλειώδης νίκη αύξησε κατακόρυφα το κύρος της Ι. Γκε. Μετάλ, η οποία είδε τα μέλη της να αυξάνονται κατά χιλιάδες. Την ίδια περίοδο οι άγγλοι μεταλλωρύχοι έχαναν στο δικό τους μακροχρόνιο αγώνα με τη Θάτσερ. Οι γερμανοί εργάτες νίκησαν καταρχήν, διότι έκαναν έναν επιθετικό αγώνα, τον οποίο είχαν ήδη κερδίσει στον τομέα της ...θεωρίας - όπου υπερείχαν των Αγγλων παραδοσιακά - με την πολιτική οικονομία τους που εμπεριείχε συμπυκνωμένα το γνωστό σύνθημα «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους». Δεύτερο, ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας ήταν ένας ανερχόμενος κλάδος που συγχωνευόταν με την αναπτυσσόμενη πληροφορική, ενώ αντίθετα ο κλάδος της εξόρυξης κάρβουνου βρισκόταν σε παρακμή. Οι γερμανοί βιομήχανοι είχαν πολλά περισσότερα να χάσουν από τους βρετανούς συναδέλφους τους. Τέλος, η γερμανική αστική τάξη ήταν πολιτικά πιο διστακτική λόγω της ήττας στον πόλεμο και της γειτνίασης με το αντίπαλο παράδειγμα της ΛΔ Γερμανίας. Αυτό έκανε τον Κολ πολύ προσεκτικό, ενώ η γερμανική σοσιαλδημοκρατία υποστήριξε τον αγώνα.

Τα πράγματα από τότε άλλαξαν ριζικά. «Εάν συνεχίσουμε όπως τώρα», έλεγε απειλητικά ο πρόεδρος της Ζίμενς, Χάινριχ φον Πίρερ, σε συνέντευξή του πριν από ένα χρόνο, «ο μπαμπάς θα ανήκει στο παιδί του όλη την εβδομάδα». Ο υπαινιγμός ήταν σαφής: αύξηση των ωρών εργασίας ή ανεργία.

Ο φον Πίρερ έβαλε σε εφαρμογή τον εκβιασμό του στις αρχές του καλοκαιριού στα εργοστάσια του Μπόχολτ και του Καμπ Λίντφορτ, όπου παράγονται τα κινητά τηλέφωνα και τα ασύρματα Γίγασετ. Απείλησε με κλείσιμο των εργοστασίων και με μεταφορά τους στην Ουγγαρία της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι μισθοί βρίσκονται στο ένα πέμπτο των γερμανικών. Για να «σωθούν» έπρεπε οι εργαζόμενοι να δεχτούν αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από τις 35 στις 40 ώρες με μείωση του μισθού κατά 15%! Το συνδικάτο της Ι. Γκε. Μετάλ στη Ζίμενς συμφώνησε με κάποιες μικροβελτιώσεις. Η συμφωνία αυτή θεωρήθηκε «ιστορική καμπή στην οικονομική ιστορία της Γερμανίας» - και από πολλές απόψεις είναι τέτοια.

Παρόλο που η επίθεση γενικεύτηκε, η αντίδραση των συνδικάτων ήταν υποτονική. Μόνο ένα παράρτημα της Ι. Γκε. Μετάλ στη Μερσεντές της Στουτγκάρδης με τη μεγάλη παράδοση αντέδρασε, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι ο αγώνας ήταν ήδη χαμένος. Το γενικό κλίμα μέσα στους εργάτες ήταν ήδη απαισιόδοξο. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις το 79% των βιομηχανικών εργατών ήταν έτοιμο να θυσιάσει χρόνο και χρήμα για να μην απολυθεί ενώ μόλις το 18% απάντησε αρνητικά. Γιατί όμως τίποτε δεν λειτούργησε προς την κατεύθυνση της αντίστασης;

Οπωσδήποτε, τα χρόνια υψηλά επίπεδα ανεργίας (κοντά και πάνω από το 10% επίσημα) και η μακροχρόνια ύφεση της γερμανικής οικονομίας έπαιξαν οπωσδήποτε ανασταλτικό ρόλο. Ωστόσο, τόσο ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας όσο και αυτός του μετάλλου βρίσκονται γενικά σε ανοδική τροχιά, με τη Ζίμενς, τη Μερσέντες και την BMW να βρίσκονται σε καλή έως πολύ καλή κατάσταση (με κέρδη και σημαντικά μερίδια στην αγορά). Οι Κρουπ και Τίσσεν «εξυγιάνθηκαν» σε γενικές γραμμές μετά τη συγχώνευσή τους, ενώ εξαγωγικά, παρά τα προβλήματα του «σκληρού ευρώ», η Γερμανία είναι στην πρωτοπορία.

Τρεις παράγοντες πιστεύουμε ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Ο πρώτος είναι ότι το 35ωρο δεν είχε εφαρμοσθεί πουθενά αλλού εκτός από το μέταλλο. Έτσι, στις σημερινές συνθήκες φάνταζε περισσότερο ως «προνόμιο» παρά ως κίνητρο για αγώνα και αλληλεγγύη. Παράλληλα, είχε ήδη υπονομευθεί μαζικά και συστηματικά ακόμη και στον ίδιο τον κλάδο του μετάλλου, με την ανοχή ή τη συμφωνία των συνδικάτων. Η αρχή υπονόμευσής του έγινε το 1996 στο εργοστάσιο κλιματιστικών Βίσμαν. Στο εργοστάσιο της πόλης Σβέρτε της Τίσεν-Κρουπ με 700 εργάτες υπογράφτηκε πέρυσι ξεχωριστή σύμβαση από την Ι. Γκε. Μετάλ διαθεσιμότητας 100 ωρών ετησίως πάνω από το 35ωρο όταν το απαιτούσε η αγορά, με παραίτηση από το επίδομα διακοπών και από αυξήσεις. Το ίδιο έγινε στο ναυπηγείο της HDW των 3.200 εργατών στο Κίελο για 276 ώρες ετησίως, στη ΜΑΝ, στην AEG, στη Μίλε και αλλού. Παράλληλα, χιλιάδες εργάτες κάνουν δυο δουλειές για να ζήσουν. Αυτό ισχύει κυρίως στη Γαλλία, όπου η εφαρμογή του 35ωρου ήταν το έναυσμα για γενίκευση της ελαστικής εργασίας, που οδηγούσε ακόμη και σε 50ωρα, ενώ όσοι αναγκάζονταν να κάνουν δυο δουλειές έφταναν και τις 60 ή ακόμη και περισσότερες ώρες εργασίας! Έτσι για εκατομμύρια εργαζόμενους η εμμονή σε ένα αδειανό «κεκτημένο 35ωρο» δεν σήμαινε τίποτε απολύτως.

Ωστόσο, η συμφωνία της Ζίμενς έγινε το σύνθημα για γενική επίθεση. Στον κατασκευαστικό κλάδο των 800.000 εργατών οι εργοδότες απαιτούν αύξηση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από τις 39 στις 42 ώρες. Στους σιδηρόδρομους των 150.000, από τις 38 στις 40 ώρες. Ακόμη και στις δημόσιες υπηρεσίες οι διευθυντές απαιτούν αύξηση του χρόνου εργασίας μέχρι τις 42 ώρες εβδομαδιαίως.

Ο δεύτερος παράγοντας που οδήγησε στο συμβιβασμό τους εργαζόμενους είναι ότι σύσσωμη η γερμανική πολιτική ηγεσία είναι εναντίον τους. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μάλιστα όχι μόνο δεν είναι υπέρ των συνδικάτων, αλλά βρίσκεται στην κυβέρνηση και είναι η αιχμή του δόρατος. «Μια απολύτως σωστή απόφαση», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Κλέμεντ για τη συνθηκολόγηση στη Ζίμενς. «Η 35ωρη εβδομάδα ως γερμανικός ιδιαίτερος δρόμος τελείωσε», πανηγύρισε ο βαυαρός δεξιός πρόεδρος Έντμουντ Στόιμπερ. Ο Φίσερ υποστηρίζει ότι με τα μέτρα αυτά «θα γίνουμε η πρώτη γενιά που θα εφαρμόσει Πρόγραμμα Ανοικοδόμησης της Γερμανίας χωρίς να προερχόμαστε από έναν πόλεμο». Οι Φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τα μέτρα, ενώ το αριστερό ΚΟΔΗΣΟ που αντιτίθεται έχει ελάχιστη επιρροή στα συνδικάτα των δυτικών κρατιδίων.

Ο κυριότερος παράγοντας για τη συνθηκολόγηση των συνδικάτων είναι ο ιδεολογικός αφοπλισμός τους, απόρροια της ενσωμάτωσης ή της υποταγής των πολιτικών κομμάτων που τα στήριζαν ή τα στηρίζουν, με καταλυτικές συνέπειες για τη μαχητικότητα των συνδικάτων. Ακόμη και το ΚΟΔΗΣΟ έχει αποδεχτεί στο πρόγραμμά του την αγορά, το κέρδος και την ανταγωνιστικότητα. Η ρεφορμιστική Αριστερά, ακόμη και μεγάλα τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τόσο στη Γερμανία όσο και στη Γαλλία, έχουν αποδεχτεί εν μέρει την αστική θεωρία της «παγκοσμιοποίησης», με συνθήματα όπως το «παγκοσμιοποιείστε την αντίσταση», έχουν εγκολπωθεί τις θεωρίες περί «τέλους του έθνους-κράτους» και περί «κατάργησης των συνόρων». Το αποτέλεσμα είναι να μην προβάλλουν καμία αντίσταση στην ασύδοτη έξοδο κεφαλαίων και εξοπλισμού σε άλλες χώρες, να μην απαιτούν έλεγχο και δραστικά μέτρα εναντίον της φυγής επιχειρήσεων και κεφαλαίων. Επηρεασμένοι από τις θεωρίες περί «εικονικού κεφαλαίου» το μόνο που κάνουν ορισμένοι (όπως η ΑΤΤΑC και άλλοι) είναι να ζητούν την επιβολή του φόρου Τόμπιν, ενώ οι εργοδότες απειλούν με κλεισίματα εντελώς υπαρκτών εργοστασίων. Φοβούμενοι μήπως χαρακτηριστούν «κρατικιστές», αριστεροί όλων των αποχρώσεων (με εξαίρεση τη Λαγκιγιέ και τη γαλλική Εργατική Πάλη) αρνούνται να θέσουν αιτήματα όπως η υποχρεωτική απαλλοτρίωση και κρατικοποίηση επιχειρήσεων που χρεοκοπούν ή απειλούν με φυγή, για να συνεχίσουν να δουλεύουν οι εργαζόμενοι. Φυσικά, ούτε σκέψη για αιτήματα όπως ο εργατικός έλεγχος. Το ίδιο έγινε και εδώ με τη Σίσερ Πάλκο και τώρα με το Λαναρά στη Νάουσα και τον Έβρο. Στόχος των εργοδοτών, τόσο με τη μείωση όσο και με την αύξηση των ωρών εργασίας, είναι η ελαστικότητα της εργασίας και η μείωση των μισθών: Μοντέλο Ζίμενς (έξι μέρες εργασίας/τρεις βάρδιες) όταν η επιχείρηση είναι σε άνοδο, μοντέλο Φολκσβάγκεν (τέσσερις μέρες/δυο βάρδιες) όταν είναι σε κρίση. Γι’ αυτό και οι εργοδότες δεν ζητούν γενική νομοθετική ρύθμιση του χρόνου εργασίας.

 

Διεθνής και εθνική διάσπαση των εργαζομένων

 

H πολιτική και ιδεολογική επίθεση κάτω από το σύνθημα του «αντιτρομοκρατικού πολέμου» των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και η ανοχή του από τους εργαζόμενους σε αυτές οδηγεί στην παραπέρα μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης των καταπιεσμένων εθνών, που με τη σειρά της σπρώχνει σε μείωση της αξίας της πιο σύνθετης εργατικής δύναμης στις αναπτυγμένες χώρες. Τα φτηνά μεροκάματα στην κλωστοϋφαντουργία της Αιγύπτου, του Πακιστάν και της Ινδίας οδηγούν σε κλείσιμο των εργοστασίων στην Ελλάδα, όπως και αυτά των οικιακών συσκευών σε Μαλαισία, Φιλιππίνες κ.α. πιέζουν τα εργοστάσια στη Γαλλία και τη Γερμανία. Αντί για πολιτική στήριξη του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα στα καταπιεζόμενα έθνη, με σύμβολα την Παλαιστίνη και το Ιράκ, οι εργαζόμενοι στη «Δύση» τελικά πέφτουν θύματα της διάσπασης με τις αναλύσεις περί «αυτοκρατοριών».

Η γερμανική ελίτ υποστηρίζει τώρα την καινοφανή θεωρία ότι ο μειωμένος χρόνος εργασίας ευθύνεται για την αύξηση της ανεργίας! Το σύνθημα - επιχείρημα της εργατικής πολιτικής οικονομίας «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους» και η «αρχή της αλληλεγγύης» παρουσιάζονται ως εχθροί των ανέργων και των συνταξιούχων. Επιστρατεύεται ένα τρικ: από το 1993, λένε οι αστοί οικονομολόγοι, ο ετήσιος συνολικός χρόνος εργασίας στη Γερμανία μειώθηκε από τις 59 εκ. εργατοώρες στις 55,3 και παράλληλα η ανεργία παραμένει στο 9,7%. Ενώ στις ΗΠΑ ο ετήσιος αριθμός εργατοωρών αυξήθηκε την ίδια περίοδο από τις 212 στις 245 εκ. Η ανεργία εκεί είναι 6%. Αποσιωπούν σκόπιμα ότι η μείωση του χρόνου εργασίας στη Γερμανία μετά το 1993 προήλθε με πρωτοβουλία της Φολκσβάγκεν (28,8 ώρες/4μέρες την εβδομάδα) με μείωση των αποδοχών! Δεύτερο, αποσιωπούν το ρόλο της πολιτικής απόφασης για «σκληρό ευρώ» έναντι του δολαρίου στην άνοδο της ανεργίας. Τρίτο, αποσιωπούν τη σημασία της πολιτικής απόφασής τους για διεύρυνση της ΕΕ χωρίς προϋποθέσεις σύγκλισης των μισθών.

Άνεργοι εναντίον εχόντων απασχόληση, συμβασιούχοι εναντίον μονίμων, ιδιωτικοί εναντίον δημοσίων, «νέα γενιά» εναντίον «παλιάς», άνεργοι εναντίον συνταξιούχων και συνταξιούχοι εναντίον εργαζομένων είναι η τακτική κεφαλαίου και κυβερνήσεων, η οποία πατά πάνω στην αντικειμενική πραγματικότητα των νέων εργασιακών σχέσεων. Η αστική «αρχή της διάσπασης» εναντίον της εργατικής «αρχής της αλληλεγγύης». Η πρώτη διεισδύει στις οργανώσεις της εργατικής τάξης επιβάλλοντας τον πολιτισμό της διάσπασης που παρατηρείται σε συνδικάτα και αριστερά κόμματα σε όλη την Ευρώπη και στη χώρα μας. Το 1984 στη Γερμανία νίκησε η εργατική «αρχή της αλληλεγγύης». Το 2004 νικά η αστική «αρχή της διάσπασης».

 

Από το ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί

 

07/08/2004