Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

 Επικοινωνία

  Κατασκευή: W.D.G  

Ανάλυση οθόνης 800Χ600   

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

  Καθημερινή ανανέωση.                                         Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                 

 

Θέμα

Εργατικά Αγροτικά

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

   

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ.  6946205678

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Του συνεργάτη μας Γιώργου Χλωρού. Δημοσιεύεται και στη ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ που κυκλοφορεί.

Στην πορεία για το 9ο Συνέδριο του EEK

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Βρισκόμαστε λίγες μέρες μετά το φαινομενικά άδοξο κλείσιμο του πρώτου γύρου των κινητοποιήσεων των βαμβακοπαραγωγών (και μερίδας άλλων αγροτών), που κλείνει με έναν προσωρινό συμβιβασμό μεταξύ κυβέρνησης και αγροτοσυνδικαλιστών χωρίς να λύνει το πρόβλημα.

Σε αυτό συνετέλεσε, τόσο η συμβιβαστική γραμμή των δεξιών αγροτοσυνδικαλιστών, όσο και η ανυπαρξία (λόγω οριστικής διάλυσης) των συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ (καθώς τόσα χρόνια κρατικοδίαιτου “συνδικαλισμού” έχουν παίξει τον ρόλο τους), αλλά και η αδυναμία των συνδικαλιστών του ΚΚΕ να κινητοποιήσουν κάποιο ικανό αριθμό δυνάμεων, τέτοιον, που να συνεχίσουν έστω και μόνοι τους τον αγώνα. Και εάν η κυβέρνηση δείχνει να βγαίνει προσωρινά, έξω από την δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, το ίδιο δεν συμβαίνει με τους αγρότες. Παράλληλα, για άλλη μια φορά, ξέσπασε μία συζήτηση για τον χαρακτήρα και τη φύση της αγροτικής οικονομίας στην Ελλάδα. Πιστεύουμε ότι, πηγαίνοντας στο συνέδριό του, το ΕΕΚ, πρέπει άμεσα να επεξεργαστεί μια ανάλυση για το αγροτικό ζήτημα, έτσι όπως διαμορφώνεται στη σύγχρονη εποχή κρίσης και σήψης του συστήματος, σε εθνικό και διεθνές πλαίσιο. Το παρόν κείμενο, φιλοδοξεί να δώσει το έναυσμα για έναν πρώτο προβληματισμό, που είτε λείπει στις γραμμές μας, είτε περιορίζεται στην ενασχόληση με την τρέχουσα επικαιρότητα και που έτσι έχει έναν αποσπασματικό χαρακτήρα.

 

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Βρισκόμαστε λίγες μέρες μετά το φαινομενικά άδοξο κλείσιμο του πρώτου γύρου των κινητοποιήσεων των βαμβακοπαραγωγών (και μερίδας άλλων αγροτών), που κλείνει με έναν προσωρινό συμβιβασμό μεταξύ κυβέρνησης και αγροτοσυνδικαλιστών χωρίς να λύνει το πρόβλημα.

 Σε αυτό συνετέλεσε, τόσο η συμβιβαστική γραμμή των δεξιών αγροτοσυνδικαλιστών, όσο και η ανυπαρξία (λόγω οριστικής διάλυσης) των συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ (καθώς τόσα χρόνια κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού έχουν παίξει τον ρόλο τους), αλλά και η αδυναμία των συνδικαλιστών του ΚΚΕ να κινητοποιήσουν κάποιο ικανό αριθμό δυνάμεων, τέτοιον, που να συνεχίσουν έστω και μόνοι τους τον αγώνακαθώς

Η ιστορικά διαμορφωμένη δομή της αγροτικής οικονομίας στη χώρα, στηρίζεται, στην ευρεία διασπορά της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας γης. Η ιστορική καθυστέρηση της ανάπτυξης του καπιταλισμού και του ξεπεράσματος της φεουδαρχίας (ασιατικού τύπου παραγωγής, στη φάση της Βυζαντινής και μετέπειτα Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώθηκε η καπιταλιστική οικονομία στο χωριό. Σε αντίθεση με τις Δυτικο-Ευρωπαϊκές οικονομίες που η εκβιομηχάνιση έγινε εφικτή όταν οι απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι από “κολλίγοι” έγιναν φτηνοί προλετάριοι των πόλεων, στην Ελλάδα η αδυναμία ισχυρής συγκέντρωσης κεφαλαίου στην ηπειρωτική ενδοχώρα δημιούργησε ένα κενό εξουσίας στην ύπαιθρο που προσπάθησε να καλύψει από τη μια μεριά  η εκκλησία (που ήταν, είναι και θα είναι όσο υπάρχει καπιταλισμός στη χώρα) ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας, και από την άλλη μέσω των διαδοχικών μεταρρυθμίσεων (με τελευταία αυτή του 1922) η ανάδυση της μικρής ιδιοκτησίας της γης: Οι πρώην “κολλίγοι” έγιναν ελεύθεροι μικρο-καλλιεργητές γης, αντάλλαξαν τη δουλεία τους από τον αφέντη, με την εξάρτησή τους από την Αγροτική Τράπεζα. Ο καπιταλισμός δεν έλυσε αλλά διαμόρφωσε με τους δικούς του όρους, το άλυτο αγροτικό πρόβλημα, στη λογική ανάπτυξης, μίας οικονομίας που στηρίζονταν στην μικρή ιδιοκτησία. Ταυτόχρονα, με την εμφάνιση του κράτους πρόνοιας και του εθνικού σχεδιασμού, την δεκαετία ‘30, οργανώθηκαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί μικρο-ιδιοκητών με σκοπό να αναλάβουν το μάζεμα και την πώληση των αγροτικών προϊόντων, αφού δεν υπήρχε μια δυνατή αστική κεφαλαιοκρατική τάξη στο χωριό για να το κάνει αυτό. Οι συνεταιρισμοί ήταν το υποκατάστατό της, αναλαμβάνοντας (σαν συλλογικός καπιταλιστής) τη διάθεση των προϊόντων στις πόλεις, μέσα από ένα κύκλωμα μεσαζόντων και χοντρεμπόρων, αλλά και τη διάθεση των προϊόντων για βιομηχανική επεξεργασία. Σε αρκετές περιπτώσεις έφτιαξαν από μόνοι τους και τέτοιες μονάδες βιομηχανικής επεξεργασίας. Βάση αυτού του μοντέλου, ήταν αρχικά στην δεκαετία του ‘30, ο εθνικός προστατευτισμός (συνέπεια της παγκόσμιας κρίσης του 1929) και μετά τον πόλεμο, η παγκόσμια μεταπολεμική άνθιση μέσω των συμφωνιών του Μπρέττον Γουντς σε οικονομικό επίπεδο, και μέσω της ανάσχεσης της κοινωνικής επανάστασης (δηλαδή της καταστροφής της ατομικής ιδιοκτησίας) με τις συμφωνίες της Γιάλτας που στηρίχτηκαν στην πολιτική υποχωρητικότητα του σταλινισμού, σε πολιτικό επίπεδο.

Η ήττα της ΕΑΜΙΚΗΣ επανάστασης του 1941-49 διαμόρφωσε μία νέα εικόνα στην ύπαιθρο. Ενώ η αγροτική επαρχία ήταν η βάση του “Πολέμου των χωρικών” και τα αντίποινα του κράτους της Δεξιάς ιδιαίτερα εκτεταμένα σε αυτήν, ο ξεκληρισμός πολλών μικρών αγροτών δεν οδήγησε στην προλεταριοποίησή τους στο χωριό, αλλά στην πόλη, είτε αυτή ήταν η υδροκέφαλη Αθήνα, είτε οι πόλεις του εξωτερικού με το φαινόμενο της μετανάστευσης. Αν στη δεκαετία του ‘30 η σχέση μεταξύ αγροτικού πληθυσμού προς τον αστικό πληθυσμό είναι 2/3 προς 1/3, (κάτι που έκανε τους φωστήρες της σταλινικής 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ το 1934, να ανακαλύπτουν φεουδαρχικά κατάλοιπα στην χώρα και ενδιάμεσα δημοκρατικά στάδια στην επανάσταση), αυτή η σχέση μετατρέπεται στο αντίθετό της στις δεκαετίες ‘50 και ‘60.

Κανείς ξεκληρισμένος γεωργός (για λόγους πολιτικούς ή οικονομικούς) δεν κάθεται στο χωριό για να γίνει εργάτης γης. Προτιμάει να φύγει στις πόλεις και να γίνει προλετάριος ή να σπουδάσει και να κάνει ένα άλλο επάγγελμα. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, διατηρεί έναν οικογενειακό δεσμό με το χωριό του και συνεχίζει να είναι φορέας “μικροαστικών” αντιλήψεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απογραφή του 1991, την τελευταία πριν το εισερχόμενο μεταναστευτικό ρεύμα, στο συνολικό 18% που δηλώνουν αγρότες σαν κύριο επάγγελμα, αντιστοιχεί ένα μεγαλύτερο 40% που αν και έχουν άλλη ως κύρια απασχόληση εντούτοις είναι ιδιοκτήτες αγροτικής γης και από αυτό το 18%, μόλις ένα ποσοστό του, της τάξης του 2,5% του συνολικού αγροτικού πληθυσμού (δηλαδή 0,45% του συνολικού πληθυσμού της χώρας), δηλώνουν εργάτες γης. Και αυτοί, είναι ιδιαίτερες ομάδες εθνοτικές, όπως η μειονότητα της Θράκης (όπου ένα ρατσιστικό καθεστώς τύπου απαρχάιντ τους εμποδίζει να μεταβιβάσουν κληρονομικά την μικρή τους ιδιοκτησία ή να μεταναστεύσουν χωρίς να χάσουν την υπηκοότητά τους) και ορισμένες ομάδες Τσιγγάνων κυρίως στην Πελοπόννησο. Ο νέος της επαρχίας την δεκαετία του ‘50 και του ‘60 φεύγει από το χωριό (όπου νιώθει “κύρης” του βίου του –που είναι μια μικρή ιδιοκτησία γης καθώς δεν μπορεί να την χωρίσει με τους συν-κληρονόμους του) και προτιμάει ‘να χαθεί η ντροπή του’ να δουλεύει σ’ άλλον, στην απρόσωπη μεγαλούπολη. Αποτελεί ταυτόχρονα την βάση της τρίτης φάσης της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα, όσο και το κοινωνικό υποκείμενο που ριζοσπαστικοποιεί την κοινωνία, στον αγώνα για “Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία”, που δημιουργεί στον πολιτικό ριζοσπαστικό του αντιδικτατορικού αγώνα και της μεταπολίτευσης. Κομμάτι όντας ενός ευρύτερου διεθνούς κινήματος από τον Γαλλικό Μάη κ.λ.π. που στηρίζεται στην μεταπολεμική άνθηση στη βάση του Μπρέττον Γουντς. Είναι αντίθετα, η κρίση που παγκοσμίως εμφανίζεται από το 1971 και μετά διεθνώς, αυτή που ξαναθέτει επί τάπητος το άλυτο αγροτικό πρόβλημα και στην Ελλάδα. Όχι ως άλυτο πρόβλημα της λειψής και στρεβλής καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά ως εκδήλωση πια της διεθνοποιημένης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, μαζί και του ελληνικού, όπως διαμεσολαβείται στον αγροτικό τομέα.

 

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΟΚ

Η επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να προσδεθεί στο άρμα του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού το 1980 με την είσοδο στην ΕΟΚ προπομπό της Ε.Ε. διαμορφώνει ένα αντιφατικό νέο πεδίο κοινωνικών αντιπαραθέσεων, καθώς συμπίπτει ιστορικά και με την καθυστερημένη επέκταση του κράτους πρόνοιας. Η ΕΟΚ/Ε.Ε. πιέζει για την απελευθέρωση και της αγροτικής οικονομίας μέσα από την σταδιακή συρρίκνωση του κρατικού προστατευτισμού και επιδοτεί την αναδιάρθρωση της παραγωγής σε ανταγωνιστικά προϊόντα. Μέσα στο δίπολο, από τη μια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και από την άλλη της ανάδυσης του παγκόσμιου εμπορικού ανταγωνισμού (κυρίως Ευρώπης-Αμερικής), εμφανίζεται και η καθυστερημένη ηχώ της επέκτασης του κράτους πρόνοιας που καθυστερεί την κοινωνική έκρηξη καθώς αντιροπίζει και αναβάλει πολλές από τις αιχμηρές κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης. Έτσι οι επιδοτήσεις κατευθύνονται όχι στην αλλαγή της παραγωγής αλλά στην επιδότηση των προβληματικών προϊόντων που εντωμεταξύ έχουν οδηγήσει σε χρεοκοπία τους περισσότερους συνεταιρισμούς. Οι ίδιοι οι συνεταιρισμοί είναι οι διαμεσολαβητές μεταξύ Αγοράς-Τράπεζας και μικρών ιδιοκτητών γης. Έτσι ενώ αναπτύσσεται η υπερχρέωση των συνεταιρισμών και των μικρών-ιδιοκτητών, καμία σοβαρή αναδιάρθρωση της παραγωγής στο χωριό δεν προχωράει. Ταυτόχρονα αναδύεται ένα νέο ρεύμα νεόπλουτων αγροτών που είναι δεμένο χέρι χέρι με την ελίτ των συνεταιρισμών και λυμαίνονται την περιουσία τους. Ωστόσο και αυτή η νέα αστική τάξη του χωριού είναι κρατικοδίαιτη και στηρίζεται στους κρατικά επιδοτούμενους συνεταιρισμούς. Ταυτόχρονα με αυτό, η εφήμερη, λειψή και αλήστου μνήμης “αποκέντρωση” του ΠΑΣΟΚ ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της, εισαγάγει κάποια ψήγματα κράτους πρόνοιας στα χωριά και επιβραδύνει την οριστική κατάρρευση της αγροτικής οικονομίας. Η επέκταση κάποιων υποτυπωδών μορφών πρωτοβάθμιας υγείας, και εκπαίδευσης αναβάλει για αργότερα την κατάρρευση, και ανακόπτει την αστυφιλία.

 

ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

Η καμπή στην δεκαετία του ‘90 με την στροφή στον νεοφιλελευθερισμό παγκοσμίως είναι η αιτία για τα τωρινά προβλήματα της αγροτικής υπαίθρου. Η απελευθέρωση των αγορών σηματοδοτεί το τέλος του κρατικού εθνικού προστατευτισμού των αγροτικών προϊόντων. Ο εμπορικός ανταγωνισμός μεταξύ Αμερικής-Ευρώπης επιβάλλει σε ολόκληρες περιοχές ή και χώρες συνολικά μια υποχρεωτική αγρανάπαυση. Το τέλος του κρατικού παρεμβατισμού με την σειρά του σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής των επιδοτήσεων. Η στροφή σε ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια τόσο των τραπεζών (κρατικών και μη) όσο και των συνεταιρισμών, απελευθερώνουν τους νόμους της προσφοράς και ζήτησης χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση, ενώ κάνουν άμεσα απαιτητά τα χρέη, ατομικά, οικιακά, συνεταιριστικά ή και τραπεζικά.

Η αδυναμία των πιο μικρών καλλιεργητών γης να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό έναντι των μεγάλων οξύνει την αντίθεση μεταξύ μικρής και μεγάλης ιδιοκτησίας γης. Ιδιαίτερα όταν η τελευταία κυρίως έχει την ικανότητα να αντλήσει και μεγάλα ποσοστά υπεραξίας από το φρέσκο στρώμα των εργατών γης που εισρέουν στην χώρα στην δεκαετία του ‘90: Έτσι, ενώ η απογραφή του 1991 εμφάνιζε κάπου 40.000 εργάτες γης, αυτή του 2001 εκτοξεύει το νούμερο στις 220.000 (μετανάστες στην πλειοψηφία τους), και αυτό είναι το νούμερο μόνο των νόμιμα δηλωθέντων  ως-τέτοιων.

Αυτό το στοιχείο διαλύει και τον μύθο της σταλινικής ανάλυσης περί “φτωχο-μεσαίας” αγροτιάς καθώς διασπάει οριστικά τους αγρότες, που έτσι ή αλλιώς ουδέποτε ήταν μια ενιαία τάξη. Μία σειρά από άλλα μέτρα κάνουν το ξεκλήρισμα της μικρής ιδιοκτησίας να παίρνει την μορφή …οικονομικής γενοκτονίας.

Η καθιέρωση του αγροτικού μητρώου, ουσιαστικά φακέλωσε τις ιδιοκτησίες γης έτσι ώστε οι εργαζόμενοι των πόλεων, που είχαν και κάποιον αγροτικό κλήρο, να χάσουν το δικαίωμα της όποιας επιδότησης ή και μικρής οικιακής παραγωγής που τους έδινε μία τόνωση στο πενιχρό τους εισόδημα. Η εφαρμογή του Κτηματολογίου κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση και αν διακόπηκε προσωρινά, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την διασπάθιση του σχετικού κονδυλίου, όσο με την αναγνώριση του γεγονότος ότι ο αγροτικός χάρτης αλλάζει τόσο ριζικά τώρα ώστε να είναι προτιμότερο να περιμένουν λίγα χρόνια ακόμη, όταν αυτή η διαδικασία θα έχει ολοκληρωθεί, για να καταγράψουν αργότερα τις συνέπειές της.

Με το σχέδιο Καποδίστριας, κατέρρευσαν και τα λίγα ψήγματα κοινωνικής πολιτικής στο χωριό καθώς τα αγροτικά ιατρεία συγχωνεύονται στα περιφερειακά κέντρα υγείας, ενώ τα μονοθέσια σχολεία συγχωνεύονται σε τριθέσια, και τα τοπικά κοινοτικά γραφεία συστεγάζονται πια ως τμήμα στο μητροπολιτικό δημοτικό κατάστημα. Ταυτόχρονα οι μεγάλες επιχειρήσεις μεταποίησης αγροτικών πρώτων υλών, είτε μεταφέρονται στην βαλκανική ενδοχώρα του ελληνικού κεφαλαίου, όπως στην περίπτωση των κλωστοϋφαντουργείων, συμπαρασύροντας την παραγωγή ορισμένων προϊόντων (όπως το βαμβάκι) είτε νιώθουν αρκετά δυνατές για να εξαγοράσουν τους υπερχρεωμένους συνεταιρισμούς καθετοποιώντας στους μικρούς παραγωγούς να πουλήσουν την παραγωγή τους ή και την ίδια την γη τους για ένα πιάτο ψωμί. Ήρθε τέλος και το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου να απομυζήσει και την τελευταία ικμάδα συσσωρευμένου κεφαλαίου των μικρών ιδιοκτητών γης που έγιναν θυσία στον βωμό του μεγάλου κεφαλαίου. Η ίδια η στροφή των αγροτών στις χρηματιστηριακές παρατράπεζες περισσότερο και από τις πόλεις, ήταν η απεγνωσμένη προσπάθειά τους να βρουν μια διέξοδο στα αδιέξοδα της καπιταλιστικής κρίσης. Με την σειρά της η χρηματιστηριακή κατάρρευση επιταχύνει αυτή την κρίση.

Η εισαγωγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιταχύνει και απογειώνει και κάθε άλλη παθογένεια του καπιταλισμού στην κατεύθυνση της μεγιστοποίησης του κέρδους. Αν ο μικρός καλλιεργητής αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσει κάθε λογής χημικό φυτοφάρμακο, να υπερ-αντλήσει τον φτωχό υδροφόρο ορίζοντα και να προκαλέσει μεγάλες οικολογικές καταστροφές στο τοπικό οικοσύστημα, παράγοντας και κακής ποιότητας προϊόντα, επικίνδυνα για την υγεία, με σκοπό να πληρώσει το χρέος του στην τράπεζα, ο μεγαλο-γαιοκτήμονας καπιταλιστικής, η φάμπρικα που επεξεργάζεται βιομηχανικά τα αγροτικά προϊόντα είναι ακόμη πιο αδίστακτοι: εισαγωγή μεταλλαγμένων σπόρων, διοξίνες, συντηρητικά κ.λπ. Όλα τα επιτεύγματα της επιστήμης όχι στην υπηρεσία της ανθρώπινης υγείας αλλά στην υπηρεσία του κέρδους. Ένας οικολογικός Αρμαγεδδών απειλεί την ζωή και την υγεία μας, διαταράσσοντας καίρια την τροφική μας αλυσίδα.

Στην απογραφή του 2001 το ποσοστό αυτών που δηλώνουν το αγροτικό επάγγελμα ως αποκλειστικό, έχει μειωθεί από το 10% στο 9%, ενώ το ποσοστό της αγροτικής παραγωγής έχει πέσει στο 6,8% του ΑΕΠ, είναι δηλαδή και ελλειματικό. Ταυτόχρονα τα αδιάθετα αγροτικά προϊόντα δεν βρίσκουν ικανοποιητική τιμή πώλησης και σαπίζουν στις αποθήκες ή θάβονται στις χωματερές. Συρρίκνωση και πτώχευση των μικρών αγροτών, ανάπτυξη μιας νέας αστικής τάξης στο χωριό, ανάπτυξη ενός νέου προλεταριάτου μεταναστών εργατών γης, καταστροφή αδιάθετων αγροτικών προϊόντων που σαπίζουν στις αποθήκες όταν υπάρχει τόση φτώχεια και ταυτόχρονα κατακόρυφη αύξηση των τιμών στις λαϊκές αγορές και τα σούπερ-μάρκετς. Τι άλλο παρά κρίση είναι αυτό; Και πως μπορούν να μην την βλέπουν οι απολογητές του συστήματος που πάντα βλέπουν τις αιώνιες δυνατότητες του καπιταλισμού να ξεπερνάει τις κρίσεις του;

 

ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Αυτή η ζοφερή κατάσταση αποτέλεσε την βάση των αγροτικών κινητοποιήσεων των αγροτών τα τελευταία χρόνια. Από την εξέγερση των αγροτών στο Ηράκλειο το 1991 και την Αχαΐα το 1992, από τη μάχη των τρακτέρ στο Θεσσαλικό κάμπο τον χειμώνα του 1996-97, από την αγροτική εξέγερση του 1999, τις συνεχόμενες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις των ψαράδων (που αντιμετωπίζουν και αυτοί τα ίδια προβλήματα με τους αγρότες μαζί με το σαφάρι της εφορίας) ,μέχρι την τωρινή κινητοποίηση που προσωρινά εκτονώνεται. Η οξύτητα του κοινωνικού οδηγεί αναπόφευκτα σε νέες αναζητήσεις στο πολιτικό. Ποιά είναι όμως η πολιτική συνείδηση των αγροτών;

Η διευρυμένη βάση της μικρής ιδιοκτησίας αποτελούσε παλαιότερα τη βάση τόσο τάσεων κοινωνικού ριζοσπαστισμού, όπου εκφράζονταν ιστορικά στην δεκαετία του ‘30 τόσο με την υποστήριξη της αριστεράς, όσο και με την εμφάνιση των βραχύβιων μικρο-αστικών αγροτικών κομμάτων, αλλά ταυτόχρονα και μία βάση συντηρητισμού και υπεράσπισης της ατομικής ιδιοκτησίας. Η αγροτική λαοθάλασσα των μικρο-ιδιοκτητών αποτέλεσαν ιστορικά τόσο τη βάση της κοινωνικής επανάστασης του 1941-49 (υπό την επιρροή των στελεχών εργατικής προέλευσης του ΚΚΕ-ΕΑΜ που κυνηγημένα από την πόλη κατέφυγαν στο χωριό), όσο και τη βάση του συντηρητισμού και σταθεροποίησης του αστικού καθεστώτος, όταν η πόλη ηττήθηκε στα Δεκεμβριανά, εξαιτίας της σταλινικής πολιτικής. Ο καπιταλισμός επικράτησε αλλά δεν έλυσε το άλυτο αγροτικό ζήτημα. Οι μικρο-ιδιοκτήτες γης είτε στο χωριό, είτε στη δυναμική μετακίνησή τους στην πόλη (με το άνοιγμα των δημόσιων πανεπιστημίων, σχολείων, ιατρείων, εργοστασίων, και έργων υποδομής) αποτέλεσαν εκ νέου, έναν κοινωνικό φορέα πολιτικού ριζοσπαστισμού. Αυτός οφείλονταν κατ’ αρχήν στην προλεταριοποίησή τους στην πόλη και στην αμφίδρομη αλληλεπίδραση με το χωριό, το ριζοσπαστικοποίησαν και αυτό. Ωστόσο η επιβίωση μικρο-αστικών δομών (σε πόλεις και χωριά) έμπαινε ταυτόχρονα και ως ανάχωμα στην εμβάθυνση αυτού του ριζοσπαστισμού. Φυσικά εδώ, το κρίσιμο ρόλο έπαιζε η πολιτική διαμεσολάβηση αρχικά του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτ., που χαρίστηκε στις μικρο-αστικές αυταπάτες και τις καλλιέργησε εκ νέου. Αυτές κορυφώθηκαν με την ανάπτυξη ενός νέου κόμματος αστικού, που τις ενσωμάτωνε διευρύνοντάς τις σε μέγιστο βαθμό, του ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ με την θολή πολιτική πλατφόρμα των “μη-προνομιούχων” επιχείρησε να ενσωματώσει τον ριζοσπαστισμό των εργατών (που δεν είχαν ιδιοκτησία) με αυτόν των μικρο-ιδιοκτητών (που είχαν μια μικρή ιδιοκτησία έστω και υπό προθεσμία καθώς η κρίση την απειλούσε) και όλων μαζί με τον σεβασμό στην ατομική ιδιοκτησία, δηλαδή στην κατεύθυνση της κοινωνικής ηγεμονίας του μεγάλου κεφαλαίου στην πόλη (ή και το χωριό). Η σταλινική ανάλυση περί “φτωχομεσαίας αγροτιάς”, εμπόδισε την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση και την διάκριση μεταξύ μικρών και μεγάλων αγροτών και επιπλέον δέσμια των ενδιάμεσων σταδίων  “αστικο-δημοκρατικής επανάστασης” στην οποία συνολικά τσουβάλιασε εργάτες και αγρότες (ως ενιαία κοινωνική ομάδα) και λοιπούς μικρο-αστούς, και συνεπώς δεν κατάφερε να κερδίσει πολιτικά την ηγεμονία, τελικά ούτε στα φτωχότερα αγροτικά στρώματα, καθώς αυτά έβλεπαν να παίζει αυτόν τον ρόλο πιο αξιόπιστα το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ. Με την σειρά του το ΠΑΣΟΚ εκμεταλλευόμενο τις κοινοτικές επιδοτήσεις, έστρεψε αυτόν τον κόσμο δεξιότερα και ταυτόχρονα πίεσε την κοινωνική βάση της αριστεράς στα χωριά στην αποδοχή ενός πιο διαλλακτικού έναντι της Ε.Ε. δρόμου. Η κατάρρευση της πολιτικής ηγεμονίας του ΠΑΣΟΚ στην ύπαιθρο, εξαιτίας της κρίσης της ίδιας της Ε.Ε. και του καπιταλιστικού συστήματος δεν οδήγησε σε μια αυτόματη μετατόπιση των αγροτικών στρωμάτων στα αριστερά καθώς την ίδια στιγμή οι αγροτοσυνδικαλιστές του ΚΚΕ στον Θεσσαλικό κάμπο, την Μακεδονία και την Λέσβο, όπου είχαν μία αξιόλογη δύναμη, με την πολιτική συμμαχιών που επέλεγαν και τους συμβιβασμούς που έκαναν, οδήγησαν τον κόσμο σε άλλες κατευθύνσεις.

Όταν τα ΜΑΤ του ΠΑΣΟΚ ξεφούσκωναν τα λάστιχα των τρακτέρ, οι αγρότες “ξεφούσκωσαν” το ΠΑΣΟΚ σαν κόμμα καθώς είναι πανθομολογούμενο ότι η πτώση του κόμματος αυτού οφείλεται στην ύπαιθρο. Όμως η πολιτική συμμαχιών του ΚΚΕ με την ΝΔ και το …μοίρασμα λουλουδιών στα βουλκανιζατέρ των ΜΑΤ, από την μια οδήγησαν στην νομιμοποίηση της Δεξιάς (που κέρδισε έδαφος κατά κράτος σε κάμπο, Μακεδονία αλλά ακόμη και στην πάλαι ποτέ κόκκινη Λέσβο) και από την άλλη απομάκρυναν τον κόσμο από το ΚΚΕ. Το σταλινικό κόμμα πληρώνει με αυτόν τον τρόπο την πολιτική του, που είναι πολιτική συμμαχιών της μικρής με την μεγάλη ιδιοκτησία. Αλλά το αντίδοτο δεν μπορεί να είναι η πολιτική υπεράσπισης της μικρής ιδιοκτησίας. Μια σύγχρονη επαναστατική αριστερά στο χωριό δεν μπορεί να μιλάει με απαρχαιωμένη ρητορεία της δεκαετία του ‘30 που όπως σημειώσαμε και παραπάνω και τότε ήταν λάθος. Η μικρή ιδιοκτησία στο χωριό σβήνει με ραγδαίους ρυθμούς και η μικρο-αστική τάξη των αγροτών το ίδιο, μέσα σε συνθήκες κρίσης και σήψης του συστήματος. Από την άλλη αυτή η κρίση δεν θα μπορέσει να οδηγήσει σε ολοκληρωτική αντικατάσταση της παραγωγικής επάρκειας των αγροτικών προϊόντων από το μεγάλο κεφάλαιο. Η παραδοσιακή αγροτική παραγωγή καταστρέφεται και την ίδια στιγμή η νέα μεγάλη κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν μπορεί να την αντικαταστήσει εξολοκλήρου. Μία σειρά περιοχές της υπαίθρου ερημώνουν εκ νέου ενώ το εμπορικό έλλειμμα στα αγροτικά προϊόντα μεγαλώνει εκ νέου. Παράλληλα ένα νέο προλεταριάτο εργατών γης ζητάει τα δικαιώματά του δειλά-δειλά. Η επαναστατική αριστερά μπορεί να μιλήσει πιο αποφασιστικά για την ανάγκη ενός νέου κολλεκτιβίστικου τρόπου παραγωγής. Δεν είναι αναγκαίο σώνει και καλά να υποστούμε μια νέα Ν.Ε.Π.

Λαμβάνοντας υπόψη τη θέση ενός ακόμη υπαρκτού κοινωνικού υποκειμένου μικρο-ιδιοκτητών μπορούμε να προβάλουμε πιο θαρραλέα ένα άλλο πρόγραμμα πάλης:

• Σαν μεταβατικό στόχο και μόνο μπορούμε να ζητήσουμε νέους συνεταιρισμούς για τους φτωχούς και μικρούς ιδιοκτήτες γης, ιδιαίτερα εκείνους που η γη τους ή το προϊόν  που παρήγαγαν δεν ήταν επιδοτούμενο έως τώρα ή χάνει την επιδότησή του.

• Κυρίως να αναπτύξουμε τοπικές κοινότητες συλλογικής ιδιοκτησίας τόσο από τους εργάτες γης όσο και από τους μικρότερους ιδιοκτήτες που αδυνατούν πλέον να κρατήσουν τα χωράφια τους ζωντανά.

• Σε κάθε περίπτωση να παλέψουμε για την διαγραφή των αγροτικών χρεών και την αναλογική προοδευτική φορολογία που θα φορο-απαλλάσσει τους μικρότερους ιδιοκτήτες και θα φορολογεί τους μεγαλύτερους.

• Σύνταξη του ΟΓΑ ίση με την αντίστοιχη του ΙΚΑ με γενναία αύξηση και των δύο. Ο ελλειμματικός ΟΓΑ πρέπει να μαζέψει τα έσοδά του μέσα από την καταβολή εισφορών των ιδιοκτητών που απασχολούν εργάτες γης. Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών εργατών γης και πλήρη ασφαλιστική και μισθολογική κάλυψή τους χωρίς προϋποθέσεις.

• Όχι στα μεταλλαγμένα, τα φυτοφάρμακα, την υπερ-εκμετάλλευση του εδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα.

• Να σταματήσουν τα αγροτοδικεία (παλαιά και νέα). Θεσμοί πραγματικοί λαϊκής-κοινοτικής αυτοδιοίκησης ενάντια στα συγκεντρωτικά σχέδια Καποδίστριας.

Η πορεία ενός τέτοιου προγράμματος εξαρτάται από την πορεία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που πρέπει να θέσει ως βασικό γνώμονά του την άρση του διαχωρισμού μεταξύ πόλης-χωριού και μια νέα ποιότητα στην σχέση ανθρώπου-φύσης με βάση τις κοινωνικές ανάγκες και όχι το κέρδος.

• Κοινωνικός έλεγχος των αγροτικών συνεταιρισμών. Άνοιγμα των βιβλίων τους. Όχι στην ιδιωτικοποίησή τους. Σταδιακή κολλεκτιβοποίηση.

• Εθνικοποίηση με εργατικό έλεγχο και αυτοδιαχείρηση όλων των βιομηχανιών μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, μαζί και των σούπερ-μάρκετς.

• Εθνικοποίηση και διάθεση σε κολλεκτίβες και συνεταιρισμούς της ιδιοκτησίας της εκκλησίας.

• Διάλυση της Ε.Ε. Καμία ντιρεκτίβα της να μην περάσει. Όχι στην πολιτική των εκβιασμών των κοινοτικών επιδοτήσεων.

• Κοινό μέτωπο πάλης μεταξύ εργατών, μικρών αγροτών. Όχι στην πολιτική του “κοινωνικού αυτοματισμού” που θέτει σε κόντρα τους μεν με τους δε.

Για να ανατραπεί από τα κάτω και από τα αριστερά η αστική ηγεμονία στο χωριό, τα κόμματά της, η κυβέρνησή της, το κράτος της. Για τον σοσιαλισμό και την κοινωνική απελευθέρωση. Για την πάλη οικοδόμησης ενός Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος και μιας Διεθνούς στην οποία οι φτωχοί αγρότες πρέπει να συμμετέχουν μαζί με τους εργάτες.

17/02/2005