|
ΒΑΜΒΑΚΟΠΑΡΑΓΩΓΟΙ:
ΟΙ
ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΕ ΣΤΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Τα βαμβακερά προϊόντα 100 φορές
ακριβότερα από την τιμή του
παραγωγού και με την επιδότηση
Ένα άρθρο του συνεργάτη μας από τη
ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΝΙΚΟΥ ΜΑΝΑΒΗ.
Δημοσιεύεται στο ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί.
Όσα συμβαίνουν αυτή την
περίοδο στη Θεσσαλία και τη Δυτική
Μακεδονία είναι ο προπομπός των
όσων πρόκειται να συμβούν στο νότο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2006 και
μετά. Το βαμβάκι, ένα κατεξοχήν
μεσογειακό προϊόν, είναι από τα
πρώτα που πληρώνουν τη νέα αγροτική
πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια
πολιτική, που οι εμπνευστές της
πιστεύουν ότι η καταστροφή των
φτωχομεσαίων αγροτών, η γιγάντωση
των μεγάλων και το βάθεμα του
καπιταλισμού στο χωριό, θα κάνει τα
αγροτικά προϊόντα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης ανταγωνιστικά.
Σε έξι σημεία των εθνικών και επαρχιακών οδών των νομών Λάρισας και Μαγνησίας το ραντεβού των αγροτών
|
Το μεγαλείο των
αντιφάσεων αυτής της πολιτικής
εκφράζεται με την υπερεκμετάλλευση
της γης, του συνόλου των φυσικών
πόρων και των εργατών γης της
Θεσσαλίας και της Μακεδονίας για
την παραγωγή βαμβακιού. Την ίδια
στιγμή για να δημιουργηθεί κέρδος, η
παραγωγή του βαμβακιού πρέπει να
επιδοτείται με πολύ μεγάλα ποσά. Η
εμπορική τιμή ενός κιλού βαμβακιού
που παίρνει ο παραγωγός είναι
περίπου 0,18 ευρώ, αλλά ένα ζευγάρι
βαμβακερές κάλτσες επώνυμης
ελληνικής εταιρείας κοστίζει 10 ευρώ.
Το βάρος αυτού του ζευγαριού δεν
ξεπερνάει τα 100 γραμμάρια βαμβάκι.
Έτσι από την παραγωγή ενός κιλού
βαμβακιού, ο αγρότης θα πάρει 0,18
ευρώ και από την αξιοποίηση της
ίδιας ποσότητας ο βιομήχανος της
κλωστοϋφαντουργίας και οι έμποροι
θα λάβουν 10 ευρώ, δηλαδή 556 φορές
περισσότερο! Αν στην τιμή παραγωγού
συνυπολογίσουμε και την επιδότηση (χωρίς
τις περικοπές όταν ξεπερνιέται το
πλαφόν παραγωγής όπως φέτος), οι
βιομήχανοι και οι έμποροι για κάθε
κιλό βαμβάκι που περνάει από τα
χέρια τους κερδίζουν 94 φορές
περισσότερα χρήματα από τον αγρότη.
Αυτά τα τεράστια
υπερδέρδη δεν αρκούν στις μεγάλες
επιχειρήσεις του κλάδου. Έτσι, από
το 1992 ξεκίνησαν τη διαδικασία
αναδιάρθρωσης της Κοινής Αγροτικής
Πολιτικής, για να μεταφέρουν την
παραγωγή του βαμβακιού στην Τουρκία,
στην Ινδία, στο Πακιστάν, στο
Μπαγκλαντές και στην Κίνα, όπου δεν
θα πληρώνουν επιδοτήσεις.
Ταυτόχρονα μεταφέρουν τις
βιομηχανίες παραγωγής ενδυμάτων.
Στις κλωστοϋφαντουργίες της Κίνας,
της Μαλαισίας, της Ταϊλάνδης αλλά
και της Νοτίου Αφρικής δουλεύουν
παιδιά, πολλές φορές κάτω των 10 ετών,
12 ως και 15 ώρες. Οι αμοιβές τους
αντιστοιχούν σε ένα καφέ και μια
εφημερίδα στην Ελλάδα.
Το υψηλό κόστος παραγωγής
του βαμβακιού στις χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκριτικά με
άλλες χώρες, οφείλεται σε πολύ
μεγάλο βαθμό στην ανισόμετρη σχέση
της πρωτογενούς παραγωγής με τη
βιομηχανία. Οι τιμές που οι αγρότες
αγοράζουν τα καλλιεργητικά
μηχανήματα, τα εφόδια, τους σπόρους
και τα φυτοφάρμακα είναι τόσο
υψηλές που κάνουν ασύμφορη την
παραγωγή βαμβακιού αν δεν
επιδοτείται. Ουσιαστικά, λοιπόν, οι
αγρότες μεταφέρουν το μεγαλύτερο
μέρος των επιδοτήσεων από τα
κρατικά ταμεία στα ταμεία των
επιχειρήσεων!
Οι αγρότες για να
διατηρήσουν σε ικανοποιητικό
επίπεδο τα έσοδά τους και να
αντιμετωπίσουν τις συνεχείς
αυξήσεις στις τιμές των γεωργικών
εφοδίων προσπαθούν με κάθε τρόπο να
αυξήσουν την παραγωγή τους. Έτσι,
εξαντλούν τους φυσικούς πόρους. Με
αποτέλεσμα κάθε καλοκαίρι στα χωριά
του θεσσαλικού κάμπου να γίνονται
ομηρικοί καβγάδες για το νερό, με το
οποίο αρδεύονται τα χωράφια. Επίσης
μολύνονται τα ποτάμια με τεράστιες
ποσότητες φυτοφαρμάκων και η γη από
νιτρικά λιπάσματα.
Το 2001 η Ευρωπαϊκή Ένωση
προκειμένου να περιορίσει τις
επιδοτήσεις που δίνει για το
βαμβάκι επέβαλε ένα νέο κανονισμό.
Αυτός καθορίζει ότι ο επιτρεπόμενος
όγκος παραγωγής βαμβακιού δεν
πρέπει να ξεπερνάει ένα
συγκεκριμένο ύψος. Επίσης, οι
καλλιεργούμενες εκτάσεις είναι
αυστηρά καθορισμένες. Αν σε μια
χρονιά οι αποδόσεις είναι
μεγαλύτερες, λόγω ευνοϊκών καιρικών
συνθηκών, η πλεονάζουσα παραγωγή
οδηγεί σε μείωση της ανά κιλό
επιδότησης του βαμβακιού που
εισπράττουν οι αγρότες έχει πέσει
από τις 320 δραχμές στις 240 ανά κιλό.
Αν δεν είχε
γίνει υπέρβαση οι αγρότες θα
έπαιρναν 362 δραχμές ανά κιλό. Δηλαδή
η ανά κιλό απώλεια εισοδήματος για
τους βαμβακοπαραγωγούς ξεπερνά τις
120 δραχμές.
Οι απούλητες ποσότητες
βαμβακιού προέρχονται είτε από
αγρότες που δεν είχαν πάρει άδεια να
καλλιεργήσουν βαμβάκι, είτε από
αγρότες που παρήγαγαν βαμβάκι πολύ
περισσότερο από αυτό που τους
επιτρέπει ο κοινοτικός κανονισμός.
Είναι φανερό ότι οι
βαμβακοπαραγωγοί είναι δεμένοι
χεροπόδαρα από τον κοινοτικό
κανονισμό που συνυπέγραψαν όλες οι
κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών
και τον οποίο αποδέχεται πλήρως η
Νέα Δημοκρατία.
|