Ο
ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Η εντεινόμενη κρίση της αγροτικής
παραγωγής δεν οφείλεται στην
απουσία, αλλά στον ίδιο τον
καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό
Μετά την έναρξη των αγροτικών
κινητοποιήσεων, κατά τη διάρκεια
του Γενάρη, και ιδιαίτερα των
βαμβακοπαραγωγών, στο χώρο της
Θεσσαλίας και κεντρικής Μακεδονίας,
τα «πανιά» του αγώνα φαίνεται να
ξεφουσκώνουν. Με βασική ευθύνη των
αγροτο-συνδικαλιστών του ΚΚΕ (της ΠΑΣΥ), η πρωτοβουλία των
κινητοποιήσεων αφέθηκε στους
συνδικαλιστές της ΝΔ, και από κει
και πέρα η διαδικασία ήταν
προβλέψιμη! Ενσωμάτωση και στη
συνέχεια «άδειασμα» της υπόθεσης
και των συμφερόντων της μεγάλης
τουλάχιστον πλειονότητας των μικρο-μεσαίων
αγροτών. Η κινητοποίηση βέβαια και
οι επιδιώξεις των συνδικαλιστών της
ΝΔ, με δεδομένη τη διακυβέρνηση από
το ίδιο το κόμμα, μπορεί να
σχετίζονται με προσπάθειες
κοινωνικο-πολιτικής ανέλιξης και
αναδιάταξης της νομής της εξουσίας,
ή μπορεί να αντανακλούν διακλαδικές
(ενδοταξικές) αντιθέσεις και
ανταγωνισμούς του κεφαλαίου. Για τη
μεγάλη όμως πλειονότητα των αγροτών
αυτό σημαίνει ξεπούλημα του αγώνα
και ακύρωση των δυνατοτήτων
γενίκευσης των αγροτικών
κινητοποιήσεων σε πανελλαδικό
επίπεδο. Οι συνδικαλιστικές
δυνάμεις του ΚΚΕ, έχοντας το
αρνητικό προηγούμενο μιας απίθανης
και χωρίς αρχές σύμπραξης με
συνδικαλιστές της ΝΔ, αλλά και της
προσφοράς γαριφάλων στα ΜΑΤ, που «ξεφούσκωσαν»
αγροτικούς αγώνες τα προηγούμενα
χρόνια, απέφυγαν να συνταχθούν με
τις συνδικαλιστικές δυνάμεις της ΝΔ.
Περιχαρακώθηκαν στα γνωστά
κομματικοκεντρικά τους πλαίσια,
παρακάμπτοντας τις δυνατότητες
ενός παναγροτικού συντονισμού, και
κατέβηκαν σε κινητοποιήσεις πολύ
αργά, απλώς για να επισημάνουν την
παρουσία τους. Οι όποιες
συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΝ
στον αγροτικό χώρο και η ίδια η
ηγεσία αυτού του κόμματος
αντέδρασαν χλιαρά, βραχυκυκλωμένοι
από τη γενικότερη ευρωλαγνεία τους
και την αδυναμία τους να δουν μια
αγωνιστική διέξοδο πέρα από την
προοπτική ενός κεφαλαιοκρατικού
εκσυγχρονισμού. Από την άλλη μεριά,
οι περιορισμένες δυνάμεις της
αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, πέρα
από ορισμένες ουσιαστικές
παρεμβάσεις ή τοπικές
κινητοποιήσεις, δυστυχώς δεν
μπόρεσαν να δώσουν ένα διαφορετικό
χαρακτήρα και μια άλλη δυναμική
στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις.
Αλλά το αγωνιστικό αυτό ξέσπασμα
των αγροτών δεν ήταν κεραυνός εν
αιθρία. Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι
αγώνες των αγροτών ξεσπούν σαν
κύματα σε μια περίπου ετήσια
περιοδική βάση, χωρίς να
επιτυγχάνεται ένας επαρκής
συντονισμός όλων των κλάδων (της
αγροτικής παραγωγής) και
περιφερειών της χώρας, και χωρίς
ουσιαστικά αποτελέσματα για τους
μικρο-μεσαίους τουλάχιστον αγρότες,
των οποίων η κατάσταση
επιδεινώνεται ραγδαία. Αυτό
οφείλεται κυρίως στις αντιλήψεις
και τις συνδικαλιστικές πρακτικές
που κυριαρχούν, αλλά και στην
έλλειψη μιας ξεκάθαρης και ταξικά
προσανατολισμένης πολιτικής
στρατηγικής. Είναι ανάγκη, επομένως,
να διερευνήσουμε τις αιτίες που
βρίσκονται πίσω από τις
επαναλαμβανόμενες αυτές
κινητοποιήσεις, αλλά και τις
γενικότερες κοινωνικοπολιτικές και
οικολογικές συνέπειες που πηγάζουν
από τα επιδεινούμενα αδιέξοδα της
αγροτικής ανάπτυξης, πριν
προχωρήσουμε σε ζητήματα
κοινωνικοπολιτικής στρατηγικής για
την υπέρβαση αυτών των αδιεξόδων
και τη χάραξη μιας άλλης κοινωνικής
προοπτικής.
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει ένα εξαιρετικό άρθρο του
συνεργάτη μας ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΙΟΔΑΚΗ για το Φαύλο Κύκλο της
Γεωργίας μας.
Σε παλαιότερη μελέτης μας
(Λιοδάκης 1994), είχαμε διερευνήσει
τις βασικές οικονομικές πτυχές του
αγροτικού ζητήματος και είχαμε
καταδείξει τα βασικά αδιέξοδα και
τις δυσκολίες αναπαραγωγής του
αγροτικού τομέα, που προκύπτουν από
την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση,
την ανάπτυξη του καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής και τη διεθνή
ολοκλήρωση (στο πλαίσιο της ΕΕ και
γενικότερα) του αγρο-διατροφικού
τομέα της χώρας. Τα αδιέξοδα αυτά,
που διαφοροποιούνται κάπως και
οξύνονται καθ’ όλη τη διάρκεια των
τελευταίων δεκαετιών,
περιλαμβάνουν την αυξανόμενη
ψαλίδα ανάμεσα στις
απολαμβανόμενες από τους αγρότες
τιμές και τις αυξανόμενες τιμές των
αγροτικών εφοδίων (εισροών), την
επίσης αυξανόμενη ψαλίδα μεταξύ των
τιμών παραγωγού και καταναλωτή (ο
παρασιτικός ρόλος του μεσάζοντα), το
αυξανόμενο κόστος δανεισμού, την
ανταγωνιστική διείσδυση και τα
αυξανόμενα ελλείμματα του
αγροτικού ισοζυγίου, τον εκφυλισμό
των αγροτικών συνεταιρισμών και τη
μετατροπή τους σε μηχανισμό
ενίσχυσης των μεγαλο-αγροτικών
συμφερόντων, τη ραγδαία μείωση των
αγροτικών εισοδημάτων, το
ξεκλήρισμα χιλιάδων μικροαγροτών
και την εγκατάλειψη της υπαίθρου,
την υποβάθμιση του εδάφους και του
περιβάλλοντος που τελικά αυξάνει
παραπέρα το κόστος της αγροτικής
παραγωγής, κλπ. Τα αδιέξοδα αυτά
αναμφίβολα θα διαιωνιστούν και θα
ενταθούν αν οι εργαζόμενοι και
πρωτίστως οι μικρομεσαίοι αγρότες
δεν ξεφύγουν από τις ιδεολογικές
και κομματικές αγκυλώσεις και αν
δεν αμφισβητηθεί ουσιαστικά η
ιδεολογικο-κοινωνική κυριαρχία των
αστικών συμφερόντων και το κυρίαρχο
πρότυπο της κεφαλαιοκρατικής
ανάπτυξης.
Η απήχηση βέβαια μελετών
όπως η παραπάνω, και η επίδρασή τους
στη διαμόρφωση πολιτικών ή
κοινωνικών συνειδήσεων δεν θα
μπορούσε παρά να είναι περιορισμένη,
για ευνόητους λόγους. Οι
εντεινόμενες όμως κοινωνικές
αντιθέσεις και τα αδιέξοδα της
αγροτικής ανάπτυξης οδήγησαν, όπως
ήταν αναμενόμενο, ιδιαίτερα από το
1995 και μετά, στους παρατεταμένους
και επαναλαμβανόμενους αγροτικούς
αγώνες που επισημάνθηκαν
προηγουμένως.
Σε άλλη μελέτη μας (Λιοδάκης
2000) αναλύθηκε και τεκμηριώθηκε
καλύτερα η διαδικασία
καπιταλιστικής ανάπτυξης της
αγροτικής παραγωγής, ενώ ασκήθηκε
κριτική σε λαϊκίστικες
προσεγγίσεις που υπογραμμίζουν τη
σταθερότητα και βιωσιμότητα των
οικογενειακών αγροτικών
εκμεταλλεύσεων. Η προσέγγισή μας
εστιάζεται στη διαδικασία
κοινωνικής (ταξικής) διαφοροποίησης,
στη διαδικασία δηλαδή πρωταρχικής
συσσώρευσης που συνεπάγεται τη
μαζική προλεταριοποίηση μικρο-μεσαίων
αγροτών και αποτελεί βασική
προϋπόθεση της ανάπτυξης του
καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Επισημάνθηκε επίσης ότι η
εντεινόμενη κρίση της αγροτικής
παραγωγής δεν οφείλεται στην
απουσία, αλλά μάλλον στις
επιπτώσεις του προωθούμενου
καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση επιχειρήθηκε
μια ανατομία των
ιδεολογικοπολιτικών συγκρούσεων
που σχετίζονται με τις αγροτικές
κινητοποιήσεις κατά την τελευταία
πενταετία του προηγούμενου αιώνα,
και υποστηρίχτηκε ότι μόνο η
αναδυόμενη «εργατική τάξη» της
υπαίθρου (μικροαγρότες,
επαγγελματίες, και εργάτες γης), σε
συμμαχία με την υπόλοιπη εργατική
τάξη, μπορεί να αποτελέσει τη βάση
για τη συγκρότηση μιας εναλλακτικής
αντικαπιταλιστικής στρατηγικής.
Δυστυχώς σήμερα, άλλη μια πενταετία
μετά, δεν έχουν γίνει ακόμα
σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση
ταξικής συγκρότησης και
συνειδητοποίησης, αποκρυστάλλωσης
των αναγκαίων συμμαχιών, και
διαμόρφωσης μιας
αντικαπιταλιστικής στρατηγικής.
Πέρα όμως από την
ανασυγκρότηση και καπιταλιστική
ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων
στον αγροτικό τομέα, αξίζει εδώ να
επισημάνουμε τη σημασία και τις
επιπτώσεις από τη συγκεκριμένη
ένταξη του αγροτικού τομέα (του
αγροδιατροφικού τομέα γενικότερα)
μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και
παγκόσμιας οικονομίας. Οι
επιπτώσεις από την απελευθέρωση του
διεθνούς εμπορίου, τις πολιτικές
διεθνών οργανισμών (όπως ο ΠΟΕ), το
εξωστρεφές πρότυπο αγροτικής
ανάπτυξης της χώρας, την ευρωπαϊκή
της ολοκλήρωση, και τις
αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις προς
το χειρότερο της Κοινής Αγροτικής
Πολιτικής (ΚΑΠ) είναι πραγματικά
καταλυτικές. Μέσα σ’ αυτό το
πλαίσιο, επιταχύνεται η εισαγωγική
διείσδυση, η ανταγωνιστική
αποσύνθεση της αγροτικής παραγωγής,
η επέκταση και συγκέντρωση του
κεφαλαίου στον αγροδιατροφικό
τομέα και η εξάρτηση των αγροτών από
τις πολυεθνικές, που επιβάλλουν
μονοπωλιακές τιμές για τα αγροτικά
εφόδια (σπόρους, φάρμακα, μηχανήματα,
κλπ.). Έτσι, ενώ οι τιμές διάθεσης των
αγροτικών προϊόντων πέφτουν, το
κόστος παραγωγής αυξάνεται
δραματικά, χιλιάδες αγρότες
καταστρέφονται οικονομικά και
εγκαταλείπουν την παραγωγή (προλεταριοποιούνται).
Παράλληλα, ο αγώνας για επιβίωση
συνεπάγεται μια προσπάθεια
παραγωγής και εξαγωγής όλο και
μεγαλύτερων ποσοτήτων αγροτικών
προϊόντων, τη χρήση ακόμα
περισσότερων φαρμάκων, την
εξάντληση των υδάτινων πόρων, την
κατασκευή φραγμάτων για άρδευση που
έχουν παραπέρα αρνητικές
οικολογικές επιπτώσεις. Και ο
φαύλος κύκλος συνεχίζεται.
Με δυο λόγια, ο τρόπος
αυτός ένταξης μέσα στην παγκόσμια
καπιταλιστική οικονομία
συνεπάγεται, μέσα στο γενικότερο
πλαίσιο του σύγχρονου
ολοκληρωτικού καπιταλισμού, μια
αυξανόμενη υπαγωγή όλης της
αγροτικής παραγωγής και του αγρο-διατροφικού
συστήματος στο κεφάλαιο, και τελικά
μια δραματική εξάντληση των δύο
βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών,
της εργασίας και της φύσης. Και ενώ
αυτά συμβαίνουν και τα αδιέξοδα
εντείνονται, έρχεται σαν τραγική
ειρωνεία η πρόσφατη προσπάθεια του
υπουργού Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφη
να κάνει παντιέρα της
ακολουθούμενης πολιτικής την
ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης
εξωστρέφειας και
ανταγωνιστικότητας. Και δεν
πρόκειται βέβαια για ένα τέλειο
παραλογισμό, αλλά για μια λογική
ενίσχυσης της ταξικής κυριαρχίας
του κεφαλαίου και διασφάλισης των
κοντόφθαλμων ιδιωτικών του
συμφερόντων. Από τη μεριά μας,
βεβαίως, το ζήτημα δεν τίθεται από
τη σκοπιά μιας εθνικής
περιχαράκωσης ή ενός οικονομικού
προστατευτισμού κάποιων ταξικών ή
εθνικών συμφερόντων, αλλά από τη
σκοπιά μιας διαφορετικής, σοσιαλιστικής
ανάπτυξης και μιας άλλου τύπου
διεθνοποίησης.
Αλλά πέρα από τις άλλες
κοινωνικοπολιτικές και οικολογικές
επιπτώσεις του κυρίαρχου τρόπου
ανάπτυξης του αγρο-διατροφικού
συστήματος και της διεθνικής
ανάπτυξης του κεφαλαίου γενικότερα,
ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής
έχει επίσης οικολογικές επιπτώσεις
τεράστιας σημασίας, καθώς τείνει να
συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος
των πληθυσμών στα αστικά (βιομηχανικά)
κέντρα και να οξύνει διαρκώς την
αντίθεση πόλης – υπαίθρου. Στο
ζήτημα όμως αυτό είναι σκόπιμο να
αναφερθούμε κάπως πιο διεξοδικά.
Η ΕΝΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΠΟΛΗΣ –
ΥΠΑΙΘΡΟΥ
Εκρηκτικές οικολογικές συνέπειες του
καπιταλισμού
Όπως είναι γνωστό, με τη
ραγδαία εγκατάλειψη και
πληθυσμιακή αποψίλωση της υπαίθρου
αυξήθηκε, κατά τις τελευταίες
δεκαετίες, το χάσμα ανάμεσα στην
ύπαιθρο και διογκούμενα αστικά
κέντρα. Το μεγαλύτερο μέρος του
πληθυσμού της χώρας έχει πλέον
συγκεντρωθεί στα μεγάλα ή μικρότερα
αστικά κέντρα. Η αυξανόμενη, βέβαια,
αυτή αντίθεση πόλης – υπαίθρου δεν
αποτελεί μοναδικό φαινόμενο της
χώρας μας, αλλά αφορά μια γενικότερη
νομοτέλεια της καπιταλιστικής
ανάπτυξης, που προκύπτει από τη
διαφορά των όρων αξιοποίησης του
κεφαλαίου μεταξύ του αγροτικού και
βιομηχανικού τομέα, καθώς και από τα
πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη
συγκέντρωση και συγκεντροποίηση
της βιομηχανικής παραγωγής και του
κεφαλαίου. Το ίδιο φαινόμενο, στον
ένα ή άλλο βαθμό, παρατηρείται σε
όλες τις καπιταλιστικές χώρες, αλλά
και σε ένα διεθνικό επίπεδο.
Η τάση αυτή και οι
σοβαρότατες συνέπειές της
αναλύθηκαν ήδη από το σκοτσέζο
αγροτιστή και οικονομολόγο Τζ.
Άντερσον κατά τα τέλη του 18ου
αιώνα, καθώς και από τον γερμανό
αγροχημικό Τζ. Φον Λίμπιχ, στη
διάρκεια του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ,
παίρνοντας σοβαρά υπόψη το έργο
τους, επισημαίνει: «Η
καπιταλιστική παραγωγή
συγκεντρώνει τον πληθυσμό σε μεγάλα
κέντρα και συντελεί στο να
αποκτήσει ο αστικός πληθυσμός μια
όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Αυτό
έχει δύο αποτελέσματα. Από τη μια
μεριά συγκεντρώνει την ιστορική
κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Από
την άλλη μεριά διαταράσσει τη
μεταβολική αλληλεπίδραση ανάμεσα
στον άνθρωπο και τη γη, δηλαδή
εμποδίζει την επιστροφή στο έδαφος
των συστατικών στοιχείων που
καταναλώνονται από τον άνθρωπο με
τη μορφή τροφίμων και ρουχισμού.
Έτσι παρεμποδίζει τη λειτουργία της
αιώνιας φυσικής συνθήκης για τη
διαρκή γονιμότητα του εδάφους». (Το
Κεφάλαιο, 1). Σε άλλο σημείο
υπογραμμίζει ακόμα πιο
συγκεκριμένα ότι «η
μεγάλη γαιοκτησία περιορίζει τον
αγροτικό πληθυσμό σε ένα διαρκώς
μειούμενο κατώτατο όριο και
αντιπαραθέτει σ’ αυτόν έναν
διαρκώς αυξανόμενο βιομηχανικό
πληθυσμό, στριμωγμένο σε μεγάλες
πόλεις. Έτσι δημιουργεί όρους που
προκαλούν ένα αγιάτρευτο ρήγμα στην
αλληλεξαρτώμενη διαδικασία
κοινωνικού μεταβολισμού, ενός
μεταβολισμού που υπαγορεύεται από
τους νόμους της ίδιας της φύσης, με
αποτέλεσμα να σπαταλιέται η
ζωτικότητα του εδάφους, η οποία
μεταφέρεται μέσω του εμπορίου πολύ
μακρύτερα από τα όρια μιας
μεμονωμένης χώρας». (Το Κεφάλαιο,
ΙΙΙ: 999).
Με την αυξανόμενη λοιπόν
αυτή πόλωση μεταξύ υπαίθρου και
πόλης, από τη μια μεριά
καταστρέφονται οι όροι ενός φυσικού
μεταβολισμού που θα μπορούσε να
αναπαράγει τη γονιμότητα του
εδάφους και την οικολογική
ισορροπία της φύσης και, παράλληλα,
αποξενώνεται και εξαθλιώνεται ο
αγροτικός πληθυσμός, ενώ από την
άλλη εξαθλιώνεται επίσης ο
εργαζόμενος πληθυσμός στις πόλεις,
όπου παράγονται τεράστιες
ποσότητες απορριμμάτων και
αποβλήτων που δεν μπορούν να
ανακυκλωθούν εμπλουτίζοντας τη
γονιμότητα της γεωργικής γης. Εκτός
των άλλων με την υποβάθμιση του
εδάφους, αλλά και με τις
ανθρωπογενείς κλιματικές μεταβολές,
αυξάνονται οι ανάγκες χρήσης όλο
και περισσότερων λιπασμάτων και
φαρμάκων, που υποβαθμίζουν
επικίνδυνα την ποιότητα των
αγροτικών προϊόντων και τροφίμων.
Επιπλέον, αυξάνονται υπέρμετρα οι
αναγκαίες μεταφορές και ανταλλαγές
μεταξύ πόλης και υπαίθρου, με επίσης
σιβαρότατες οικονομικές και
περιβαλλοντικές συνέπειες. Ένα
τέτοιο σύστημα, λοιπόν, που με ένα
επικίνδυνα δραματικό τρόπο
ανατρέπει τη σχέση της κοινωνίας με
τη φύση, δεν διορθώνεται, δεν
μεταρρυθμίζεται, δεν θεραπεύεται. Η
λύση προϋποθέτει την ανατροπή
του.
|