ΣΤΟΝ
ΚΑΙΑΔΑ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ
Μαράθηκε
γρήγορα η επιρροή της Νέας
Δημοκρατίας
Δέκα
χρόνια χρειάστηκε η ΝΔ για να στήσει
τις συμμαχίες της με τους
φτωχομεσαίους αγρότες στα χρόνια
που ήταν αντιπολίτευση. Όλη αυτή η
δουλειά τινάχτηκε στον αέρα μέσα σε
ένα χρόνο διακυβέρνησης. Σήμερα ο
υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης
Ευάγγελος Μπασιάκος είναι ο πιο
μισητός υπουργός στην ύπαιθρο. Πριν
λίγες βδομάδες ο νεοδημοκράτης
Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών
Συνεταιρισμών Λάρισας, Αθ.
Κοκκινούλης, δήλωνε ότι δεν
αναγνωρίζει την πολιτική ηγεσία του.
Ο Αθ. Κοκκινούλης, αν και είναι
μεγαλοαγρότης, γνωρίζει τα
προβλήματα των φτωχών και μεσαίων
αγροτών του θεσσαλικού κάμπου. Τα
όσα είπε για τον Ε. Μπασιάκο
δείχνουν ότι θέλει να πάρει όσο
γίνεται μεγαλύτερες αποστάσεις από
την ηγεσία του υπουργείου, στην
οποία χρεώνει καταστροφικά
διαχειριστικά λάθη. Ταυτόχρονα,
ρίχνει γέφυρες προς τους
φτωχομεσαίους αγρότες του κάμπου
και προετοιμάζει τη θυσία του
Μπασιάκου, ώστε η κυβέρνηση να
κερδίσει ακόμη μια περίοδο χάριτος
από τους φτωχομεσαίους αγρότες.
Έτσι θα μπορέσει να προωθήσει
ευκολότερα και ταχύτερα την
υλοποίηση της αντιδραστικής νέας
Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της
Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για το
σενάριο του κακού υπουργού και του
καλού συνεταιριστή που όμως
υπηρετούν την ίδια πολιτική.
Δυστυχώς, το παραπάνω σενάριο έχει
πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Το ΠΑΣΟΚ
δεν έχει
επαφές με τους φτωχομεσαίους
αγρότες και η πολιτική που
χαράσσουν οι συνεταιριστές του σε
ΓΕΣΑΣΕ και ΠΑΓΕΣΕΣ είναι το ίδιο
δεξιά με αυτή του υπουργείου.
Μοιάζει παράδοξο, αλλά η κυβέρνηση
Σημίτη ακολουθούσε πιο αριστερή
πολιτική από αυτή που έχει
υιοθετήσει η σημερινή ηγεσία του
ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τυχαίο ότι, συχνά
πυκνά, στελέχη του ΠΑΣΟΚ
δημοσιεύουν αντικρουόμενα άρθρα
στις αθηναϊκές εφημερίδες. Το ΚΚΕ
και ο ΣΥΝ
παρακολουθούν
τις εξελίξεις στον αγροτικό χώρο
σαν οπαδοί του Ολυμπιακού που τους
υποχρέωσαν να παρακολουθήσουν
ποδοσφαιρικό αγώνα του Α. Ο. Μάνης με
τον Α. Ο. Καμινίων. Το πρώτο, μετά την
ήττα που υπέστη το χειμώνα στο
θεσσαλικό κάμπο ουσιαστικά δεν έχει
αρθρώσει κουβέντα. Δεν είναι τυχαίο
ότι ακόμα και οι ερωτήσεις που
κατατίθενται στην Βουλή προς τον
υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης
αφορούν επιμέρους τοπικά ζητήματα.
Οι δυνάμεις της Ριζοσπαστικής
Αριστεράς δείχνουν
να μην έχουν κατανοήσει τη σημασία
των αλλαγών που δρομολογούνται με
τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική κι
επιμένουν να σπαταλούν τις λιγοστές
δυνάμεις τους σε επιμέρους
αγωνιστικές κινήσεις.
Το
ΠΟΛΙΤΙΚΟ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει
ένα Ρεπορτάζ του συνεργάτη του από
τη ΜΥΤΙΛΗΝΗ, του σ. ΝΙΚΟΥ
ΜΑΝΑΒΗ που
αρθρογραφεί στην τοπική εφημερίδα ΡΗΓΜΑ
και στο ΠΡΙΝ.
{Η
Νέα Δημοκρατία όχι μόνο δεν τήρησε
τις υποσχέσεις της απέναντι στους
αγρότες, αλλά πρωτοστατεί στην
υλοποίηση των αντιδραστικών
αναδιαρθρώσεων της νέας Κοινής
Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Το κόψιμο ή η συρρίκνωση των
επιδοτήσεων έχουν σαφέστατο ταξικό
προσανατολισμό και χτυπούν τους
φτωχούς αγρότες και τους
αγροτοεργάτες ευνοώντας τη θέση του
κεφαλαίου στην ύπαιθρο}.
Το
ενδιαφέρον του υπουργού Ε.
Μπασιάκου για τους αγρότες είναι
τόσο ειλικρινές, όσο ειλικρινές
είναι τα χάδια και τα χαμόγελα του
εκδοροσφαγέα προς το αρνί που
πρόκειται να σφάξει. Μέχρι το τέλος
του Ιουλίου θα οριστικοποιήσει τις
εφαρμοστικές ρυθμίσεις της νέας
Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Είναι
κοινό μυστικό ότι έχει
προαποφασιστεί η εφαρμογή της
πλήρους αποσύνδεσης της επιδότησης
από την παραγωγή για το σύνολο των
αγροτικών προϊόντων. Στην κατανομή
των δικαιωμάτων επιδότησης δεν θα
ληφθούν υπόψη κοινωνικά κριτήρια,
ούτε θα γίνουν ειδικές ρυθμίσεις
για τις ορεινές, νησιωτικές και
μειονεκτικές περιοχές (όπως είναι η
Ήπειρος, τα νησιά του Αιγαίου, ο
ορεινός όγκος του Ολύμπου, ο ορεινός
όγκος της Ροδόπης κλπ). Εκτός αυτού,
η κυβέρνηση προχωρά στην κατάρτιση
δύο νομοσχεδίων με τα οποία
επιδιώκει να ολοκληρώσει την
καταστροφή των φτωχομεσαίων
αγροτών.
Τουλάχιστον
τρεις φορές τον τελευταίο χρόνο σε
δελτία Τύπου του υπουργείου
Αγροτικής Ανάπτυξης, άμεσα ή έμμεσα,
καταγράφονταν η παραδοχή ότι με την
νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική θα
καταστραφούν εκατοντάδες χιλιάδες
φτωχομεσαίοι αγρότες. Ωστόσο στον
απολογισμό έτους που εξέδωσε το
υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
γίνεται χοντροκομμένη προσπάθεια
ωραιοποίησης της κατάστασης.
«Σε
επίπεδο ΕΕ εγκρίθηκαν, μετά την
αποφασιστική παρέμβαση του
πρωθυπουργού κ. Καραμανλή στο
Συμβούλιο Κορυφής του Μαρτίου του
2004, οι θετικές ρυθμίσεις της νέας
Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για τα
μεσογειακά προϊόντα (βαμβάκι, λάδι,
καπνός)», λέει
το υπουργείο. Η αλήθεια είναι ότι ο Κ.
Καραμανλής, σε αντίθεση με τα όσα
έλεγε όταν ήταν στην αντιπολίτευση,
δεν έκανε καμία παρέμβαση για τα
παραπάνω προϊόντα στο πρώτο
Συμβούλιο Κορυφής που συμμετείχε.
Οι ρυθμίσεις που υιοθέτησε το
Συμβούλιο των υπουργών Γεωργίας τον
Απρίλιο του 2004, ήταν πολύ χειρότερες
ακόμη κι από τις προτάσεις που είχε
κάνει η Κομισιόν το Φθινόπωρο του
2003. Μάλιστα, στο Συμβούλιο των
υπουργών Γεωργίας, τον Δεκέμβριο
του 2003, είχε συμφωνηθεί, η
αποσύνδεση της επιδότησης από την
παραγωγή στο ελαιόλαδο να
σταματήσει στο 50%, ενώ η απόφαση του
Απριλίου του 2004 προβλέπει ελάχιστο
ποσοστό αποσύνδεσης 60%, το οποίο
μπορεί να φθάσει στο 100%. Επίσης, τον
Δεκέμβριο του 2003 είχε συμφωνηθεί να
εξαιρεθούν από τον κανόνα της
αποσύνδεσης τα νησιά του Αιγαίου με
πληθυσμό μικρότερο των 100.000
κατοίκων (δηλαδή όλα τα νησιά πλην
Κρήτης, Ρόδου και Εύβοιας), ενώ
απόφαση του Απριλίου του 2004 δεν
προέβλεπε τίποτα για τα νησιά του
Αιγαίου. Η ηγεσία του υπουργείου
Αγροτικής Ανάπτυξης δεν έθεσε καν
το θέμα προς συζήτηση.
Καταστροφικές
ρυθμίσεις, υιοθετήθηκαν και για τα
άλλα δύο προϊόντα, το βαμβάκι και
τον καπνό. Όσο αφορά το βαμβάκι, η
ελληνική πλευρά, τον Απρίλιο του 2004,
για πρώτη φορά δέχτηκε τη σύνδεση
της επιδότησης των
βαμβακοπαραγωγών με τις τιμές του
αφρικανικού βαμβακιού. Η ρύθμιση
αυτή αναιρέθηκε εκ των υστέρων, όταν
έγινε κατανοητό το μέγεθος της
γκάφας. Όσο αφορά τον καπνό, τα
πράγματα μιλούν μόνα τους: οι
επιδοτήσεις κόβονται το 2010. Είναι το
μόνο προϊόν του οποίου η παραγωγή θα
σταματήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τόσο
το βαμβάκι όσο και ο καπνός είναι
δύο προϊόντα που ενδιαφέρουν κατά
κύριο λόγο την Ελλάδα, καθώς το
μεγαλύτερο μέρος της κοινοτικής
παραγωγής προέρχεται από την χώρα
μας. Ο καπνός είναι από τις πλέον
εργατοβόρες καλλιέργειες, καθώς η
συγκομιδή του απαιτεί την
χρησιμοποίηση μεγάλου αριθμού
εργατών. Το σταμάτημα της παραγωγής
του θα οδηγήσει στην καταστροφή
μεγάλο αριθμό φτωχομεσαίων αγροτών
και θα στερήσει μεροκάματα από
χιλιάδες εργάτες γης.
Ούτε
στο εσωτερικό μέτωπο τα κατάφερε
καλύτερα το υπουργείο Αγροτικής
Ανάπτυξης. Τα αγροτικά συλλαλητήρια
και τα μπλόκα στις εθνικές οδούς
είναι τρανή απόδειξη. Η επιδότηση
των επιλέξιμων αιγοπροβάτων έτους
2004 πληρώθηκε σε δύο δόσεις, η πρώτη
τον χειμώνα και η δεύτερη τον Απρίλη
του 2005, για πρώτη φορά. Η επιδότηση
του ελαιόλαδου (χωρίς υπέρβαση του
εθνικού πλαφόν παραγωγής) δόθηκε με
πολλούς μήνες καθυστέρηση. Οι
πρώτες πληρωμές για αυτήν την
επιδότηση έγιναν στα τέλη του
Δεκέμβρη και οι τελευταίες τον
Μάρτη. Ενδεικτικό της αντιαγροτικής
πολιτικής που ακολουθείται είναι
ότι επί μήνες δεν δίνεται η
επιδότηση, με τη δικαιολογία ότι δεν
μπορούσε να γίνει ταύτιση των
στοιχείων των ελαιοπαραγωγών με το
ελαιοκομικό μητρώο.
Στο
βαμβάκι, μεγάλες ποσότητες έμειναν
εκτός επιδοτήσεων, ενώ για τις
υπόλοιπες ποσότητες είχαμε μεγάλη
πτώση της ανά κιλό επιδότησης (120
δραχμές ανά κιλό). Στον απολογισμό
του το υπουργείο δεν κάνει καμία
απολύτως αναφορά στην στρεμματική
επιδότηση των ελαιώνων που
λαμβάνουν οι ελαιοπαραγωγοί των
πέντε νομών του Αιγαίου (δεν δίνεται
στους ελαιοπαραγωγούς της Κρήτης). Η
επιδότηση αυτή ανέρχεται σε 14,67 ευρώ
ανά στρέμμα, είναι σταθερή και
πληρώνονταν κάθε χρόνο από την 1η
ως τις 15 Δεκεμβρίου. Φέτος, για πρώτη
φορά, η επιδότηση αυτή πληρώθηκε από
τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο.
Χιλιάδες είναι οι ελαιοπαραγωγοί
που δεν πήραν ούτε ένα ευρώ και
πολλοί άλλοι υπέστησαν μεγάλες
περικοπές. Και σε αυτήν την
περίπτωση η δικαιολογία ήταν τα
λάθη του ελαιοκομικού μητρώου.
Η
πιο κραυγαλέα περίπτωση
καταστρατήγησης της αστικής
νομιμότητας είναι η περίπτωση της
επιδότησης του ελαιόλαδου της
περιόδου 2002 – 2003. Από την επιδότηση
αυτή είχαν κοπεί δεκάδες χιλιάδες
τόνοι ελαιόλαδου με ένα εξαιρετικά
πολύπλοκο σύστημα που λάμβανε υπόψη
14 κριτήρια. Τον Φεβρουάριο του 2004, με
υπουργική απόφαση που υπέγραψε ο
τότε υφυπουργός Γεωργίας κ.
Ευάγγελος Μπασιάκος, δικαιώθηκαν οι
ενστάσεις μερικών χιλιάδων
ελαιοπαραγωγών, μεταξύ αυτών ήταν
πολλοί από την Λέσβο (περίπου 2.500)
και τον νομό Λασιθίου. Η καταβολή
των ποσών που δικαιούνταν οι
ελαιοπαραγωγοί αυτοί ξεκίνησε στις
5 Μαρτίου 2004. Περίπου 300
ελαιοπαραγωγοί της Λέσβου, αν και
δικαιώθηκαν οι ενστάσεις τους, δεν
πληρώθηκαν ποτέ τα χρήματα που
δικαιούνται. Η παραπάνω υπουργική
απόφαση δεν ανακλήθηκε ποτέ.
Το
υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
θριαμβολογεί για την πορεία των
επιχειρησιακών προγραμμάτων του (Ανάπτυξη
και Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου,
Αλιεία, Leader).
Λόγω έλλειψης χώρου θα ασχοληθούμε
μόνο με το πρόγραμμα Αγροτικής
Ανάπτυξης. Χαίρεται ο Ε. Μπασιάκος
για την αύξηση της
απορροφητικότητας των πόρων από το
22,3% στο 28%, αλλά ξεχνάει ότι μένει να
απορροφηθεί το 72% των πόρων του
προγράμματος μέσα σε διάστημα μόλις
δυόμισι ετών. Αν κάνουμε τον κόπο να
ψάξουμε που πήγαν τα κονδύλια θα
δούμε ότι ένα μεγάλο μέρος πήγε σε
μικρές και μεγάλες ιδιωτικές
επιχειρήσεις που μεταποιούν και
εμπορεύονται αγροτικά προϊόντα. Ένα
δεύτερο σημαντικό κονδύλι κατέληξε
στους μεγαλοαγρότες και μόνο λίγα
ψίχουλα έφθασαν στους
φτωχομεσαίους αγρότες.
Το
καλοκαίρι του 2004 ολοκληρώθηκε η
αναθεώρηση του Γ’ Κοινοτικού
Πλαισίου Στήριξης, λίγους μήνες
νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η
συμφωνία για την νέα Κοινή Αγροτική
Πολιτική. Μια κυβέρνηση που θέλει να
στηρίξει τους αγρότες θα έπρεπε να
δώσει μεγάλα κεφάλαια για να
ενισχύσει τον εκσυγχρονισμό της
αγροτικής παραγωγής, ώστε να
μειώσει τις αρνητικές επιπτώσεις
της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Η ενίσχυση θα έπρεπε να είναι πολύ
μεγαλύτερη από την στιγμή που η
αρχική κατανομή των κονδυλίων του Γ’
ΚΠΣ έδωσε ελάχιστα για την ανάπτυξη
της πρωτογενούς παραγωγής.
Παρόλα
αυτά, η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει
μόλις 360 εκατομμύρια ευρώ (122,67
δισεκατομμύρια δραχμές). Από αυτά,
τα 180 εκατομμύρια ευρώ θα πάνε σε
βιομηχάνους και γενικά μεταποιητές
αγροτικών προϊόντων, 90 εκατομμύρια
ευρώ θα δοθούν για τη στήριξη των
νέων αγροτών και άλλα τόσα για την
χρηματοδότηση σχεδίων βελτίωσης
των γεωργικών και κτηνοτροφικών
μονάδων.
Δηλαδή
μέχρι το 2008 θα χρηματοδοτηθούν
μόλις 4.000 νέοι αγρότες, κι άλλες 4.000
επενδύσεις αγροτών. Συνεπώς τα
κοινοτικά χρηματοδοτικά
προγράμματα δεν προσφέρουν καμία
ουσιαστική βοήθεια στους δεκάδες
χιλιάδες φτωχομεσαίους αγρότες, που
τα επόμενα χρόνια θα δίνουν μάχη για
να μην καταστραφούν οι ίδιοι και οι
οικογένειές τους. Στην ουσία, τα
κοινοτικά προγράμματα εκείνο που
κάνουν είναι να επιταχύνουν τη
συγκέντρωση της αγροτικής γης και
του ζωικού κεφαλαίου στα χέρια μιας
μικρής αστικής τάξης του χωριού,
τους μεγαλοαγρότες. Κι ας
υποστηρίζει το υπουργείο ότι «τα
προγράμματα αυτά αποτελούν βασικό
εργαλείο βελτίωσης της
ανταγωνιστικότητας, καλύτερης
διάθεσης των προϊόντων μας και
έγκαιρης προετοιμασίας μας στη νέα
Κοινή Αγροτική Πολιτική».
Την
ανεπάρκεια των κονδυλίων για
επενδύσεις στην πρωτογενή παραγωγή
και τις καταστροφικές συνέπειες
αυτής της πολιτικής έχει
καταγγείλει επανειλημμένα ακόμη κι
η γαλαζοπράσινη ΠΑΣΕΓΕΣ.
Η
ΝΔ ΕΧΕΙ ΞΕΚΑΘΑΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΧΕΥΣΗ
Η
Κυβέρνηση θέλει να πετάξει εκτός
παραγωγής μικρούς αγρότες και
εργατοεργάτες
Η
συνήθης επωδός της κριτικής που
κάνουν στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ τα
κόμματα της Αριστεράς (εντός κι
εκτός κοινοβουλίου) είναι πως δεν
έχουν πολιτική για τον αγροτικό
τομέα. Πρόκειται για μια εντελώς
λανθασμένη άποψη, που λειτουργεί ως
άλλοθι για τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Στα δύο νομοσχέδια που ετοιμάζει το
επιτελείο του Ε. Μπασιάκου, ως
αγρότες χαρακτηρίζονται μόνο όσοι
είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.
Αυτό σημαίνει ότι οι φτωχομεσαίοι
αγρότες, που συμπληρώνουν το
εισόδημά τους και από άλλες πηγές,
και οι εργατοαγρότες θα χάσουν την
προνομιακή μεταχείριση που
επιφυλάσσουν στους υπόλοιπους
αγρότες μια σειρά ρυθμίσεις. Έτσι
δεν θα μπορούν να εντάσσονται στα
κοινοτικά προγράμματα, όπως στα «σχέδια
βελτίωσης», «νέοι αγρότες» κλπ.
Σύμφωνα
με τα όσα έχουν διαρρεύσει ως τώρα
για το πρώτο από τα δύο νομοσχέδια (δεν
έχει δοθεί ακόμα στη δημοσιότητα) θα
θεσπιστούν νέα αυστηρότερα
κριτήρια για να θεωρηθεί κάποιος
κατά κύριο επάγγελμα αγρότης. Μέχρι
σήμερα, κατά κύριο επάγγελμα
αγρότες είναι όσοι το εισόδημά τους
προέρχεται κατά 51% από αγροτικές
εργασίες (γεωργικές ή κτηνοτροφικές).
Με τις νέες ρυθμίσεις ένας αγρότης
θα πρέπει, εκτός από το εισόδημα, να
έχει και αγροτικές εκμεταλλεύσεις
που να δικαιολογούν χρόνο εργασίας
πάνω από 1.200 ώρες ετησίως.
Πιθανότατα στο μέλλον, μετά το 2013,
από τους μη κατά κύριο επάγγελμα
αγρότες θα κοπούν και οι
επιδοτήσεις.
Η
ΝΔ, γνωρίζοντας τον εξαιρετικά
κρίσιμο ρόλο που παίζει για την
αγροτική παραγωγή, προχώρησε στην
ολοκληρωτική διακοπή ή στον
δραστικό περιορισμό των
χρηματοδοτήσεων προς τους
Συνεταιρισμούς και τις Ενώσεις
Συνεταιρισμών. Ήταν μία από τις
πρώτες ενέργειές της. Με αυτόν τον
τρόπο εξαφάνισε κάθε δυνατότητα
παρέμβασης των συνεταιρισμών στη
διαδικασία συγκέντρωσης της
παραγωγής των αγροτικών προϊόντων.
Έτσι, οι τιμές παραγωγού, στην
συντριπτική πλειονότητα των
προϊόντων παρουσίασαν κάθετη πτώση
(βλέπε καπνός, ρύζι, καλαμπόκι,
πατάτες, οπωροκηπευτικά, σιτηρά,
πορτοκάλια, ροδάκινα κλπ.).
Η
ρύθμιση των πανωτοκίων αφορά λίγους.
Η μεγάλη πλειονότητα των αγροτών
μένει έξω από τη ρύθμιση, καθώς αυτή
ευνοεί μόνο όσους έχουν
ληξιπρόθεσμα δάνεια πάνω από 15
χρόνια. Δηλαδή, οι φτωχομεσαίοι
αγρότες που βρίσκονται σε
παραγωγική ηλικία και έχουν ανάγκη
μια ανάσα από τα χρέη προς την ΑΤΕ
καταδικάζονται σε καταστροφή.
Όλα
τα παραπάνω δείχνουν πως η ΝΔ
ακολουθεί κατά γράμμα τον αρχικό
της σχεδιασμό. Τα δίνει όλα στους
γεγαλοαγρότες και πετάει στον
Καιάδα τη φτωχομεσαία αγροτιά.
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ
ΑΛΛΑΓΕΣ
Νέες
δυνατότητες!
Οι
τομές που επιχειρεί να επιβάλει η
Νέα Δημοκρατία θα συγκλονίσουν την
ελληνική ύπαιθρο τα επόμενα οκτώ ως
δέκα χρόνια. Στο τέλος αυτής της
δεκαετίας θα είμαστε αντιμέτωποι με
μια εντελώς διαφορετική
πραγματικότητα στην παραγωγή των
αγροτικών προϊόντων, στις
κοινωνικές σχέσεις και στο
περιβάλλον της ελληνικής υπαίθρου.
Δεκάδες χιλιάδες φτωχοί και μεσαίοι
αγρότες θα καταστραφούν και θα
μετατραπούν σε εργάτες γης ή θα
στοιβαχτούν στις ουρές των ανέργων.
Η αστική τάξη του χωριού θα κάνει
δυναμικά την εμφάνισή της σε όλα τα
επίπεδα, πατώντας πάνω στο μόχθο και
τη δουλειά εκατοντάδων χιλιάδων
εργατών γης (Ελλήνων και αλλοδαπών).
Το περιβάλλον στις αγροτικές
περιοχές αναμένεται να υποστεί
ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση.
Εξαίρεση θα αποτελέσουν οι περιοχές
ήπιας εκμετάλλευσης των φυσικών
πόρων (βιολογικές καλλιέργειες κλπ.)
και άγριας εκμετάλλευσης του
ανθρώπου. Αυτή η ζοφερή προοπτική
δεν είναι μονόδρομος. Η ελληνική
αστική τάξη, όπως και όλη η
Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις πολιτικές
που χαράζει προσπαθεί να ξεπεράσει
τα αδιέξοδα της δικής της αγροτικής
πολιτικής (υπερπαραγωγή, διατροφικά
σκάνδαλα, έλλειψη
ανταγωνιστικότητας κλπ.). Έτσι,
είναι υποχρεωμένη να ανοίγει
συνεχώς νέους δρόμους, χωρίς ποτέ να
γνωρίζει αν θα επιτύχει τον στόχο
της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η
παταγώδης αποτυχία της βιολογικής
γεωργίας, που εδώ και 25 χρόνια
παραμένει σε νηπιακό επίπεδο. Πέρα
από τις αδυναμίες και τα προβλήματα
της αστικής πολιτικής, υπάρχουν
όμως και οι αγωνιστικές
παρακαταθήκες της αγροτιάς. Αυτές
μας δείχνουν ότι η φτωχομεσαία
αγροτιά και οι εργάτες γης μπορούν
να ανατρέψουν τα όσα σχεδιάζονται
από την κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Η
περικοπή των επιδοτήσεων θα
απαγκιστρώσει μεγάλο τμήμα των
φτωχομεσαίων αγροτών από το
ευρωπαϊκό όραμα. Αυτοί, μαζί με τους
εργάτες γης και τους προλετάριους
των πόλεων, είναι που θα δώσουν τη
μάχη για ένα διαφορετικό μοντέλο
πρωτογενούς παραγωγής. Το βάθος των
αλλαγών που τώρα δρομολογούνται
απαιτούν από τις δυνάμεις της
ριζοσπαστικής Αριστεράς να δώσουν
μια ισοδύναμη απάντηση. Μέχρι
σήμερα το σύνολο της ελληνικής
Αριστεράς περιορίζεται στο να
συγκροτεί επιμέρους μέτωπα, στη
βάση ενός προβλήματος τοπικού ή
γενικού, ή σε επιμέρους θέματα (π.χ.
αγώνας ενάντια στα μεταλλαγμένα κλπ.).
Οι προσπάθειες αυτές, αν και τις
περισσότερες φορές εκφράζουν
ειλικρινή αγωνιστική διάθεση, δεν
αρκούν και είναι κατώτερες των
περιστάσεων. Πόση αξία έχει να
κερδίζεις την καταβολή της
επιδότησης της τρέχουσας χρονιάς
έναν μήνα γρηγορότερα, όταν σε έναν
χρόνο δεν θα θεωρείσαι αγρότης και
δεν θα μπορείς να πάρεις ούτε ένα
καλλιεργητικό δάνειο;
Όσο
λάθος είναι να μονοπωλούν το
ενδιαφέρον μας τα μικρά καθημερινά
ζητήματα, άλλο τόσο λάθος είναι να
ασχολούμαστε μόνο με την
αντιπαράθεση των κεντρικών
πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης.
Πρέπει να παλεύουμε ταυτόχρονα για
τα μεγάλα και τα μικρά ζητήματα. Το
να καθυστερήσουμε την υλοποίηση της
νέας ΚΑΠ για έναν χρόνο, το να
μετατεθεί η ψήφιση του αγροτικού
νομοσχεδίου για κάποιους μήνες
είναι μικρές επιτυχίες ιδιαίτερα
σημαντικές. Θα είναι όμως λάθος να
πιστεύουμε ότι με τέτοιες μικρές
νίκες ολοκληρώνεται ο αγώνας.
Ακόμη
πρέπει να αποκαλύπτουμε τον
χαρακτήρα των νέων μέτρων που
λαμβάνονται. Να συμμετέχουμε στους
αγώνες των αγροτών που αντιπαλεύουν
τα επιμέρους μέτρα, αλλά στόχος θα
είναι πάντα να «κοντύνουμε» τις
κεντρικές πολιτικές επιλογές. Εν
τέλει, τη δεκαετία που τώρα ξεκινάει
θα κριθεί αν μπορούμε να
συγκροτήσουμε μια αξιόλογη
ριζοσπαστική πτέρυγα στο αγροτικό
κίνημα.
Για
να γίνουν όλα τα παραπάνω
χρειάζεται οι επιμέρους κινήσεις,
οργανώσεις και οι μεμονωμένοι
αγωνιστές της ριζοσπαστικής
Αριστεράς να συντονιστούν. Να
αποκτήσουν ενιαία αντίληψη και να
δρουν συστηματικά και συντονισμένα,
με σχέδιο και προγραμματισμό.
|