Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

 Επικοινωνία

  Κατασκευή: W.D.G  

  

Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης   

                                       Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή              

 

Θέμα

Εργατικά Αγροτικά

Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

Στη φωτογραφία μέλη του αγροτικού συνεταιρισμού γυναικών Εβρου

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΑΙΖΕΡ

Για μικρούς, αρχάριους

Για μεγάλους, προχωρημένους

ΕΙΔΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

ΓΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΚΜΑΘΗΣΗ

Από τον Μουσικοσυνθέτη

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΗΧΟ

τηλ.  6946205678

 

 

Η αγροτική κρίση και ο ρόλος των συνεταιρισμών

Του Γιάννη Bάσιλα

Το αγροτικό ζήτημα δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο από καταβολής του ελληνικού κράτους. Από τις κοινωνικοποιήσεις γης και τα πειράματα αυτοδιαχείρισης στα νησιά του Αιγαίου το 1823, την εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών στο Πύργο το 1898, τον αγώνα για την κατάργηση των τσιφλικιών και το Κιλελέρ (1910), την «πρωτόγονη επανάσταση» που συντελέστηκε με τον θεσμό της κοινωνικής ληστείας, τη μαζική συμμετοχή χωρικών στο αντάρτικο του ‘40, τις κινητοποιήσεις και τις συγκρούσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων έως και τα πρόσφατα συλλαλητήρια, το αγροτικό παραμένει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για την εκάστοτε εξουσία.

Στρατηγική επιδίωξη του κράτους σήμερα, είναι η πλήρης εναρμόνιση της γεωργικής παραγωγής με τις επιταγές της οικονομίας της αγοράς. Διαδικασία, όμως, που συναντάει προσκόμματα, όχι μόνο εξ’ αιτίας της δυναμικής που αναπτύσσουν οι αγρότες στη διάρκεια των αγώνων τους, αλλά και λόγω των εγγενών αντιφάσεων στην κοινωνική και οικονομική δομή του αγροτικού κόσμου, που τον καθιστούν εχθρικό στις απόπειρες εκσυγχρονισμού.

Τα αγροτικά στρώματα παρουσιάζουν μια ιστορικά καταγεγραμμένη διττή ιδιότητα: από τη μια ιδιοκτήτες γης αλλά και ταυτόχρονα εργάτες, μιας και η γη δεν αποφέρει καρπούς αν δεν δουλευτεί. Παράλληλα, εμφανίζουν αξιοσημείωτη κοινωνική και οικονομική κινητικότητα (μαζική μετανάστευση, διαρκές πηγαινέλα σε πόλη και χωριό, μεγάλος αριθμός πτυχιούχων, πολυαπασχόληση), αλλά και μια καχυποψία απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Το αν αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν και μέχρι ποιο σημείο, μια ιδιότυπη τροχοπέδη στο σύστημα μένει να εξακριβωθεί. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι η απόλυτη εξαθλίωση της ελληνικής υπαίθρου καθόρισε και στιγμάτισε αυτό τον χώρο. Ακόμη και σήμερα, και παρά τη θεαματική αύξηση του εισοδήματός τους στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, αυτό παραμένει μόλις το μισό σε σχέση με τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, ενώ είναι και οι πλέον υπερχρεωμένοι της Ε.Ε.

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ένωση έχει εντείνει τα προβλήματα στον αγροτικό τομέα, γι’ αυτό και παρ' όλη την ασφυκτική κομματική πατρωνία, στα συλλαλητήρια το ανεξέλεγκτο και το αυθόρμητο στοιχείο, ενίοτε, επικρατούν έναντι του ελέγχου που επιχειρούν να επιβάλλουν αυτόκλητοι θεσμικοί φορείς αγώνων, όπως το ΚΚΕ.

Η εποχή που οι αγρότες θα αποτελούσαν τους πεζικάριους της επανάστασης και μετά θα εξαφανίζονταν από το προσκήνιο της ιστορίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί, κυρίως γιατί για τα κόμματα της αριστεράς δεν τίθεται καν το εν λόγω ζήτημα, δηλ. της επανάστασης.

Τα ανούσια φληναφήματα για την υπεράσπιση των λαϊκών νοικοκυριών και της φτωχομεσαίας αγροτιάς δεν εμπόδισαν τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ (μαζί μ’ αυτούς της Ν.Δ.) να μοιράζουν γαρύφαλλα στα ΜΑΤ, την ίδια ώρα που οι ματάδες προέβαιναν σε δολιοφθορές κατά του αγώνα (την περιβόητη εκείνη εποχή που έσκιζαν τα λάστιχα των τρακτέρ). Κατά τ' άλλα, εξαργύρωσαν την αγωνιστικότητά τους σε κοινοβουλευτικά και άλλα δημόσια αξιώματα…

 

Συνεταιρισμοί: συλλογικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις;

 

Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1917 και η σταδιακή διάλυση των τσιφλικιών καθιέρωσε την μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση (πρότυπο, που αν και διαρκώς βαλλόμενο, επιβιώνει ως τις μέρες μας, ιδίως στα νησιά του Αιγαίου) και ενίσχυσε την ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Οι γεωργοί τότε απέκτησαν ιδιοκτησία, αλλά έγιναν ταυτόχρονα οφειλέτες ενός αρχικού ποσού (70.000) προς το κράτος. Έτσι, στην προσπάθειά τους ν' αποσβέσουν τα χρέη, διεύρυναν την παραγωγή, εντατικοποίησαν την εργασία τους και τέλος δανείζονταν εκ νέου, συντηρώντας έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης μέσα στην ήδη εξαθλιωμένη καθημερινότητα. Η ιδιοκτησία αποδείχτηκε τυπική, καθώς ουσιαστικά, ο αγρότης ήταν κολίγος στην ίδια του τη γη.

Οι συνεταιρισμοί, παρά τις αγνές προθέσεις των πρώιμων οπαδών της ιδέας, ουδέποτε λειτούργησαν σαν «όργανα αυτοβοήθειας των ασθενών οικονομικά προσώπων», αλλά αντίθετα υπήρξαν ο δούρειος ίππος για την διείσδυση του κεφαλαίου στη γεωργία. Οι ίδιες οι τράπεζες πριμοδότησαν τους συνεταιρισμούς, ενώ η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας το 1927 θα καταστήσει το συνεταιριστικό κίνημα βοηθητικό μηχανισμό της ΑΤΕ. Δέκα χρόνια αργότερα ο τότε διευθυντής της μάλιστα δεν παρέλειψε να τους εξάρει «διότι παρέχουν τον καλύτερο, φθηνότερο και πιο αποτελεσματικό τρόπο ανάπτυξης της αγροτικής πίστεως»! Από το 1929 η Αγροτική Τράπεζα θα αναλάβει την εποπτεία των συνεταιρισμών, ενώ μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις θα επιτρέψουν στο κράτος να ασκεί απόλυτο πολιτικό έλεγχο.

Οι διακρίσεις με βάση τα πολιτικά φρονήματα και το κοινωνικό ιδιώνυμο ίσχυσαν, βέβαια, και σ' αυτόν τον χώρο, αποκλείοντας όσους οι ιδεολογικές τους αποχρώσεις δεν ήταν αποδεκτές. Αντίθετα, ενθαρρύνθηκε η εισροή ατόμων άσχετων με τη γεωργία, δικηγόρων, ιδιοκτητών γης, αργόσχολων κεφαλαιούχων κι ενισχύθηκαν τα φαινόμενα ηγεμονισμού κι εξάρτησης των αγροτών από κομματικά στελέχη και ανθρώπους της εξουσίας. Οι δικτατορίες του 1936 και του 1967 επιχείρησαν να μετατρέψουν τους συνεταιρισμούς σε εξαρτήματα του καθεστώτος, επεμβαίνοντας από τη μια ανοιχτά στις διοικήσεις, ενώ από την άλλη η λήψη «φιλοαγροτικών» μέτρων τους επέτρεπαν να διατηρούν ερείσματα στον αγροτικό πληθυσμό.

Γεγονός, πάντως, παραμένει ότι οι συνεταιρισμοί υπήρξαν το υφάδι της κρατικής παρέμβασης, της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κράτους στην ύπαιθρο.

Έστω και μ' αυτόν τον χαρακτήρα πάντως, οι οργανώσεις αυτές υπήρξαν ο μοναδικός χώρος συνδικαλιστικής δράσης για τους αγρότες, με δεδομένο μάλιστα ότι ως τα τέλη της δεκαετίας του 70 κανένας σύλλογος ή συνδικαλιστικό όργανο δεν είχε αναγνωριστεί επίσημα. Ωστόσο, ο ασφυκτικός έλεγχος της πολιτείας δεν άφηνε πλέον περιθώρια για την ανάπτυξη ενός μαζικού ακηδεμόνευτου κινήματος.

Σήμερα, με βάση τα νέα δεδομένα της παγκόσμιας αγοράς, βασική επιδίωξη της κρατικής πολιτικής είναι η εξυγίανση των συνεταιρισμών και η λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Η στενή σχέση ανάμεσα στην κεντρική εξουσία, την Αγροτική Τράπεζα και τους συνεταιρισμούς, προσέδωσε στους τελευταίους μια ημικρατική δομή που αντικατοπτρίζεται στην γραφειοκρατία, στη συντήρηση πελατειακών σχέσεων και ακόμα, στη διάχυτη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Οι περισσότερες ενώσεις, αν και καταχρεωμένες και με μηδενικά έσοδα, δεν αποτελούν πεδίο προς εγκατάλειψη. Αντίθετα, στόχος είναι η αναδιάρθρωση και η μετατροπή τους σε βιώσιμες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η Α.Γ.ΝΟ που συναγωνίζεται τα μεγαθήρια του κλάδου ΔΕΛΤΑ και ΦΑΓΕ. Βέβαια, πολλά συνεταιριστικά εργοστάσια και άλλες μονάδες που δεν κατάφεραν να εναρμονιστούν με τις νέες συνθήκες, βρίσκονται ήδη σε διαδικασία κατάσχεσης από την ΑΤΕ.

Στη νέα εποχή, οι συνεταιρισμοί καλούνται να χαράζουν αυτοί την αγροτική πολιτική, όπως γίνεται στην Ισπανία και θα καθορίζουν την παραγωγή σε τοπικό επίπεδο, πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς που τις ορίζουν οι μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων.

Μερικά στοιχεία είναι αρκετά διαφωτιστικά για τον πλήρη έλεγχο της αγροτικής οικονομίας από τις μεγάλες βιομηχανίες του κλάδου. Από την εποχή της εισόδου της χώρας στην Ε.Ε., το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο έχει οκταπλασιαστεί. Η απαγόρευση παραγωγής ορισμένων προϊόντων που έχουμε ανάγκη, οδηγεί στην εισαγωγή τους από τον βορρά (γάλα και κρέας) με όλα τα συνεπακόλουθα (διοξίνες, τρελές γελάδες, κ.ά.). Η πολιτική συγκράτησης ή και πτώσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων ευνοεί τους βιομηχάνους και τους μεσάζοντες, καθώς αγοράζουν φτηνά και πουλούν ακριβά. Έτσι, ενώ στη δεκαετία του '80 η σχέση τιμής σταριού και ψωμιού ήταν 1 προς 3, τώρα είναι 1 προς 7. Το ίδιο και στο βαμβάκι, όπου από 1 προς 15, έχει πάει στο 1 προς 20. Οι επιδοτήσεις παίζουν ακριβώς αυτόν τον ρόλο, της καθήλωσης δηλαδή των τιμών προς τα κάτω προς όφελος των βιομηχανιών.

 

Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου

 

Ιδρύθηκε το 1926, σε μια περίοδο που η αγροτική παραγωγή περιοριζόταν στην οικονομία της επιβίωσης και όπου οι ακτήμονες αγρότες δούλευαν μέχρι και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε κτήματα ιδιοκτησίας της Καθολικής Μητρόπολης, ενώ χιλιάδες στρέμματα ανήκαν στη δικαιοδοσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανάπτυξη και οι δραστηριότητες του τοπικού συνεταιρισμού δεν διαφέρουν και πολύ από αντίστοιχες οργανώσεις της υπόλοιπης χώρας.

Στα πλαίσια της μικρής κοινωνίας του νησιού, η Ε.Α.Σ. έχει αποκτήσει θεσμικό ρόλο αντίστοιχο άλλων φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν είναι μονάχα τα περιουσιακά στοιχεία που την καθιστούν έναν ισχυρό εταίρο της τοπικής εξουσίας, αλλά, κύρια, η απόλυτη κυριαρχία στον αγροτικό τομέα.

Ακόμη και μετά το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει πριν λίγα χρόνια, με την οικειοποίηση μέρους των χρημάτων από τις επιδοτήσεις που ανήκαν στους παραγωγούς και το οποίο συγκαλύφθηκε με την συναίνεση του υπουργείου γεωργίας, ουδείς αμφισβήτησε την αξιοπιστία, ούτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα για τη λειτουργία της Ένωσης. Τουναντίον, η Ε.Α.Σ. παραμένει μια σταθερή αξία, αφού μάλιστα και ανάμεσα στα υψηλόβαθμα στελέχη της επικρατεί απόλυτη σύμπλευση των δυο κομμάτων εξουσίας.

Παρά τον μεγάλο αριθμό μελών (γύρω στους 3.500 αγρότες), ο συνεταιρισμός ποτέ δεν στήριξε έμπρακτα τον πρωτογενή τομέα του νησιού που βρίσκεται σε σταθερά φθίνουσα πορεία. Πρώτιστο μέλημα είναι η αναπαραγωγή και συντήρηση του μηχανισμού του, που βέβαια στηρίζεται στην αφαίμαξη των γεωργών και των κτηνοτροφών. Είναι γεγονός ότι οι τιμές που δίνει η Ένωση στους παραγωγούς για το γάλα (αγελαδινό, κατσικίσιο ή πρόβειο) είναι 20% κάτω από τις αντίστοιχες στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η απορρόφηση του πατατόσπορου περιορίζεται κάθε χρόνο, καθώς προφανώς η διοίκηση του συνεταιρισμού κρίνει ότι δεν είναι πλέον συμφέρουσα επένδυση.

Το σύστημα των κοινοτικών ενισχύσεων έχει δημιουργήσει έναν υπερτροφικό κτηνοτροφικό τομέα που στηρίζεται, εν πολλοίς, στις ζωοτροφές, από την εμπορία των οποίων η Ένωση, σε συνεργασία με πολυεθνικές του κλάδου όπως η ΔΕΛΤΑ κ.ά., κερδοσκοπεί ασύστολα. Μ' αυτόν τον τρόπο, μεγάλο μέρος των κτηνοτρόφων της ορεινής Νάξου επωμίζεται δυσβάσταχτα χρέη ώστε απλώς αναπαράγουν το βιός τους προς όφελος και μόνο των δανειστών τους. Ταυτόχρονα, ο συνεταιρισμός έχει επεκταθεί και σε εμπορικές δραστηριότητες προωθώντας προϊόντα πολυεθνικών όπως γάλατα, αναψυκτικά και ποτά.

Πολλές παραδοσιακές καλλιέργειες του νησιού (κιτριές, αμυγδαλιές, αμπέλια) τείνουν προς εξαφάνιση. Μεγάλες εκτάσεις έχουν παραδοθεί στη μόνιμη αγρανάπαυση ή στην οικοπεδοποίηση ενώ τα παραδοσιακά λακκώματα (άχτια) της ορεινής Νάξου, με τη συμβολή και των τελευταίων πλημμυρών και κατακρημνίσεων, δεν αποτελούν παρά ένα ευρύ πεδίο για ανθρωπογεωγραφικές μελέτες. Δεν είναι τραγελαφικό ότι γειτονικά νησιά όπως η Πάρος και η Σαντορίνη έχουν χαρακτηριστεί αμπελότοποι, με όλα τα προνόμια που σημαίνει αυτό, ενώ στο νησί του Διονύσου τ’ αμπέλια ρημάζουν;

Ο συνεταιρισμός της Νάξου δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα συμφέροντα των αγροτών, αφού στην ουσία δεν διαφέρει σε λειτουργία από οποιαδήποτε ιδιωτική επιχείρηση. Μόνη διαφορά είναι ότι εδώ το ζητούμενο δεν είναι αποκλειστικά το κέρδος, αλλά και η διατήρηση των υψηλόμισθων κλιμακίων της Ένωσης ώστε να κηδεμονεύουν στον αγροτικό πληθυσμό.

 

Το Αγροτικό...

 

Η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτική Πολιτικής (ΚΑΠ), η συμφωνία της G.A.T.T.5 συνεπικουρούμενα από μια σειρά μέτρων όπως η τράπεζα γης και το μητρώο αγροτών, η περικοπή των επιδοτήσεων αυτό (το 1/3 των γεωργών δεν παίρνει κοινοτικές ενισχύσεις), η απαγόρευση κάποιων παραδοσιακών καλλιεργειών και οι ποσοστώσεις, εξοβελίζουν τους μικρούς καλλιεργητές από την παραγωγή.

Την τελευταία εικοσαετία 182.000 αγρότες ξεκληρίστηκαν ενώ άλλοι 70.000 είναι υπερχρεωμένοι στην ΑΤΕ. Το κατά πόσο η πολυδραστηριότητα, –αναγκαία προϋπόθεση για την διατήρηση των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων όπου το γεωργικό εισόδημα δεν επαρκεί– έχει συνεισφέρει στο να αποσοβηθεί το τεράστιο πολιτικό και κοινωνικό κόστος από την προαναφερθείσα κατάσταση, αυτό είναι αντικείμενο προς διερεύνηση.

Σίγουρα, πάντως, η μαζική εισροή φθηνής εργατικής δύναμης και η άγρια εκμετάλλευση των μεταναστών από μικρούς (και μεγάλους) παραγωγούς, έχει συντελέσει τα μάλα στην επιβράδυνση της αποσάθρωσης του μικρού αγροτικού κλήρου. Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων και όσο κι αν οι κυρίαρχες τάσεις πρέπει να θεωρούνται δεδομένες, (συγκέντρωση της ιδιοκτησίας*, συγκεντροποίηση της παραγωγής, σαφής ενίσχυση των μεγαλοαγροτών και των νέων επιχειρηματιών αγροτών, αυξανομένη διείσδυση και έλεγχος στην παραγωγή των αγροτοβιομηχανικών κολοσσών), αυτές οι εξελίξεις δεν θα είναι απρόσκοπτες.

«…η ελληνική γεωργία ακολουθεί μια εξελικτική διαδικασία εξαιρετικά διαφοροποιημένη: σχεδόν γενικευμένη πολυδραστηριότητα, (τόσο γεωργική, όσο και εξωγεωργική), ραγδαίος εκσυγχρονισμός ορισμένων εκμεταλλεύσεων και παράλληλη διατήρηση μιας πλειάδας μικρών παραδοσιακών εκμεταλλεύσεων, επιτάχυνση της αστικοποίησης» του τρόπου ζωής στην ύπαιθρο, αξιοσημείωτη πρόοδος στην άρδευση και νέες εντατικές καλλιέργειες που οδηγούν ένα μέρος στην «κάθετη» ενσωμάτωση σε μια αγροτοτροφική επιχείρηση, ενώ ένα άλλο μέρος συνεχίζει να εφαρμόζει εκτατικές καλλιέργειες και να μοιράζει την παραγωγή του μεταξύ αγοράς και της αυτοκατανάλωσης, συγκεντροποίηση της γης και συνακόλουθη ανάπτυξη των μισθώσεων, αλλά και διατήρηση των παλαιών μορφών εκμετάλλευσης, ενίσχυση των ανισομερειών μεταξύ των εκμεταλλεύσεων (ως προς γη ή τα μηχανήματα) νέος καταμερισμός εργασίας (άντρες-γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι) στο εσωτερικό της εκμετάλλευσης ή έξω από αυτήν.. »

Σ' αυτό το σύνθετο μωσαϊκό, η πλήρης ενσωμάτωση της γεωργίας δεν διαφαίνεται και τόσο εύκολη. Αν μάλιστα το αγροτικό κίνημα καταφέρει να αποδράσει από την ηγεμονία των αγροτοπατέρων συνδικαλιστών και ν' αναπτύξει πρακτικές και δυναμικές αγώνα έξω από τον στενά ελεγχόμενο κομματικό κλοιό, τότε υπάρχει η πιθανότητα τα συλλαλητήρια να μετατραπούν σε σάλπισμα για μια πραγματική ρήξη με την κρατική και ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική.

(Το κείμενο υπογράφει ο Γιάννης Bάσιλας)

Από τη ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ που κυκλοφορεί

15/04/2005