|
Aγρότες:
Τα επόμενα «μπλόκα»!
Του συνεργάτη μας ΓΙΑΝΝΗ ΑΓΓΕΛΗ
H κρίση που έχει ξεσπάσει
ανάμεσα στην κυβέρνηση της Ν.Δ. και
το πλέον νεοδημοκρατικό κομμάτι των
αγροτών αποτελεί ίσως το πιο
προωθημένο σημείο εκδήλωσης της
αντίφασης ανάμεσα στον χαρακτήρα
αυτής της κυβέρνησης και των
συνολικότερων αναγκών μιας
κοινωνίας που τμηματικά ξυπνάει από
το λήθαργο της "ήπιας προσαρμογής"
και την απάτης της κεντροδεξιάς.
Στη σύγκρουση αυτή
αναδεικνύονται και "μπερδεύονται"
δύο μεγάλα ζητήματα που έχουν να
κάνουν αφ’ ενός με το άμεσο αίτημα
ικανοποίησης των πρoεκλογικών
δεσμεύσεων της Ν.Δ. απέναντι στους
αγρότες και αφ’ ετέρου με τις
διαρθρωτικές αλλαγές στις οποίες
σέρνεται "βίαια" πλέον το 12% του
ελληνικού πληθυσμού (αγρότες και
κτηνοτρόφοι) που πρέπει, σε διάστημα
λίγων μηνών πλέον, να προσαρμοσθούν
στην νέα αγροτική πολιτική των
Βρυξελλών.
* Πίσω από το πρώτο σκέλος αυτής
της αντίφασης, ήτοι της
ικανοποίησης των δεσμεύσεων της Ν.Δ.
για επιδοτήσεις σε όλους τους
καλλιεργητές ανεξάρτητα από τους
μέχρι τώρα ισχύοντες κοινοτικούς
κανονισμούς υπάρχει το μεγάλο
ζήτημα της διαχείρισης των 2,7 δισ.
ευρώ που εισρέουν κάθε χρόνο για
αγροτικές επιδοτήσεις (ποσό σχεδόν
ίσο με τις ετήσιες κοινοτικές
χρηματοδοτήσεις από το ΚΠΣ).
Οι επιδοτήσεις αυτές
διανέμονται στους δικαιούχους
αγρότες, δηλαδή στο 12% - 13% του
πληθυσμού που δουλεύει στη γεωργία
και τη κτηνοτροφία. Η γεωργία, στην
οποία απασχολείται το 12% - 13% του
πληθυσμού δημιουργεί το 6,7% του ΑΕΠ.
Οι βαμβακοπαραγωγοί αποτελούν
την πλειοψηφία στην κατανομή των
ετήσιων επιδοτήσεων, που είναι
περίπου 690 εκατ. ευρώ ετησίως.
Σήμερα οι βαμβακοκαλλιέργειες
στην Ελλάδα καταλαμβάνουν 3,7 εκατ.
στρέμματα και είναι η πρώτη σε αξία
αγροτική παραγωγή. Είναι όμως και
από τις πλέον επιβαρυντικές για το
περιβάλλον (λόγω της μεγάλης χρήσης
χημικών) και με την μεγαλύτερη
υπεράντληση νερού, που έχει
οδηγήσει σε εισροή θαλάσσιου
ορίζοντα.
Οι παραγωγοί στρέφονταν μέχρι
σήμερα στο βαμβάκι στις μεγάλες
πεδιάδες λόγω των υψηλών εισπράξεων
από επιδοτήσεις όπως επίσης και
γιατί το βαμβάκι είναι το προϊόν με
τη μεγαλύτερη απόδοση.
Στο βαμβάκι τα δύο τρίτα της
αξίας που εισπράττει ο παραγωγός
είναι επιδότηση και το υπόλοιπο
εμπορική αξία. Συνολικά απορροφά το
22% των επιδοτήσεων από την Ε.Ε. παρά
το γεγονός ότι αποτελεί μόνο το 11%
της αξίας της συνολικής αγροτικής
παραγωγής.
Η καλλιέργεια αυξήθηκε τα
τελευταία χρόνια για τους λόγους
αυτούς, και την περίοδο 2004/2005 πέρασε
πάνω από το όριο των 1.103.000 τόνων που
θα έπρεπε να τηρηθεί για να λάβουν
οι παραγωγοί τη μεγαλύτερη
επιστροφή (43 δρχ το κιλό). Με τις
μεγάλες καλλιέργειες έφτασε στους
1.132.000 τόνους μειώνοντας την απόδοση
στις 23 δραχμές το κιλό.
Οι μεγάλες αποδόσεις
προσέλκυσαν βέβαια για τους
παραπάνω λόγους τους μεγάλους
καλλιεργητές κυρίως στην Θεσσαλία,
αλλά και σε άλλες περιοχές όπως στην
Mακεδονία ή την Βοιωτία, οι οποίοι σε
πολλές περιπτώσεις έχουν
νοικιασμένα πολλά κτήματα
μικροκαλλιεργητών ή αγροτών που
έχουν αποχωρήσει. Σ’ αυτές τις
περιοχές η Ν.Δ. στηρίχθηκε στους
μεγαλοκαλλιεργητές υποσχόμενη
πλήρη κάλυψη για τις επιδοτήσεις
απέναντι στα "ψελλίσματα" του ΠAΣOK
που είχε αρχίσει να πιέζει για την
εφαρμογή των νέων κανόνων της ΚΑΠ.
Τώρα βέβαια οι δυνάμεις αυτές
των νεοδημοκρατών αγροτών έχοντας
συσπειρώσει γύρω τους και τους
μικρομεσαίους καλλιεργητές δεν
μπορούν να κάνουν πίσω αποδεχόμενοι
την ακύρωση όλων εκείνων των
δεσμεύσεων που είχαν λειτουργήσει
σαν πόλος συσπείρωσης τα τελευταία
δύο χρόνια όταν το ΠAΣOK "ξεφούσκωνε"
τα λάστιχα των αγροτικών τρακτέρ...
Το πρόβλημα βέβαια επιδεινώθηκε
τώρα καθώς τόσο η υπερπαραγωγή, όσο
και "αδικίες" στο βαμβάκι για
την ποσότητα που μετρήθηκε σε κάθε
παραγωγό από τα εκκοκκιστήρια,
προκάλεσαν την έκρηξη των νέων
αγροτικών κινητοποιήσεων.
Όσον αφορά πάντως το βασικό
αίτημα των βαμβακοπαραγωγών για την
κάλυψη με επιδοτήσεις ολόκληρης της
παραγωγής ακόμα και εκείνης που
είναι πάνω από το όριο που έχει
προσδιορίσει η ΚΑΠ, ο σχετικός
κανονισμός του 2001, δίνει μία μικρή
πιθανότητα για έγκριση πρόσθετης
ενίσχυσης. Αυτό συνέβη το 2002
δίνοντας το «πράσινο φως» για
ενίσχυση 30 δραχμών το κιλό. Ωστόσο,
προϋποθέτει ομοφωνία στο Συμβούλιο
των αρμόδιων υπουργών κάτι που
σήμερα θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο
αν όχι αδύνατο.
* Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος
του προβλήματος που έχει να κάνει με
τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν
ήδη αποφασισθεί στην ΚΑΠ, από το 2006
τα πράγματα δεν επιδέχονται "λύσεις"
και προδικάζουν μία παραπέρα βίαιη
προσαρμογή της αγροτικής παραγωγής.
Από το 2006, οι αγρότες σύμφωνα με
την ΚΑΠ, θα λαμβάνουν το 65% των
επιδοτήσεων ως ενίσχυση ανά στρέμμα
(με βάση την παραγωγή που είχαν τις
περιόδους 1999/2000 έως και 2001/2002).
Όσοι δηλαδή ήταν δικαιούχοι
επιδοτήσεων τις περιόδους 1999/2000 έως
και 2001/2002, θα συνεχίζουν να
λαμβάνουν σταθερά ένα μέρος της
επιδότησης, ακόμη και αν δεν
παράγουν τίποτα ή καλλιεργούν άλλο
προϊόν. Μπορούν μάλιστα να «ενοικιάσουν»
ή να πωλήσουν αυτό το δικαίωμα, μαζί
με τη γη.
Αυτό σημαίνει ότι οι "κερδισμένοι"
σ’ αυτό το "κομμάτι" του
κανονισμού είναι οι
μεγαλοκαλλιεργητές του 1999-2002 και
αυτοί που είχαν δηλώσει μεγάλες
εκτάσεις καλλιέργειας.
Για να πάρουν όμως και το
υπόλοιπο ποσό, θα πρέπει να
συμμορφωθούν με μια μεγάλη σειρά
προτύπων ως προς το περιβάλλον, την
ασφάλεια των τροφίμων και τις
συνθήκες διαβίωσης των ζώων που
θέτει η νέα ΚΑΠ, με βάση δηλαδή την «πολλαπλή
συμμόρφωση». Όμως τα νέα δεδομένα
απαιτούν την "επιμόρφωση" του
παραγωγού και των γεωπόνων που
παρακολουθούν την καλλιέργεια
πράγμα βέβαια που δεν μπορεί να
γίνει από την οικογενειακή
μικρομεσαία καλλιέργεια αλλά μόνο
από μεγάλες καλλιέργειες που θα
λειτουργούν στα πρότυπα των μεγάλων
αγροτικών επιχειρήσεων...
Βέβαια, η συντριπτική
πλειοψηφία των μικρομεσαίων
καλλιεργητών ούτε μπορούν ούτε
είναι δυνατό να προσαρμοσθούν στα
νέα δεδομένα λόγω του ότι ακόμα και
οι συνεταιρισμοί δεν έχουν κάνει
κανένα βήμα στην κατεύθυνση αυτή.
Αυτό σημαίνει ότι αν
επαληθευτούν οι φόβοι ότι η
συντριπτική πλειοψηφία των γεωργών
δεν πληρούν τα κριτήρια για να
λάβουν το σύνολο της επιχορήγησης
τότε το εισόδημά τους θα μειωθεί
κατακόρυφα το 2006.
Πέραν του βαμβακιού, πάντως, οι
επιδοτήσεις συνολικά στο σιτάρι, το
καλαμπόκι, το ρύζι ανέρχονται
περίπου σε 500 εκατ. ευρώ πράγμα που
αποδεικνύει και αριθμητικά ότι η
στήριξη είναι χαμηλότερη σε αξία
από ότι στον καπνό, παρά την
μεγαλύτερη καλλιεργήσιμη έκταση
που καλύπτουν.Στα καπνά δίνονται 370
εκατ ευρώ επιδότηση και 200 εκατ.
περίπου ευρώ για φρούτα και
λαχανικά. Στα καπνά ομως ο
καλλιεργητής είναι ολοκληρωτικά
στα χέρια του καπνέμπορου γιατί για
να πάρει την επιδότηση πρέπει
προηγουμένως να έχει πουλήσει στον
καπνέμπορο, γεγονός που το
χρησιμοποιούν αυτοί για να
εξασφαλίσουν εξευτελιστικές τιμές
από τους καπνοπαραγωγούς...
Στο
μεταξύ ο ανταγωνισμός των άλλων
αγροτών μεσογειακών κρατών έχει ήδη
γίνει ασφυκτικός. Εδώ και χρόνια
έχουν στρέψει τους αγρότες μέσω των
αγροτικών οργανώσεων στην
καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών -που
έχουν υψηλή προστιθέμενη αξία- και
χρησιμοποιούν κοινοτικούς πόρους
για την προώθησή τους στις
υπεραγορές της δυτικής Ευρώπης, από
τις οποίες είναι εντελώς απόντες οι
έλληνες αγρότες εκτός ορισμένων
μεγαλο-καλλιεργητών περιορισμένων
ειδών.
Στην Ισπανία, τα τελευταία δέκα
χρόνια έχουν συγκροτηθεί αγροτικές
οργανώσεις που "ανιχνεύουν"
συνεχώς την παγκόσμια αγορά ώστε να
αναπροσανατολίζουν και να
κατευθύνουν την παραγωγή ανάλογα με
τις ανάγκες των εξαγωγών, τη ζήτηση
στο εσωτερικό, αλλά και με τις
εξελίξεις στην παραγωγική
διαδικασία. Η προσαρμογή αυτή όμως
έγινε δυνατή με την συγκεντροποίηση
της παραγωγής και τη δημιουργία
αγροτικών καλλιεργειών -
επιχειρήσεων καταστρέφοντας ή
υποτάσσοντας την μικρή
οικογενειακή καλλιέργεια.
Στο σύστημα αυτό έχουν εντάξει
τους συνεταιρισμούς οι οποίοι με τη
σειρά τους χρησιμοποιούνται για να
αναπροσανατολίζουν και να
καθορίζουν την παραγωγή σε τοπικό
επίπεδο.
Αυτή η προσαρμογή που στις άλλες
χώρες πήρε αρκετά χρόνια και
μάλιστα σε περιόδους που ακόμα η
επιδοτήσεις ήταν στο "φόρτε"
τους τώρα θα πρέπει να γίνουν στην
Ελλάδα μέσα σε ελάχιστο χρόνο στην
επόμενη διετία προκαλώντας
εκρήξεις στην αγροτική περιφέρεια
οι οποίες δεν θα έχουν το
προηγούμενό τους στα χρονικά των
τελευταίων δεκαετιών.
|