|
ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΝΙΚΗ: ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΕΠΩΑΣΤΗΚΕ ΤΟ
ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ
Ο Ναζισμός αποτέλεσε το πιο
προωθημένο – και…επικίνδυνο –
πείραμα για την υπέρβαση της
κρίσης του ’29 – ‘30
Του συνεργάτη μας ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ
Απίστευτο θα φαινόταν
πριν λίγα χρόνια αυτό που συνέβη
τις προηγούμενες ημέρες με αφορμή
την επέτειο από την αντιφασιστική
νίκη. Σύσσωμος ο δυτικός τύπος, από
τις πιο φιλελεύθερες εφημερίδες
μέχρι και τα φερέφωνα των
νεοσυντηρητικών της Ουάσιγκτον,
αφιέρωσαν σελίδες επί σελίδων για
να δείξουν τις ευθύνες που είχε η
Σοβιετική Ένωση στην…άνοδο και
την εδραίωση του Ναζισμού!
Τα ζητούμενα αυτής της
επιχείρησης – που οδήγησε τη Γουόλ
Στριτ Τζέρναλ να χαρακτηρίσει «μύθο»
τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, σε
σημείωμα της σύνταξής της την
Δευτέρα 9 Μαϊου, όταν κορυφώνονταν
στην Μόσχα οι εορταστικές
εκδηλώσεις – ήταν πολλά. Άμεσα, να
υπονομευτεί η προσπάθεια του
Πούτιν να καρπωθεί η σημερινή
ηγεσία της Μόσχας την εκτυφλωτική
πολιτική ακτινοβολία που
εξακολουθεί να εκπέμπει η θυσία 27
εκατομμυρίων πολιτών της
Σοβιετικής Ένωσης στο βωμό της
πάλης κατά του φασισμού. Η Δύση,
σκιάζοντας αυτήν την ακτινοβολία,
τη στιγμή που επιδεικνύει το
Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, που
υπέγραψαν οι υπουργοί Εξωτερικών
της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ,
αναβαθμίζει το ρόλο των ΗΠΑ στην
συντριβή του φασισμού. Αυτόματα
έτσι εμφανίζει φυσιολογική και
αναγκαία την αμερικανική παρουσία
στην Ευρώπη και ειδικά στις χώρες
που αποσπάστηκαν από την επιρροή
της Μόσχας για να προσαρτηθούν στο
άρμα της Pax Americana. Στο
πλαίσιο αυτού του στόχου ο Μπους
επισκέφθηκε πριν και μετά τη Μόσχα
τη Λετονία και τη Γεωργία
αντίστοιχα, επιβραβεύοντας δια της
φυσικής του παρουσίας την απόφαση
των ηγετών των δύο χωρών να
απορρίψουν την πρόσκληση του
Πούτιν και να απέχουν από τις
εκδηλώσεις που έγιναν στην Κόκκινη
Πλατεία.
Η υποτίμηση όμως και η
αμαύρωση του ρόλου που
διαδραμάτισε η ΕΣΣΔ στην ήττα του
φασισμού – ταυτίζοντας τον
χιτλερισμό με το σοβιετικό
καθεστώς, όπως έκανε ο Μπους
μιλώντας στις παραπάνω χώρες –
έχει και μία επιπλέον συνέπεια: Η
διαχωριστική γραμμή παύει να
ορίζεται μεταξύ των ποικίλων
πολιτικών μορφών της αστικής
δημοκρατίας και του
κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής
από τη μια, και ενός εγχειρήματος
εδραίωσης εργατικής εξουσίας από
την άλλη, συμπεριλαμβανομένης της
λαϊκής πάλης στη Δύση, αλλά μεταξύ
των «δύο ολοκληρωτισμών» από τη
μια, και της φιλελεύθερης αστικής
δημοκρατίας από την άλλη. Για να
νομιμοποιηθεί ο ρόλος των
φιλελεύθερων αστών πολιτικών
υποβαθμίζεται ακόμη και ο ρόλος
των αντιστασιακών – παρτιζάνικων
κινημάτων, που αν και δεν κατάφεραν
να ξεπεράσουν την ήττα του
τριτοδιεθνιστικού κομμουνιστικού
κινήματος, μετεξελίσσοντας την
εθνικοαπελευθερωτική τους πάλη σε
αντικαπιταλιστική, συνέβαλαν τα
μέγιστα στη συντριβή του φασισμού.
Στο πλαίσιο της
προσπάθειας αναστήλωσης του
κύρους της αστικής δημοκρατίας
εξαφανίστηκαν μια σειρά από
ιστορικά στοιχεία που
καταδεικνύουν τους δεσμούς
αίματος που συνέδεαν τον
Χιτλερισμό με τις φιλελεύθερες
αστικές δημοκρατίες της Δύσης – τη
Γαλλία, την Αγγλία, και πολύ
περισσότερο την Αμερική.
Πριν απ’ όλα είναι η
ανοχή που έδειξε το Λονδίνο και το
Παρίσι προς τα γερμανικά στούκας
την ώρα που ματοκυλούσαν την
Ισπανία. Γράφει η Πασιονάρια στα
Απομνημονεύματά της (εκδόσεις Ανθολογία,
χωρίς χρονολογία): «Ούτε
η γαλλική αστική τάξη, ούτε ο
αγγλικός καπιταλισμός επιθυμούσαν
τη νίκη της λαϊκής Ισπανίας {…}
Έβλεπαν στον Φράνκο έναν
υπερασπιστή των των προνομίων της
αριστοκρατίας και της ισπανικής
αντίδρασης {…} Αξίζει να σημειωθεί
το γεγονός ότι η πολιτική της “μη
επέμβασης” άρχισε ταυτόχρονα με
την ανοιχτή και ανενδοίαστη
βοήθεια της Ιταλίας και της
Γερμανίας στους στασιαστές. Και
ακόμη ότι οι πολιτικές αυτές
συνέπεσαν τη στιγμή ακριβώς που οι
δυνάμεις του Φράνκο δέχονταν
σκληρά χτυπήματα από τις λαϊκές
δυνάμεις, τις πρώτες βδομάδες του
πολέμου. Ενώ εκείνες αρνιόνταν σε
μια νόμιμη κυβέρνηση τη δυνατότητα
να αγοράσει, νόμιμα από το
εξωτερικό, οποιοδήποτε τύπο όπλου,
οι κινηματίες δέχονταν από τη
Γερμανία και την Ιταλία ότι τους
χρειαζόταν για τον πόλεμο, χωρίς οι
αποκαλούμενες δημοκρατικές
κυβερνήσεις να κάνουν το παραμικρό
για να το εμποδίσουν {…} Λίγο
ύστερα από το τέλος της ισπανικής
αντίστασης ο αγγλικός λαός γνώρισε
στο δικό του πετσί σε ποια χώρα
φτιάχνονταν οι βόμβες που έριχναν
τα γιούνκερς στον άμαχο πληθυσμό». Η
φιλελεύθερη Ευρώπη λοιπόν, από το
1936 κιόλας, ανέχθηκε τους φασίστες
φαλαγγίτες και τις δυνάμεις του
νεοσύστατου Αξονα, χειροκροτώντας
την πρόβα τζενεράλε τους, και
αρνήθηκε να στηρίξει μια νόμιμα
εκλεγμένη κυβέρνηση!
Το δεύτερο ιστορικό
γεγονός που μαρτυρά τις τρομερές
ευθύνες που είχαν τα δυτικά
φιλελεύθερα καθεστώτα για την
επέλαση του φασισμού είναι η
Συμφωνία του Μονάχου, που
υπογράφτηκε στις 30 Σεπτέμβρη του
1938 μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας,
Γερμανίας και Ιταλίας. Η συμφωνία
έδινε τη δυνατότητα στη Γερμανία
να ενσωματώσει τη δυτική
Τσεχοσλοβακία – τη Σουδητία –
επικαλούμενη την ύπαρξη
γερμανικών πληθυσμών. Για τον Ερικ
Χομπσμπάουμ (Εποχή
των Ακρων, εκδόσεις Θεμέλιο,
1999) «για γενιές ολόκληρες ο όρος “Μόναχο”
έγινε συνώνυμος στο δυτικό
πολιτικό λόγο με την επονείδιστη
οπισθοχώρηση». Το λήμμα «Μόναχο»
της Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τελειώνει
με τα εξής: «Η
Συμφωνία του Μονάχου έγινε
αντικείμενο γενικής κατακραυγής
εξαιτίας της
αναποτελεσματικότητάς της {…}
καθώς και για το γεγονός ότι οι
δυτικές δημοκρατίες έχασαν την
αξιοπιστία τους υποκύπτοντας στις
αξιώσεις των δύο δικτατόρων».
Εδώ είναι αναγκαία μια
παρένθεση σχετικά με το Σύμφωνο
Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, που
υπογράφτηκε, ένα χρόνο αργότερα,
τον Αύγουστο του 1939. Επίσημα
χαρακτηρίστηκε ως σύμφωνο «μη –
επίθεσης» μεταξύ των δύο χωρών,
παρότι συνοδευόταν από ρήτρες που
προέβλεπαν τον διαμελισμό της
Πολωνίας και την προσάρτηση από
την ΕΣΣΔ των τριών Βαλτικών χωρών.
Αναμφισβήτητα πρόκειται για την
επίσημη πρώτη στις διπλωματικές
κονίστρες της μεταλλαγμένης
σοβιετικής εξουσίας που αρνήθηκε
την πολιτική κληρονομιά της
Οκτωβριανής επανάστασης.
Επρόκειτο για μια επεκτατική
κίνηση που αντιστοιχούσε στα
συμφέροντα και τις βλέψεις των
μικροαστικών στρωμάτων που
αναδύθηκαν στην ηγεσία της ΕΣΣΔ
και του μπολσεβίκικου κόμματος
μετά την υιοθέτηση της Νέας
Οικονομικής Πολιτικής, που τέθηκε
σε εφαρμογή το 1921 και έδωσε όλη την
εξουσία στους διευθυντές και τους
μικροαστούς του προηγούμενου
καθεστώτος. Ανεπίτρεπτη, συνεπώς,
για ένα προλεταριακό κράτος.
Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να αγνοηθεί,
αρχικά, ότι υπογράφτηκε όταν
Αγγλία και Γαλλία είχαν ήδη δώσει
γη και ύδωρ στον Αξονα, με τη
Συμφωνία του Μονάχου,
εξασφαλίζοντας μια βραχυπρόθεσμη
περίοδο ειρήνης – η Μόσχα λοιπόν
έπρεπε να αποφύγει να κινηθεί
εναντίον της μια νέα Αντάντ. Ο
Νίκος Ψυρούκης, διακρίνοντας το
διττό χαρακτήρα που είχε το
Σύμφωνο Ρίμπερντροπ – Μολότοφ, το
χαρακτηρίζει «διπλωματική
νίκη της Μόσχας, πλήγμα στην
επαναστατική τάσης της
ανθρωπότητας» (Καπιταλισμός:
από τη Γενική Κρίση στη Σήψη, εκδ.
Αιγαίον, 2001).
Επανερχόμενοι στα
φιλελεύθερα αστικά καθεστώτα της
Δύσης, μόνο και μόνο για να δούμε
την ανοχή που επέδειξαν απέναντι
στον ανερχόμενο φασισμό, αξίζει να
μεταφέρουμε τα όσα γράφει για τη
Γαλλία ο πατριάρχης του
αναθεωρητισμού της ελληνικής
ιστορίας, Μαρκ Μαζάουερ, στο έργο
του Σκοτεινή
Ήπειρος – Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός
Αιώνας (εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
2001): «Οι Γάλλοι
στρατηγοί δεν είχαν επιθετικά
σχέδια όσον αφορά την Γερμανία. Τα
αμυντικά κονδύλια ήταν χαμηλά, η
χώρα ήταν διχασμένη. Από το 1937 και
μετά, οι παράγοντες αυτοί
τροφοδότησαν την ολοένα
μεγαλύτερη προθυμία τους να τα
βρουν με τη Γερμανία. Στο ναδίρ της
γαλλικής διπλωματίας, μετά το
Μόναχο, υπήρξε μια γαλλογερμανική
δήλωση φιλίας, και οι Γάλλοι
πολιτικοί έκαναν λόγο για μια “θεμελιώδη
αλλαγή” στις σχέσεις της Γαλλίας
με την ανατολική Ευρώπη».
Επί τον τύπον των ήλων
όμως θέτει το δάκτυλο η Εικονογραφημένη
Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης της
Οξφόρδης (Όξφορντ
Γιουνιβέρσιτι Πρες, 1996), όταν
γράφει ότι «Μέχρι την είσοδο του Χίτλερ στην
πρωτεύουσα της Τσεχίας, τον Μάρτιο
του 1939, η Βρετανία και η Γαλλία
ακολουθούσαν μια διφορούμενη
πολιτική υποστήριξης των
φασιστικών δικτατοριών στη
Γερμανία και την Ιταλία,
κινούμενοι από την επιθυμία τους
να προστατέψουν τις επενδύσεις
τους, την επιδοκιμασία τους στον
αντικομμουνισμό του καθεστώτος
και την ελπίδα τους να το στρέψουν
ανατολικά». Και λίγες αράδες
πριν γράφει: «Ο φασισμός ήταν το πιο ακραίο πολιτικό
όπλο που εμφανίστηκε για να
αντιμετωπιστεί η απειλή του
κομμουνισμού».
Εδώ ακριβώς έγκειται η
τρομακτική αξία χρήσης που είχε ο
φασισμός για το κεφάλαιο σε όλη τη
Δύση, με αποτέλεσμα σχεδόν όλα τα
καθεστώτα να επιδιώξουν αρχικά τη
συνεργασία μαζί του και να
ανεχτούν στη συνέχεια την
επιθετικότητά του – μέχρι
τουλάχιστον να κινδυνεύσουν και τα
ίδια: αποτελούσε το πιο φονικό
εργαλείο απέναντι στην
επαναστατική δυνατότητα που
ξεπρόβαλε απειλητικά τον Οκτώβρη
του ’17 στη Ρωσία, για να συντριβεί
τον Ιανουάριο του ’19 στη Γερμανία,
και ήταν η πιο αποτελεσματική
διέξοδος απέναντι στην οικονομική
κρίση του ’29 – ’30., που κατέτρωγε
τα θεμέλια όλων των ευρωπαϊκών
καπιταλιστικών κρατών, πλην της
φασιστικής Γερμανίας, με
αποτέλεσμα να πείθει τον καθένα
ότι η προσφυγή στον φασισμό ήταν η
πλέον ενδεδειγμένη μέθοδος
υπέρβασης της κρίσης. Αυτές
ακριβώς οι αποδεδειγμένες
ικανότητες είναι που οδήγησαν την
Αμερική του Ρούζβελτ κατά τη
δεκαετία του ’30 να συνεργάζεται
στενά με τη χιτλερική Γερμανία,
επιβάλλοντας στην Κοινωνία των
Εθνών την κατάργηση των ελέγχων
στους εξοπλισμούς της, και, μετά
την εισβολή των Ναζί στο Παρίσι, να
υποστηρίζει – ανεπιφύλακτα αρχικά
– το προδοτικό καθεστώς του Βισύ
στη Γαλλία, γυρίζοντας την πλάτη
της στον «στασιαστή» Ντε Γκολ.
Είναι προφανές λοιπόν πως αν δεν
υπήρχαν τα αντάρτικα, οι
κομμουνιστές και ο Κόκκινος
Στρατός να οδεύει προς τα δυτικά,
ουδέποτε θα άνοιγαν το βήμα τους τα
«συμμαχικά» στρατεύματα, ουδέποτε
θα είχε συντριβεί ο φασισμός!
Σχετική συζήτηση
γίνεται εδώ: http://anatolikos.com/forum/viewtopic.php?t=798 |