|
Νεωτερικότητα
και Βία: από το ’ουσβιτς στο Αμπού
Γκράϊμπ
Του
Σάββα Μιχαήλ
Ομιλία
στο Συνέδριο για τα 20 χρόνια των
Τετραδίων Ψυχιατρικής
«Η
πορεία της Ελληνικής Ψυχιατρικής
τα τελευταία 20 χρόνια.
Η
Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Βία και
Ψυχική Υγεία»
Εθνικό
Ίδρυμα Ερευνών, 15,16,17 Δεκεμβρίου
2004
1.
Το Κακό δεν είναι κοινότοπο- όσα
ισχυρά επιχειρήματα περί του
αντιθέτου κι αν πρόβαλλε μια Hannah
Arendt. Το ’ουσβιτς δεν είναι
κοινότοπο, όσο κι αν ήταν ο ’ϊχμαν
ένας κοινός μικροαστός
υπαλληλίσκος. Ούτε το Αμπού
Γκράιμπ είναι κοινότοπο, έστω κι
αν γίνανε άλλοτε και γίνονται κι
αλλού τώρα βασανιστήρια, όσο
κοινότοπη κι αν είναι η λαϊκή
κοντοκουρεμένη κοπέλα, η
Αμερικανίδα δεσμοφύλακας που
φωτογραφίστηκε να κρατάει το
λουρί και να σέρνει σα σκυλί στο
πάτωμα της φυλακής της Βαγδάτης
το γυμνωμένο κορμί ενός Ιρακινού
κρατούμενου. Όχι, ο άνθρωπος με
την κουκούλα και τα ηλεκτρόδια, η
πυραμίδα των γυμνών σωμάτων με τη
σακούλα στο κεφάλι, ο δημόσιος
εξευτελισμός με τον αναγκαστικό
αυνανισμό και το σοδομισμό με το
κλομπ, όχι, τα σκυλιά μπροστά στα
αχαμνά των κρατουμένων και τα
γέλια των καραβανάδων, τίποτα από
αυτά δεν είναι κοινότοπο. Η κόλαση
είναι πάντα ανεπανάληπτη.
’ουσβιτς,
Αμπού Γκράϊμπ: Αιώνια Επιστροφή
της ίδιας φρίκης;
Κανένας,
όμως, δεν μπορεί να βασανιστεί ή
να πεθάνει στη θέση σου κι εσύ
είσαι μοναδικός. Ο ποιητής του
’ουσβιτς, ο Paul Celan
έγραφε
Niemand
Κανένας
zeugt für den
δεν μαρτυρά για
τον
Zeugen
Μάρτυρα1
Κάθε
οριακή εμπειρία της ύπαρξης και
της Ιστορίας είναι μοναδική. Όσο
κι αν θυμίζει το ένα στρατόπεδο
συγκέντρωσης το άλλο, ο ένας τόπος
εγκλεισμού τον άλλο κι όλοι μαζί
το άσυλο των λεγόμενων «φρενοβλαβών»,
αυτών των αθώων «συνήθων υπόπτων»,
των έντρομων ψυχο-«τρομοκρατών»
που ταράζουν τον μακάριο ύπνο
των καθωσπρέπει άλλων.
Το
Γκουαντανάμο και το Αμπού Γκράϊμπ
δεν είναι η επανάληψη του
’ουσβιτς και του Νταχάου, η
επιστροφή στο ίδιο σημείο ενός
ασάλευτου κύκλου. Όταν το
ανθρώπινο αφανίζεται, όταν
εξαφανίζεται κι από το θύμα κι από
το θύτη, τούτο είναι το αδιάψευστο
σημείο του αφανισμού, του τέλους
ενός κόσμου. Ο ιστορικός κύκλος
δεν επαναλαμβάνεται, σπάζει.
Die
Welt ist fort
Ο κόσμος φεύγει μακρυά2
ψιθυρίζει
πάλι ο Τσελάν.
Το τέλος ενός κόσμου, το τέλος
μιας ιστορικής εποχής δεν είναι
ποτέ στιγμιαίο. Η βραδύτητα ή η
επιτάχυνσή του εξαρτάται από το
τι διακυβεύεται στη μετάβαση από
το παλιό στο νέο, πώς κι από ποια
υποκείμενα διεκδικείται το
διακύβευμα, ποιες εμπλοκές
συναντάει η ίδια η μετάβαση, ποια
είναι η κρίση της ίδιας της
μετάβασης, αν ο κόσμος που φεύγει
παρατείνει την επιθανάτια αγωνία
του και το Νέο αργεί να γεννηθεί.
Τι άλλο δείχνει το Αμπού
Γκράϊμπ παρά το γεγονός ότι ο
κόσμος που γέννησε κι ανήγγειλε
το τέλος του στο ’ουσβιτς
παρατείνει την αποχώρησή του από
τη σκηνή σαν
την σκιά που περπατάει, τον άθλιο
θεατρίνο που έβλεπε ο Μακμπέθ στο
τέλος της τραγωδίας;
a walking shadow, a poor player
That
struts and frets his hour upon the stage
3
Τι άλλο
αναγγέλλει το Αμπού Γκράϊμπ παρά
το ότι ο κόσμος τούτος της φρίκης
που ακκίζεται και φυσάει και
ξεφυσάει πάνω στη σκηνή της
Ιστορίας, στο theatrum horroris των
στρατοπέδων συγκέντρωσης, μέσα
στα μπουντρούμια των τυράννων (αλλά
και μέσα στα άσυλα και σε κάθε
τόπο σωματικής και ψυχικής οδύνης)
πρέπει επιτέλους να χαθεί, να
ανατραπεί;
2.
Η κριτική της βίας είναι η
φιλοσοφία της Ιστορίας της,
έγραφε ο Walter Benjamin4. Η βία δεν είναι
«φυσικό προϊόν» (Naturprodukt)5, πολύ
λιγότερο φυσικό προϊόν βιολογικά
ή και γονιδιακά προκαθορισμένο,
όπως θέλουν οι υπέρμαχοι του
επικρατούντος σήμερα βιολογικού
αναγωγισμού, οι κοινωνιοβιολόγοι
και οι κάθε είδους ρατσιστές.
’βυσσος χωρίζει την εκλεπτυσμένη
αγριότητα για την οποία είναι
ικανός ο άνθρωπος από την
επιθετικότητα ως στρατηγική
επιβίωσης των αγαθών θηρίων. Η
ανθρώπινη Ιστορία είναι η αληθινή
«τράπεζα του σφαγέα», για να
θυμηθούμε την αξεπέραστη ρήση του
Hegel.6
Δεν υπάρχει καμιά γραμμική
πρόοδος στην Ιστορία ούτε η βία
αναπτύσσεται αντιστρόφως ανάλογα
προς τον Πολιτισμό. Το αντίθετο
συμβαίνει: το ’ουσβιτς προήλθε
από τον πιο ανεπτυγμένο
βιομηχανικό πολιτισμό της
Ευρώπης και το Αμπού Γκράιμπ από
την πανίσχυρη υπερατλαντική
Αυτοκρατορία, το υψηλότερο κι
έσχατο σημείο ιστορικής
ανάπτυξης του παγκόσμιου
καπιταλισμού.
Καμία
πρωτόγονη ορδή ή Τζένκις Χαν δεν
μπορεί να συγκριθεί με την βία των
Μοντέρνων Καιρών ή με τις
σύγχρονες δυνάμεις της high tech
καταστροφής. Η βαρβαρότητα των
προνεωτερικών κοινοτήτων μοιάζει
ειδυλλιακή μπροστά στο πολιτισμό
των κρεματορίων, της Χιροσίμα και
του Γκουαντανάμο.
Η βία αποκτά εντελώς νέους
χαρακτήρες στην αστική
νεωτερικότητα καθώς αλλάζει
ριζικά η σχέση της ίδιας της ζωής
με την εξουσία κι η τελευταία
μετατρέπεται σ αυτό που ο Michel
Foucault ονόμασε βιο-εξουσία.7 Η
κοπερνίκεια αυτή αναστροφή
πραγματοποιείται καθώς η μέχρι
τότε απαξιωμένη στις
προνεωτερικές κοινότητες εργασία
έρχεται στο κέντρο και ως
εργασία-αξία γίνεται
ρυθμιστική αρχή όλων των
ανταλλαγών. Η ζωντανή εργασία
υποτάσσεται στη νεκρή εργασία, το
κεφάλαιο, η συγκεκριμένη εργασία,
στην αφηρημένη, οι ανάγκες της
έμψυχης ύπαρξης στη μονοκρατορία
της άψυχης ανταλλακτικής αξίας. Η
επιγραφή στις πύλες του ’ουσβιτς
Arbeit macht frei η εργασία
απελευθερώνει είναι η επιτομή και
η ακραία κατάληξη της λογικής
ενός ολόκληρου συστήματος, όταν
πλέον αυτό φτάσει στα όριά του.
Η βία αλλάζει καθώς το
μονοπώλιο της συγκεντρώνεται στα
χέρια του μοντέρνου Κράτους-Έθνους,
ενός Λεβιάθαν που επιχειρεί να
διαχειριστεί τις πιέσεις των
λειτουργιών της ζωής του
πληθυσμού της εδαφικής του
επικράτειας και να τις
προσαρμόσει στις ανάγκες της
συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο
άνθρωπος ως ζώον
πολιτικόν βλέπει την ίδια τη ζωή
του να γίνεται το αντικείμενο της
βιο-πολιτικής της εξουσίας και
το κεντρικό διακύβευμα των
πολιτικών-κοινωνικών
αγώνων. Ο
Φουκώ περιγράφει ως εξής αυτή τη
ριζική μεταβολή: «Ο άνθρωπος
παρέμεινε για χιλιετίες αυτό που
ήταν και για τον Αριστοτέλη, ένα
ζωντανό ζώο, το οποίο επιπλέον
ήταν ικανό να έχει πολιτική
ύπαρξη΄ ο μοντέρνος άνθρωπος,
αντίθετα, είναι ένα ζώο που στην
πολιτική του τίθεται υπό
αμφισβήτηση η ίδια του η ζωή ως
έμβιου όντος».8
Η άσκηση βιοπολιτικής από την
νεωτερική εξουσία απλώνεται από
την αντιμετώπιση της υγιεινής των
πληθυσμών και τον έλεγχο των
γεννήσεων ως
την ευγονική και την ευθανασία
και από την αστυνόμευση των ηθών
και την παρακολούθηση των πιο
ζωτικών λειτουργιών του ανθρώπου
ως το lager και την εθνοκάθαρση.
Το κλειδί στο ζοφερό αίνιγμα
του ’ουσβιτς και του Αμπού
Γκράϊμπ το κατέχει η βιοεξουσία.
3.
Διερευνώντας παραπέρα το αίνιγμα
αυτό της αφάνισης του ανθρώπινου
από τον άνθρωπο, θα άξιζε να δούμε
ξανά την γόνιμη όσο κι αδιέξοδη
αντιπαράθεση του Φουκώ με την
αντιψυχιατρική του Ronald
Laing και την κριτική των «θεσμών
της βίας» από τον Franco Basaglia .
Ο Γάλλος στοχαστής στο
σεμινάριό του για την Ψυχιατρική
Εξουσία9, το 1973-74, κάνοντας
αυτοκριτική και για την δική του
αντίληψη περί βίας όπως
παρουσιάζεται στο πρωτοπόρο έργο
του Η Ιστορία της Τρέλας στην
κλασική εποχή, προειδοποιεί για
τη σύγχυση που μπορεί να
προκαλέσει μια μονόπλευρη έμφαση
στην άμεση βία. Ο Φουκώ δέχεται
ότι «το ουσιαστικό σε κάθε
εξουσία είναι ότι το σημείο
εφαρμογής της είναι πάντοτε, σε
τελευταία ανάλυση, ένα σώμα» κι
ότι «υπάρχει ανάμεσα στο σώμα και
την πολιτική εξουσία μια άμεση
συνάρθρωση».10
Σε αντίθεση, όμως, με μια
αντιψυχιατρική που βλέπει τους
ψυχιατρικούς θεσμούς
αποκλειστικά σαν ιμάντες
μεταβίβασης της βίας της αστικής
κοινωνίας πάνω στους ψυχικά
πάσχοντες και τους ίδιους τους
ψυχιάτρους σαν «τεχνικούς της
βίας»11, ο Φουκώ αναζητά την
συνολική διάταξη αντίρροπων
δυνάμεων μέσα από την οποία η
νεωτερική εξουσία αρθρώνεται σε
μια «μικροφυσική των σωμάτων», με
την ίδια την φυσική βία σαν την
έσχατη κατάληξη.
Η ένσταση του Φουκώ είναι ότι
η μονόπλευρη κι αποκλειστική
έμφαση στη βία τονίζει το άλογο
στοιχείο της, την παρουσιάζει σαν
πράξη ανεξέλεγκτη και μη
υπολογισμένη, σαν ασύμμετρο
ξέσπασμα από τη θέση ισχύος που
κατέχει αποκλειστικά όποιος
βρίσκεται στο κέντρο εξουσίας
μέσα στην εξουσιαστική δομή.
Η τεχνοκρατική δομή κάθε
λάγκερ, η ένταξη της βίας και των
πρακτικών εξόντωσης σε μια
διάταξη δυνάμεων που την διέπει ο
εργαλειακός λόγος
διαψεύδει μια παρόμοια
ερμηνεία μιας φρίκης που γεννάει
το ερώτημα, ειλικρινές ή
υποκριτικό, «πώς κάτι τέτοιο ήταν
ποτέ δυνατό;»
Στο Αμπού Γκράϊμπ, κατόπιν
εορτής, θέλησαν οι ηθικοί
αυτουργοί του αίσχους κι οι
απολογητές του να το παρουσιάσουν
κι αυτό σαν το ανεξέλεγκτο
ξέσπασμα παράλογης βίας της
νυχτερινής βάρδιας 5-6 στρατιωτών
κι υπαξιωματικών που
εκτραχύνθηκαν κι αποχαλινώθηκαν
μέσα στις σκληρές συνθήκες του
πολέμου και της Κατοχής της χώρας
που «ελευθερώσανε».
Ακόμα, όμως, κι οι επίσημες (κι
εξωραϊσμένες) αναφορές, όπως
είναι η Αναφορά Taguba του ίδιου του
αμερικανικού Στρατού, η αναφορά
του στρατηγού George R. Fay ή η έκθεση
του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, η
έρευνα δημοσιογράφων
όπως του Mark
Danner που δημοσιεύτηκε στο New York Review
of Books στις 24 Ιουνίου 2004 και στις 7
Οκτωβρίου 2004, το κύριο άρθρο-καταγγελία
στο έγκριτο περιοδικό New England Journal
of Medicine στις 29 Ιουλίου 2004 για το
ρόλο των Αμερικανών γιατρών και
ψυχιάτρων στο στρατόπεδο του
Γκουαντανάμο και στο κολαστήριο
του Αμπού Γκράϊμπ, οι ίδιες οι
δημοσιευμένες φωτογραφίες
δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία
ότι η βία που ασκήθηκε- και που
κάθε άλλο παρά έχει σταματήσει-
ήταν επιστημονικά υπολογισμένη,
προγραμματισμένη, κατευθυνόμενη
από τα υψηλότερα κλιμάκια
εξουσίας στην Ουάσιγκτον,
βασισμένη στην ορθολογική
αξιοποίηση εντεταλμένων
ψυχολογικών, κοινωνιολογικών,
ανθρωπολογικών, θρησκειολογικών
κλπ. μελετών σχετικών με τις
ιδιαίτερες ευαισθησίες του
Αραβικού πληθυσμού και του
μουσουλμανικού στοιχείου.
4.
Μια προσεκτική ματιά στις
φωτογραφίες από το Αμπού Γκράϊμπ
δείχνει τη λειτουργία όχι κάποιας
αχαλίνωτης πορνογραφικής
φαντασίας αλλά την ψυχρή,
μελετημένη, συστηματική
παραβίαση κάθε ταμπού και
απαγόρευσης που ισχύει στην
αραβική κουλτούρα. Γι αυτό π.χ.
υπάρχουν τόσες πολλές εικόνες
με παπούτσια στο στόμα
κρατουμένων, με τα σώματά τους να
ποδοπατιούνται, να εκτίθενται σε
δημόσια θέα και μάλιστα μπροστά
σε γυναίκες, να περιλούονται με
ούρα και κόπρανα, να
εξαναγκάζονται σε αυνανισμό,
σοδομισμό, ομαδική ομοφυλοφιλική
συνεύρεση.
Ο δημόσιος χαρακτήρας του
σεξουαλικού εξευτελισμού ήταν
απαραίτητο δομικό στοιχείο της
τεχνικής, ώστε να είναι ακόμα πιο
αποτελεσματική σε ’ραβες
φυλακισμένους. Η ίδια η λήψη
φωτογραφιών που γίνονταν αισθητή
από τον βασανιζόμενο με τη λάμψη
της ψηφιακής κάμερας λειτουργεί,
όπως λένε οι ίδιοι οι αμερικανοί
ειδικοί ως shame multiplier -ως
πολλαπλασιαστής ντροπής, καθώς ο
ανακρινόμενος γνωρίζει ότι ο
δημόσιος εξευτελισμός του θα
είναι διαρκείας, θα συνεχίζεται
και μετά τον τερματισμό του.12
Όταν τα αμερικανικά
στρατεύματα μπαίνανε στη Βαγδάτη
τον Απρίλιο του 2003, είχε μοιραστεί
στους πεζοναύτες ένα ειδικό
φυλλάδιο που επισήμαινε τις
ιδιαίτερες ευαισθησίες και
φοβίες του Ιρακινού αραβικού
πληθυσμού που έπρεπε να
προσεχτούν και
να γίνουν σεβαστές. Μόλις, όμως,
άρχισε η λαϊκή αντίσταση στην
Κατοχή, οι ίδιες οδηγίες
χρησιμοποιήθηκαν από την ανάποδη,
για την τρομοκράτηση του
πληθυσμού, για να καταλάβουν οι
Ιρακινοί, όπως είπε ο
αντισυνταγματάρχης της
στρατιωτικής υπηρεσίας
πληροφοριών Dave Bellon
στο Boston Globe «who the dominant tribe is-
ποια είναι η κυρίαρχη φυλή»13. Ο
αντιστράτηγος Geoffrey Miller, διοικητής
στο Γκουαντανάμο και στη συνέχεια
στο Αμπού Γκράιμπ, επισκέφτηκε
τις εγκαταστάσεις και έδωσε
οδηγίες. Στις 17 Αυγούστου 2003
υπήρξε οδηγία από τη στρατιωτική
υπηρεσία πληροφοριών προς τους
ανακριτές με τα χαρακτηριστικά
λόγια «the gloves are coming off-βγαίνουν πια
τα γάντια»14, ενώ σε Μνημόνιο στις
12 Οκτωβρίου 2003 ο επικεφαλής των
κατοχικών δυνάμεων στρατηγός
Sanchez ζητάει να ακολουθηθεί
στις ανακρίσεις ένα πρόγραμμα για
την «χειραγώγηση των συγκινήσεων
και αδυναμιών των εγκλείστων»15.
Στις 2 Δεκεμβρίου 2003, ο ίδιος ο
υπουργός ’μυνας Ντόναλντ
Ράμσφελντ έδωσε επίσημη έγκριση
για την χρησιμοποίηση στις
ανακριτικές τεχνικές ανάμεσα στ
άλλα, των ουρλιαχτών, της στέρησης
ύπνου, της ορθοστασίας, του
αποκλεισμού της
οπτικής επαφής με το περιβάλλον
με τη χρήση κουκούλας, του
αισθητηριακού αποκλεισμού και
της δημιουργίας καταστάσεων
στρες.16
Οι τελευταίες περιγράφονται
με ακρίβεια από τον
Robert Jay Lifton του Ψυχιατρικού
τμήματος της Ιατρικής Σχολής του
Harvard της Βοστόνης, στο άρθρο του
στο New England Journal
of Medicine17ως atrocity producing situations-
καταστάσεις παραγωγής
φρικαλεοτήτων. Ο Λίφτον μας
πληροφορεί ότι το μοντέλο των
ανακρίσεων στο Αμπού Γκράϊμπ
πρωτοεφαρμόστηκε στο στρατόπεδο
του Γκουαντανάμο, όπου γιατροί
και ψυχίατροι προμήθευσαν με τον
ιατρικό φάκελο του κάθε
κρατουμένου τους ανακριτές ώστε
να εφαρμοστεί κάθε φορά και ένα «εξειδικευμένο
ανακριτικό πρόγραμμα»
Πέρα από το Γκουαντανάμο και
το Αμπού Γκράϊμπ, ανάλογα κέντρα
εγκλεισμού και ανακρίσεων στα
πλαίσια του «πολέμου κατά της
τρομοκρατίας» είναι γνωστό ότι
λειτουργούν στο Μπάγκραμ και την
Κανταχάρ στο Αφγανιστάν, στο
Ντιέγκο Γκαρσία, στην Ιορδανία,
στο Κατάρ (όπου, όπως είχε
ανακοινωθεί, θα εκπαίδευαν
Ιρακινούς ασφαλίτες Έλληνες
εκπαιδευτές στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
Εξάλλου στο ίδιο το Ιράκ «διαπρέπουν»
ειδικοί επί των ανακρίσεων
Αμερικανοί ελληνικής καταγωγής,
όπως ο συνταγματάρχης της
υπηρεσίας πληροφοριών
Thomas M. Pappas κι ο περιβόητος
Νεγρεπόντε, πασίγνωστος από τα
βασανιστήρια και τα τάγματα
θανάτου που εισήγαγε στη Κεντρική
Αμερική).
Στα ειδικά αυτά νέα Νταχάου
χρησιμοποιούνται σαν οδηγοί και
τα διαρκώς ανανεούμενα κι
εκσυγχρονιζόμενα εγχειρίδια
ανακριτικών τεχνικών της
CIA, με τις κατάλληλες
προσαρμογές στο πολιτισμικό
περιβάλλον. Είναι φανερό ότι
ιδεολογικές κατασκευές σαν την «σύγκρουση
των πολιτισμών» του
Samuel Huntington δεν μένουν στα
ακαδημαϊκά πλαίσια αλλά
μεταφέρονται και στις
τεχνολογίες της ανάκρισης και
αρθρώνονται στην «μικροφυσική
των σωμάτων» των Ιρακινών
και άλλων αλλοφύλων, ώστε να
καταλάβουν, για να ξαναθυμηθούμε
τον αντισυνταγματάρχη Μπέλλον, «ποια
είναι η κυρίαρχη φυλή». Έτσι κι
αλλιώς, το πρωτεύον στις
ανακρίσεις δεν είναι καν η
απόσπαση πληροφοριών: όπως
αναγράφεται σε ένα απόρρητο τμήμα
της έκθεση Φαίϋ που ήρθε στο φως,
στο Αμπού Γκράϊμπ «το 85-90% των
εγκλείστων ήταν of no intelligence value -δεν
είχαν καμιά πληροφοριακή αξία»18.
Οι ανακριτές χρησιμοποιούν
τις γνώσεις για τις
ιδιαιτερότητες, τις ευαισθησίες
και τις φοβίες της αραβικής
κουλτούρας, την ίδια στιγμή που οι
ίδιοι παραμένουν προσκολλημένοι
στην μαζική κουλτούρα της «κυρίαρχης
φυλής». Έτσι μπορούν, όπως γράφει
κι η έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού
Σταυρού, να βάζουν στη πόρτα των
κελιών των φυλακισμένων στο Αμπού
Γκράϊμπ ονόματα-παρατσούκλια
δανεισμένα από τον ’ρχοντα των
Δαχτυλιδιών19 ή αξιωματικοί της
στρατιωτικής υπηρεσίας
πληροφοριών να έχουν σαν φόντο
στην οθόνη του ηλεκτρονικού
υπολογιστή τους την διάσημη πλέον
φωτογραφία με την πυραμίδα των
γυμνών ιρακινών σωμάτων με τις
κουκούλες
20
Παρά ταύτα, όχι μόνο
εφαρμόζεται συστηματικά και
πρακτικά η θεωρία του Χάντιγκτον
για τον μιαρό αραβο-μουσουλμανικό
πολιτισμό αλλά επίσης κι η
επόμενη νεοσυντηρητική
φαντασίωση, η θεωρία του Robert Kagan
για την αντιπαράθεση μιας
Αμερικής πιστής στον Hobbes ενάντια
σε μια γηραιά Ευρώπη
προσκολλημένη ακόμα στην ηθική
κατηγορική προσταγή του Kant: οι
ανακριτές στα νέα Νταχάου
προσπαθούν να πετύχουν μια
παλινδρόμηση των ανακρινόμενων
σε ένα ζωώδες προ-πολιτισμικό
στάδιο από όπου θα τους ανελκύσει
στη Νέα Τάξη ο νέος Λεβιάθαν, η
αυτοκρατορική ισχύς της Αμερικής.
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο της CIA με
το κωδικό όνομα Kubark-Counterintelligence
Interrogation στόχος των ανακρίσεων
είναι «να προκαλέσουν
παλινδρόμηση
Το αποτέλεσμα των
εξωτερικών πιέσεων επαρκούς
εντάσεως είναι η απώλεια εκείνων
των αμυντικών μηχανισμών που πιο
πρόσφατα έχει αποκτήσει ο
πολιτισμένος άνθρωπος
»21
Τα βασανιστήρια στο
Γκουαντανάμο, το Αμπού Γκράϊμπ κι
αλλού δεν είναι σαδιστικά όργια
κάποιων μεμονωμένων ψυχανώμαλων.
Όπως συμπεραίνει κι ο Μαρκ
Ντάννερ υπάρχει μια «λογική των
βασανιστηρίων»22. Κι αυτή εκφράζει
τη λογική ενός συστήματος που
έγινε πια ιστορικά παράλογο κι
απειλεί να θέσει τέλος στον
καθεαυτό ανθρώπινο Πολιτισμό.
|