"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Φιλοσοφία

Αρχείο

Κεντρική Σελίδα

  

  

 

 

 

 

ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ έχει δημοσιεύσει, κατ’ αποκλειστικότητα, τα παρακάτω κείμενα του ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ, από το καταπληκτικό βιβλίο του «ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ», εκδόσεις «Άγρα»: Η αντι-ανθρωπολογία του Αουσβιτς  http://anatolikos.com/biblio/anti215.htm , Η εμπειρία του Ιερού στον Ανδρέα Εμπειρίκο   http://anatolikos.com/empirikos/empiria244.htm

Του Κανενός το Ρόδο 

http://anatolikos.com/filosofia/kanenos235.htm

... ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ) http://anatolikos.com/filosofia/anastasi244.htm

Σήμερα δημοσιεύει το κείμενό του ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ από το βιβλίο του «ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ» το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, τεύχος 7, το καλοκαίρι του 1993. Στο Ελληνικό Διαδίκτυο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.

 

Όλοι ανήκουμε στην Ανάσταση.

“…η προσδοκία της επαναστατικής Ρήξης της συνέχειας της Ιστορίας, η απότομη διακοπή της πορείας των πραγμάτων, που μέχρι τώρα δεν ήταν παρά διάβαση μέσα στην κοιλάδα των δακρύων, το ασίγαστο, εκ βαθέων αίτημα μιας πέρα από δίκαια και νόμους Δικαιοσύνης, που επιτέλους παίρνει σάρκα και οστά επί της γης, σε μια Νέα Γη και σε Νέους Ουρανούς"

BΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ

       

Ένας εβραϊκός θρύλος της Αποκαλύψεως, που παρατίθεται σε ένα Μιντράς, σε ένα ραβινικό ταλμουδικό σχόλιο στο Μιντράς Τενχουμά, στο Τέλος των Καιρών, τα δύο βιβλικά μεγαθήρια ο Λεβιάθαν και ο Βεεμώθ θα συγκρουστούν έως θανάτου. Μεταλλάσσοντας αυτή την παράδοση  στους Μοντέρνους Καιρούς, ο Hobbes αντιπαράθεσε τον Λεβιάθαν του απολυταρχικού Κράτους στον Βεεμώθ του Long Parliament, την ανταρσία της αστικής κοινωνίας των πολιτών. Το Κράτος-Τέρας επικρατεί και επιβάλλει τελικά ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο που εμποδίζει την κοινωνία να αλληλοσπαραχθεί στον τερατώδη επίσης πόλεμο των πάντων κατά των πάντων, το bellum omnium contra omnes. Στον παλιό, όμως, προνεωτερικό θρύλο των Εβραίων, όπως λέει το Μιντράς, κι όπως το απέδωσε  καταπληκτικά σε ένα παμπάλαιο ποίημα ο Ελεάζαρ μπεν  Καλλίρ, το ζήτημα κι η έκβαση της μάχης των θηρίων στα Τέλη των Καιρών μπαίνει εντελώς, αλλιώς, σύμφωνα με τους όρους και τις προσδοκίες της παράδοσης των Καταπιεσμένων: Ούτε ο Λεβιάθαν μπορεί να νικήσει τον Βεεμώθ ούτε ο Βεεμώθ τον Λεβιάθαν αλλά η ίδια η Θεϊκή Βία είναι εκείνη που  επέρχεται, βάζει τέλος στη βία των μυθικών θηρίων, τα σφαγιάζει και τα δύο και προσφέρει την σάρκα τους  σε μεσσιανικό γεύμα όλων των πεινασμένων, σε τέρψη όλου του λυτρωμένου πια λαού.     Αυτό θα είναι το γεύμα του Κόσμου που Έρχεται, της βασιλείας της Ελευθερίας. Και όπως ελέχθη, έρχεται αιφνίδια και μόνον οι βιασταί αρπάζουσιν αυτής.

*  *  * 

 

1.     ΝΤΡΟΡ, το Μέγα Ιωβηλαίον

 

 

Οι φιλόσοφοι έχουν ερμηνεύσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, «το βραχνά που έχει ρίξει ο μύθος στα στήθη της ανθρωπότητας». Το ζήτημα όμως είναι να τον αποτινάξουμε! – λέει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Να ξυπνήσουμε από το βραχνά. Να λυτρωθούν οι καταπιεσμένοι. Ότι αναβρύζει, άνευ ορίων άνευ όρων, είναι το Ελεύθερο. Ότι αναβρύζει ελεύθερα: Ντρόρ στα αρχαία εβραϊκά.

Ντρορ λέγεται στη γλώσσα της Βίβλου και η Ελευθερία. Σπανιότατη ακόμη και σαν λέξη. Λέξη άπαξ στην Τορά, τη μωσαϊκή Πεντάτευχο. Τι παράδοξο! Στην πρώτη γραφή της Ιστορίας όπου γίνεται λόγος για το τέλος της Ιστορίας, στο πρώτο μεσσιανικό Ur-text που μιλάει για τη ριζική και οριστική απελευθέρωση, η λέξη ελευθερία – Ντρόρ – συναντιέται μονάχα μία φορά! Η Τορά είναι εξαιρετικά φειδωλή, φυλάσσοντας την πολύτιμη Ντρόρ για την πιο εξαιρετική περίπτωση: για το Σενάθ Γιομπέλ, το Ιωβηλαίο, τον πεντηκοστό χρόνο της ελευθερίας, το Σάββατο των Σαββάτων, τότε που χαρίζονται τα χρέη, επιστρέφονται τα γονικά χώματα στους απόκληρους, κάθε κτήση στους ακτήμονες, λύνονται όλα τα δεσμά της οικονομικής δουλείας.

Οι Εβδομήκοντα φτωχαίνουν τη σωτήρια λέξη. Αντί για χρόνο της ελευθερίας μεταφράζουν «ενιαυτόν αφέσεως»: «…και αγιάσετε το έτος το πεντηκοστόν ενιαυτόν και διαβοήσετε άφεσιν επί της γης πάσιν τοις κατοικούσιν αυτήν, ενιαυτός αφέσεως σημασία αύτη έσται υμίν, και απελεύσεται εις έκαστος εις την κτήσιν αυτού, και έκαστος εις την πατριάν αυτού απελεύσεσθε». (σ. σ. Λευιτικόν κε΄10)

Ο ενιαυτός αφέσεως δεν ήταν απλώς μια περιοδική σεισάχθεια. Η χρονιά της λύτρωσης από τα υλικά βάσανα σημαδεύει τον χρόνο του Μεσσία. Το Ιωβηλαίο παραπέμπει στο Μέγα Ιωβηλαίο (και αντίστροφα). Γι’ αυτό και την ίδια σπάνια λέξη – Ντρόρ – θα χρησιμοποιήσει και ο προφήτης Ησαΐας για τη Μέρα εκείνη. «Ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, καλάισε ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν και ημέραν αποδόσεως τω Θεώ ημών, παρακαλέσαι πάντας τους πενθόντας…». (σ. σ. Ησαΐας ξα΄1-2)

Η Ημέρα η Εβδόμη, το Σάββατο, είναι η μέρα της ανάπαυσης του ανθρώπου. Το Έβδομον Έτος, το Σαββατικό, είναι η χρονιά της ανάπαυσης της γης. Μετά από εφτά σαββατικά έτη έρχεται η χρονιά της ελευθερίας. Γιατί όμως η χρονιά αυτή να τίθεται, κατά την ερμηνεία του Ναζιανζηνού, «μια μέρα από τον μέλλοντα αιώνα» (σ. σ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΜΑ΄, εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη, τεύχος 5, σελ. 123) για να ολοκληρωθεί η Πεντηκοστή της ελευθερίας. Αυτή η μέρα είναι η Ημέρα η Ογδόη και η Πρώτη του μέλλοντος αιώνος, μία και αδιαίρετη. «…Εκεί πρέπει να καταλήξει ο εορτασμός του Σαββάτου στη γη από τις ψυχές» προσθέτει πάλι ο Γρηγόριος.

Μην ξεχνάμε την υλική αφετηρία αυτού του αντι-Μύθου: την προσδοκία της λύτρωσης από τα δεινά μιας συφοριασμένης οικονομικής ζωής που γεννά μύθους και βραχνάδες. Η προσδοκία του Μεσσία ξεκινά από τα βάσανα για τον άρτο τον επιούσιο. Ο ερχομός του σημαίνει ψωμί στους πεινασμένους, τα γονικά στους απόκληρους, την κτήση στους ακτήμονες, τα μέσα και τους καρπούς της παραγωγής στους ίδιους τους παραγωγούς. Το Μέγα Ιωβηλαίον παραπέμπει στο Ιωβηλαίο. Ο μεσσιανικός κόσμος δεν βρίσκεται στο υπερπέραν. Όπως και η ελευθερία δεν είναι άσαρκη μυθική ιδέα αλλά υλική ιστορική απολύτρωση. Ντρόπ. Δεν υπάρχει ελευθερία όσο υπάρχουν οικονομικές ανάγκες και πείνα, ιδιοκτήτες και απόκληροι, χρέη και αγοραπωλησίες, νόμος της αξίας. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι κατηγορηματικός: «Μύθος θα υπάρχει όσο θα υπάρχει έστω και ένας ζητιάνος!». (σ.σ. W.B., Passagenwerk {K6, 4} – μετάφραση στα γαλλικά Paris, Capitale du XIXe siecle, Le livre des Passages, Cerf, 1989, Σ. 417).

 

2.     Μύθος και Πολιτική

 

Το πεδίο έντασης ανάμεσα στο Μύθο και τον αντι-Μύθο είναι το κατεξοχήν πεδίο έντασης όλης της σκέψης του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Την ορθή αυτή παρατήρηση του Adorno τη συμμερίζεται και ο Winfried Menninghaus στην κλασική μελέτη του για τη θεωρία του Μύθου στον Μπένγιαμιν: «Το ν’ ανοικοδομήσεις τον τρόπο με τον οποίο ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί τον όρο “μύθος” ισοδυναμεί με το να παρουσιάσεις μια περιεκτική προσωπογραφία όλης της σκέψης του». Η πολιτικότητα του Μύθου και του αντι_μύθου είναι ο άξονας περιστροφής γύρω από τον οποίο διαγράφει την τροχιά του, σαν φλεγόμενος αερόλιθος, ο Μπένγιαμιν, από τον Πρώτο ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή είναι ο σκόλοψ εν σαρκί που τον συνοδεύει σ’ όλη την αγωνιώδη πνευματική του οδύσσεια: από τη φοιτητική ζωή και το σχεδίασμα του «Προγράμματος της επερχόμενης φιλοσοφίας» ως τους στοχασμούς του πάνω στο μπαρόκ, τη βία ή τη μυθική αγωνία του Γκαίτε, κι από την είσοδό του στον μαρξιστικό Μονόδρομο (1924) μέχρι τις έσχατες Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας που συντάσσει πυρετωδώς sub specie aeternitalis, στο κατώφλι του θανάτου.

Σ’ όλη τη συνειδητή του ζωή έμεινε προσηλωμένος στο στόχο που περιέγραψε στο magnum opus, το Passagenwerk: «Να ξεχερσώσεις τα χωράφια όπου μόνο η φρεναπάτη φυτρώνει άγρια μέχρι τώρα. Ν’ ανοίγεις δρόμο με το ακονισμένο τσεκούρι του λόγου που, από τα βάθη του αρχέγονου δάσους, προσπαθεί να σε ξελογιάσει. Κάποτε το λογικό πρέπει να ξεκαθαρίσει το έδαφος όλο και να ξεφορτωθεί όλους τους θάμνους της παραίσθησης και του μύθου». Δεν πρόκειται για σκόρπιες ιστορικοφιλοσοφικές σκέψεις ούτε (πολύ λιγότερο και χειρότερο) για κάποιους αισθητικούς διαλογισμούς περί μύθου. Με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, το πρόβλημα του Μύθου αναδεικνύεται ως κεντρικό πρόβλημα μιας λυτρωτικής επαναστατικής Φιλοσοφίας της Ιστορίας που για τον ίδιο, μετά τη συνάντησή του το 1924 με την Acja Lacis και τον μπολσεβικισμό, δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ιστορικό υλισμό του Καρλ Μαρξ.

Εδώ, στο μαρξισμό και τη μεσσιανική πράξη της επανάστασης, ο Μπένγιαμιν βρίσκει την αποκρυπτογράφηση και το ξεπέρασμα της «μυθικής αγωνίας» - του τρόμου και των φαντασμάτων που γεννά ένας κόσμος ανεξέλεγκτων δυνάμεων της Φύσης ή της Ιστορίας. Ο καπιταλισμός γκρέμισε τα ιερά και τα όσια αλλά κορύφωσε τη μυθική αγωνία. Απομυθοποιητικός και ταυτόχρονα μυθοποιητικός, από την ίδια του τη φετιχιστική δομή, μαζί με τη μυθολογία της καθημερινής πεζότητας προκαλεί και το αντίθετο, την επιστροφή του πιο αρχέγονου Μυθικού. Ανακαλεί από τον Άδη αρχαϊκές εικόνες μιας πέρα από τη μνήμη εποχής, ενός χαμένου κόσμου προϊστορικού. Εικόνες διφορούμενες: από τη μια αρνούνται το καπιταλιστικό παρόν, από την άλλη γίνονται το μυθικό προσωπείο του. Μ’ όλη τη φαντασματική τους ύπαρξη έρχονται να παίξουν ουσιώδη ρόλο στις σχέσεις και στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, στην κρίση και την ανασυγκρότηση των σχέσεων κυριαρχίας.

Ο Μαρξ, στο γράμμα του προς τον Ένγκελς, στις 25 Μαρτίου 1868, μίλησε για τις δύο διαδοχικές μορφές επιστροφής στο παρελθόν που προκλήθηκαν σαν αντιδράσεις στο Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση και την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η πρώτη αντίδραση ήταν η επιστροφή των Ρομαντικών σ’ έναν μυθικό Μεσαίωνα. Αργότερα ήρθε μια δεύτερη αντίδραση που προχώρησε παραπέρα: έγινε ένα άλμα πάνω κι από τον Μεσαίωνα, πίσω «στην προϊστορία κάθε έθνους, και τότε ανακάλυψαν έκπληκτοι τα πιο μοντέρνα πράγματα μέσα στα πιο αρχαία»… Ο Μαρξ το 1868 συνέδεε τη δεύτερη αυτή αντίδραση με τη σοσιαλιστική τάση. Καθώς όμως ο καπιταλισμός προχωρούσε από το απόγειο στην παρακμή του, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του μνημειώδους έργου του Ελβετού σοφού J. J. Bachofen για το “Mutterrecht”, το Προϊστορικό, το Αρχαϊκό και οι μυθικές αρχέγονες εικόνες του (Urbilder) έγιναν αφετηρία και πεδίο μάχης ανάμεσα στις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες και ανταγωνιστικές τάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Ο Μπένγιαμιν το έδειξε ανάγλυφα στο λαμπρό άρθρο του για τον Μπαχόφεν.

Η μία τάση, επαναστατική-σοσιαλιστική, ξεκινάει από τον Μαρξ και συνεχίζει από τον Ένγκελς, τον Πώλ Λαφάργκ, τον αναρχικό φίλο του Μπαχόφεν Elisee Reclus, τον ίδιο τον Μπένγιαμιν. Ανακαλύπτει «στο πιο αρχαίο, το πιο μοντέρνο», στην προϊστορική αρχή της ιστορίας, τη συγκεκριμένη ουτοπική εικόνα του τέλους της, μια πρώτη μη εξουσιαστική ισότητα, που όπως έλεγε ο Μαρξ «θα ‘κανε τον Προυντόν να ανατριχιάσει». Η άλλη, η αντίθετη τάση είναι η κυρίαρχη τάση των κυρίαρχων ιδεών από το ένα fin de siecle στο άλλο, το σημερινό. Επιστρέφει στην προϊστορία ως αντι-ιστορία, ζητά τη διάλυση της ιστορίας μέσα στο μύθο. Τα πρώτα φύτρα είναι φανερά στον μηδενισμό του Νίτσε. Μετατρέπεται σε οργιώδη βλάστηση στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ο «Έρως Κοσμογόνος» του Ludwig Klages επιφυλάσσει στο Πνεύμα, τον Πολιτισμό, που «αδίκησε» την αρχαϊκή ψυχή, την τύχη που οι Βάκχες επεφύλαξαν στον Πενθέα. Η εδεμική Μητριαρχία του Μπαχόφεν μετατρέπεται στον Klages σε φρενίτιδα της μητέρας Αγαύης. Στην ίδια γραμμή, ο Jung βλέπει την ανθρώπινη ζωή να κυβερνάται από τα υπερ-ιστορικά Αρχέτυπα του συλλογικού υποσυνειδήτου, τις κατευθυντήριες αρχαϊκές εικόνες μιας αιώνιας Προϊστορίας που απαγορεύει κάθε Ιστορία. Η ακραία κατάληξη αυτής της κατεύθυνσης, όπως έδειξε ο Μπένγιαμιν, είναι η φρικαλέα εκμετάλλευση του Μπαχόφεν από τον ναζί «φιλόσοφο» Alfred Baeumler και η φρενοβλαβής άρια μυθολογία ως κυρίαρχη ιδεολογία του Τρίτου Ράιχ.

Η όλη προβληματική του Μπένγιαμιν γεννήθηκε και ανδρώθηκε ενάντια στη βίαιη επιστροφή του Μυθικού, μέσα στις συνθήκες και το κλίμα που διαμορφώθηκαν μετά το σοκ του Πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, στη σήψη της Γερμανίας της Βαϊμάρης και το φαιό λυκόφως του ανερχόμενου φασισμού, που διαδέχτηκε το φευγαλέο κόκκινο φως της πρώτης αυγής του επαναστατικού Οκτώβρη.

Το πρόβλημα του Μύθου έγινε κεντρικό ιδεολογικό ζήτημα στη σύγκρουση του φασισμού με το εργατικό κίνημα. Αλλά ο μαρξισμός, ακρωτηριασμένος από τους επιγόνους του και τους γραφειοκράτες, φαινόταν παράλυτος μπροστά του. Ο θετικισμός της σοσιαλδημοκρατίας και η άλλη σχολαστική ποικιλία του, ο αγκυλωμένος Diamat του σταλινισμού, στέκονταν ανήμποροι μπροστά στη μυθολογία των δημαγωγών του φασισμού. Ανίκανοι να καταλάβουν τα φαινόμενα της ιμπεριαλιστικής παρακμής, τις ιδεολογικές αντανακλάσεις τους, τις μεταβολές στην κίνηση και στη συνείδηση των μαζών, των μικροαστικών στρωμάτων, της ίδιας της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας θεωρητικός της σοσιαλδημοκρατίας ή του σταλινισμού δεν μπόρεσε ποτέ να συγκροτήσει μια μαρξιστική θεωρία του φασιστικού φαινομένου. Στο φασισμό είδαν μόνο έναν παθολογικό παροξυσμό, το προϊόν της πολιτικής επιλογής της πιο αντιδραστικής μερίδας του κεφαλαίου, ενώ στην αναβίωση των μύθων μέσα στις μάζες είδαν απλώς ένα φούντωμα ανορθολογισμού. Ακολουθώντας και απονευρώνοντας τον αστικό ορθολογισμό, θεώρησαν το μύθο απλώς σαν το αντίθετο της αφηρημένης ανιστορικής λογικής αλήθειας. Με την ίδια μέθοδο, την περίοδο των Λαϊκών Μετώπων, θεώρησαν το φασισμό σαν το αντίθετο και μόνο της αστικής δημοκρατίας, στην οποία υπέταξαν το εργατικό κίνημα θάβοντας την επανάσταση (Ισπανία).

Η μαρξιστική ανάλυση του φασισμού, που άνοιγε τη μόνη αποτελεσματική προοπτική πάλης ενάντιά του, εναπόμεινε, τα μαύρα εκείνα χρόνια, σε απομονωμένους από τις μάζες μαρξιστές, όπως ήταν πρώτα πρώτα ο μεγάλος εξόριστος μπολσεβίκος Λέων Τρότσκι ή και ο ξεμοναχιασμένος στοχαστής Βάλτερ Μπένγιαμιν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τελευταίος συμφωνούσε με τον Τρότσκι στα πιο καίρια πολιτικά ζητήματα της περιόδου: το ζήτημα του φασισμού, των λαϊκών μετώπων, του πολέμου. Πίσω από την πολιτική συμφωνία, υπήρχαν κοινές μεθοδολογικές αφετηρίες. Η πολιτική στάση του Μπένγιαμιν, ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’30, είναι αξεχώριστη από την όλη διερεύνηση του Μύθου, από τη μεριά του, και την ένταξή του ως κεντρικού προβλήματος του ιστορικού υλισμού.

Ο Μπένγιαμιν δεν αντιτάχθηκε έγκαιρα μόνον στην αναβίωση των μυθολογιών, αλλά και στη στενή ορθολογική αντιμετώπισή τους. Είδε τις μυθικές εικόνες ως ενότητες αντιθέτων που περιέχουν ταυτόχρονα «ουτοπικά» και «κυνικά» στοιχεία, κατά την έκφρασή του, ανεκπλήρωτες προσδοκίες των καταπιεσμένων και ζοφερές χειραγωγήσεις των καταπιεστών. Πάνω σ’ αυτή την εσωτερική διαλεκτική στήριξε τον μόνιμο στόχο του: τη Sprengung, την ανατίναξη του μύθου, τη διάλυσή του μέσα στον ιστορικό χώρο και την ταυτόχρονη διάσωση του ουτοπικού του στοιχείου, του αντιμυθικού πλεονάσματος μέσα στο μύθο.

 

3.     Λογική χωρίς Ιστορία, Ιστορία χωρίς Λογική

 

Η θεωρία του Μπένγιαμιν για το Μύθο διαμορφώνεται μέσα από την ταυτόχρονη ρήξη με τις δύο διαφορετικές μεταξύ τους προσεγγίσεις: την απορριπτική του Διαφωτισμού και της παράδοσής του, και τη δοξαστική του μύθου αποδοχή των Ρομαντικών και των διαδόχων του.

Ο Ορθός Λόγος του Διαφωτισμού είδε στο μύθο απλώς μια προεπιστημονική παράσταση του κόσμου, το αντίθετο της αφηρημένης θεωρητικής αλήθειας. Ο Μπένγιαμιν κριτικάρει τη θέση του Διαφωτισμού, αλλά και μια σειρά άλλες θεωρίες του μύθου, όπως αυτή του Cassirer, του H. Cohen κ.ά. (όπως εύστοχα το έδειξε ο W. Menninghaus στην περιεκτική του μελέτη) ότι στερούνται ιστορικοφιλοσοφικής σκοπιάς. Βγάζουν το Μύθο έξω από την Ιστορία. Τον βλέπουν μόνο σαν λαθεμένη αντίληψη κι όχι σαν αναπόφευκτο προϊόν της ίδιας της λογικής της ιστορικής ανάπτυξης, των ιστορικά προσδιορισμένων ορίων του κοινωνικού ανθρώπου. Έτσι όμως δεν βγαίνει μόνο ο Μύθος αλλά και το υποτιθέμενο αντίθετό του, ο Λόγος, έξω από την Ιστορία – αποκαλύπτοντας τον κρυφό ανορθολογικό πυρήνα του αστικού ορθολογισμού.

Οι Ρομαντικοί αντέδρασαν στη διάψευση των επαγγελιών του Διαφωτισμού και στις συνέπειες του ανερχόμενου καπιταλισμού. Η επιχειρούμενη εκλογίκευση των πάντων δεν ήταν παρά στέρηση νοήματος των πάντων. Είναι λάθος να καταδικάζεται συλλήβδην ο ρομαντισμός και να μπαίνουν σ’ ένα σακί όλοι οι Ρομαντικοί. Γενικά, είναι απαραίτητη η διάκριση ανάμεσα σε μια πρώτη, κριτική και επαναστατική φάση, και με μια δεύτερη, μετά το 1815 και την Παλινόρθωση, όπου αποσυντίθεται μέσα στην πολιτική αντίδραση και τον ανορθολογισμό. Τότε, κυρίως, είναι που επιχειρεί ο Ρομαντισμός να γεμίσει το κενό νοήματος που δημιούργησε η εμπορευματική καπιταλιστική κοινωνία με μια νέα μυθολογία. Όχι με τη νεκρανάσταση των παλιών μύθων, αλλά με τη δημιουργία νέων στη σφαίρα του Αισθητικού και της Τέχνης.

Αν οι Διαφωτιστές βλέπουν ένα Λογικό που δεν είναι Ιστορικό, οι Ρομαντικοί βλέπουν ένα Ιστορικό που δεν είναι Λογικό. Την κρίση που προκαλεί αυτή η απουσία προσπαθούν να την ξεπεράσουν με το μύθο, με αποτέλεσμα να μετατρέπουν το Ιστορικό σε αν-ιστορική αντίληψη του Νίτσε για τον τραγικό μύθο. «…Για κάθε μυθική σκέψη, έστω και μεταμφιεσμένη, το πρόβλημα της αλήθειας δεν υπάρχει πια» έγραφε ο Μπένγιαμιν. (σ. σ. W. B. «”Les Affinites electivesde Goethe» στο Essais 1, 1922-1934, Denoel 1983, σ. 75) Και η ρομαντική σκέψη έγινε μυθική.

Όσοι βιάστηκαν να δουν στον Μπένγιαμιν τον σύγχρονο εκπρόσωπο ενός μελαγχολικού αντικαπιταλιστικού ρομαντισμού προσπερνούν τις βίαιες επιθέσεις του κατά της ρομαντικής μυθοπλασίας. Μ’ αφορμή τον Gundolf τονίζει: «Δεν υπάρχει πνευματική στάση πιο απαίσια απ’ αυτή που σπρώχνει τη σύγχυση μέχρι του σημείου να πέσουν ξανά κάτω από την κυριαρχία του μύθου ακόμα και οι πραγματικότητες που αρχίζουν ν’ απελευθερώνονται από αυτήν…». Γι’ αυτό και καυτηριάζει όσους ξαναπέφτουν σ’ αυτό το «αρχέγονο δάσος» κι αφήνουν τα λόγια τους «να πηδούν από δέντρο σε δέντρο σαν μαϊμούδες», «μόνο που πάνω του θα βλέπαμε καλά ότι δεν στέκονται όρθια – θέλω να πω πάνω σ’ αυτό το Λόγο από τον οποίο δεν θα ‘πρεπε ούτε να ζουν ούτε να μιλούν». (σ. σ. ό.π.π. Η λέξη Λόγος στα ελληνικά στο κείμενο).

Επιστροφή στον ορθολογισμό; Όχι βέβαια, αλλά ρήξη μαζί του, που να κρατάει πάντα ανοιχτό το μέτωπο κατά του ανορθολογισμού. Μόνο η διαλεκτική του Ιστορικού και του Λογικού ως ενότητας αντιθέτων, σε υλιστική βάση, επιτρέπει μια διερεύνηση του Μύθου μέσα στην Ιστορία που ν’ ανοίγει το δρόμο για την απελευθέρωση της Ιστορίας από την κυριαρχία του Μύθου και την επαναπόκτηση του απόντος νοήματος.

 

4.     Ο Μύθος μέσα στην Ιστορία

 

Ο Γκέρσομ Σόλεμ, ο αδελφικός φίλος του Μπένγιαμιν, καταγράφει μια σημαδιακή συζήτηση που είχαν πολύ νωρίς, το καλοκαίρι του 1918: «Μια μέρα μου διάβασε ένα αρκετά μεγάλο σημείωμα που είχε συντάξει για το όνειρο και τον οραματισμό, σ’ αυτό το κείμενο προσπαθούσε εξίσου να διατυπώσει τους νόμους που κυβερνούσαν τον κόσμο των προ-μυθικών φαντασιώσεων. Διέκρινε δύο ιστορικές εποχές, εκείνη των φαντασιώσεων και εκείνη των δαιμόνων, που κατ’ αυτόν προηγήθηκαν της εποχής της Αποκάλυψης, που από τη μεριά μου πρότεινα να ονομάσουμε καλύτερα μεσσιανική εποχή. Το αληθινό περιεχόμενο του μύθου, κατ’ αυτόν, ήταν η τεράστια επανάσταση, που, αντιτιθέμενη στις φαντασιώσεις, είχε βάλει τέλος στην αντίστοιχη εποχή. Από εκείνη την περίοδο, ήταν απασχολημένος με την αντίληψη, την οποία την εννοούσε σαν ανάγνωση των παραστάσεων της επίπεδης επιφάνειας, που με τη μορφή της ο άνθρωπος των αρχών (της Ιστορίας) έβλεπε τον περιβάλλοντα κόσμο και ιδιαίτερα τον ουρανό. Σ’ αυτές τις σκέψεις βρίσκονταν ήδη εν σπέρματι οι ιδέες που θα εξέθετε πολλά χρόνια αργότερα στο γραπτό του θεωρία του ομοίου. Βεβαίωσε ότι η γέννηση των αστερισμών ως παραστάσεων της ουράνιας επιφάνειας συνιστούσε την αρχή της ανάγνωσης και της γραφής, και συνέπιπτε με τη γέννηση της μυθικής εποχής, οι αστερισμοί ήταν για τον μυθικό κόσμο ότι για την Αποκάλυψη θα ήταν αργότερα η Αγία Γραφή». (σ. σ. G. Scholem, Walter Benjamin, Histoire dune amitie, Agora, Calmann-Levy 1981, σελ. 97).

Όντως εδώ βρίσκεται εν σπέρματι όλη η θεωρία του Μπένγιαμιν, που στη συνέχεια θ’ αναπτυχθεί, θα πλουτιστεί, θα καθαρθεί, θα σφυρηλατηθεί διαλεκτικά και υλιστικά. Ο Μύθος είναι ιστορικό μόρφωμα. Η βεβαιότητα της ιστορικής αρχής του στηρίζει την προσδοκία του τέλους της κυριαρχίας του. Δεν είναι απλώς μια λαθεμένη αντίληψη του κόσμου. Ίσα ίσα η εμφάνιση του συνιστά μια γιγάντια επανάσταση στον πολιτισμό του προϊστορικού ανθρώπου που απελευθερώνεται από μια χαοτική παράσταση της Φύσης και του εαυτού του και ξεπερνά την προμυθική μαγική-φαντασιωτική σκέψη.

Ο Μπένγιαμιν σωστά συνδέει τη γέννηση της εποχής των μύθων με την εμφάνιση της γραφής και τη διάκριση των αστερισμών του ουρανού: η επανάσταση αυτή είναι αλληλένδετη με την εμφάνιση της γεωργίας, των πρώτων μόνιμων εγκαταστάσεων των ανθρώπινων πληθυσμών, της σουμερο-ακκαδικής γραφής, της μελέτης και της λατρείας των άστρων, με μια κουβέντα: με την πρώτη ανάδυση του πολιτισμού στη Μεσοποταμία. Ο Μπένγιαμιν αναλύει το άλμα που συνιστά η μυθική σε σχέση με την προμυθική μαγική σκέψη. Στην τελευταία συγχέονται οι υποστάσεις και οι ονομασίες τους, η Φύση και ο άνθρωπος, το αντικειμενικό και το υποκειμενικό. Αντίθετα με τις απόψεις που τονίζουν την ικανότητα του μύθου να ολοκληρώνει και να συνθέτει (π.χ. Cassirer), ο Μπένγιαμιν τονίζει τη διακριτική του ικανότητα, τη διαφοροποιούσα δύναμή του, χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατη, λόγου χάριν, η σύλληψη των αστερισμών ως συνέχειας των ασυνεχών.

Δεν χρειάζονται όμως εξωραϊσμοί. Η μυθική εποχή είναι και η εποχή των δαιμόνων. Η εποχή των ιστορικών εκείνων περιορισμών όπου οι φυσικές και οι κοινωνικές δυνάμεις παραμένουν έξω από τον συνειδητό έλεγχο του ανθρώπου, πραγματοποιούνται, μυθοποιούνται και τον τρομοκρατούν. Μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια, πολύ αργότερα, στο Passagenwerk, ο Μπένγιαμιν παραθέτει επιδοκιμαστικά ως σημαντική τη δήλωση του Ένγκελς για τις κοινωνικές δυνάμεις που «από δαιμονικοί αφέντες γίνονται υπάκουοι υπηρέτες» κάτω από τον συνειδητό έλεγχο «των συνεταιρισμένων παραγωγών» της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. (σ. σ. W. B., Passagenwerk {N4α, 4} στη γαλλική έκδοση, σελ. 482. Το απόσπασμα του Ένγκελς είναι από το Η ανάπτυξη του Σοσιαλισμού από Ουτοπία σε Επιστήμη).

Οι μυθοποιήσεις, προϊστορικές, θρησκευτικές ή και άθεες, θα συνεχίσουν να ταλανίζουν τον άνθρωπο για να εξαφανιστούν «μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της πραχτικής καθημερινής ζωής θα εκφράζουν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη Φύση. Η μορφή του κοινωνικού προτσές της ζωής, δηλ. του υλικού προτσές της παραγωγής, θ’ αποβάλει το μυστικιστικό νεφελώδικο πέπλο της μόνο από τη στιγμή που σαν προϊόν μιας ελεύθερης κοινωνικής ένωσης ανθρώπων θα βρίσκεται κάτω από το συνειδητό σχεδιασμένο έλεγχό τους. Για το σκοπό αυτό απαιτούνται ωστόσο μια υλική βάση της κοινωνίας ή μια σειρά υλικοί όροι ύπαρξης, που με τη σειρά τους πάλι είναι το αυθόρμητο προϊόν ενός μακρόχρονου και βασανιστικού προτσές ανάπτυξης». ( σ. σ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, κεφ. Πρώτο, εκδοτικό της Κ.Ε. του ΚΚΕ, 1954, σελ. 92-93).

Ο Μπένγιαμιν συναντιέται με τον Μαρξ. Το αντίθετο του μύθου δεν είναι μια λογική σκέψη αλλά ένας επιτέλους απελευθερωμένος κόσμος των «αυτοδιαχειριζόμενων συνεταιρισμένων παραγωγών». Το αντίθετο της μυθικής εποχής δεν είναι η εποχή των Φώτων αλλά η μεσσιανική εποχή. Το αντίθετο του Μύθου δεν είναι η Ιστορία αλλά το τέλος της.

 

5.     Η φθορά του Μύθου

 

Το τέλος όμως έρχεται μετά από ένα «μακρόχρονο και βασανιστικό προτσές ανάπτυξης». Σε κάθε βήμα αυτής της παρατεταμένης πορείας βασάνων, ο μύθος βρίσκεται σε κρίση. Ακριβώς επειδή είναι ιστορικό μόρφωμα περνάει μέσα από μια διαδικασία γενέσεως και φθοράς – όπως έδειξε ο Μπένγιαμιν. Μόνο που αυτή η διαδικασία φθοράς δεν πρέπει να ιδωθεί σαν μια βαθμιαία εξελικτική βελτιωτική πορεία. Προχωράει μέσα από βράχια, ρήγματα, παλινδρομήσεις, σπασμωδικά ζίγκ-ζάγκ, κατολισθήσεις, άλματα. Ο μύθος αποσυντίθεται αλλά και αναπαράγεται σε αρχέγονες και πρωτόγονες μορφές, ενώ η καταπιεσμένη ανθρωπότητα διαρκώς μηχανεύεται και κινητοποιεί παλιά και νέα μέσα για «ν’ αποτινάξει το βραχνά που έχει ρίξει ο μύθος στα στήθη της».

Οι μυθικές μορφές της ζωής αντιπροσωπεύουν την ανημποριά του ανθρώπου μέσα στη φύση και την κοινωνία, και την αναπόφευκτη ψευδή συνείδηση που την αντανακλά. Γι’ αυτό, κατά τον Μπένγιαμιν, ο τρόμος και η θυσία αποτελούν μόνιμα συστατικά στοιχεία του μύθου. Όταν το τρομακτικό υποχωρεί και μετατρέπεται σε Ωραίο, τότε ο μύθος ραγίζει. Πρώτη φθορά του μύθου είναι το Κάλλος.

Στον Όμηρο, ο μύθος είναι ήδη τραυματισμένος και σε απόσταση. Γνώρισμα της ομηρικής ποίησης, κατά τον Μπένγιαμιν, είναι, ακριβώς, ο μετασχηματισμός των μυθολογικών μοτίβων σε Ωραίο. Μέσα από τον τρόμο που υποχωρεί, αναδύεται η φευγαλέα λάμψη μιας Συμφιλίωσης των αντιθέτων, όπως στην τελική σκηνή ανάμεσα στον Πρίαμο και τον Αχιλλέα στο Ω της Ιλιάδας.

Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ο ήρωας συγκρουόμενος με τη μυθική Μοίρα φέρνει, κατά τον Μπένγιαμιν, στο φως την ουτοπική εικόνα ενός τέλους του μύθου. Η ρήξη ανάμεσα στις προταξικές μυθικές μορφές της ζωής και την ταξική πραγματικότητα της πόλης-κράτους έχει συντελεστεί: «Το τραγικό είδος – γράφουν οι Vernant και Vidal-Naquet – εμφανίζεται στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα, όταν η γλώσσα του μύθου δεν βρίσκεται πια σε άμεση επαφή με την πολιτική πραγματικότητα της πόλης. Ο χώρος του τραγικού τοποθετείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, και αυτή ακριβώς η διπλή αναφορά, δηλαδή, από τη μια μεριά στο μύθο (που ανήκει, σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, σ’ έναν περασμένο χρόνο αλλά ζωντανό ακόμη στις συνειδήσεις των ανθρώπων) και από την άλλη μεριά στις νέες αξίες (που αναπτύσσονται τόσο γρήγορα με την πόλη του Πεισιστράτου, του Κλεισθένη, του Θεμιστοκλή, του Περικλή) αποτελεί μια από τις πρωτοτυπίες αυτού του χώρου και το ίδιο το κίνητρο της τραγικής δράσης». (σ.σ. J. P. VernantPierreNaquet, Μύθος και Τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1988, τ. Α΄, σελ. 9).

(Μέσα από την μπενγιαμινική οπτική θα μπορούσαμε να δούμε τον Πίνδαρο ως τη μετάβαση από τον Όμηρο στην τραγωδία. Τα τρία επίπεδα που συνθέτουν τη δομή κάθε επινίκιας Ωδής – το επίπεδο των θεών, των ηρώων, των ανθρώπων – συνυπάρχουν σε μια συγχρονία, σε μια «διαλεκτική εν στάσει», ως οι τρεις ιστορικές βαθμίδες φθοράς του μύθου). Ο δεσμός ανάμεσα στο μύθο και την αλήθεια είναι ο αλληλοαποκλεισμός τους. «Διφορούμενος εκ φύσεως, ο μύθος δεν κάνει τόπο ούτε στην αλήθεια ούτε, συνεπώς, στο λάθος… Για να θεμελιωθεί η αλήθεια πρέπει πρώτα να μάθουμε τι είναι ο μύθος, να τον γνωρίσουμε ως πραγματικότητα αδιάφορη στο αληθινό και καταστροφική για το αληθινό. Έτσι και οι Έλληνες έπρεπε να εξαλείψουν το μύθο για να γεννηθούν – μετά από μια θεουργική φάση, που δεν ήταν τέχνη και φιλοσοφία παρά στη μη καθαρή έννοια αυτών των λέξεων – η αληθινή τέχνη και η αληθινή φιλοσοφία, γιατί και η μια και η άλλη θεμελιώνονται στην αλήθεια, ακριβώς στον ίδιο βαθμό, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο». (σ. σ. W.B., “Les Affinites electives…”, όπ.π., σελ. 74)

Το κάλλος δεν είναι ακόμα η αλήθεια αλλά μία πιθανή δίοδος προς αυτήν. «Η ιδιαίτερη περίοδος της ομορφιάς εκτείνεται από την πρωιμότερη φθορά του μύθου και μέχρι την ανατίναξή του». Η ίδια δεν είναι η ανατίναξή του.

Αναπτύσσοντας παραπέρα τη διάκριση του Ωραίου και του Υψηλού που έκαναν ο Καντ και ο Σίλερ, ο Μπένγιαμιν θεωρεί αναγκαίο, για την ανατίναξη του μύθου, να περάσει η ομορφιά μέσα από την εσωτερική της βάσανο, την κριτική καύση της και τη θανάτωση των έργων, όπως γράφει στο βιβλίο του για την Καταγωγή του γερμανικού δράματος μπαρόκ (Trauerspiel). (σ.σ. W.B., The Origin of German Tragic Drama, New Left Books, 1977). Μονάχα έτσι το κάλλος γίνεται «όχι η αλήθεια καθ’ εαυτή αλλά γι’ αυτόν που την ψάχνει».

 

6.     Η ανατίναξη του Μύθου: Αλληγορία και Μεσσιανισμός

 

Η αλληγορία όπως την αναλύει ο Μπένγιαμιν στο μπαρόκ ή τον Μπωντλαίρ είναι ακριβώς αυτή η καύση του κάλλους, το αντίδοτο του μύθου, η υπέρβαση του Ωραίου με την ανατίναξη του μύθου. Με τον καταπληκτικό ορισμό που της δίνει ο Μπένγιαμιν στο Trauerspiel, η αλληγορία αποτυπώνει «το ιπποκράτειο προσωπείο της ιστορίας», το ετοιμοθάνατο πρόσωπό της που πάνω του έχει αφήσει τα σημάδια του «καθετί πρόωρο, οδυνηρό, αποτυχημένο που έχει η ιστορία από την αρχή της». Πυρήνας του αλληγορικού στοχασμού είναι «η ιστορία της οδύνης του κόσμου». Το μπαρόκ, ο Μπωντλαίρ, ή, στις μέρες μας, ο πρωτοποριακός κινηματογράφος του Κώστα Σφήκα, ιδιαίτερα οι ταινίες του Αλληγορία (1986) και Αλληγορία ΙΙ (1992), αποτελούν χαρακτηριστικές εκφάνσεις του είδους.

Διαφωνώντας με τον Creuzer, ο Μπένγιαμιν διαχωρίζει το σύμβολο από την αλληγορία. Το πρώτο είναι «το ίζημα μιας έκστασης», ανήκει στην προμυθική μαγική σκέψη, συγχωνεύοντας αισθητηριακότητα και νόημα, και γίνεται το φύτρο του μύθου, αποτελεί μια κλειστή, στατική ολότητα προσδιορισμών – ενώ η αλληγορία παρουσιάζει μια ανοιχτή, δυναμική διαδικασία. Η αλληγορία ανατινάζει τις αρχαϊκές, ανιστορικές εικόνες. Τις αναποδογυρίζει, το μέσα έξω, μέσα στην Ιστορία. Είναι διαλεκτική – χωρίς να είναι ακόμα η διαλεκτική εικόνα για την οποία θα μιλήσει στη συνέχεια ο Μπένγιαμιν. Η αλληγορία είναι το ατελές, το ανολοκλήρωτο προτσές. Η διαλεκτική εικόνα είναι το ολοκληρωμένο ως Μονάδα προτσές, το μεσσιανικό Πλήρωμα.

Το μεσσιανικό στοιχείο ο Μπένγιαμιν το βρίσκει σ’ άλλα μέσα που χρησιμοποίησε η ανθρωπότητα για ν’ αποτινάξει το βραχνά του μύθου, όπως είναι το παραμύθι και η συνέχειά του, η αφήγηση, το διήγημα. Ο Μπένγιαμιν κάνει έναν κάθετο διαχωρισμό ανάμεσα στο μύθο και το παραμύθι (όπως και ο Ερνστ Μπλοχ): «Η απελευθερωτική μαγεία που διαθέτει το παραμύθι δεν φέρνει τη φύση με μυθικό τρόπο στο παιχνίδι, αλλά είναι ο υπαινιγμός της συνενοχής της με τον απελευθερωμένο άνθρωπο. Αυτή τη συνενοχή την αισθάνεται ο ώριμος άνθρωπος μόνο κάποιες φορές, δηλαδή στην ευτυχία. Το παιδί όμως έρχεται να το προϋπαντήσει αρχικά στο παραμύθι και το κάνει να νιώθει ευτυχισμένο». (σ.σ. W,B., «Ο αφηγητής», περιοδικό Λεβάθιαν, όπ.π., σελ. 26).

Η «συνενοχή» της φύσης και του απελευθερωμένου ανθρώπου, για την οποία γίνεται εδώ λόγος, δεν έχει, βέβαια, τίποτε το κοινό με ηθικές ενοχές ή την αμαρτία. Είναι η συνενοχή του Τόμ Σώγερ με τον Χώκ Φίν για την επόμενή τους ζαβολιά. Ο μεσσιανισμός είναι σε τελική ανάλυση η ολοκληρωτική ανατίναξη του μύθου και η αλήθεια, για την ευτυχία των ανθρώπων. Μονάχα αυτός είναι αυθεντικά ιστορικός, γιατί ανατινάζει τον εφιάλτη της Αιώνιας Επιστροφής του Παντοτινά Ίδιου, της αθλιότητας. «Η “αιώνια επιστροφή’ είναι η θεμελιακή μορφή της μυθικής προϊστορικής συνείδησης. (Είναι μυθική συνείδηση γιατί δεν στοχάζεται)». (σ.σ. W.B., Passagenwerk”, {D10,3} στη γαλλική έκδοση, όπ.π., σελ. 143).

Η πρώτη ρήξη με τη θεμελιακή αυτή μορφή της μυθικής συνείδησης ως συνείδησης ενός χρόνου κυκλικού έγινε με την εμφάνιση της μεσσιανικής αντίληψης της Ιστορίας στη Βίβλο. Από τότε, μέσα σ’ όλο το μακρόχρονο και βασανιστικό προτσές της ιστορικής ανάπτυξης, υπήρξε μια διαρκής σύγκρουση μύθου και αντιμύθου, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα σ’ έναν κοινό θρησκευτικό-μυστικιστικό χώρο. Η εμφάνιση του Γνωστικισμού ήταν η αντεπίθεση του Μυθικού ενάντια στον αντιμυθικό Ιουδαϊσμό. Ο ίδιος ο αρχέγονος Χριστιανισμός διαμορφώθηκε μέσα από μια διαρκή σύγκρουση με το Γνωστικισμό και το Μανιχαϊσμό. Και δεν αγνοούσε την ύπαρξη του εχθρού μέσα στην ίδια την πνευματική του πατρίδα. Την παρουσία του μύθου μέσα στη Βίβλο την αναγνωρίζει ο Γρηγόριος Νύσσης (σ.σ. Γρηγορίου Νύσσης, «Εις τα άσματα των ασμάτων», Patrologia Graeka 44, 973C) δώδεκα αιώνες πριν τον Σπινόζα και το Tractatus Theologico-Politicus. Είναι τυχαίο ότι ο Ωριγένης, που αγαπάει και μνημονεύει ο Μπένγιαμιν, ήταν ένας αλληγοριστής;

Η διαμάχη, μέσα απ’ όλες τις μεταμορφώσεις και τις διακοπές της, καθώς άλλαζε η μορφή και το περιεχόμενο της κοινωνίας και των συγκρουόμενων τάξεων, κρατάει αιώνες. Παρ’ όλη την τερατωδία του κρατικού θεσμοποιημένου Χριστιανισμού, η παράδοση των καταπιεσμένων φύλαξε μέσα στο μυστικιστικό περικάλυμμα τον πυρήνα του μεσσιανισμού. Κι αυτός αλλάζει ριζικά χαρακτήρα και ρόλο καθώς η ανθρωπότητα φτάνει στην έσχατη και πιο συμπυκνωμένη μορφή της προϊστορίας της: τον σύγχρονο καπιταλισμό, ανώτατο και τελικό στάδιο της μυθικής εποχής.

Η ανατίναξη και οριστική διάλυση του μύθου απαιτεί, ως ελάχιστη προϋπόθεση, την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση.

 

7.     Μοντέρνα φαντασμαγορία

 

«Ο καπιταλισμός ήταν ένα φυσικό φαινόμενο με το οποίο ένας καινούργιος ύπνος, γεμάτος όνειρα, έπεσε στην Ευρώπη, συνοδευόμενος από μιαν επαναδραστηριοποίηση των μυθικών δυνάμεων». (σ.σ. W.B., Passagenwerk {K1a, 8} στη γαλλική έκδοση, όπ.π., σελ. 408). Με τον Μπένγιαμιν βρισκόμαστε στους αντίποδες του Max Weber. Ο τελευταίος είδε την επικράτηση του καπιταλισμού το θρίαμβο της ορθολογικότητας, την Entzauberung, την «απομάγευση», την απώλεια κάθε μαγικού και υπερφυσικού χαρακτήρα των πραγμάτων. Ο Μπένγιαμιν δεν αγνοεί ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια, ο Διαφωτισμός, η επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση, δώσανε συντριπτικό πλήγμα σε όλες τις προκαπιταλιστικές μυθικο-θρησκευτικές παραστάσεις του κόσμου. (Εξάλλου, όπως θα δούμε αλλού, σ’ αυτή τη διαπίστωση στηρίζεται κι όλη η μπενγιαμινική αντίληψη για την αυτονομία του έργου τέχνης στον καπιταλισμό και για την υποχώρηση της aura). Ο Μπένγιαμιν είδε, βασισμένος ιδιαίτερα στη μαρξική ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος στο Κεφάλαιο, ότι το όλο προτσές έχει δύο αντίθετες όψεις: τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, για ν’ ανοίξει τον δικό του δρόμο ανάπτυξη, από την άλλη επαναδραστηριοποιεί μυθικές δυνάμεις, καθώς από την ίδια του την αλλοτριωτική δομή παρουσιάζει τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους σαν σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα που σαν πρωτόγονες θεότητες διαφεντεύουν τους ανθρώπους.

Η ριζική στρέβλωση, η αναστροφή της σχέσης αντικειμένου /υποκειμένου συντελείται στο πιο θεμελιακό επίπεδο, στη σφαίρα της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής των υλικών όρων της ανθρώπινης ζωής, πριν καν πάρουν μια εξειδικευμένη μορφή στην ιδεολογική σφαίρα του εποικοδομήματος. Γι’ αυτό και «οι μορφές της νέας ζωής και τα νέα δημιουργήματα της οικονομικής και τεχνικής βάσης» που πλάθει ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα μετά το 1800, στον 19ο αιώνα, «μπαίνουν σ’ ένα σύμπαν φαντασμαγορίας. Αυτά τα δημιουργήματα υφίστανται αυτή τη “φώτιση” όχι μόνο με θεωρητικό τρόπο, με μια ιδεολογική μετατόπιση, αλλά ήδη στην αμεσότητα της αισθητηριακής τους παρουσίας. Εκδηλώνονται σαν φαντασμαγορίες». (σ.σ. W.B.n Passagenwerk, Paris Capitale du XIXe siecle, Expose, στη γαλλική έκδοση, σελ. 47).

Στην ιστορική υλιστική θεώρηση του Μπένγιαμιν αναδεικνύεται ανάγλυφα η υλική συνάφεια της οικονομίας και των πολιτισμικών μορφωμάτων, της κουλτούρας – προκαλώντας, ως γνωστόν, τη βίαιη αντίδραση του Αντόρνο που απέρριψε το κείμενο του Μπένγιαμιν για τον Μπωντλαίρ κατηγορώντας το για οικονομικό υλισμό, για παραγνώριση του γεγονότος ότι ανάμεσα στην οικονομική βάση και το πολιτιστικό εποικοδόμημα μεσολαβεί «το όλο προτσές». (σ.σ. Βλ. το γράμμα του Th. W. Adorno της 10ης Νοεμβρίου 1938 στο W. Benjamin, Correrpondance II, 1929-1940, Aubier 1979, σελ. 270). Ο Μπένγιαμιν κάθε άλλο παρά οικονομιστής είναι. Δεν θεωρεί ότι η οικονομική βάση αντανακλάται μηχανικά στο εποικοδόμημα αλλά ότι εκφράζεται σ’ αυτό (με τη σπινοζική έννοια της έκφρασης: η substantia εκφράζεται στο attributum). «Ο Μαρξ εκθέτει την αιτιατή συσχέτηση της οικονομίας και της κουλτούρας. Εδώ, το πιο σημαντικό είναι η εκφραστική συσχέτηση. Πρέπει να παρουσιαστεί όχι η οικονομική γένεση της κουλτούρας αλλά η έκφραση της οικονομίας μέσα στην κουλτούρα της. Πρόκειται, μ’ άλλα λόγια, για μια προσπάθεια να συλληφθεί ένα οικονομικό προτσές ως ένα ορατό πρωταρχικό φαινόμενο απ’ όπου προέρχονται όλες οι μορφές ζωής» κλπ. (σ.σ. W.B., Passagenwerk {N1a, 6} στη γαλλική έκδοση, όπ.π., σελ. 476).

Ο Μπένγιαμιν παίρνει την έννοια των «πρωταρχικών φαινομένων» (Ur-phanomene) από τον Γκαίτε, αποσπώντας την «από το παγανιστικό πλαίσιο της φύσης και εισάγοντάς τη στα εβραϊκά (=μεσσιανικά) πλαίσια της ιστορίας». Τα οικονομικά φαινόμενα δεν είναι πρωταρχικά με την έννοια μιας απόμακρης, αποκομμένης αιτίας, ενός από μηχανής θεού που από τον Όλυμπο στέλνει τις εντολές του στον βέβηλο κόσμο μέσω αναρίθμητων αγγελιοφόρων, μιας ατέλειωτης σειράς διαμεσολαβήσεων του όλου προτσές. Γίνονται Ur-phanomene “όταν αφήνουν να εμφανιστεί στη δικιά της ανάπτυξη – στο ξεδίπλωμά της θα ήταν σωστότερος ο όρος – η σειρά των συγκεκριμένων ιστορικών φαινομένων των περασμένων, όπως το φύλλο όταν ανοίγει αποκαλύπτει όλο τον πλούτο του εμπειρικού κόσμου των φυτών».

 

8.     Όνειρο και Αφύπνιση

 

Απ’ αυτή την ιστορική υλιστική οπτική γωνία ο Μπένγιαμιν βλέπει το πρόσωπο της κοινωνίας το στραμμένο στο όνειρο. Στο όνειρο όχι μόνο σαν ατομικό ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά ως ιστορική συλλογική διαδικασία. Ξαναζωντανεύει έτσι μια βασική θέση του μαρξισμού που οι επίγονοι ρίξανε στη λήθη. Ο Μπένγιαμιν τη διασώζει στο Passagenwerk και την υπενθυμίζει ξανά στο κύκνειο άσμα του, τις Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας. «Στη μορφή των καινούργιων μέσων παραγωγής, που εξακολουθεί αρχικά να κυριαρχείται από εκείνη των παλιών (Marx), αντιστοιχεί στο εποικοδόμημα μια ονειρική συνείδηση, όπου διαπλάθεται το καινούργιο με φανταστικά χαρακτηριστικά. Ο Michelet: “Κάθε εποχή ονειρεύεται την επόμενη”. Τίποτε καινούργιο δεν προκύπτει χωρίς αυτή τη φανταστική προδιαμόρφωση στην ονειρική συνείδηση». (σ.σ. W.B., Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, εκδ. Ουτοπία, 1983, μετάφραση Μηνά Παράσχη, σελ. 34-35. Στα γαλλικά βλ. Ecrits grancais, όπ.π., σελ. 351-352).

Η ίδια ιδέα στο Passagenwerk αναλύεται ως εξής: «Στη μορφή του καινούργιου μέσου παραγωγής που εξακολουθεί αρχικά να κυριαρχείται από εκείνη του παλιού (Μαρξ) αντιστοιχούν στη συλλογική συνείδηση εικόνες όπου το Καινούργιο και το Παλιό αλληλοδιεισδύουν. Αυτές οι εικόνες είναι εικόνες ευχής (Wunschbilder) και το συλλογικό (das Kollektin) ψάχνει να εξαφανίσει και ταυτόχρονα να μεταμορφώσει τη μη ολοκλήρωση του κοινωνικού προϊόντος όπως και τις ελλείψεις της κοινωνικής τάξης της παραγωγής. Από την άλλη, μέσα σ’ αυτές τις εικόνες εκφράζεται η σταθερή θέληση να πάρει τις αποστάσεις του απ’ ότι έχει γεράσει, δηλαδή στην πραγματικότητα από το πιο πρόσφατο παρελθόν. Αυτές οι τάσεις προσανατολίζουν προς το αρχαιότερο παρελθόν την πλαστική φαντασία στην οποία το Καινούργιο έδωσε την ώθησή του. Στο όνειρο όπου κάθε εποχή έχει μπροστά στα μάτια της σε εικόνες την επόμενη εποχή, τούτη εμφανίζεται ανακατεμένη με στοιχεία της προϊστορίας (Urgeschichte), δηλαδή μιας αταξικής κοινωνίας. Οι εμπειρίες οι σχετικές μ’ αυτή την κοινωνία, έχοντας τεθεί μέσα στο ασυνείδητο του συλλογικού, γεννούν, με τη διείσδυση του Καινούργιου, την ουτοπία, της οποίας βρίσκουμε το ίχνος σε χίλιες παραστάσεις της ζωής, από τα μόνιμα κτίρια ως τις εφήμερες μόδες». (σ.σ. W.B., “Expose de 1935” στο Passagenwerk, γαλλική έκδοση, όπ.π., σελ. 36).

Το όνειρο δεν είναι αυθύπαρκτη φενάκη, αλλά η εικόνα μιας φαινακισμένης πραγματικότητας, η κατάρα και η ευχή που τη συνοδεύουν, ο κυνισμός και ο λυγμός της, η απελπισία και η ελπίδα της, το αποτύπωμα της ανεπάρκειας και το προμήνυμα της υπέρβασής της, χώρος αλληλοδιείσδυσης του Καινούργιου και του Παλιού, της Προϊστορίας και του μέλλοντος αιώνος. Ο Μπένγιαμιν έσκυψε στο Passagenwerk με την οξύτερη κριτική ευαισθησία πάνω στα όνειρα, τα ονειρικά αντικείμενα, τις ονειρικές μορφές συλλογικής ζωής, που δημιουργήθηκαν στις συνθήκες του απόγειου του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα και στην πρωτεύουσα αυτού του αιώνα, τη Μητρόπολη-υπόδειγμα, το Παρίσι: στα Passages, τις στοές, τα Panoramas, τα Casinos, τα βουλεβάρτα, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς – Gafe Saint Lazare…-, τις Διεθνείς Εκθέσεις, τις πρώτες φωτογραφίες, τις flaneriew, τις άσκοπες περιπλανήσεις στη σύγχρονη πόλη… Αλλά και τα φουριερικά φαλανστήρια, τα οδοφράγματα, τα προλεταριακά τραγούδια του ’48, τις μυστικές εταιρείες, τον Μπλανκί, την Κομμούνα, την ονειρική σημαία που για πρώτη φορά υψώθηκε κατακόκκινη το 1832…

Άγρυπνος ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, βλέπει τα όνειρα του 19ου αιώνα μέσα από τις τραγικές συνθήκες του 20ού αιώνα στον οποίο ξυπνήσαμε. Μέσα στο «Τώρα της δυνατότητας αναγνώρισής τους», για να χρησιμοποιήσουμε την μπενγιαμινική κατηγορία. Γιατί στο όνειρο υπάρχει πάντα κάτι-που-δεν-είναι-συνειδητό-ακόμη, ένα αντιμυθικό πλεόνασμα, που δεν μπορεί να κερδηθεί όσο διαρκεί ο ύπνος. Και ο 19ος αιώνας, όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν, «είναι ένας χωροχρόνος (Zeitraum), ένας χρόνος ονείρου (Zeit-Traum), που η ατομική συνείδηση διατηρείται ολοένα περισσότερο στο στοχασμό ενώ η συλλογική συνείδηση ολοένα περισσότερο στο στοχασμό ενώ η συλλογική συνείδηση βυθίζεται σ’ έναν ύπνο ολοένα πιο βαθύ». Η ατομική εγρήγορση δεν είναι το αντίβαρο αλλά ο μελαγχολικός συνοδός του συλλογικού ύπνου. Το ζήτημα είναι η συλλογική Αφύπνιση!

Ο James Joyce στον Οδυσσέα του βλέπει την Ιστορία σαν έναν εφιάλτη από τον οποίο προσπαθεί να ξυπνήσει. Το έσχατο Work in progress του μεγάλου Ιρλανδού, ο ονειρικός ποταμός του Finnegans Wake, έχει σαν κοίτη του, ακριβώς, την «αφύπνιση του Finnegam”. Το Finnegam του Μπένγιαμιν είναι το Finnegam Wake του μαρξισμού. Ο Μπένγιαμιν θυμίζει ότι ο Marcel Proust αρχίζει την ιστορία της ζωής του με το ξύπνημα. Προπαντός δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει επιδοκιμαστικά τα περίφημα λόγια με τα οποία ο Μαρξ, στο γράμμα του προς τον Ρούγκε, τον Σεπτέμβριο 1843, δίνει το περίγραμμα του επαναστατικού προτάγματος: «Η μεταρρύθμιση της συνείδησης συνίσταται μόνο στο να κάνουμε τον κόσμο συνειδητό, να τον ξυπνήσουμε από το όνειρο του εαυτού του… Μεταρρύθμιση της συνείδησης, όχι με δόγματα αλλά με την ανάλυση της μυθοπλαστικής συνείδησης που δεν καταλαβαίνει τον εαυτό της, είτε εμφανίζεται με θρησκευτική είτε με πολιτική μορφή… Τον κόσμο κατείχε από πολύ καιρό το όνειρο ενός πράγματος που αρκεί τώρα να συνειδητοποιήσει για να το κατέχει πραγματικά». (σ.σ. Karl Marx, “Lettre a Ruge (septembre 1843)” στο Oeuvres choisies 1, idees nrf, 1963, σελ. 36-37).

Η δομή της αφύπνισης είναι κατά τον Μπένγιαμιν η διαδικασία της γνώσης αυτού-που-δεν-ήταν-ακόμα-συνειδητό-Άλλοτε. Ο ιστορικός υλισμός ως αφύπνιση ενώνει το Άλλοτε με το Τώρα της γνωσιμότητάς του. Η υλιστική ιστοριογραφία αναπαράγει σε μικρόκ