|
«Ιστορίες
ζωής και κοινωνική συνείδηση»
Ανθογαλίδου Θεοπούλα
1. Για τη "βιογραφική
προσέγγιση"
1.1.
Η "βιογραφική προσέγγιση"
προτάθηκε στη Γαλλία από τον Ντανιέλ
Μπερτώ το 1976 με το έργο του Histoires de vie ou
recits de pratique? Methodologie de l' approche biografique en sociologie, Paris, Rapport
CORDES. Ο Μπερτώ πίστευε ότι η πρότασή του
συγκροτούσε μία διέξοδο από την κρίση
της κοινωνιολογίας, μια κοινή
διαπίστωση της εποχής που αναζητούσε
τον εαυτό της στις πολιτικές
παρακαταθήκες του Μάη του '68. Το
πνευματικό κλίμα της εποχής στη
Γαλλία ήταν ιδιαίτερα δεκτικό με την
επανανακάλυψη της Σχολής του Σικάγου,
με την επίδραση που άσκησε η
Κοινωνιολογική φαντασία του Τσ. Ρ.
Μιλλς (που πρωτοδημοσιεύθηκε στην
αγγλική γλώσσα το 1959 και
μεταφράσθηκε στα γαλλικά το 1967), το
ανανεωμένο ενδιαφέρον για την
εθνολογία ή την πολιτισμική
ανθρωπολογία, που χρησιμοποιούσαν τις
ιστορίες ζωής δυο δεκαετίες ήδη, το
μεγάλο επίσης ενδιαφέρον για τις
βιογραφικές ή αυτοβιογραφικές
αφηγήσεις απλών ανθρώπων και ιδίως
μεταναστών στον τύπο και την
τηλεόραση. Ώς το τέλος της δεκαετίας
του '70 οι βιογραφικές προσεγγίσεις
πολλαπλασιάσθηκαν με ταχύτατους
ρυθμούς σε όλες τις κοινωνικές
επιστήμες. 1.2
Η "βιογραφική προσέγγιση"
προτάθηκε ευθύς εξαρχής από τον
Μπερτώ ως μία προσπάθεια να
αμφισβητηθούν "όλες οι ιδέες, όχι
μόνο όσες κληρονομήθηκαν από τη
θετικιστική παράδοση της εμπειρικής
κοινωνιολογίας, αλλά και όσες
υποβλήθηκαν από τα κυρίαρχα τότε
φιλοσοφικά ρεύματα στη Γαλλία, δηλαδή
από το μαρξισμό και το
στρουκτουραλισμό" (Heinritz et Rammstedt, 1991:
331).
Ο
Μπερτώ θεωρούσε ότι με τη "βιογραφική
προσέγγιση" και την επαγωγική
συγκέντρωση πληροφοριών για τη ζωή
και τις πράξεις των ανθρώπων, η
κοινωνιολογία θα γινόταν μια συγκεκριμένη
επιστήμη και θα ανασυγκοτούσε το
αντικείμενό της προς μια "διαλεκτική
εθνολογία, ιστορική και συγκεκριμένη,
βασισμένη στον πλούτο της ανθρώπινης
εμπειρίας" (Bertaux, 1980: 221). Υπερβολικά
φιλόδοξο σχέδιο, που απέδιδε στη
βιογραφία τις διαστάσεις μιας υπερ-μεθόδου
που θα αναλάμβανε να επιτύχει τη
μεγάλη επιστημολογική τομή στις
κοινωνικές επιστήμες. Στην
πραγματικότητα η πρότασή του πάσχει
από έναν εγγενή εμπειρισμό, καθώς από
τη μια ταυτίζει το "συγκεκριμένο"
με τις εμπειρίες ατομικών υποκειμένων
και από την άλλη αποδίδει στον
ερευνητή ένα διφορούμενο ρόλο του
συνομιλητή και σημασιοδότη και
παράλληλα μαθητευόμενου στο
συγκεκριμένο της εμπειρίας, του
αποδίδει δηλαδή το ρόλο ενός άγραφου
χάρτου, που διακατέχεται από την
επιθυμία να εγγραφεί.
Στην
ίδια γραμμή κινούνται επίσης οι
απόψεις του ιστορικού Πάουλ Τόμσον,
συγγραφέα των περίφημων Εδουαρδιανών,
για το ρόλο της βιογραφίας στην
κοινωνική ιστορία. Η διαπραγμάτευση
του Τόμσον έχει τούτο το περίεργο: Η
βιογραφία προβάλλεται σαν ένα μέσο μεθοδολογικού
σωφρονισμού για τους ερευνητές, ένα
μέσο που επιβάλλεται έξωθεν ως μια
τεχνική επιλογή, της οποίας μπορούμε
να υποστηρίξουμε τα πλεονεκτήματα με
τα καλά της αποτελέσματα. Η βιογραφία
δεν ενσωματώνεται στο θεωρητικό και
μεθοδολογικό προβληματισμό, δηλαδή σε
έναν επιστημολογικό στοχασμό, αλλά
προκύπτει ως αυθαίρετη επιλογή, που
βασίζεται στην ακύρωση της προσφοράς
των μεγάλων θεωριών και οδηγεί τον
ερευνητή σε μια παράλληλη ανάπτυξη
της έρευνας και της θεωρητικοποίησης (Thompson,
1980: 254- 257).
1.3
Η βιογραφία δεν προτάθηκε, λοιπόν, ως
μέθοδος με έναν ήδη συγκροτημένο
σκληρό πυρήνα θέσεων, με εγγενείς
δηλαδή θεωρητικές θέσεις, όπως στις
μεθόδους των μεγάλων θεωριών, στις
οποίες την αντιπαρέθεσαν ορισμένοι
βασικοί εισηγητές της. Ούτε εκπλήρωσε
τελικά τις φιλοδοξίες να συμβάλει
στην ανανέωση των κοινωνικών
επιστημών.
Η
αντιπαράθεσή της προς το μαρξισμό και
το στρουκτουραλισμό και γενικά προς
τις ερμηνείες που βασίζονται στη
μακρο-θεώρηση και στη μακρο-έρευνα
στις κοινωνικές επιστήμες, καταλήγει
σε αρνητικές μόνο θέσεις. Αυτού του
τύπου η αντιπαράθεση αδυνατεί εξ
ορισμού να συνδέσει τη ζωή και τις
πράξεις των ανθρώπων με την κοινωνία
και την ιστορία και σε ορισμένους
ενθουσιώδεις βιογράφους καταλήγει σε
ακραίες μορφές εμπειριμού και
υποκειμενικού ιδεαλισμού. Δε θα
επεκταθώ σ' αυτά τα προβλήματα, στα
οποία αναφέρονται ήδη δύο κείμενά μου
δημοσιευμένα στο πρώτο τεύχος του
περιοδικού ( Ανθογαλίδου
1998α και Ανθογαλίδου
1998β ).
Κατά
την άποψή μου, η βιογραφία είναι μια
τεχνική συλλογής πληροφοριών που,
όπως όλες οι τεχνικές μεταξύ των
οποίων και η στατιστική, στις
κοινωνικές επιστήμες μπορεί να
χρησιμοποιηθεί, όπως και
χρησιμοποιείται, από διάφορες και
βαθιά αντικρουόμενες θεωρητικές
τάσεις, από τις οποίες παίρνει κάθε
φορά και το ιδιαίτερο περιεχόμενό της.
1.4
Η επιτυχία της βιογραφίας οφείλεται
στο γεγονός ότι φάνηκε να
ανταποκρίνεται σε ορισμένα κοινωνικά,
πολιτικά και θεωρητικά ζητήματα της
εποχής, που δεν έπαψαν να συζητούνται
από τότε. Τα ζητήματα αυτά είναι πολύ
μεγαλύτερης σημασίας και βαρύτητας
από ό,τι η συζήτηση για τη βιογραφία,
αλλά ο βιογράφος, όπως και κάθε
κοινωνικός ερευνητής, είναι
υποχρεωμένος να λογαριασθεί σε βάθος
μαζί τους.
Οι
κοινωνικές επιστήμες δεν έπαψαν ποτέ
να ενδιαφέρονται για τις σχέσεις
ατόμου - κοινωνίας και να
αναζητούν μια θεωρία των
διαμεσολαβήσεων. Στη δεκαετία του '60 η
σχετική συζήτηση αναπτύχθηκε, με
επίκεντρο τη Γαλλία, κυρίως γύρω από
δύο κέντρα ενδιαφέροντος, το ρόλο της
ιδεολογίας και το ρόλο των νέων
κοινωνικών τάξεων, των κοινωνικών
κατηγοριών και των κοινωνικών
κινημάτων στη συγκρότηση του
κοινωνικού είναι και πράττειν. Η
διάκριση αυτή είναι σχηματική, γιατί
συχνά τα δύο ζητήματα προσεγγίζονται
ενιαία, π.χ. με την γκραμσιανή θεωρία
για τις σχέσεις πολιτικής- ιδιωτικής
κοινωνίας και την ηγεμονία, με την
αλτουσεριανή θεωρία για τους
ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους
και την ιδεολογική έγκληση του
υποκειμένου, με το ανανεωμένο
ενδιαφέρον για τη βεμπεριανή θεωρία
της γραφειοκρατίας, με τη φουκωϊκή
θεωρία για την παραγωγή κοινωνικών
χώρων και χρόνων και τις σχέσεις
εξουσίας και γνώσης, με τη θεωρία των
κωδίκων του Μπερνστάιν και τη θεωρία
του Μπουρντιέ για το μορφωτικό
κεφάλαιο και τη συμβολική βία, με τη
συμβολική διαντίδραση και τις
φαινομενολογικές προσεγγίσεις.
2. Η βιογραφία ως ερευνητικό
εργαλείο
2.1
Υποστήριξα ότι η βιογραφία είναι μια
τεχνική και όχι μέθοδος, με την έννοια
ότι οι ερευνητικές και ερμηνευτικές
της δυνατότητες εξαρτώνται από τις
ευρύτερες θεωρητικές και
μεθοδολογικές επιλογές του ερευνητή.
Μ' αυτή τη λογική, μια πρώτη διάκριση
που πρέπει να κάνουμε για να
αποφύγουμε τον εμπειρισμό είναι η διάκριση
ανάμεσα στο συγκεκριμένο της άμεσης
αντίληψης και στο νοητικό
συγκεκριμένο.
Για
να χρησιμοποιήσουμε ερευνητικά τη
βιογραφία στα πλαίσια ενός
επιστημονικού εγχειρήματος δε μας
αρκεί να προσθέσουμε τις ζωές
ατομικών υποκειμένων ούτε μας αρκεί
να μαζέψουμε και να απαριθμήσουμε τα
κοινά χαρακτηριστικά τους. Θα πρέπει
να ανασυγκροτήσουμε όλα αυτά τα
χαρακτηριστικά και να αναζητήσουμε τη
συνάρθρωσή τους με τις ευρύτερες
δομές μέσα στις οποίες αναπτύσσονται
και από τις οποίες παίρνουν την
ιδιαίτερη σημασία τους και την
ιδιαίτερη βαρύτητά τους στη ζωή των
ανθρώπων. Αλλά μια τέτοια
ανασυγκρότηση των πληροφοριών μας και
μια τέτοια συγκεκριμενοποίηση μπορεί
να γίνει μόνο με θεωρητικούς όρους,
στο εσωτερικό δηλαδή μιας θεωρίας.
Επειδή
συνήθως η βιογραφία ασχολείται με
φτωχούς ανθρώπους, ας πάρουμε το
παράδειγμα της φτώχειας. Μερικοί
ερευνητές μένουν στο κριτήριο των
εισοδημάτων και του σπιτικού
εξοπλισμού, κινούνται δηλαδή μόνο στο
επίπεδο της κατανάλωσης, που είναι
άλλωστε και το πιο άμεσα αναγνωρίσιμο
από την κοινή αντίληψη, για την οποία
το χρήμα είναι ο κοινός παρονομαστής
όλων των εκφάνσεων του κοινωνικού.
Όμως
η φτώχεια του αγρότη (ακόμη και όταν
μιλάμε για τα ίδια ακριβώς εισοδήματα)
είναι πολύ διαφορετική από τη φτώχεια
του εργάτη ή του περιθωριακού ή του
μετανάστη και επιδρά επίσης πολύ
διαφορετικά στη ζωή και στην
προσωπικότητά τους, γιατί προέρχεται
από διαφορετική σχέση με την
ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και με
την παραγωγική διαδικασία στη
συγκεκριμένη κοινωνία και
συναρθρώνεται επίσης και με άλλες
ιδιαιτερότητες στη ζωή του καθενός.
Το
εισόδημα δηλαδή είναι μια αφηρημένη
κατηγορία, εάν δε διερευνήσουμε την
εργασία από την οποία προήλθε, αλλά
και αυτή με τη σειρά της πρέπει να
συγκεκριμενοποιηθεί ως προς τη θέση
που κατέχει στον καταμερισμό εργασίας,
στο εσωτερικό των παραγωγικών σχέσεων
και στην ευρύτερη κοινωνική οργάνωση.
Όπως είναι φανερό, η βιογραφία δεν
είναι η τεχνική με την οποία θα
μαζέψουμε όλες αυτές τις πληροφορίες,
αλλά μας χρειάζεται μια δέσμη από
ερευνητικά μέσα, όπως γραπτές πηγές,
στατιστικές, ερωτηματολόγια, κλπ.
2.2
Σε τί , λοιπόν, μας χρησιμεύει η
βιογραφία; Νομίζω ότι η βιογραφία έχει
ένα διπλό ενδιαφέρον:
α) Ένα θεωρητικό ενδιαφέρον, που
συνίσταται στην ανίχνευση των
διαμεσολαβήσεων μεταξύ ατόμου -
κοινωνίας, των ενδιάμεσων μεταβλητών
μέσο των οποίων ο άνθρωπος κατανοεί,
εσωτερικεύει τις, υποτάσσεται στις ή
δρα πάνω στις συνθήκες της ζωής του.
β) Ένα πολιτικό ενδιαφέρον, να δώσουμε
φωνή στους καταπιεσμένους, να
αφυπνίσουμε δηλαδή την κοινωνική
συνείδηση από τη μακαριότητα της
υποκριτικής της άγνοιας.
Και οι
δυο προκλήσεις ενέχουν πολύ μεγάλους,
όχι μόνο θεωρητικούς, αλλά και
κοινωνικούς και πολιτικούς κινδύνους.
Όταν
ενδιαφερόμαστε για συγκεκριμένα
τμήματα του πληθυσμού, των οποίων την
ιδιαιτερότητα θέλουμε να
διερευνήσουμε, θα πρέπει να
αναζητήσουμε τον ιδιότυπο εσωτερικό
δεσμό που τους συνδέει με τον "αρθρωμένο
συνδυασμό" των κοινωνικών σχέσεων.
Συνήθως αυτός ο δεσμός κυριαρχεί και
στη σκέψη τους, είναι η βασική
κατηγορία μέσα από την οποία
αντιλαμβάνονται τις ιδιαίτερες
συνθήκες της ζωής τους και το γενικό
ερμηνευτικό σχήμα με το οποίο τις
ερμηνεύουν. Χωρίς αυτό να σημαίνει,
βέβαια, ότι όλα τα μέλη μιας
κοινωνικής κατηγορίας έχουν
συνείδηση αυτού του γεγονότος ή
ταυτόσημες αντιλήψεις γι' αυτό το
δεσμό ή ότι τον ερμηνεύουν με τον ίδιο
τρόπο.
2.3
Ας πάρουμε το παράδειγμα των γυναικών.
Οι γυναίκες ως κοινωνικό φύλο, θα
ήμασταν ίσως πιο ακριβείς εάν λέγαμε
όσες γυναίκες ανήκουν και στο βαθμό
που ανήκουν και κοινωνικά στο
γυναικείο φύλο, αντιλαμβάνονται τη
θέση τους μέσα στις ευρύτερες
κοινωνικές σχέσιες ως απόρροια των
σχέσεών τους με τους άνδρες. Αυτή η
αντίληψη έχει πολλές διαβαθμίσεις και
πάμπολλες εκδοχές ή μεταμορφώσεις,
χωρίς να σημαίνει ότι οι διάφορες
μορφές της δεν αντιστοιχούν σε ένα και
-ώς ένα σημείο- συγκροτούν ένα
πραγματικό πεδίο, στο οποίο
αναπτύσσεται η ιδιαίτερη
προσωπικότητα και οι διάφορες
κοινωνικές πρακτικές των γυναικών,
από τη φροντίδα της εξωτερικής
εμφάνισης έως την εργασία τους, την
καριέρα τους, τη σχέση με τα παιδιά
τους, ακόμη ακόμη και έως τη συμμετοχή
τους και τη δραστηριοποίησή τους
σε φεμινιστικές οργανώσεις.
Η
βιογραφία μπορεί να φέρει στο φως όλη
αυτή την γκάμα αντιλήψεων, ερμηνειών,
στοιχείων της προσωπικότητας και
κοινωνικών πρακτικών, που συγκροτούν
οι "γυναίκες" ως κοινωνικό
υποκείμενο.
Το
κεντρικό ερώτημα όμως στο οποίο θα
πρέπει να απαντήσει μια ερμηνευτική
βιογραφία είναι κατά πόσο η ποικιλία
και η διαβάθμιση αυτών των γυναικείων
αντιλήψεων και πρακτικών ή και η
αποδέσμευση απ' αυτές επηρεάζεται όχι
μόνο από το αν εργάζονται, είναι
δηλαδή "οικονομικά ανεξάρτητες",
αλλά από την ενδεχόμενη σχέση τους με
τον έλεγχο της παραγωγής, εφόσον
δηλαδή βρίσκονται σε κάποια υψηλή
βαθμίδα οικονομικού ελέγχου, και από
την ενδεχόμενη σχέση τους με τον
έλεγχο της αναπαραγωγής, που στη
συγκεκριμένη κοινωνική μορφή
σημαίνει κυρίως σχέση με την πολιτική.
Αυτές
οι διατυπώσεις συγκροτούν ήδη μια
υπόθεση εργασίας σε θεωρητικό επίπεδο,
είναι "μια αναλυτική εξειδίκευση
της διαλεκτικής" υπερ-ατομικών
παραγόντων, κατά τις εκφράσεις του
Φράνκο Φερραρόττι, καθώς συνδέονται
με τη μαρξιστική συζήτηση για την
ανδρική κυριαρχία και τη σχέση της με
τη γένεση του Κράτους.
2.4
Ας περάσουμε στο παράδειγμα της
μετανάστευσης. Ποια είναι η άμεση
αντίληψη, που την μοιράζονται άλλωστε
όλοι οι άνθρωποι γύρω μας, για τους
μετανάστες; Ότι είναι μια ομάδα
ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τη
γενέθλια γη για να αναζητήσουν
καλύτερη μοίρα σε μια άλλη χώρα. Ο
βιογράφος, που αποφασίζει να
ασχοληθεί ειδικότερα με τους πόντιους
πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική
Ένωση, γνωρίζει επίσης ότι η ομάδα
αυτή μεταναστών είναι ομοεθνής. Οι
πληροφορίες που θα πάρει από
συγκεκριμένα άτομα, από το Θεοφύλακτο,
την Ελπίδα ή την Ίσκρα και όλους τους
άλλους που βιογραφούνται στο αφιέρωμα
των Εκπαιδευτικών Πρακτικών (Ανθογαλίδου,
Καρακατσάνη, Παπανικολάου "Μετανάστες
Πόντιοι από τη Ρωσία: Ιστορίες ζωής"),
το γεγονός δηλαδή ότι γνωρίζουμε
διάφορες προσωπικές ιστορίες δε μας
αρκεί από μόνο του για να
συγκροτήσουμε ένα κείμενο με
επιστημονικό επίσης ενδιαφέρον.
Ποια
θέση παίρνουν οι πρόσφυγες στον
αρθρωμένο συνδυασμό των οικονομικών
και κοινωνικών σχέσεων της κοινωνίας
στην οποία προσέφυγαν; Αυτό το ερώτημα
δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με τη
βιογραφία. Θα πρέπει να συλλέξουμε
ιστορικές και άλλες πληροφορίες. Η
βιογραφία μπορεί όμως, και σ' αυτή την
περίπτωση, να αναδείξει τον τρόπο με
τον οποίο βιώνουν και ερμηνεύουν τις
ιδιαίτερες συνθήκες της προσφυγιάς
και τις στρατηγικές που αναπτύσσουν
για να τις αντιμετωπίσουν.
·
Η μετανάστευση είναι
μετακίνηση από τους κοινωνικούς
χώρους και χρόνους, στους οποίους το
εγώ ήταν αναγνωρίσιμο, σε νέους
κοινωνικούς χώρους και χρόνους,
επομένως εκτός των άλλων συνίσταται
και σε έναν αναπροσδιορισμό του εγώ. Ο
αντικειμενικός κόσμος γίνεται ξένος
προς τα προσωπικά τους βιώματα. Η
αναστάτωση που επιφέρει στην
προσωπική ζωή των ανθρώπων και το
διάστημα προσαρμογής εξαρτάται από
τις ομοιότητες ή τις διαφορές στην
ευρύτερη οργάνωση του κοινωνικού
χώρου και χρόνου, εκεί και εδώ, που
διευκολύνει ή δυσκολεύει τον
επανεντοπισμό και την επαναναγνώριση
του εγώ. Για ορισμένους από τους
πρόσφυγες της πρώην Σ.Ε. η
μετανάστευσή τους ήταν ένας
αναγκαστικός ξερριζωμός από τον
οικείο χώρο σε ό,τι εσωτερίκευαν σε
όλη τους τη ζωή ως μη-τόπο, δηλαδή στην
καπιταλιστική δύση. Οι αγρότες, που
μεταναστεύουν από τα χωριά τους σε
πόλεις, βρίσκονται σε ένα κοινωνικό
χώρο "απεδαφικοποιημένο", κατά
την έκφραση των Ντελέζ- Γκαταρί.
·
Ποια η νέα σχέση τους με την
οικονομία, με την όλη δηλαδή
συνάρθρωση και πώς την βιώνουν; Εάν
εκεί ήταν κάποιος αγρότης ή γεωπόνος ή
μαθηματικός και εδώ γίνεται εργάτης ή
παραμένει κατά καιρούς άνεργος, εάν
εκεί ήταν μουσικός ή δούλευε σε
εργοστάσιο και εδώ δουλεύει ως
καθαρίστρια, η αναγκαστική αλλαγή
εργασίας επιφέρει βαθιές αλλαγές στη
ζωή αυτών των ανθρώπων, όχι μόνο από
την άποψη του κοινωνικού στάτους ή του
είδους της εργασίας και της
αγοραστικής αξίας του χρόνου τους,
αλλά και επειδή η ενδεχόμενη
κοινωνική υποβάθμισή τους επιφέρει
στη ζωή τους, εκτός από τη χωρική
έκπτωση, και μια χρονική
οπισθοδρόμηση σε σχέση με την
οικογενειακή ιστορία. Υφίστανται
επίσης βαθιές μεταλλάξεις και από την
άποψη της οργάνωσης της προσωπικής
και κοινωνικής τους ζωής με
υποκειμενικούς κανόνες, ως προς τον
τρόπο χρονοδότησης της ζωής τους, αλλά
και τη συμμετοχή τους στην παραγωγή
κοινωνικών χώρων και των δικών τους
χώρων μέσα σ' αυτούς. Η απόκτηση π.χ.
ενός σπιτιού, τόσο δύσκολη στα πλαίσια
μιας οικονομίας όπου ο χώρος έχει
αποκτήσει τεράστια ανταλλακτική αξία,
έχει μια αυξημένη σημασία και για τον
αναπροσδιορισμό του εγώ.
·
Οι Πόντιοι έχουν μια πολύ
σημαντική διαφορά από τους υπόλοιπους
πρόσφυγες και μετανάστες, την
κοινότητα αίματος, γλώσσας, ηθών και
εθίμων με τους κατοίκους της Ελλάδας.
Ο ιδιότυπος, λοιπόν, εσωτερικός δεσμός
που τους συνδέει με τον "αρθρωμένο
συνδυασμό" των κοινωνικών σχέσεων
είναι αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε "αφηρημένη
ιδιοκτησία", τα δικαιώματα δηλαδή
που τους δίνει η φυλετική ενότητα σε
τούτο τον τόπο και στις κοινωνικές
σχέσεις στο εσωτερικό του, δικαιώματα
που άλλωστε τους αναγνωρίζονται σε
ιδεολογικό επίπεδο και από την
Πολιτεία, μέσα στην εθνικιστική
ιδεολογία που, κατά τον Πουλαντζά,
χαρακτηρίζει τα σύγχρονα
καπιταλιστικά κράτη (ταύτιση έθνους
και κράτους, Πουλαντζάς, 1982: 136 κ.α.).
Στην πράξη το επίσημο κράτος αφενός
ανέπτυξε τεράστιους θεσμούς υποδοχής,
με κοινοτικά κονδύλια κυρίως,
αφετέρου προσπάθησε να περιορίσει με
νομικά μέτρα τα διαφυγόντα έσοδα
του δημοσίου και να ελέγξει τα
φαινόμενα ανομίας και, τέλος, επέβαλε
σε ένα μεγάλο αριθμό από τους
πρόσφυγες, παρά τις αντιρρήσεις τους,
να μεταφερθούν και να εγκατασταθούν
στη Θράκη, για την πληθυσμιακή
ενίσχυση του ορθόδοξου ελληνικού
στοιχείου σε σχέση με τους
μουσουλμάνους της περιοχής.
·
Η εκτίμηση της πραγματικής
τους κατάστασης, των συγκεκριμένων
δηλαδή σχέσεων που ανέπτυξαν στην
Ελλάδα με την εργασία και την
περιβάλλουσα
κοινωνία, οι συγκρίσεις
που κάνουν με το παρελθόν και οι
βλέψεις τους για το μέλλον, όλα
περνούν μέσα από το φίλτρο αυτού του
ιδιότυπου δεσμού, όπως δεν είναι η
περίπτωση των υπόλοιπων προσφύγων και
μεταναστών.
Και στις δύο περιπτώσεις, στις γυναίκες
και στους πρόσφυγες, η βιογραφία
φέρνει στο προσκήνιο κοινωνικές
κατηγορίες που υφίστανται διάφορες
εξουσισαστικές πιέσεις. Οι
καταπιεσμένοι μιλούν στη βιογραφία,
αλλά μιλούν με τους κώδικες των
καταπιεστών τους. Γιαυτό και ο
βιογράφος θα πρέπει να είναι
ιδιαίτερα προσεχτικός, ώστε να μην
πριμοδοτήσει με τον τρόπο του ό,τι ο
Ουμπέρτο Έκο εννοεί ως "μαζική
κουλτούρα" (Έκο, 1987: 45)
3. Ιστορίες ζωής και
κοινωνική συνείδηση
3.1
Οι νεότερες κοινωνικές και πολιτικές
εξελίξεις υποχρεώνουν ακόμη πιο
επιτακτικά το βιογράφο, αντί για τη
στείρα αντιπαράθεση με τις μακρο-
θεωρίες, να προσπαθήσει στο εσωτερικό
μιας θεωρίας να εξειδικεύσει τις
υποθέσεις του στο συγκεκριμένο πεδίο
της βιωμένης ύπαρξης, στον τρόπο
δηλαδή με τον οποίο οι διάφορες
κοινωνικές κατηγορίες ανθρώπων
βιώνουν τις, συνδιαλέγονται με τις και
επενεργούν στις συγκεκριμένες
συνθήκες της ύπαρξής τους, όπως αυτές
διαμορφώνονται μέσα στην ιστορική και
κοινωνικο- πολιτική συγκυρία.
Η
βιογραφία στράφηκε με ενδιαφέρον προς
του φτωχούς και περιθωριοποιημένους.
Θεωρήθηκε, λοιπόν, ότι κατέκτησε την
πολιτική της δικαίωση, επειδή έδωσε
φωνή στους καταπιεσμένους, στο λαό (Heinritz
et Rammstedt, 1991). Αλλά η ενασχόληση με τους
φτωχούς και καταπιεσμένους δεν ενέχει
καμιά εγγενή πολιτική ή ηθική
δικαίωση και πρέπει να επισύρει όχι
μόνο την επιστημονική, αλλά και την
πολιτική καχυποψία, όταν αναπτύσσεται
σε ένα πεδίο θεωρητικά και πολιτικά
απροσδιόριστο και διφορούμενο, όταν
δηλαδή επικεντρώνει στο άτομο ή στην
οικεία ομάδα και εξαντλείται σ' αυτούς.
·
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της
κοινωνιολογίας για τους φτωχούς και
ιδίως για τις εξαθλιωμένες
περιθωριακές ομάδες, το ενδιαφέρον
για τους άλλους, φαίνεται συχνά να
κινείται σε ένα χώρο επέκεινα των
ορίων του ανθρώπινου τοπίου, στο οποίο
όλοι εμείς αναγνωρίζουμε τον εαυτό
μας. Όταν οι προσεγγίσεις μας γίνονται
εκτός θεωρητικού πεδίου, ό,τι ο Μπερτώ
ονομάζει απαξιωτικά θεωρητική
προκατασκευή, ή όταν κινούμαστε σε
θεωρητικά πεδία, που βλέπουν την
κοινωνία ως άθροισμα ατόμων, το ίδιο
το ενδιαφέρον μας για την αθλιότητα
των άλλων συμβάλλει στη θεσμοποίηση
της φτώχειας και της καταπίεσης. Κατά
τον ίδιο τρόπο η κοινωνική πολιτική
που εξαντλείται σε νομικές ρυθμίσεις
για την υποστήριξη των αδυνάτων και
την κατάργηση των ανισοτήτων, και οι
ιδιωτικοί φορείς ή οι ιδιώτες που
εξαντλούν το ενδιαφέρον τους στη
φιλανθρωπία, χωρίς να αντιμετωπίζουν
τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια, τα
εγγενή στη δόμηση και τη λειτουργία
της αστικής κοινωνίας, συμβάλλουν
στην αναγνώριση και τη θεσμοποίηση
της φτώχεις και της καταπίεσης ως μιας
αναγκαίας κατάστασης, που
αναπτύσσεται στο περιθώριο της δικής
μας ζωής.
·
Όταν με τη βιογραφία ο
κοινωνικός επιστήμονας αφήνει το
φτωχό και εξαθλιωμένο να μιλήσει σε
πρώτο πρόσωπο για τον εαυτό του, η
φτώχεια υποκειμενοποιείται. Εάν δε
συνδέσουμε αυτή την αφήγηση με τους
υπερατομικούς παράγοντες της
εκμετάλλευσης, η φτώχεια εγγράφεται
στην ίδια την ανθρώπινη φύση, ως μια
εντολή της θείας δίκης, που συμβάλλει
στην ισορροπία ενός
προκατασκευασμένου και
ετεροκατευθυνόμενου κόσμου.
·
Το πολιτισμικό ενδιαφέρον
για τις ομάδες ή τους λαούς που δεν
έχουν προσαρμοσθεί στο "δυτικό
πολιτισμό" οδηγεί είτε στη
φολκλοροποίηση και τη μυθοποίηση του
πολιτισμού τους είτε στις προσπάθειες
εκπολιτισμού και προσαρμογής των
άλλων, σε έναν πολιτισμό, από τον οποίο
ποτέ δε θα μπορέσουν να επωφεληθούν
όσο εμείς, εφόσον δεν εκλείψουν τα
αίτια που τους κρατούν αναγκαστικά
έξω από τα προνόμιά μας.
·
Η μυθοποίηση, τέλος, των
φτωχών σε ηθικό και κοινωνικό επίπεδο,
δικαιώνει τη φτώχεια σε μυστικιστικό
επίπεδο. Οι φτωχοί είναι άνθρωποι σαν
όλους τους άλλους, που αναπτύσσουν
ανταγωνισμούς, κοινωνικές
υστεροβουλίες, επιθετικότητα, ταξικό
μίσος, διάφορους ρατσισμούς. Ζουν στον
ίδιο κοινωνικό χώρο και μέσα στις
ίδιες αναγκαιότητες που ζούμε όλοι
μας, αλλά μοιράζονται άνισα και αυτό
το χώρο και αυτές τις αναγκαιότητες,
καταλαμβάνουν διαφορετική θέση και
αναπτύσσσουν διαφορετικές σχέσεις με
τους δομικούς συντελεστές της
κοινωνίας και με τις υπόλοιπες
κοινωνικές τάξεις, όπως άλλωστε κι
αυτές μαζί τους. Εάν η αστική τάξη
αναζητεί στους φτωχούς τη χαμένη
αθωότητά της, είναι επειδή τους
τοποθετεί στο μη αναστρέψιμο παρελθόν
της. Όμως η φτώχεια είναι το παρόν τους,
όπως είναι και το παρόν μας, την
παράγουμε και μας παράγει, μας
προσδιορίζει και την προσδιορίζουμε,
αναπτύσσουμε στο ίδιο πεδίο τις
κοινωνικές πρακτικές μας, με όλες τις
αντιφάσεις και τη δυναμική τους.
|
"Ο διαλεκτικός
πόλος ως προς τον οποίο η
βιογραφία ή το βιογραφικό κείμενο
πρέπει να αναλύονται, να
περιγράφονται, να εξηγούνται και
να ερμηνεύονται, πρέπει να
αναζητηθεί πέρα από το άτομο και
την αρχική του ομάδα. Βρίσκεται
στο επίπεδο των μεγάλων ιστορικών
παραγόντων, σε μια διάσταση μετα-
ατομική. Συγκροτείται από τα
αντικειμενικά δομικά
χαρακτηριστικά του πεδίου στο
οποίο ζουν και δρουν τα άτομα και
οι ομάδες καταγωγής τους. Σύμφωνα
με την έκφραση του Τσ. Ρ. Μιλλς,
αυτός ο πόλος δεν ανήκει στο
ιδιαίτερο περιβάλλον, αλλά στη
δομή. Όταν κάθε βιογραφία
συσχετισθεί με τα χαρακτηριστικά
του πλαισίου μέσα στο οποίο
δομείται, η έρευνα διενεργεί μια
αναλυτική εξειδίκευση της
διαλεκτικής. Και έτσι η
διαλεκτική ξεπερνά το
μυστικιστικό, αφηρημένο και
δογματικό της χαρακτήρα και
προσδιορίζεται ιστορικά, αποκτά
μια κοινωνιολογική βαρύτητα." (Ferrarotti,
1980: 242)
|
Βιβλιογραφικές
αναφορές
Έκο Ου.
(1987) Κήνσορες και Θεράποντες. Γνώση
Μαρξ
Κ. (1979) "Η μέθοδος της Πολιτικής
Οικονομίας". Περ. Ο πολίτης, τ. 26/79
Πουλαντζάς
Ν. (1982) Το κράτος, η εξουσία, ο
σοσιαλισμός. Θεμέλιο
Bertaux D. (1980)
"L'
approche biographique. Sa validite methodologique, ses potentialites".
Cahiers Internationaux de Sociologie, Volume LXIX- 1980: 197- 225.
Heinritz
Ch. et Rammstedt A. (1991)
"L'
approche biographique en France". Cahiers
Internationaux de Sociologie, Volume XCI- 1991: 331- 370.
Bertaux
D. (1981)
"From
the Life-History approach to the transformation of sociological
practice", in Bertaux D. (ed.) Biography and Society: The Life-History
Approach in the Social Sciences. International Sociological Association, Sage, 1981:
29- 45
Thompson
P. (1980)
"Des
recits de vie a l' analyse du changement social". Cahiers
Internationaux de Sociologie, Volume LXIX- 1980: 249- 268
Ferrarotti
Fr. (1980)
"Les
biographies comme intrument analytique et interpretatif". Cahiers
Internationaux de Sociologie, Volume LXIX- 1980: 228- 248
http://www.auth.gr/virtualschool/1.3/Praxis/AnthogalidouLifeStories.html
http://www.auth.gr/virtualschool/3.2/Index3_2.html
|