"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Φιλοσοφία

Αρχείο

Κεντρική Σελίδα

  

  Τζούλιο Καΐμης

 

 

 

 

Τζούλιο Καΐμης

Το κείμενο του συν. ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ (Τζούλιο Καΐμης) δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα Νέα της Τέχνης, Νο 39, το Φεβρουάριο του 1995. Το κείμενο αυτό συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Σ. Μιχαήλ: ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ. Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ έχει δημοσιεύσει, κατ’ αποκλειστικότητα, τα παρακάτω κείμενα του ΣΑΒΒΑ ΜΙΧΑΗΛ, από το καταπληκτικό βιβλίο του «ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ», εκδόσεις «Άγρα»: Η αντι-ανθρωπολογία του Αουσβιτς , Η εμπειρία του Ιερού στον Ανδρέα Εμπειρίκο   Του Κανενός το Ρόδο  ... ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ)

Επίσης το κείμενό του ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ  από το βιβλίο του «ΜΟΡΦΕΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΥ» και τέλος το ΓΙΩΣΕΦ ΕΛΙΓΙΑ  . Όλα τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύονται για πρώτη φορά και κατ’ αποκλειστικότητα στο Ελληνικό Ίντερνετ, από το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. 

 

«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε»

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗΣ

 

  1. ΦΩΝΗ ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗΣ

 

Κι όμως, το Υψηλόν εμφανίζεται συχνά κι αναπάντεχα ταπεινό σαν πετεινό του ουρανού.

Μάταια πολλοί το ψάχνουνε, μαζί με τον Ηλία τον Θεσβίτη, στη θύελλα και στη φωτιά και στο σεισμό, στα προμηνύματά του: «…και ιδού πνεύμα μέγα κραταιόν διαλύον όρη και συντρίβον πέτρας ενώπιον Κυρίου, ουκ εν τω πνεύματι Κύριος, και μετά το πνεύμα συσσεισμός, ουκ εν τω περί Κύριος, και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής, κακεί Κύριος». (σ. σ. Βασιλειών Γ’  ιθ’ 11-12)

Πότε θα μάθουμε να βλέπουμε επιτέλους, μαζί με τον Ουίλλιαμ Μπλαίηκ «έναν Κόσμο μέσα σ’ έναν Κόκκο Αμμου/ και έναν Ουρανό σ’ ένα Αγριολούλουδο» (σ. σ. W. Blake, Auguries of Innocence, στην έκδοση Aurora Press, Λονδίνο 1986, σελ. 38) – ή μαζί με τον Τζούλιο Καΐμη, «το Όλον στο απλό» (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η Πεντάτευχος και η αισθητική», Νέα Εστία, 17 (1935), σελ. 475-478, και στον τόμο Τζούλιο Καΐμη, Ένας αποσιωπημένος, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1994, σελ. 141) και μέσα στο θέατρο σκιών του Καραγκιόζη την «Ευφορία της εσωτερικής ζωής» ενός λαού; (σ. σ. Τζούλιο Καΐμη, Καραγκιόζης, Η Αρχαία Κωμωδία στην ψυχή του θεάτρου Σκιών, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1990, σελ. 27)

Ο Τζούλιο Καΐμης! Φωνή αύρας λεπτής… Και κει το Υψηλόν.

 

  1. Ένας παπαδιαμαντικός ήρωας

 

«… και ο άνθρωπος Μωυσής πραϋς σφόδρα παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης». (σ. σ. Αριθμοί ιβ’ 3) Το ίδιο πράος σαν τον Μωϋσή ήταν κι ο γιος του Μωϋσή Χαϊμ ή Χαΐμης ή Καΐμη, Ιούλιος ή Τζούλιο, Εβραίος από την Κέρκυρα. Ο πατέρας του ήταν επιφανής λόγιος, μαχητικός δημοτικιστής, εβραϊστής, σύμβουλος του Ελευθερίου Βενιζέλου και προσωπικός φίλος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στον οποίο ενέπνευσε, με τις αφηγήσεις του, το διήγημα Ο αντίκτυπος του νου – τη συγκλονιστικότερη καταγγελία του αντισημιτισμού στον νεοελληνικό λόγο. (σ. σ. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Ο αντίκτυπος του νου. Άπαντα, έκδοση Γ. Βαλέτα, τ. Ε’, σελ. 197-206).

Αν όμως ο πατέρας ήταν φίλος του Παπαδιαμάντη, ο γιος, ο Τζούλιο Καϊμης ήταν σωστός παπαδιαμαντικός ήρωας που γλίστρησε από τις σελίδες του Σκιαθίτη για να πεζοπορήσει, ένας κυριολεκτικά περιπλανώμενος Ιουδαίος, στις αθηναϊκές γειτονιές και τα ελληνικά τοπία, να φτάσει μέχρι τις βιβλικές ερημιές της Παλαιστίνης και να πέσει τελικά νεκρός και πάμπτωχος στους δρόμους της Ριζούπολης.

Λόγιος, ζωγράφος, λογοτέχνης, διεισδυτικός μελετητής του ελληνικού Καραγκιόζη και των ιερών βιβλίων του Εβραϊσμού, πάνω απ’ όλα στοχαστής της Τέχνης, πέρασε σαν διάττοντας στον πνευματικό ουρανό του τόπου, έμεινε σαν θρύλος στη μνήμη μεγάλων ή μικρών καλλιτεχνών, αποσιωπήθηκε, είδε το έργο του να κατακλέβεται και ν’ αγνοείται, έζησε «σαν παρίας ενώ ήταν ο Πάρις» (σ. σ. Τζούλιο Καϊμη, Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 21) κατά τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, μένοντας για πάντα «υπεράνω του ψόγου και του επαίνου» κατά την αξεπέραστη ρήση του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη. (σ. σ. Οπ.π., σελ. 39).

Γεννήθηκε στο λυκαυγές λίγο πριν χαράξει ο αιώνας, το 1897, έσβησε γέροντας, ή, ακριβέστερα, «παιδαριογέρων», το 1982, αλλά μόλις τώρα, στη δύση του αιώνα, αρχίζει να λάμπει το αστέρι μες το λυκόφως. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 τα κείμενά του ξανατυπώνονται, χάρη στο μεράκι και την αγάπη του εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη και την ακάματη φροντίδα του μελετητή του έργου του Μισέλ Φάις. Τελευταίος πολύτιμος καρπός της προσπάθειάς τους ο τόμος με μαρτυρίες και κρίσεις για τον Καΐμη, αναπαραγωγή μέρους του ζωγραφικού του έργου και αναδημοσίευση άρθρων του της περιόδου 1928-1976. Ο τόμος με τίτλο Τζούλιο Καΐμη, Ένας αποσιωπημένος συνόδευσε την από χρόνια τόσο αναγκαία έκθεση χαρακτηριστικών εικαστικών του στον Χώρο Τέχνης 24 της γκαλερίστας Ελισάβετ Σακαρέλη (5 Δεκεμβρίου 1994 – 12 Ιανουαρίου 1995).

Είναι σαν θαύμα: να ξαναζωντανεύει στους χαλεπούς τούτους καιρούς η φιγούρα ενός παπαδιαμαντικού ήρωα που συνεχίζει να περιπλανιέται δίπλα μας, με την ίδια τριμμένη καμπαρτίνα, το αγαθό πρόσωπο με τις φρυδάρες πάνω από τα παιδικά μάτια, θεόκουφος, με την τριμμένη τσάντα γεμάτη χαρτιά, μολύβια, μπογιές, ποιήματα, ζωγραφιές, καραγκιόζηδες, να μην την αφήνει ποτέ από τα χέρια του ούτε και όταν μπαίνει για να ψάλει στη Συναγωγή της οδού Μελιδώνη, στο Θησείο.

 

  1. Η Τέχνη, Φύση αυτό-αποκαλυπτόμενη

 

Αναμφίβολα η ίδια η ύπαρξη του Τζούλιο Καΐμη συνιστά Ποίηση υψηλή και Τέχνη σπάνια. Πάντως πολλοί θα ρωτήσουν: Τι εκόμισε εις την τέχνη; Ορισμένοι – και σωστά από μία άποψη – τονίζουν σαν μέγιστη την πρωτοπόρο συνεισφορά του στην ανάδειξη και μελέτη του θεάτρου σκιών του Καραγκιόζη. Άλλοι τον τοποθετούν στο ευρύτερο ρεύμα της στροφής στην «ελληνικότητα» της δεκαετίας του ’30, μια μορφή κάπως ακαθόριστη (ζωγράφος; Τεχνοκρίτης; Λογοτέχνης;) στη σκιά του φίλου του Φώτη Κόντογλου. Όλα αυτά δεν απέχουν πολύ απ’ την αλήθεια. Το ζήτημα, όμως, είναι άλλο.

Ο στίχος του Αλεξανδρινού δεν έχει ισχύ για την περίπτωση Καΐμη. Το ζητούμενο της ατέρμονης οδοιπορίας του δεν ήταν το τι θα κομίσει εις την τέχνη, γράφοντας ή ζωγραφώντας, αλλά το αντίστροφο: τι κομίζει η Τέχνη στον κόσμο; Τι σημαίνει για «τα μυστικά πάθη της ανθρωπότητας»; (σ. σ. Τζούλιο Καϊμη, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά, Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1992, σελ. 27) Αυτός είναι ο κεντρικός άξονας όλου του έργου του, τουλάχιστον του μέχρι τώρα (ανα)δημοσιευμένου και γνωστού. Ο Τζούλιο Καΐμης είναι ένας αυθεντικός στοχαστής του καλλιτεχνικού φαινομένου, ένας αληθινός φιλόσοφος της Τέχνης, απ’ τους ελάχιστους στον τόπο και τον αιώνα αυτό.

Οι απλοί και λαϊκοί τρόποι, η αθωότητά του, μπορούν να ξεγελάσουν όσους ξέχασαν ή δεν έμαθαν ποτέ ότι μέσα στο Απλό μπορεί να φωλιάζει το Όλο, για να θυμηθούμε τα λόγια του ίδιου του Καΐμη. Ο Καΐμης, με μια αφοπλιστική, πολλές φορές, παιδικότητα, κατορθώνει να καταδύεται σε μέγιστο βάθος για να ανασύρει το νόημα της Τέχνης από το βυθό της απώλειας, όπως περίπου ο ταπεινός ψαράς πέτυχε να σώσει από τον υγρό της τάφο την εκθαμβωτική Γυναίκα της Καλύμνου. Το δίχτυ του Καΐμη είναι από γερό υφάδι: προσεγγίζει την Τέχνη από τη σκοπιά του Σπινόζα. Μέσα από τη σπινοζική ματιά τη βλέπει ως αυτό-αποκάλυψη της Φύσης, της Substantia – Υπόστασης, του Θεού.

«…η ίδια η φύση μας φωτίζει ν’ ανακαλύψουμε το μυστήριον αυτού του ρυθμού της ώστε να το πραγματοποιήσουμε στη ζωή μας με τα έργα της Τέχνης.

»…η Τέχνη – σαν γέννημα που είναι της μυστικής θέλησης της Φύσης – εκδηλώνεται μέσα από την ψυχή του ανθρώπου, ώστε να συμπληρωθεί η φευγαλέα και φαινομενική ομορφιά της με κάτι που να ‘ναι πιο μόνιμο». (σ. σ. Τζούλιο Καϊμη, «Το ωραίο από το χρήσιμο», στα Ελληνικά τοπία, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 1993, σελ. 35) Η υλική ανάγκη και η πνευματική απόλαυση είναι αλληλένδετες. (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 216). Ακριβέστερα, η πρώτη γεννάει τη δεύτερη και το ωραίο βγαίνει μέσα από το χρήσιμο, σύμφωνα με την έκφραση του Καΐμη. Όπως χαρακτηριστικά γράφει στα Σπίτια του Αιγαίου, «η αναλογία και η χάρη που πνέει» στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους «δεν βγαίνει από μάταιους υπολογισμούς, αλλά από την πρακτική ανάγκη του ανθρώπου, λες και η ανάγκη αυτή είναι το δόλωμα που μεταχειρίζεται η Φύση για να σπρώχνει τον άνθρωπο να της ξεσκεπάσει το μυστικό του ρυθμού της». (σ. σ. Οπ.π., σελ. 164)

Αυτή η αυτό-γνωσία και αυτό-αποκάλυψη της Φύσης μέσω του ανθρώπου ως μέρους της αναδεικνύει το ρυθμό, την εσωτερική σύνδεση, η αναγκαιότητα, συνάφεια των πάντων sub specie aeternitatis. Η συνάφεια των μορφών της καλλιτεχνικής δημιουργίας τις καθιστά εκδηλώσεις μιας μόνης τέχνης που συνδέει ολόκληρη την ανθρωπότητα, αποκαλυπτόμενη σε ποικίλες μορφές, όπως ποικίλες είναι οι μορφές της φύσης. (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Καραγκιόζης…, όπ.π., σελ. 22)

Μέσω της Τέχνης ο άνθρωπος επί-κοινωνεί με τη Φύση και η τελευταία με τον εαυτό της. Δεν πρόκειται για ειδυλλιακή σχέση. Ίσα ίσα, μέσα από τη συνάφεια αναδύεται η τραγικότητα. «Κατά βάθος, ολάκερη η σφαίρα μας δεν είναι άλλο τι παρά ένα συνάθροισμα αρμονικό των ποικιλότροπων αυτών λουλουδιών της καταστροφής, του καημού και του πόνου της γης, όπως κι εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι, δεν είμαστε άλλο, παρά τραγικά κομμάτια ενός πρωταρχικού συνόλου, είμαστε δηλαδή άτομα». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η Ψυχή των Βράχων», στα Ελληνικά τοπία, όπ.π., σελ. 56)

Η διαλεκτική της ιστορίας της γης συμπίπτει με τη διαλεκτική της ιστορίας των ανθρώπων. Το ζήτημα είναι, ακριβώς, πως από τον τραγικό κατακερματισμό του πρωταρχικού συνόλου θα υψωθούμε σ’ ένα νέο ανώτερο Όλο. Εδώ βρίσκεται για τον Καϊμη η καίρια σημασία της Τέχνης. Επισημαίνει ότι οι θεολογικοί όροι του Ιουδαϊσμού Ελοχείμ, Χερουβείμ, Σεραφείμ κλπ. «έχουν στην εβραϊκή γλώσσα κατάληξη πληθυντικού και έννοια ενικού για να δώσουν τη συμβολική σύλληψη του σύμπαντος συγκεντρωτικά στο άτομο» και ζητά Το Όλον στον Απλόν, που είναι η πραγματική Δύναμη του Πνεύματος της Τέχνης». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η Πεντάτευχος και η αισθητική», στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 141)

Η σύλληψη της εσωτερικής ενότητας του Όλου και του μέρους, του Καθολικού και του Ατομικού συντελείται στον Σπινόζα, ακριβώς, tertio genere Cognitionis: με το Τρίτο Είδος της Γνώσης, το συγχρόνως άμεσο και έμμεσο, αισθητηριακό και λογικό, αφηρημένο και συγκεκριμένο, το οποίο συλλαμβάνει τη σχέση ανάμεσα στο πεπερασμένο (modus) και την άπειρη πραγματικότητα (attibutum) της οποίας είναι τροποποίηση. (σ. σ. Spinoza, Ethique (Prop. XXIX και XXX), στα Oeuvres, τ. 3, εκδ. Garnier Glammarion, Παρίσι 1965, σελ. 328-329)

Από το Τρίτο Είδος της Γνώσης γεννιέται αναγκαία ο amor intellectualis Dei, η διανοητική αγάπη του Θεού, η αγάπη χάρη στην οποία το Όλο αναγνωρίζει μέσα από το μέρος τον εαυτό του και, αντίστροφα, το μέρος μέσω του Όλου την ατομικότητά του – κι έτσι τη Χαρά. (σ. σ. Οπ.π., (Πόρισμα της Πρότασης ΧΧΧΙΙ), σελ. 331)

Η τραγωδία της ιστορίας της γης και των ανθρώπων έχει τέλος. Κι ο ταπεινός Τζούλιο Καΐμης δεν έκρυβε τη Χαρά του.

 

  1. Η διαλεκτική του Απλού: Cosi la Metafisica efatta Fisica

 

O σπινοζισμός του Καϊμη είναι έκδηλος. Δεν κρύβει καν τον υλιστικό πανθεϊσμό του, που τον αποδίδει μάλιστα στην ιουδαϊκή παράδοση συνολικά, (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Η Πεντάτευχος και η αισθητική», όπ.π., σελ. 140) πράγμα σίγουρα σκανδαλώδες για κείνους που κήρυξαν αποσυνάγωγο τον ελευθερόφρονα Εβραίο του Άμστερνταμ! Ο σπινοζικός, όμως, Εβραίος της Κέρκυρας δεν μένει εγκλωβισμένος στο κρυστάλλινο και τελικά ασάλευτο σύμπαν του μεγάλου Δασκάλου. Έχει οξύτατη αίσθηση της ιστορικότητας και της διαλεκτικής της, των αντιφάσεών της. Γι’ αυτό εξάλλου η ενότητα του Όλου και του μέρους είναι το κατεξοχήν ιστορικό μέσα στην ίδια την Τέχνη: «Ιστορικό έργο μπορεί να είναι και ένα απλό κλαδί και μια προσωπογραφία, αρκεί να εκφράσει την καθολικότητα μέσα στο απλό». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η ζωγραφική του Καραγκιόζη», στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 194).

Το ίδιο το Απλό είναι εσωτερικά αντιφατικό και σε ιστορική διαμόρφωση. Υπάρχει ένα πρώτο απλό, εκείνο του πρωτόγονου και γενικότερα του ανθρώπου τη στιγμή «που ανοίγει την ψυχή του στον κόσμο της επιστήμης και της τέχνης… Με τον καιρό όμως όσο πιο πολύ αναπτύσσονται οι προσπάθειές του, τόσο πιο πολύ περιπλέκεται το πνεύμα του. Και μέρα με τη μέρα τόσο πιο πολύ επισκοτίζεται. Πραγματική δύναμη του πνεύματος θα πει να πετύχουμε ώστε να μετατρέπουμε τα περιπλεγμένα και σκοτεινά στοιχεία σε απλά και αγνά. Αλλά το νέο αυτό Απλό και Αγνό, που είναι να πούμε σαν η πεμπτουσία της περιπλοκής και του σκότους, έχει ένα πλούτο και βάθος που δεν τα έχει το απλό και αγνό της αφετηρίας». (σ. σ. Τζ. Καΐμη στο Συναντήσεις, όπ.π., σελ. 61)

Αυτή η διαλεκτική του Απλού ως αφετηρίας και ως αποτελέσματος παραπέμπει αβίαστα στη διαλεκτική της ανόδου από το Αφηρημένο στο Συγκεκριμένο που σ’ ένα άλλο, βεβαίως, επίπεδο την ανέπτυξαν ο Χέγκελ και ο Μαρξ (σ. σ. Βλ. K. Marx, Grundrisse, στα Collected Works, έκδοση, Progres, Μόσχα 1986, τόμος 28, σελ. 37-38): από το Αφηρημένο (ή φανταστικό συγκεκριμένο), το απλούστερο και φτωχότερο σε προσδιορισμούς της αφετηρίας, διαμέσου των ολοένα πιο περίπλοκων προσδιορισμών, στο Συγκεκριμένο, το συγκεκριμένο Καθολικό που περικλείνει όλο τον πλούτο του Μερικού και του Ατομικού, το «Απλό και Αγνό σαν η πεμπτουσία της περιπλοκής και του σκότους».

Αυτή η διαλεκτική πορεία μπορεί να ιδωθεί ταυτόχρονα και σαν μετάβαση από την πολλαπλότητα της διάσπαρτης χαοτικής εικόνας της αφετηρίας στους ουσιωδέστερους και απλούστερους συνδυασμούς και από κει ξανά προς το συγκεκριμένο ως συνδυασμό αφαιρέσεων με αναγκαία εσωτερική σύνδεση και συνοχή. Μια ανάλογη παρουσίαση κάνει ο Τζούλιο Καΐμης στοχαζόμενος πάνω στην ιστορία της τέχνης γενικά και της αλεξανδρινής Τέχνης ειδικά. (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η ψυχή της Αλεξανδρινής Τέχνης», αναδημοσίευση στο περιοδικό του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Χρονικά, τ. ιζ’, φ. 134, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1994, σελ. 13-14). Στο άρθρο του για την τελευταία βλέπει την Τέχνη να είναι «ένας ρυθμός που ανυψώνεται και αγκαλιάζει όλα τα πλάσματα της πλάσης έτσι που να τα κάνει άμορφα και αφηρημένα μέσα στην ιδέα και αναγκαστικά κατεβαίνει ύστερα στο είδος που τον γέννησε». Η πορεία προς «το αφηρημένο σημείο της ιδέας και της σοφίας» μετά την κορύφωσή της, γεννά μια κρίση και τον πόθο στην τέχνη να επιστρέψει και «να γνωρίσει το χαρακτήρα των πραγμάτων, τη φυσιογνωμία της μορφής». Το αφηρημένο σημείο της Ιδέας κατακτιέται στην αρχαία τέχνη, κατά τον Καϊμη, με τον Φειδία και τον Αριστοτέλη, για να ακολουθήσει κρίση, που το τελικό, «το πιο ευγενικό και καρποφόρο προϊόν της» θα είναι η βυζαντινή εικονογραφία.

Το δρόμο προς το Αφηρημένο σημείο της ιδέας, ο Καϊμης τον ονομάζει Μεταφυσική. Την επιστροφή στο Συγκεκριμένο, Φυσική. Όπως θα ‘λεγε κι ο Διονύσιος Σολωμός, Cosi la Metafisica efatta finical, τοιουτοτρόπως η Μεταφυσική έγινε Φυσική.

 

  1. Η διαλεκτική της αγαθότητας: Ο Καραγκιόζης

 

Ο Τζούλιο Καΐμης ήταν συνειδητός γνώστης και τεχνίτης της διαλεκτικής. Καθόλου τυχαία, ήδη από το 1932, όταν μετέφραζε τον Ταγκόρ (από το σανσκριτικό πρωτότυπο!) και τον σχολίαζε, εμφανίζεται σαν μαθητής του Ηράκλειτου και της διαλεκτικής διδασκαλίας του περί των αντιθέτων. (σ. σ. Βλ. το κείμενο της Αθηνάς Σχινά στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 98) Στο κέντρο όλων των αναζητήσεών του είναι η ηρακλείτεια Παλίντονος Αρμονίη, αυτό που ο ίδιος ο Τζούλιο Καΐμης ονομάζει συχνά «αρμονική αντίθεση», ή ενότητα των αντιθέσεων. Ο Καΐμης θεωρεί τον άνθρωπο μέσα στην Ιστορία σε ρήξη με την πρωταρχική αυτή ενότητα, την αρμονική του αντίθεση με τη Φύση και την ίδια την Ιστορία, και μέσα της την Τέχνη, σαν την κίνηση για την αποκατάστασή της, σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, την «ένωση των ανθρωπίνων ψυχών με τη φύση». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Καραγκιόζης, όπ.π., σελ. 27). Η τέχνη βλέπεται σαν καρπός, αντανάκλαση των ιστορικών συνθηκών, και ταυτόχρονα σαν η άρνησή τους, η υπέρβαση.

Το 1935, γράφει ο Καΐμης στον Καραγκιόζη: «Η τέχνη προέρχεται, λοιπόν, από την ίδια τη ζωή, από την πραγματική ανάγκη να δημιουργήσει στο ανθρώπινο πνεύμα μια παθητική ζωή, που αντιτάσσεται στην ενεργό και υλική πραγματικότητα. Η ανθρώπινη ζωή είναι ατελής χωρίς αυτή την αντίθεση, ακρωτηριασμένη κατά κάποιο τρόπο». (σ. σ. Οπ.π., σελ. 26-27) Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, το 1960, με θαυμαστή συνέπεια και συνέχεια των προηγουμένων, ο Καΐμης γράφει, με αφετηρία τον Σικελιώτη: «Όσο πιο πολύ προσπαθούμε να εκφράζουμε αληθέστερα τον ακίνητο κόσμο μας τόσο και πιο πολύ μας έκει ο κινητός κόσμος. Η ζωή είναι ενέργεια και τα πάθη δεν είναι παρά η αρνητική μορφή της. Τα πάντα είναι κινήσεις και ακόμα η ακινησία είναι η μαγεία της ή αλλιώς η απάτη της.

» Όσο πιο πολύ ο νους του ανθρώπου προσπαθεί να βρει τα μυστικά της αλήθειας, κι άλλο τόσο ψάχνει τον παθητικό κόσμο του για να τη βρει. Αλλά δεν μπορούμε να το αποκαλύψουμε παρά δια του ενεργητικού κόσμου. Και ο διάμεσος θα βγει από σύνθεση των αντιθέτων κόσμων. Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε πιο πολύ από τα χρώματα της φύσης που μας αποκαλύπτουν τα μάτια μας» (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Ο ζωγράφος Σικελιώτης», στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 218-219).

Μέσα και χάρη σ’ αυτή τη διαλεκτική θεώρηση, ο Τζούλιο Καΐμης πέτυχε το 1935 το μέγιστο εκείνο επίτευγμα, την πρώτη (μετά από εκείνη του L. Roussel) και βαθύτατη μελέτη του πάνω στον ελληνικό Καραγκιόζη. Η διαλεκτική, η συνειδητή χρήση της, την ξεχωρίζει από κάθε άλλο έργο «σκέτο επιστημονικό, δίχως ποιητική σύλληψη, δίχως σκοπό», όπως λέει ο ίδιος ο Καΐμης, γεγονός που του επιτρέπει να σημειώσει με δικαιολογημένη περηφάνια: «Εγώ ανεκάλυψα το σκελετό της κάθε κωμωδίας». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Ο εθνικός χαρακτήρας της τέχνης. Σημείωσις», στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 218-219)

Ο Καΐμης μελετάει τον αγαπημένο του Καραγκιόζη «μέσα από τις αντιθέσεις του». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Ο Καραγκιόζης, όπ.π., σελ. 54): Από τη μια η Καλύβα των καταπιεσμένων, από την άλλη το Σεράι των καταπιεστών, από τη μια ο αγρότης Μπαρμπαγιώργος, από την άλλη ο διανοούμενος φρακοφορεμένος Σιόρ Διονύσιος, από τη μια ο Αθηναίος  μοσχόμαγκας Σταύρακας, από την άλλη ο αστυνόμος της πρωτεύουσας Πεπόνιας, από τη μια ο Καραγκιόζης που συγκρούεται και ξεγελά την εξουσία, από την άλλη ο δουλικός Χατζηαβάτης που «εξυπηρετεί» την εξουσία και, προπαντός, από τη μια ο Καραγκιόζης και από την άλλη ο εαυτός του. «Ο Καραγκιόζης δεν είναι μόνο ο αντίθετος πάντοτε τύπος απ’ το συμπαίκτη του, όσον αφορά τον χαρακτήρα του. Είναι ακόμα σε διαρκή αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό. Πλούσιος και φτωχός, αγροίκος και σοφός, χωριάτης και αστός, απαθής, στωικός στο σημείο να συχνάζει στα νεκροταφεία και να τέρπεται στη θέα των πτωμάτων… Είναι ο αιώνιος Πάνας, μισός άνθρωπος – μισό ζώο, που πλανιέται στις βαθιές μοναχικότητες και περιγελά τη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων». (σ. σ. Οπ.π., σελ. 59-60)

Είναι χαρακτηριστική η ταύτιση, εδώ, του Καραγκιόζη με τον Πάνα, που, αλλού, ο Καΐμης θα πει ότι «αντιπροσώπευε την αρμονία των αντιθέσεων και των ιδιοτροπιών της φύσεως». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, στο Ελληνικά Τοπία, όπ.π., σελ. 70) Ο Καραγκιόζης είναι η ενότητα των αντιθέσεων, ο Κανένας και Όλοι, «Ου τις» και «Πας τις» όπως επεσήμαναν σωστά, στα χνάρια του Καΐμη, κι οι μεταγενέστεροι μελετητές του ελληνικού θεάτρου σκιών, ο Γιάγκος Ανδρεάδης κι ο Γιάννης Κιουρτσάκης. (σ. σ. Βλ. Γ. Κιουρτσάκη, Καρναβάλι και Καραγκιόζης, Κέδρος, Αθήνα  1985, σελ. 305, 376, 468 και 475).

Ο Καραγκιόζης, σύμφωνα με την αξεπέραστη έκφραση του Τζούλιο Καΐμη, «είναι ένα αυθεντικό σύμβολο πολλών ψυχών, που συγχωνεύονται σε μία», διευρύνει την ετερόκλητη ιστορική πραγματικότητα σε φαντασία, εκφράζει όλο τον υπερρεαλισμό της νεοελληνικής πραγματικότητας, ζωγραφίζει «την ιστορία της εσωτερικής ζωής του λαού», «μένει πέρα από το καλό και το κακό» και ταυτόχρονα «ενσαρκώνει τη γενναιόδωρη καλοσύνη», την απλή και φωτεινή Αγαθότητα σαν «πεμπτουσία της περιπλοκής και του σκότους»

Ονομάσαμε αυτή την κατά Καΐμη διαλεκτική του Καραγκιόζη διαλεκτική της Αγαθότητας, στις συνομιλίες μας με τον μεγάλο ποιητή κι αξέχαστο φίλο Νίκο Καρούζο, (http://anatolikos.com/filosofia/karouzos1412.htm)  που ήταν φίλος του αγαθού και σοφού Εβραίου από την Κέρκυρα. (Στον Καρούζο, ανάμεσα σε άπειρα άλλα, οφείλει ο γράφων και την πρώτη γνωριμία με τη μορφή και το έργο του Τζούλιο Καΐμη.) Ο Νίκος Καρούζος συμφώνησε ενθουσιωδώς με τον όρο: διαλεκτική της Αγαθότητας, ή διαλεκτική του Καραγκιόζη και του Καΐμη. Πέρα από το καλό και το κακό, τον έπαινο και τον ψόγο.

 

  1. Η διαλεκτική του Ελληνικού και του Εβραϊκού

 

Η αντίθεση του καλού και του κακού, και ακόμα η «αρμονική αντίθεση του Ωραίου και του Καλού», (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Η Πεντάτευχος και η αισθητική, στο Ένας αποσιωπημένος, όπ,π., σελ. 143) η ρήξη τους και η νέα Σύνθεση και Υπέρβαση απασχολεί μονίμως τον Τζούλιο Καΐμη, ο οποίος και συνδέει την όλη παραπάνω διαλεκτική μ’ εκείνη ανάμεσα στο Ελληνικό και το Εβραϊκό.

Σ’ αυτό το σημείο έρχεται να συναντηθεί, από άλλους δρόμους, με τον αδικοχαμένο νεαρό ποιητή και σοφό Γιωσέφ Ελιγιά. (http://anatolikos.com/filosofia/giosef204.htm) Φυσικά, υπάρχουν διαφορές ανάμεσά τους. Ο Ελιγιά, εξάλλου, χαρακτηριζόταν από τη μαχητική διεκδίκηση της εβραϊκής ταυτότητας και χειραφέτησης, που τη συνέδεε με την πανανθρώπινη κοινωνική απελευθέρωση. Ο Καΐμης, πιστός κι αυτός στο ίδιο όραμα, δεν τόνιζε την εβραϊκότητά του. Καθόλου τυχαία, σημείωνε συνεσταλμένα ότι πολλοί καραγκιοζοπαίχτες «διστάζουν να ομολογήσουν ότι είναι καραγκιοζοπαίχτες, όπως κάνουν οι Εβραίοι. Οι τελευταίοι σέβονται τη θρησκεία τους, αλλά συχνά δεν αρέσκονται ν’ αναγνωρίζουν ότι είναι Εβραίοι».  (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Καραγκιόζης, όπ.π., σελ. 40). Προφανώς, λόγω του αντισημιτισμού…

Προς μέγαν σκανδαλισμόν παντός «ελληνοκεντρικού» αντισημίτη, αυτός ο αγνός και συνεσταλμένος Εβραίος – που είχε βαθύτατη γνώση της Βίβλου, του Ταλμούδ και των καββαλιστικών βιβλίων – συνδέθηκε στενά με τη στροφή στην «ελληνικότητα» της δεκαετίας του ’30.

Εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διασαφήνιση, μια και η τόσο συζητημένη «ελληνικότητα» έχει ξανάρθει στο προσκήνιο στην περίοδο αυτή της αντιδραστικής αναζωπύρωσης κάθε εθνικισμού, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και τη χώρα μας. Η στροφή στην ελληνικότητα στη δεκαετία του ’30 – που δεν ήταν, εξάλλου, άσχετη με ανάλογες τάσεις του μοντερνισμού αλλού – ερχόταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ερείπωση της Μεγάλης Ιδέας. Οι πρωτεργάτες της απεχθάνονται τους πρωταίτιους της Καταστροφής, ντόπιους και ξένους, μαζί με τους δυτικόδουλους διανοούμενους που νοσταλγούν μια «επιστροφή στις ρίζες», απ’ τις οποίες οι σπασμοί της ιμπεριαλιστικής εποχής τους ξερίζωσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι αναζητούν την ελληνικότητα μέσα από τη λαϊκότητα, «από το λαό, με το λαό, για το λαό». Είναι λαϊκιστές, ένα είδος ελληνικού ναροντνικισμού.

Αντίθετα, οι μεταγενέστεροι ελληνοκεντρικοί έρχονται να νεκραναστήσουν το φάντασμα της Μεγάλης Ιδέας, περιφρονούν το λαό και εκφράζουν τον συντηρητικό εθνικισμό μιας μικροαστικής ελίτ. Ο Κόντογλου, ο Πικιώνης ή ο άκακος Καΐμης έχουν τόση σχέση με τους σημερινούς «νεοορθόδοξους» και «ελληνοκεντρικούς» όση η Ναρόντναγια Βόλια με… τον Ζιρινόφσκι! Όσον αφορά ειδικά τον Καΐμη, η ελληνικότητα και η εβραϊκότητα, η λόγια και η λαϊκή παράδοση τον απασχολούν στο βαθμό που του επιτρέπουν να διερευνά απαντήσεις στα μεγάλα του ερωτήματα για τη ζωή και την τέχνη και τα πάθη του κόσμου. Στο δοκίμιό του Η Πεντάτευχος και η αισθητική (σ. σ. Τζ. Καΐμης, όπ.π., Η Πεντάτευχος και η αισθητικ, όπ.π., σελ. 140-146) διατυπώνει με τους ποιητικούς και μυθικούς όρους της βιβλικής αφήγησης τη διαλεκτική του Ελληνικού και του Εβραϊκού.

Η απώλεια του πρώτου Παραδείσου αρχίζει όταν η «Ομορφιά μαγεύει τον άνθρωπο και τον σπρώχνει στον πειρασμό να μάθει το μυστικό της δύναμης της ζωής, το καλό και το κακό. Με την παραπλάνηση αυτή ο άνθρωπος σπάει την πνευματική αρμονία της Αντιθέσεως, δηλαδή της ενότητος, κι έτσι πέφτει στο χάος, χάνοντας φυσικά το αίσθημα του ωραίου και του καλού, ντρέπεται πια την ομορφιά του και σκεπάζει το γυμνό του σώμα». (σ. σ. Οπ.π., σελ. 143) Είναι φανερός εδώ ένας horror pulchri, ένας τρόμος του Ωραίου, χαρακτηριστικός για την ιουδαιοχριστιανική παράδοση από την Τορά έως τον Ντοστογιέφσκι και τον Κίρκεγκωρ.

Το σφάλμα του Αδάμ συμπληρώνεται από το Δαιμόνιον του Κάιν κι ο φόνος «αντηχεί από τότε σε κάθε ανθρώπινη καρδιά». Ακολουθεί η πάλη για την επιβίωση, που τη συμβολίζουν τα τρία παιδιά του Κάιν, η γεωργία με τον Γιαβέλ, η μουσική με τον Γιωβέλ και η χειρωνακτική με τον Τουβάλ-Κάιν. Η επιστροφή στην αφετηρία επιχειρείται με τον ευσεβή Νώε και τους τρεις γιους του, τον Ιάφεθ, την ποιητική περίοδο των Ελλήνων, τον Χαμ, τη διάμεση περίοδο της γνώσης του καλού Ιουδαϊσμού. «Ο Νώε», συνεχίζει ο Καΐμης, «ο πραγματικός ευσεβής, ο αληθινός μύστης του καλού και του ωραίου, καταριέται τότε τον Χαμ (τον πειρασμό της γνώσης του καλού και του κακού)», όταν ο τελευταίος βλέπει τον πατέρα του γυμνό και «βάζει σε διωγμό το πρωταρχικό Αγνό αίσθημα του Ωραίου» «κι ενώνει τον Ιάφεθ (το ωραίον) με τον Σημ (το καλόν) ή καλύτερα την Τέχνη με την Σοφία». (σ. σ. Οπ., π., σελ. 144).

Σε άλλα κείμενα και στοχασμούς συνεχίζει παραπέρα αυτή τη διαλεκτική του ελληνικού στοιχείου του Ιάφεθ και του εβραϊκού πνεύματος του Σημ. Στο άρθρο του π.χ. για την αλεξανδρινή τέχνη και αλλού εντοπίζει τη συνεχιζόμενη ένταση ανάμεσά τους, για να δει σαν έναν πρώτο καρπό και υπέρβαση της διαλεκτικής τους τη βυζαντινή εικονογραφία. Ο Τζούλιο Καΐμης είναι ένας από τους πρώτους και ελάχιστους που διαλέχτηκαν, από τη σκοπιά της εβραϊκής παράδοσης, με την όλη ορθόδοξη προβληματική της Εικόνας, διαμέσου της σχέσης του με τον Φώτη Κόντογλου. Στη συζήτησή του με τον τελευταίο, ο Καΐμης διαφοροποιεί τη βυζαντινή τέχνη και από τη «Βαθιά Ανατολή» και από την ελληνική ειδωλολατρία της μορφής: «Η χριστιανική πλαστική δεν είναι ειδωλολατρική στο νόημα, δηλαδή που δογματοποιεί ή θεοποιεί τις μορφές, μα αναβρύζει από πλαστικό αίσθημα που μπορεί να εκφράζει μια ελεήμονη ψυχή». (σ. σ. Τζ. Καΐμη, Συναντήσεις, όπ.π., σελ. 20).

 

  1. Τέχνη και Σοφία

 

Η διαλεκτική του Ελληνικού και του Εβραϊκού ανάγεται από τον Καΐμη σ’ εκείνη της Τέχνης και της Σοφίας, της ανύψωσης της πρώτης στη δεύτερη και της καθόδου της δεύτερης στην ύλη της πρώτης. Εξάλλου, η τέχνη, όπως λέει κάπου, είναι «η σοφή επεξεργασία πάνω σε μια ζωτική ύλη». (σ.σ. Τζ. Καΐμη, «Ο Μόλλας», στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 191) Ο Καΐμης αναφέρεται στη Σοφία, ρητά, με την εβραϊκή, έννοια του όρου, Χοχμά, και παραπέμπει στην Έξοδο και στο Ταλμούδ. (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η Πεντάτευχος…», όπ.π., σελ. 141, και «Η Τέχνη στα εβραϊκά χειρόγραφα του Μεσαίωνα» στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 138).

Η παραπομπή στην Έξοδο μιλάει για το Πνεύμα Θεού (Ρούαχ Ελόιμ) και τη Σοφία (Χοχμά) που εμπνέουν τους καλλιτέχνες στην κατασκευή της Κιβωτού της Διαθήκης: «Και ενέπλησα αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης εν παντί έργω διανοείσθαι και αρχιτεκτονήσαι, εργάζεσθαι το χρυσίον και το αργύριον και τον χαλκόν και την υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον το νηστόν». (σ. σ. Έξοδος λα’ 2-4) Ο Καΐμης θεωρεί το απόσπασμα κεντρικό για τη βιβλική διδασκαλία περί Τέχνης. Είναι κεντρικό, όμως, για όλη την Πεντάτευχο – ο σκοπός της κατά τον Franz Rosenzweig (σ. σ. Βλ. “The Torah, A Modem Commentary”, Exodus, Jewish Publication Society of America, Νέα Υόρκη, σελ. 299): στην Αίγυπτο η δουλειά ήταν εργασία δούλων που κατασκεύαζαν πυραμίδες για τον τύραννο Φαραώ, τώρα η δουλειά μεταμορφώνεται σε δημιουργική δραστηριότητα, θεία έμπνευση, ευλογία προς τον Απελευθερωτή, Τέχνη εν Σοφία. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι η υπέρβαση του υποδουλωτικού χαρακτήρα της ίδιας της κοινωνικής εργασίας ως του υλικού θεμελίου της μέχρι τώρα Ιστορίας.

 

  1. Επαναστατικός Μεσσιανισμός

 

Ο έσχατος στόχος του Τζούλιο Καΐμη είναι αυτό το μεσσιανικό μήνυμα που βλέπει να λαμπυρίζει μέσα στην Τέχνη: να επιτευχθεί, επιτέλους, «η ενότης των δύο σκοπών της Ζωής μέσα στο Σύμπαν, του ωραίου και του καλού», (σ. σ. Τζ. Καΐμη, «Η Πεντάτευχος…», όπ.π., σελ. 143) του ωραίου και του χρήσιμου, της πνευματικής απόλαυσης και της υλικής ανάγκης, της Τέχνης και της Σοφίας / Χοχμά, της Τέχνης και της Ζωής, του Έλληνα – Ιάφεθ και του Ιουδαίου – Σημ, «των ατόμων και των λαών μέσα στο Σύμπαν», (σ. σ. Οπ.π., σελ. 145) «ο στενότερος δεσμός όχι μόνο των ανθρώπων και λαών αλλά και του πνεύματος», η ενότητα «των σοφών και του λαού» (σ. σ. Οπ.π., σελ. 143) – η κατάργηση του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, πηγής κάθε αλλοτρίωσης.

Σ’ αυτή την υπέρβαση του χάσματος ανάμεσα στον Σοφό και το Λαό – που ο Καΐμης τη γύρευε από τότε που περιπλανιόταν σε όλη την Ελλάδα μιλώντας με τους καραγκιοζοπαίχτες – και που τη συνδέει με την επιθυμητή «κοινωνική αρμονία», ο Εβραίος στοχαστής της Τέχνης δίνει τη βιβλική ονομασία Προφητισμός. (σ. σ. Οπ.π., σελ. 143) Εδώ αναφαίνεται με σαφήνεια η σύνδεση του Τζούλιο Καΐμη με το ευρύτερο ρεύμα του επαναστατικού μεσσιανισμού στον αιώνα μας.

Διάφοροι που τον γνώρισαν είπαν ότι «ο ίδιος αρέσκονταν να αυτοχαρακτηρίζεται ως αναρχικός». (σ. σ. Βλ. το σχεδίασμα του Μισέλ Φάις στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 122). Ο γλύπτης Κώστας Περάκης καταθέτει ότι «έλεγε πως ο μαρξισμός ήταν έννοια πρωτογενής, που έβγαινε μέσα από τα αραμαϊκά κείμενα της παλιάς εβραϊκής γλώσσας». (σ. σ. Οπ.π., σελ. 123). Οι περισσότεροι τον θυμούνται αριστερό. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Νίκου Καρούζου, ήταν ένας «άδολος κομμουνιστής» αντισταλινικός.

Από κάθε άποψη ήταν αναμφίβολα ταυτισμένος, στη ζωή και στο έργο, με τους Ταπεινούς και τους Καταφρονεμένους, θερμαινόμενος στο ερειπωμένο οίκημά του στη Ριζούπολη από τη μεσσιανική τους ελπίδα και την προσδοκία για τα Έσχατα.

 

9. Χοχμά

 

Η Σοφία, η εβραϊκή Χοχμά, που τόσο ευλαβείται ο Τζούλιο Καΐμης, δεν είναι η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Αντίθετα, είναι η Τέχνη να βάζεις ερωτήματα. Το ίδιο και ο ταλμουδικός Σοφός, ο Ταλμίντ Χαχάμ, είναι ο έντεχνα διερωτώμενος. Ακριβώς όπως ο Ιούλιος Χαΐμης. «Το συμβολικά ωραίο είναι η αποκάλυψη του φωτός ως εκφραστικού μέσου της τέχνης» σχολιάζει μεταφράζοντας δέκα σονέτα του Μιχαηλάγγελου. (σ. σ. Στο Ένας αποσιωπημένος, όπ.π., σελ. 99) Αλλά για ποιο φως γίνεται λόγος εδώ:

Στα εικαστικά του, υπάρχει ένα παράδοξο φως. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτά τα έργα με μια μεταφορά: είναι η αναπάντεχη συνάντηση του Παρθένη και του Θεόφιλου στον μπερντέ του Μόλλα. Από πάνω τους παρατηρεί ο Σολομωνίσκος, έκθαμβος και μετέωρος. Κάτω, την παράσταση παρακολουθεί αόρατος ο πνευματικότατος Μπουζιάνης. Στο θέατρο Σκιών το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι οι Σκιές. Είναι το Φως που τις αναδεικνύει. Η χοχμά, η Σοφία, η δεύτερη Σεφιρά στην Καμπαλά, που τόσο αγαπούσε ο Ιούλιος Χαΐμης, θεωρούνταν από τον Ναχμανίδη και τους μεσαιωνικούς καββαλιστές της Γκερόνα ως το Όρ Μπαχίρ, το Αρχέγονο Φως, το Urlicht πριν τη δημιουργία του ήλιου, η «Μπερίτ», η απαρχή των απαρχών. Οι αριστοτελίζοντες Εβραίοι ταυτίζουν το Φως της Χοχμά άλλοι με τον Ποιητικό Νου, τον Intellectus Agens, όπως ο Αζριέλ της Γκερένα, κι άλλοι με την πρωταρχική Ύλη, τη Materia Universalis, όπως ο Σολομών ιμπν Γκαμπιρόλ ή Αβισεμπρών. Είναι ταυτόχρονα ο δότης των μορφών και ο φορέας των μορφών και η ενότητά τους, «η σοφή επεξεργασία της ζωτικής ύλης».

Την έκφραση Όρ Μπαχίρ, ως ονομασία της Σοφίας / Χοχμά, οι καββαλιστές την παίρνουν από το βιβλίο του δυστυχισμένου Ιώβ: «πάσι δε ουχ ορατόν το φως, τηλαυγές εστιν εν τοις παλαιώμασιν, ώσπερ το παρ’ αυτού επί νεφών, από βορρά νέφη χρυσαυγούντα». (σ.σ. Ιώβ λζ’ 21-22) Όπως στα νέφη που ζωγραφίζει ο  Καΐμης. Το Σέφερ – α – Μπαχίρ γράφει: «Ο θρόνος της Δόξας είναι ο οίκος του κόσμου που έρχεται κι ο τόπος του έχει χαραχθεί στη χοχμά». (σ. σ. Βλ. G. Scholem, Origins of the Kabbalan, Princeton University Press 1990, σελ. 145) Αυτός είναι και ο έσχατος στοχασμός του Ιουλίου Χαΐμη για την Τέχνη: δεν είναι μόνον η αυτό-αποκάλυψη και το φανέρωμα της εσωτερικότητας της φύσης και της Ιστορίας αλλά και η χάραξη του τόπου του Ερχόμενου μέσα στη Φύση και στο τέλος της Ιστορίας.

«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε» - με το αρχέγονο και τηλαυγές Φως του Θρόνου της Δόξας.

 

15-16 Ιανουαρίου 1995

 

ΤΕΛΟΣ

 

29/04/2004

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)