"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Φιλοσοφία

Αρχείο

Κεντρική Σελίδα

 

 

  

Ποιο είναι το πρόσωπο της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα μέχρι τις μέρες μας;

  

 

 

 

 

Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΟΔΟΣ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα αναζήτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και ρίζας από τον Γάλλο καθηγητή Remi Brague, δημοσιεύει το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ.  Ποιό είναι το πρόσωπο της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα μέχρι τις μέρες μας; Είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός συνεχιστής των Ελλήνων και της εβραϊκής (χριστιανικής) κληρονομιάς ή είναι κάτι άλλο; Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η δύναμη και ο χαρακτήρας της Ευρώπης πηγάζει από το ρωμαϊκό πολιτιστικό πρότυπο. Η θέση του αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη αν λάβουμε υπ' όψη ότι ο Remi Brague είναι καθολικός και μελετά τα πολιτιστικά φαινόμενα μέσα από το πρίσμα του καθολικισμού. Οφείλουμε το ενδιαφέρον αυτό κείμενο στον Σπύρο Γεωργαντά. Η μετάφραση ανήκει στη Νατάσα Τσουκαλά και η επιμέλεια (editing) έγινε από τον Σπύρο Μάνδρο. Το βιβλίο παρουσιάζεται σε επτά κεφάλαια . Τα κείμενα είναι από το  ΜΕΤΑ-ΘΕΣΕΙΣ.

Ο Remi Brague σπούδασε φιλοσοφία και ακολουθεί ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Το αντικείμενο των ερευνών του, που αρχικά ήταν η κλασική ελληνική σκέψη, είναι τώρα στραμμένο προς τον Μεσαίωνα και κυρίως προς τον εβραϊκό και μουσουλμανικό Μεσαίωνα.

Πολλές από τις ιδέες που αναπτύσσει σ' αυτό το δοκίμιο έχουν διατυπωθεί σε μια πρώτη μορφή στα ακόλουθα κείμενα:

* 'L' avenir romain de l' Europe', Communio, IX - 2 (Μάρτιος - Απρίλιος 1984), 123 - 130. Ιταλική μετάφραση στο Identita culturale dell' Europa. Le vie della pace, aic, Torino, 1984, 147 - 153.

* 'Christanisme et culture. Quelques remarques de circonstance', Communio, XI - 2 (Μάρτιος - Απρίλιος 1986), 46 - 63.

* 'L' Europe et le defi chretien', Communio, XV - 3-4 (Μάιος - Αύγουστος 1990), 6 - 17. Ισπανική μετάφραση στο Catolisismo y cultura, EDICE, Madrid, 1990, 73 - 86.

* 'Les intermediaires invisibles: entre les Grecs et nous, Romains et Arabes', in R. - P. Droit (ed.), Les Grecs, les Romain et nous. L' Antiquite est-elle moderne?, Le Monde editions, Paris, 1991, 18 - 35.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

I. Οι συστατικές διαιρέσεις

II. Η ρωμαϊκότητα ως πρότυπο

III. Η θρησκευτική ρωμαϊκότητα: Η Ευρώπη και ο ιουδαϊσμός

IV. Η πολιτιστική ρωμαϊκότητα: Η Ευρώπη και ο ελληνισμός

V. Η οικειοποίηση του ξένου

VI. Η ρωμαϊκή Εκκλησία

VII. Συμπέρασμα: Είναι ακόμα ρωμαϊκή η Ευρώπη;

Ι. Οι συστατικές διαιρέσεις

Όταν προτίθεται κανείς, όπως εγώ, να μιλήσει για την Ευρώπη, πρέπει πρώτα απ' όλα να εξηγήσει τι εννοεί μ' αυτόν τον όρο. Όταν όμως προσπαθούμε να τον προσδιορίσουμε, αναρωτιόμαστε συχνά τι είδους πράγματα καθορίζουμε ως 'ευρωπαϊκά'. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σ' έναν λίγο ώς πολύ μακρύ κατάλογο δεδομένων, τα οποία κατά την κρίση του καθενός φαίνονται θετικά ή αρνητικά: οικονομία της αγοράς, δημοκρατία, τεχνική, ιμπεριαλισμός κλπ. Διαπιστώνουμε τότε ότι τα φαινόμενα αυτά συναντιούνται και σε άλλες περιοχές της γης, όπου εμφανίζονται μάλιστα είτε νωρίτερα είτε σε υψηλότερο βαθμό απ' ό,τι στην Ευρώπη: η αμερικανική επανάσταση έγινε πριν τη γαλλική, σήμερα οι ΗΠΑ είναι ίσως πιο δημοκρατικές και η Ιαπωνία πιο προηγμένη τεχνολογικά απ' ό,τι η Ευρώπη. Συνειδητοποιούμε επομένως ότι υπάρχουν δύο έννοιες του όρου 'Ευρώπη'. Η πρώτη, που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε 'πολιτιστική', περιλαμβάνει έναν ορισμένο αριθμό οικονομικών ή πολιτικών γεγονότων. Η δεύτερη, η 'γεωγραφική', ορίζει ένα συγκεκριμένο σημείο της γης, που μπορούμε να το εντοπίσουμε με ακρίβεια πάνω στο χάρτη.

Δεδομένου ότι καθετί που είναι 'ευρωπαϊκό', ακόμα κι αν συναντιέται σε όλες ή σε μερικές περιοχές της γης, αποκαλείται έτσι λόγω μιας συγκεκριμένης περιοχής, πιστεύω ότι είναι σαφέστερο να ξεκινήσουμε από τη 'γεωγραφική' έννοια της Ευρώπης, για την οποία και θα μιλήσουμε σ' αυτό το κεφάλαιο. Αλλά η έννοια αυτή, παρόλο που μας παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, δεν είναι αυτονόητη. Γιατί ναι μεν ορίζει σαφώς ένα χώρο εύκολα προσδιορίσιμο, αλλά δεν καθορίζει με ακρίβεια τα όριά του. Ο ευρωπαϊκός χώρος, εν αντιθέσει προς την Αμερική ή την Αφρική, δεν έχει φυσικά σύνορα -- με εξαίρεση τα δυτικά σύνορα, τα οποία όμως δεν νοούνται πάντα ως τέτοια  (1) . Οπως θα δούμε, τα σύνορα της Ευρώπης είναι πολιτιστικά..

Θα προσπαθήσω λοιπόν να καθορίσω τον ευρωπαϊκό χώρο εντάσσοντάς τον προοδευτικά σε μια σειρά διχοτομήσεων. Το πλέγμα τους θα επιτρέψει να διαφανεί ως κατάλοιπο η Ευρώπη. Δεν θα καταλήξουμε δηλαδή στην Ευρώπη μέσα από μια ένωση, παρόλο που ο ευρωπαϊκός χώρος προσπαθεί σήμερα να ενωθεί σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Θα καταλήξουμε σ' αυτή μέσα από μια διαίρεση, απομακρύνοντας κάθε ξένο προς αυτή στοιχείο. Αυτό το παράδοξο καθίσταται εμφανές κατά τον πλέον στοιχειώδη τρόπο αν κοιτάξουμε ένα γεωγραφικό χάρτη. Θα ξεκινήσω επομένως υπενθυμίζοντας ορισμένα θεμελιώδη δεδομένα για καθαρά ιστορικούς λόγους, χωρίς να επιδιώκω οποιαδήποτε πρωτοτυπία(2).

ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΕΙΣ

Μπορούμε να θεωρήσουμε την Ευρώπη έτσι όπως προσδιορίζεται σήμερα στο χάρτη ως το αποτέλεσμα, το κατάλοιπο, μια σειράς διχοτομήσεων. Οι διχοτομήσεις αυτές έγιναν πριν από πολλές χιλιετίες βάσει δύο αξόνων -- ενός άξονα Βορρά - Νότου, που χωρίζει μια Ανατολή από μια Δύση, κι ενός άξονα Ανατολής - Δύσης, που χωρίζει ένα Βορρά από ένα Νότο. Κατά περίεργο τρόπο, αν και δεν πιστεύω ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, οι διχοτομήσεις αυτές γίνονταν σχεδόν κάθε πέντε αιώνες.

α) Η πρώτη διχοτόμηση γίνεται βάσει ενός άξονα Βορρά - Νότου. Χωρίζει μια Δύση από μια Ανατολή, όπου σε γενικές γραμμές από τη μια βρίσκεται η λεκάνη της Μεσογείου ('Δύση') και από την άλλη ο υπόλοιπος κόσμος ('Ανατολή')(3).

Αρχίζει να τελείται όταν η Ελλάδα, την εποχή των μηδικών πολέμων, αποκτά την ελευθερία της ως προς την περσική αυτοκρατορία. Ολοκληρώνεται όταν ο ελληνισμός κατακτά όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, επί Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατά την ελληνιστική περίοδο. Συνεχίζεται ύστερα με τη ρωμαϊκή κατάκτηση: ο μεσογειακός χώρος, από τη νικηφόρα εκστρατεία του Πομπηίου κατά των πειρατών (67 π.Χ.) ώς την κατάκτηση των νότιων ακτών του από το Ισλάμ, αποτελεί ένα ειρηνικό και αδιαίρετο τμήμα του ρωμαϊκού κόσμου.

Η κατάσταση αυτή απομονώνει μια 'κατοικημένη γη' (οικουμένη) απ' τον υπόλοιπο κόσμο που θεωρείται βάρβαρος. Τα μεταξύ τους σύνορα παραμένουν για πολύ καιρό ασαφή. Η μέγιστη επέκταση προς την Ανατολή την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος έφτασε ώς τον Ινδό ποταμό, ήταν κυρίως στρατιωτικού χαρακτήρα. Η διαδικασία εξελληνισμού της Ανατολής υπήρξε αργή και αφορούσε πρωτίστως τις πόλεις. Η παρουσία της Ρώμης στην περιοχή αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να επιφέρει μια πλήρη ταύτιση μεταξύ των συνόρων του ελληνισμού και των συνόρων που χώριζαν το ρωμαϊκό κόσμο από την περσική αυτοκρατορία -- δεδομένου ότι η περσική αυτοκρατορία, κατά τη διάρκεια τουλάχιστον της δυναστείας των Σασσανιδών, είχε υποστεί την επιρροή του ελληνικού πολιτισμού.

Εξ άλλου η γειτνίαση με την 'Ανατολή' θα επηρεάσει σε διάφορους τομείς το ρωμαϊκό κόσμο, ο οποίος, παραδείγματος χάρη, υιοθετεί ένα ολοκληρωτικό καθεστώς μιμούμενος το πρότυπο των αντιπάλων του Σασσανιδών(4).

Σ' αυτήν ακριβώς τη μεσογειακή ενότητα εγκαθίσταται ο χριστιανισμός, ο οποίος αρχίζει να αποκαλείται καθολικός (δηλαδή παγκόσμιος).

β) Υστερα επέρχεται μια δεύτερη διαίρεση βάσει ενός άξονα Ανατολής - Δύσης. Τελείται στο εσωτερικό της λεκάνης της Μεσογείου, που χωρίζεται σε δύο σχεδόν ίσα μέρη: πρόκειται για τη διαίρεση Βορρά - Νότου που ακολούθησε τη μουσουλμανική κατάκτηση της ανατολικής και νότιας Μεσογείου τον 7ο αιώνα(5).

Τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χώρων δεν θα μετακινηθούν καθόλου από την εποχή εκείνη έως σήμερα. Μερικές φορές μόνο ο άξονας Ανατολή - Δύση θα ταλαντευτεί ελαφρά πέριξ του εαυτού του. Μπορούμε να μη λάβουμε υπ' όψη μας τις επελάσεις που είχαν προσωρινά αποτελέσματα: την επιδρομή των λεηλατών Αράβων ώς το Poitiers(6), την κατοχή της Σικελίας από τους μουσουλμάνους ή την κατοχή της Παλαιστίνης από τους Σταυροφόρους. Οι μόνιμες μεταβολές είναι σπάνιες: αναφέρουμε ενδεικτικά, από τον 11ο αιώνα και μετά, το πέρασμα της Ανατολίας στο Ισλάμ (η οποία βάσει του σύγχρονου ονόματος των κατακτητών της μετονομάστηκε σε Τουρκία), το οποίο αντισταθμίστηκε από την επανάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου από τους χριστιανούς, η οποία ολοκληρώθηκε τρεις αιώνες αργότερα. Οι τουρκικές επιδρομές εναντίον της αυστριακής αυτοκρατορίας τον 16ο και 17ο αιώνα δεν επέφεραν καμιά μόνιμη μεταβολή -- αφήνουν όμως πιο μόνιμα ίχνη με τη μορφή των μουσουλμανικών πληθυσμών στη Βουλγαρία, τη Βοσνία και την Αλβανία. Και η Ελλάδα θα περιμένει μέχρι τον 19ο αιώνα για να ξαναποκτήσει την ανεξαρτησία της, την οποία είχε χάσει τον 15ο αιώνα.

Το Ισλάμ δεν θα περιοριστεί όμως στο μεσογειακό χώρο. Σύντομα θα επεκταθεί πέρα απ' αυτόν. Στην αρχή θα επεκταθεί ανατολικά, περικλείοντας απότομα την Περσία και την κεντρική Ασία και αργότερα, προοδευτικά, την ανατολική Ασία. Υστερα θα επεκταθεί νότια διεισδύοντας στην Αφρική. Θα ξαναθέσει έτσι υπό αμφισβήτηση τη διαίρεση του κόσμου σε μια Ανατολή και μια Δύση και αυτή η αναδιανομή του χώρου θα έχει, όπως θα δούμε αργότερα, μεγάλες πολιτιστικές συνέπειες. Η γειτνίαση με το Ισλάμ στα νότια και ανατολικά σύνορά του θα επηρεάσει τον χριστιανικό κόσμο, ο οποίος θα δεχτεί επιρροές τόσο από το Ισλάμ όσο και από μια απώτερη Ανατολή. Ο λατινικός κόσμος θα κληρονομήσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνισμού(7). Ο βυζαντινός κόσμος, αν και σε άμεση πάλη με το Ισλάμ, θα αναπτυχθεί καθ' όλη τη διάρκειά του σε άμεση συνάρτηση προς αυτό(8).

Οπως το Ισλάμ απομάκρυνε το κέντρο βάρους του από τη Μεσόγειο, πράγμα που συγκεκριμενοποιήθηκε όταν οι χαλίφες Αββασίδες μετακίνησαν την πρωτεύουσά τους από τη Δαμασκό στη Βαγδάτη, έτσι και η χριστιανοσύνη θα συσπειρωθεί βορειότερα, ανάμεσα στο Λίγηρα και το Ρήνο. Οσο για την Ευρώπη, ο χώρος όπου θα γεννηθεί αργότερα θα είναι ακριβώς το βόρειο τμήμα της Μεσογείου. Δεν θα περιοριστεί όμως σ' αυτό αφού, όπως γνωρίζουμε, θα επεκταθεί προς δύο κατευθύνσεις: στην ξηρά, με τη γερμανική και ύστερα τη ρωσική επέκταση, θα φτάσει ώς την κεντρική Ασία και τη Σιβηρία, ενώ στη θάλασσα οι μεγάλες ανακαλύψεις θα επιφέρουν τον αποικισμό της Αμερικής και της Ωκεανίας από τους Ευρωπαίους.

Ούτε η Εκκλησία θα περιοριστεί σ' αυτό το χώρο: η χριστιανοσύνη, πριν από τις ιεραποστολές της σύγχρονης εποχής προς την Αμερική και αργότερα προς την Αφρική, ήταν ήδη και αφρικανική με τη μονοφυσιτική Εκκλησία της Αιθιοπίας και ανατολίτικη με τους Νεστοριανούς της κεντρικής Ασίας και της Κίνας -- χωρίς να αναφέρουμε τους χριστιανούς της Ανατολής που ζούσαν υπό την κυριαρχία των μουσουλμάνων ως 'προστατευόμενη' θρησκευτική κοινότητα ή στο περιθώριο του μουσουλμανικού κόσμου (Αρμενία, Γεωργία).

γ) Αργότερα παρατηρείται μια τρίτη διαίρεση. Τελείται εντός της χριστιανοσύνης βάσει ενός άξονα Βορρά - Νότου. Πρόκειται για το σχίσμα μεταξύ λατίνων και βυζαντινών, που σε θρησκευτικό επίπεδο είχε ίσως επέλθει από τον 10ο αιώνα και εν πάση περιπτώσει από το 1054, ενώ σε πολιτικό επίπεδο κορυφώθηκε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους στρατιώτες της τρίτης σταυροφορίας. Εκτοτε εδραιώθηκε μια συνεχώς αυξανόμενη ένταση μεταξύ μιας καθολικής Δύσης και μιας ορθόδοξης Ανατολής(9).

Η διαίρεση αυτή συντελείται εντός του εναπομείναντος ρωμαϊκού κόσμου και επισυμβαίνει κατά μήκος μιας διαχωριστικής γραμμής που υπήρχε από την ειδωλολατρική εποχή: αρχίζει πράγματι να συμπίπτει χονδρικά με τη γραμμή που χώριζε τη δυτική αυτοκρατορία, όπου η γλώσσα της διοίκησης, του εμπορίου και της κουλτούρας ήταν τα λατινικά, από την ανατολική αυτοκρατορία, όπου, αν και για πολύ καιρό η γλώσσα της διοίκησης ήταν τα λατινικά, κυρίαρχη πολιτισμική γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Αργότερα προεκτείνεται προς τα βόρεια, την εποχή του προσηλυτισμού των Σλάβων, από τους οποίους ορισμένοι θα γείρουν προς τη λατινική πλευρά του χριστιανισμού (Κροάτες, Πολωνοί, Τσέχοι, Σλοβάκοι, Λιθουανοί), όπως εξ άλλου θα κάνουν οι Ούγγροι και οι Σκανδιναβοί, ενώ άλλοι θα γείρουν προς την ελληνική πλευρά του χριστιανισμού (Ρώσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι), όπως θα κάνουν εξ άλλου και οι Ρουμάνοι. Η εμφάνιση τον 17ο και 18ο αιώνα ορισμένων Εκκλησιών συνδεδεμένων με τη ρωμαϊκή έδρα ('Ουνίτες'), παραδείγματος χάρη στην Ουκρανία, δεν θα θέσει υπό ολοκληρωτική αμφισβήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο αυτή τη διαίρεση.

Η διαίρεση αυτή συντελείται επίσης εντός της χριστιανοσύνης που είχε εγκατασταθεί στο εσωτερικό του ρωμαϊκού κόσμου και ήταν συνδεδεμένη μαζί του. Χωρίζει την Εκκλησία, η οποία ώς τότε διακήρυττε την ορθοδοξία της ως προς τις αιρέσεις των Νεστοριανών και των Ιακωβιτών και τη νομιμοφροσύνη της στην αυτοκρατορία. Το σχίσμα χωρίζει στα δύο αυτό που μέχρι τότε είχε μείνει αδιαίρετο. Ταυτόχρονα όμως συνιστά την Ευρώπη. Γιατί πράγματι μετά το σχίσμα η λέξη 'καθολικός' αποκτά διαφορετική έννοια. Η Εκκλησία που ορίζεται μ' αυτό το επίθετο κατέχει ένα χώρο, ο οποίος λίγο - πολύ καλύπτει αυτό που σήμερα αποκαλούμε Ευρώπη: πρόκειται για τα δύο ημίσεα, κεντρικό και δυτικό, ενός όλου που εκτείνεται μέχρι ανατολικά της Πολωνίας και που η μεταπολεμική περίοδος είχε χωρίσει, όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα, εντελώς τεχνητά.

Ως προς τον ορθόδοξο κόσμο, και κυρίως τη Ρωσία, το ανήκειν στην Ευρώπη δεν θεωρείται αυτονόητο ούτε για τους μεν ούτε για τους δε(10). Το σλόγκαν «η Ευρώπη από τον Ατλαντικό ώς τα Ουράλια» είναι δυτικοευρωπαϊκό. Για την Ανατολή το θέμα αυτό αποτελούσε ανέκαθεν αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ σλαβόφιλων και δυτικόφιλων.

δ) Τελικά πραγματοποιείται και μια τελευταία διαίρεση βάσει ενός άξονα Ανατολής - Δύσης. Πρόκειται για τη Μεταρρύθμιση(11), η οποία τον 16ο αιώνα χωρίζει τον προτεσταντικό από τον καθολικό κόσμο: σε γενικές γραμμές, ο Βορράς υιοθετεί τον λουθηριανό ή καλβινικό προτεσταντισμό (Σκανδιναβία και Αγγλία με την αγγλικανική παραλλαγή), ενώ ο Νότος παραμένει καθολικός (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία). Το κέντρο μένει αμφισβητούμενο: στη Γερμανία η Μεταρρύθμιση εγκαθιδρύεται αρχικά σε περιοχές που βρίσκονται πέρα απ' τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η Γαλλία παραμένει για πολύ καιρό αναποφάσιστη. Στις παραδουνάβιες περιοχές τα σύνορα αργούν να σταθεροποιηθούν: ορισμένες περιοχές που είχαν ασπαστεί τον προτεσταντισμό επανακτήθηκαν από τον καθολικισμό τον 17ο αιώνα, γεγονός που δημιούργησε, παραδείγματος χάρη στη Βοημία, αρκετές μνησικακίες.

Η διαίρεση αυτή συντελείται εντός της δυτικής χριστιανοσύνης. Καθώς συμπίπτει με την Ευρώπη, δεν τη θέτει υπό αμφισβήτηση: μαζί με τη χριστιανοσύνη διαιρείται και η Ευρώπη. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο προτεσταντικός κόσμος είναι εξ ίσου ευρωπαϊκός όσο και καθολικός.

ΜΙΑ ΜΝΗΜΗ ΧΑΡΑΚΩΜΕΝΗ

Η Ευρώπη παρουσιάζει έτσι ένα πρόσωπο χαρακωμένο που φέρνει πάνω του τα ίχνη των συστατικών της πληγών. Οι Ευρωπαίοι δεν πρέπει να ξεχάσουν αυτές τις ουλές, οι οποίες έχουν διπλή λειτουργία: αφ' ενός τους καθορίζουν ως προς το τι δεν είναι Ευρώπη, αφετέρου διαχωρίζουν το ίδιο το εσωτερικό της Ευρώπης. Η ανάμνηση αυτών των διαιρέσεων μπορεί να μας αποτρέψει από πολλές συγχύσεις.

Γενικά, μας αποτρέπει από μια πολύ γρήγορη υπερεπίθεση των διχοτομήσεων του παρελθόντος, κυρίως όταν οι διχοτομήσεις αυτές έχουν γίνει βάσει του ίδιου άξονα. Συγκεκριμένα, ακόμα κι αν οι λέξεις ταυτίζονται, η αρχαία διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης δεν συμπίπτει με τη διάκριση μεταξύ ρωμαϊκής, και αργότερα χριστιανικής, Ανατολής και Δύσης. Ούτε συμπίπτει με τη διάκριση που αντιπαραθέτει τη δυτική Ευρώπη με την 'Ανατολή' των οριενταλιστών -- για τους οποίους το Μαρόκο είναι ανατολίτικο και η Ελλάδα είναι δυτική (ίσως θα μπορούσαμε εδώ να ξαναχρησιμοποιήσουμε τους παλιούς όρους Λεβάντες και Πουνέντες). Πιστεύω ότι οι διακρίσεις αυτές μας βοηθούν ν' αποφύγουμε τους μύθους γενικά γύρω απ' την 'Ανατολή' όπου εκχύνονται τα αντίθετα πρότυπα βάσει των οποίων καθορίζεται η Ευρώπη(12).

Για να εξετάσουμε το θέμα λεπτομερέστερα, πρέπει να υπενθυμίσουμε ορισμένα σημεία:

α) η πρώτη διαίρεση (μεταξύ λεκάνης της Μεσογείου και υπόλοιπου κόσμου) δεν έχει την ίδια αξία μ' αυτές που επακολούθησαν, οι οποίες τοποθετούν εκατέρωθεν ενός ορίου ισάξιες οντότητες που θεωρούν ότι είναι ενότητες. Ετσι το Ισλάμ, παρά την πληθώρα των λαών και γλωσσών που περικλείει, δέχεται στην πολιτικο-θεολογική του θεωρία ότι είναι ένας κόσμος ενιαίος, 'ειρηνευμένος' (νταρ ασσαλάμ), σε κοινό 'πόλεμο' ενάντια στην ειδωλολατρεία (νταρ αλ-χαρμπ) και σε κοινή 'ανακωχή' με τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες (νταρ ασσούλχ). Παρομοίως, ο ορθόδοξος, ο προτεσταντικός και ο καθολικός κόσμος αισθάνονται ότι αποτελούν, ο μεν προς τους δε, μία ενότητα. Κατ' αυτό τον τρόπο, η κάθε ενότητα ορίζεται ως προς την άλλη ενότητα. Τί συμβαίνει όμως με την περίπτωση της 'Ανατολής'; Η Ανατολή θεωρεί ότι είναι ενότητα; Εχει συνείδηση του ότι αποτελεί μια ενότητα; Ποιος κοινός παρονομαστής μπορεί να υπάρξει, παραδείγματος χάρη, μεταξύ του ινδικού κόσμου, και των επεκτάσεών του προς το Θιβέτ, την Ινδονησία ή τη Νοτιο-ανατολική Ασία, και του κινέζικου κόσμου, με τις σφαίρες στρατιωτικής επιρροής του στην Ιαπωνία και την Κορέα; Το να θεωρεί κανείς την 'Ανατολή' ως ενότητα είναι καθαρή αυταπάτη προς χρήση των δυτικοευρωπαίων. Ετσι εξ άλλου το αντιλαμβάνονταν οι πιο αξιόλογοι Ελληνες, όπως ο Πλάτων, ο οποίος κορόιδευε τη διαίρεση της ανθρωπότητας σε Ελληνες και βαρβάρους -- που νοείτο παράλληλα προς τη διαίρεση του ζωικού βασιλείου σε ανθρώπους και υπόλοιπα έμψυχα όντα(13) 

Είμαι συνεπώς υπέρμαχος της προσπάθειας τόνωσης της μνήμης για τα διαφορετικά πράγματα που συγκεντρώνουμε κάτω απ' την κοινή ονομασία 'Ανατολή' και της συνειδητοποίησης του τι έχει λησμονηθεί(14). Δεν θα αποπειραθώ όμως να μιλήσω εδώ για τις διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Πρώτα απ' όλα γιατί, όπως ήδη ανέφερα, δεν νομίζω ότι η Ανατολή αποτελεί μια πραγματική οντότητα και ύστερα γιατί δεν έχω άμεση πρόσβαση στις πολιτιστικές της παραδόσεις,

Θα αρκεστώ σε μια μόνο παρατήρηση: η συνειδητοποίηση αυτής της διάκρισης απαγορεύει κάθε σύγχυση μεταξύ Δύσης και χριστιανοσύνης. Ο χριστιανισμός έχει τάσεις παγκοσμιότητας και δεν περιορίζεται στη γεωγραφική περιοχή που καλύπτει μια δεδομένη εποχή.

β) Η δεύτερη διαίρεση (μεταξύ χριστιανικού Βορρά και μουσουλμανικού Νότου) απαγορεύει κάθε σύγχυση μεταξύ χριστιανοσύνης και ελληνο-λατινικού πολιτισμού. Γιατί και το Ισλάμ είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονόμος αυτού του πολιτισμού, δεδομένου ότι εδραιώθηκε σ' ένα πολιτιστικό χώρο που είχε προετοιμαστεί από τις ελληνικές μοναρχίες και αργότερα από το Βυζάντιο, από τον οποίο υιοθέτησε πολλά στοιχεία(15). Ισως μάλιστα ορισμένες διαστάσεις του μουσουλμανικού κόσμου να είναι κατά κάποιο τρόπο 'αρχαιότερες' από το δυτικό μας κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χαμάμ. Πράγματι, η αναφορά και μόνο της λέξης αρκεί για ν' αφυπνίσει στο δυτικό πνεύμα όλα τα κλισέ τα σχετικά με κάτι που θεωρείται 'τυπικά αραβικό'. Το χαμάμ όμως είναι ουσιαστικά οι αρχαίες θέρμες, που λησμονήθηκαν στη Δύση αλλά διατηρήθηκαν στην Ανατολή.

γ) Η τρίτη διαίρεση (μεταξύ της ελληνικής ορθόδοξης Ανατολής και της λατινικής καθολικής Δύσης) απαγορεύει κάθε σύγχυση του χριστιανισμού με έναν πολιτισμό ή μάλλον με συγκεκριμένα έθιμα. Πράγματι, η διαφορά που υφίσταται στο εθιμικό επίπεδο δεν εμποδίζει την ύπαρξη ορισμένων, αποφασιστικών κατά τη γνώμη μου, κοινών στοιχείων. Οι δύο Εκκλησίες (αν θεωρήσουμε ότι αποτελούν πραγματικά δύο Εκκλησίες) κοινωνούν στα ουσιώδη: η κάθε Εκκλησία αναγνωρίζει τα μυστήρια που τελούνται από την άλλη(16). Και αυτή η αμοιβαία αναγνώριση επιφέρει μια αναγνώριση της εγκυρότητας της διαδοχής των αποστόλων από τους επισκόπους και της ισχύος των σχετικών προς αυτή λειτουργιών (communio in sacris).

δ) Η τέταρτη διαίρεση (μεταξύ του προτεσταντικού Βορρά και του καθολικού Νότου) μας επιτρέπει να αποφεύγουμε τη σύγχυση ανάμεσα στη διαβεβαίωση ότι η καθολική Εκκλησία έχει δεχτεί τις υποσχέσεις του αλάθητου επί της ουσίας του μηνύματός της και στην άρνηση ότι υπάρχουν, εκτός αυτής, ορισμένα στοιχεία αυτού του μηνύματος που πρέπει να τα αναπτύξει καλύτερα.

Μέσα απ' την αντιπαράθεση αυτών των συστατικών διαιρέσεων της ευρωπαϊκής ενότητας προτίθεμαι να θέσω εκ νέου το ερώτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας και να το ανατρέψω.

Ενας πολιτισμός καθορίζεται ως προς τους λαούς και τα φαινόμενα που θεωρεί 'άλλους' ως προς αυτόν. Μπορούμε να υιοθετήσουμε την ίδια προσέγγιση για την Ευρώπη. Στην περίπτωση όμως αυτή βρισκόμαστε μπροστά σε πολλούς 'άλλους' που δεν μπορούμε να τους αναμείξουμε σε ένα μη διαφοροποιημένο σύνολο. Η διαφοροποίηση της Ευρώπης ως προς τον καθένα απ' τους 'άλλους' της δεν περιέχει κάθε φορά τα ίδια στοιχεία.

Η Ευρώπη, ως Δύση, αποτελεί τον 'άλλο' ως προς την Ανατολή. Μοιράζεται όμως αυτή την ιδιότητα με το μουσουλμανικό κόσμο με τον οποίο έχει κοινή την ελληνο-λατινική κληρονομιά.

Ως χριστιανοσύνη αποτελεί τον 'άλλο' ως προς το μουσουλμανικό κόσμο. Μοιράζεται όμως αυτή την ιδιότητα με τον ορθόδοξο κόσμο με τον οποίο έχει κοινό το χριστιανισμό.

Ως λατινική χριστιανοσύνη αποτελεί τον 'άλλο' ως προς το βυζαντινό κόσμο, που βασίζεται στον ελληνικό πολιτισμό. Αυτή την ιδιότητα δεν τη μοιράζεται με κανέναν: ο διαχωρισμός των χριστιανών σε καθολικούς και προτεστάντες γίνεται εντός της λατινικής χριστιανοσύνης -- παρόλο που ο προτεσταντικός κόσμος ορίζεται σε αντιδιαστολή με μια 'ρωμαϊκή' θεωρούμενη Εκκλησία.

Θα ήθελα λοιπόν να εισαγάγω` μια διαβάθμιση στην έννοια της Ευρώπης: η Ευρώπη είναι μια έννοια μεταβλητή. Είμαστε λίγο πολύ Ευρωπαίοι. Ετσι, ενώ ο προτεσταντικός κόσμος μου φαίνεται εξ ίσου ευρωπαϊκός με τον καθολικό, ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας του ανατολικού κόσμου, που βασίζεται στην ελληνική και ορθόδοξη παράδοση, μου φαίνεται λιγότερο σαφής απ' ό,τι αυτός του κόσμου που βασίζεται στη λατινική και καθολική παράδοση.

 

ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ;

Αν και οι συλλογισμοί αυτοί φαίνονται να έχουν ιστορικό και γεωγραφικό χαρακτήρα, στην πραγματικότητα έχουν πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια γιατί μας επιτρέπουν να καθορίσουμε το αντικείμενο του στοχασμού μας περί της Ευρώπης. Ξεκίνησα με μια κοινότυπη διάκριση ανάμεσα σε δύο έννοιες της Ευρώπης: την Ευρώπη ως τόπο και την Ευρώπη ως περιεχόμενο. Τώρα μπορούμε να δούμε πώς αυτές οι έννοιες διαρθρώνονται μεταξύ τους. Η Ευρώπη ως τόπος είναι ο χώρος που προσπάθησα να προσδιορίσω μέσα από μια σειρά διχοτομήσεων, οι οποίες είναι προφανώς πνευματικής ή θρησκευτικής γεωγραφικής φύσης. Η Ευρώπη ως περιεχόμενο είναι το σύνολο των ιστορικών εξακριβώσιμων γεγονότων που συνέβησαν στο εσωτερικό αυτού του χώρου. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να είναι εντελώς συγκεκριμένα ή να καλύπτουν μεγάλες περιόδους. Ολα τους συνέβαλαν λίγο πολύ στη διαμόρφωση αυτού που χαρακτηρίζουμε ως 'ευρωπαϊκό'. Χρησιμοποιούμε αυτό επίθετο για να ορίσουμε πληθυσμούς ή πολιτιστικές εξελίξεις που τοποθετούνταν ή που τοποθετούνται ακόμα και σήμερα έξω από τα σύνορα της Ευρώπης. Το χρησιμοποιούμε όμως μόνο για να παραπέμψουμε σε πραγματικότητες που αναδύθηκαν στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού χώρου. Επομένως, η Ευρώπη ως τόπος προηγείται της Ευρώπης ως περιεχόμενο.

Ενα παράδειγμα θα μου επιτρέψει να διασαφηνίσω αυτή τη διάκριση. Μιλάμε για 'ευρωπαϊκές επιστήμες' (Husserl) ή για 'ευρωπαϊκή τεχνική' ή για 'δυτική μεταφυσική' (Heidegger) -- και σ' αυτή την περίπτωση εννοούμε 'ευρωπαϊκή'. Οι πολιτιστικές πραγματικότητες που προσδιορίζουμε κατ' αυτό τον τρόπο δεν περιορίζονται στον ευρωπαϊκό χώρο ούτε ως προς την καταγωγή τους ούτε ως προς τη μεταγενέστερη εξέλιξή τους. Η επιστήμη, γενικά μιλώντας, γεννήθηκε εκτός της Ευρώπης -- στην Κίνα. Και ό,τι αφομοίωσε η Ευρώπη από το χώρο των μαθηματικών και της φιλοσοφίας ήταν αρχικά ελληνικό και αργότερα αραβικό. Αντίθετα όμως, η μαθηματικοποιημένη φυσική εμφανίστηκε στην Ευρώπη με την επανάσταση που ξεκίνησε από το Γαλιλαίο. Το ίδιο συνέβη και με τη συνέχειά της, την τεχνική και τη βιομηχανική εκμηχάνιση. Παρομοίως, η δημοκρατία εμφανίστηκε στην Ελλάδα. Μόνο όμως στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού χώρου έπαψε προοδευτικά να περιορίζεται σε μια μικρή ελίτ πολιτών που απέκλειε τους σκλάβους και τις γυναίκες. Το ίδιο ισχύει και για το Διαφωτισμό, τουλάχιστον με τη σύγχρονη μορφή του. Τίποτα δεν μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε ότι προφανέστατα τα φαινόμενα αυτά είναι τυπικώς ευρωπαϊκά και μάλιστα ότι μέσα απ' αυτά μπόρεσε να εκδηλωθεί και συνεχίζει να εκδηλώνεται, με φιλελεύθερο ή πιεστικό τρόπο, η Ευρώπη στον υπόλοιπο κόσμο.

Εν πάση περιπτώσει, τα φαινόμενα αυτά γεννήθηκαν στο εσωτερικό ενός χώρου που προϋπήρχε και που, επομένως, δεν δημιουργήθηκε απ' αυτά. Μπορούμε μάλιστα να αναρωτηθούμε αν και πόσο στενά συνδέεται η εμφάνισή τους με ό,τι όρισε την Ευρώπη διαχωρίζοντάς την από τους 'άλλους' της. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε κατ' αρχάς τι είναι η Ευρώπη και εν προκειμένω πού είναι η Ευρώπη πριν προβούμε σε οποιονδήποτε απολογισμό της ιστορίας της.

Μπορούμε επομένως να επαναθέσουμε το κλασικό ερώτημα της ταυτότητας. Αναρωτιόμαστε κοινώς: ποιοι είμαστε; Και απαντάμε: Ελληνες ή Ρωμαίοι ή Ιουδαίοι ή Χριστιανοί. Η, κατά μία έννοια, λίγο απ' όλα. Μπορέσαμε να δώσουμε όλες τις απαντήσεις και καμιά τους δεν είναι λανθασμένη. Εδώ προτίθεμαι μόνο να βάλω λίγη τάξη. Σύμφωνα με ποιο κριτήριο θα τις ταξινομήσω; Εκ πρώτης όψεως, ο πιο κατάλληλος τρόπος θα ήταν να θέσουμε το ερώτημα: διαθέτουμε κάτι που να μας προσιδιάζει; Σίγουρα όχι ό,τι χαρακτηρίζει γενικά την ανθρωπότητα: αυτό είναι κοινό στο λεγόμενο 'βάρβαρο' ανατολίτη και στον εξελληνισμένο δυτικό. Ούτε τον ελληνισμό: κληρονόμος του είναι και ο μουσουλμανικός κόσμος. Ούτε τον ιουδαϊσμό, ο οποίος είχε εξαπλωθεί από πολύ νωρίς πέρα από τα όρια της Μεσογείου. Ούτε το χριστιανισμό, τον οποίο έχει ασπαστεί και η χριστιανική Ανατολή.

Υπάρχει όμως εδώ ένα γεγονός τέτοιας ιστορικής έκτασης που το αναφέρω εδώ μόνο για τυπικούς λόγους: η χριστιανοσύνη δεν είναι νοητή από τους ίδιους τους χριστιανούς και από τους άλλους πολιτισμούς ως ελληνική ή ως ιουδαϊκή, αλλά ως ρωμαϊκή. Οι ίδιοι οι Ελληνες από τη βυζαντινή εποχή θεωρούσαν ότι είναι Ρωμαίοι και ακόμα και σήμερα αποκαλούν τη γλώσσα τους ρωμαίικα. Ο μουσουλμανικός κόσμος αποκαλούσε τους βυζαντινούς, είτε μιλούσαν ελληνικά είτε αραβικά, ρουμί και η Οθωμανική αυτοκρατορία αποκαλούσε Ρουμελία (Ρούμελη) αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε ευρωπαϊκή Τουρκία.

Οσον αφορά την Ευρώπη με τη στενή έννοια του όρου, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που είναι ίσως η μόνη που το διαθέτει, η μόνη που το διεκδικεί και που, εν πάση περιπτώσει, δεν της το αμφισβητεί κανείς. Είναι η ρωμαϊκότητα. Η ακριβέστερα, η λατινικότητα. Η 'ρωμαϊκότητα' διεκδικήθηκε από το Βυζάντιο, ως συνέχιση της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και 'δεύτερη Ρώμη', και αργότερα από τη Μόσχα, που επεδίωκε να αποκληθεί 'τρίτη Ρώμη'. Η ρωμαϊκότητα διεκδικήθηκε επίσης από την Οθωμανική αυτοκρατορία, δεδομένου ότι ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης διεκδικούσε, εκτός από τον τίτλο 'σουλτάνος της Ρώμης', τη διαδοχή των ηττημένων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης. Η λατινικότητα όμως δεν διεκδικήθηκε παρά μόνο απ' την Ευρώπη.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

Το ακόλουθο δοκίμιο προτίθεται να δείξει ότι η Ευρώπη είναι ουσιαστικά ρωμαϊκή, βασίζοντας στη 'λατινικότητά' της την επανεξέταση των διαφορών που την ορίζουν. Θα προσπαθήσω να δείξω πώς η Ευρώπη διαφοροποιείται απ' ό,τι της είναι ξένο χάρη στον 'λατινικό' ή 'ρωμαϊκό' χαρακτήρα της σχέσης της με τις πηγές της.

Θα δείξω κατ' αρχάς (κεφ. 2) πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτό που θεωρείται γενικά ρωμαϊκή στάση.

Στο κεφ. 3 θα δείξω πώς η σχέση της Ευρώπης -- ως χριστιανοσύνη -- με την Παλαιά Διαθήκη είναι 'ρωμαϊκή' και πώς διαφοροποιείται, απ' αυτή την άποψη, από το μουσουλμανικό κόσμο.

Στο κεφ. 4 θα δείξω πώς η σχέση της Ευρώπης -- ως λατινικός κόσμος -- με τις ελληνικές πηγές είναι επίσης 'ρωμαϊκή' και πώς διαφοροποιείται, απ' αυτή την άποψη, τόσο από το Ισλάμ όσο και από το βυζαντινό κόσμο.

Στο κεφ. 5 θα δείξω πώς η Ευρώπη διατηρεί μια παράδοξη σχέση με την ίδια της την ταυτότητα: αυτό που της προσιδιάζει είναι μια οικειοποίηση εκείνου που της είναι ξένο.

Τέλος, στο κεφ. 6 θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε με ποια έννοια η καθολική Εκκλησία είναι άξια του τίτλου 'ρωμαϊκή' και πώς διαφοροποιείται, απ' αυτή την άποψη, από το Ισλάμ, από το Βυζάντιο, αλλά και από τον προτεσταντικό κόσμο.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η Πορτογαλία δεν θεωρείται ότι περιορίζεται από τον Ατλαντικό, αλλά μάλλον ότι ανοίγεται προς αυτόν.

2 Για την ιστορική και γεωγραφική αυτή αναδρομή αρνούμαι να υποδείξω βιβλιογραφία. Μπορεί να βρει κανείς όλα τα αναγκαία στα σχετικά βιβλία ιστορίας. Θα αρκεστώ να αναφέρω μόνο ορισμένα κείμενα που σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα. Η σημασία ενός χρονολογικού και γεωγραφικού προσδιορισμού της έννοιας 'Ευρώπη' υπογραμμίζεται από τον O. Halecki, The Limits and Divisions of European History, New York, Sheed & Ward, 1950, XIV-242 σελ.

3 Δεν είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε τη σπουδαιότητα της λεκάνης της Μεσογείου ως γενικό πλαίσιο της δυτικής ιστορίας, κυρίως μετά τις διάφορες μελέτες του F. Braudel.

4 Βλ. H.-I. Marrou, Decadence romaine ou Antiquite tardive?, Seuil, Paris, 1977, σελ. 25.

5 Βλ. το δοκίμιο του Henri Pirenne, 'Mahomet et Charlemagne' (1992), Histoire economique de l' Occident medieval, DDB, 1951, σσ. 62-70. Οι ιστορικοί δεν θα αμφισβητήσουν την κεφαλαιώδη σημασία της τομής μεταξύ βόρειων και νότιων ακτών της Μεσογείου, αλλά τις συνέπειες που της αποδίδει ο Βέλγος ιστορικός.

6 Υπενθυμίζω εδώ ότι οι συνέπειες της μάχης του Poitiers ήταν σχετικά ασήμαντες. Το πραγματικό σταμάτημα της μουσουλμανικής επέκτασης προς τη Δύση προκλήθηκε, την ίδια εποχή, από την αποτυχία των εκστρατειών ενάντια στο Βυζάντιο. Βλ. B. Lewis, Comment l' islam a decouvert l' Europe, NRF, Paris, 1990, σσ. 10-12.

7 Βλ. infra, κεφ. IV.

8 Βλ. το ιδιαίτερα υποβλητικό δοκίμιο του G.E. von Grunebaum, 'Parallelism, Convergence, and Influence in the Relations of Arab and Byzantine Philosophy, Literature and Piety', Dumbarton Oaks Papers, 18, (1964), σσ. 91-111.

9 Ο O. Halecki, που ήταν Πολωνός, δείχνει καθαρά πόση σύνεση χρειάζεται γι' αυτή την τομή, βλ. όπ. αν., κεφ. 6: The geographical divisions of Western and Eastern Europe, σσ. 105-122.

10 Για την απροθυμία των Ευρωπαίων κατά την Αναγέννηση να εντάξουν τη Ρωσία στην Ευρώπη, βλ. D. Hay, Europe: The emergence of an idea, Edinburgh V.P. 1957, σσ. 123.

11 Προτιμώ εδώ αυτόν τον όρο που επιτρέπει τη διαφοροποίηση των γεγονότων που συνέβησαν μετά το 1517 από τις πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις της ιστορίας της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης της καθολικής μεταρρύθμισης που σχετίζεται με τη Σύνοδο του Τριδέντου.

12 Υπάρχει άφθονη βιβλιογραφία πάνω σ' αυτό το θέμα. Βλ., π.χ., E. Said, L' Orientalisme, L' Orient cree par l' Occident, Seuil, Paris, 1980, 398 σελ. (με την απάντηση του B. Lewis, 'La question de l' Orientalisme', Le retour de l' Islam, NRF, Paris, 1985, σσ. 291-314) και T. Hentsch, L' Orient imaginaire. La vision politique occidentale de l' Est mediterraneen, Minuit, Paris, 1988, 290 σελ.

13 Βλ. Πολιτικά, 262 d.

14 Βλ. R.-P. Droit, L' oubli de l' Inde, Une amnesie philosophique, PUF, Paris, 1989, 262 σελ.

15 Το σημείο αυτό το υπενθύμισε έντονα ο C.H. Becker, ο οποίος διατυπώνει παρακινδυνευμένα την εξής πρόταση: «Δεν θα υπήρχε ισλαμικός πολιτισμός χωρίς το Μεγαλέξανδρο»! Βλ. 'Der Islam als Problem' (1910), Vom Werden und Wesen der islamischen Welt. Islamstudien, Quelle & Meyer, Leipzig, t. 1, 1924, σελ. 16. Βλ. επίσης όλο το δοκίμιο 'Der Islam im Rahmen einer allgemeine Kulturgeschichte', ib., σσ. 24-39, όπου υποστηρίζεται με θέρμη ότι ο ισλαμικός κόσμος ανήκει στη Δύση.

16 Η αναγνώριση των καθολικών μυστηρίων από τις ορθόδοξες Εκκλησίες δεν είναι σαφής σε επίπεδο αρχής. Εν πάση περιπτώσει, η πρακτική διαφοροποιείται.

Συνέχεια

23/11/2004

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)