"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Φιλοσοφία

Αρχείο

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

Οι διαμάχες σχετικά με τις πολιτικές ιδέες του Σωκράτη, ιδίως σχετικά με το ερώτημα αν ήταν αντίθετος ή όχι προς το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηναίων, το οποίο επεκράτησε οριστικά με τον περιορισμό των εξουσιών του Αρείου Πάγου από τον Εφιάλτη (462 π.Χ.), κυριάρχησαν στην εκτεταμένη σωκρατική βιβλιογραφία. Σχολιαστές όπως ο Barker, o Winspear, ο Κορδάτος κ.ά. (1) θεωρούσαν τον Σωκράτη συνειδητό εχθρό της δημοκρατίας. Αντίθετα, σχολιαστές όπως ο Ι. Θεοδωρακόπουλος κ.ά. υποστήριξαν άμεσα ή έμμεσα ότι η προσέγγιση αυτή ήταν επιπόλαιη. Η στάση του Σωκράτη απέναντι στα πολιτεύματα της εποχής του, και ειδικότερα απέναντι στο δημοκρατικό, θα έπρεπε να εξηγηθεί λογικά από την ανάλυση των θεμελιακών εννοιών της σωκρατικής γνωσιολογίας (π.χ. αίσθηση, επιστήμη), ηθικής (αρετή, αγαθό, δικαιοσύνη) και μεθοδολογίας (ειρωνεία, έλεγχος, αναλογία, επαγωγή).(2) Ο Guthrie, στο βιβλίο του, Σωκράτης,(3) ακολουθεί μια ενδιάμεση μέθοδο, συνδυάζοντας τη λογική ανάλυση με την ιστορικογενετική προσέγγιση της φιλοσοφίας του Σωκράτη. Αναφορά στις ιστορικές συνθήκες - για την ιστορικογενετική προσέγγιση της φιλοσοφίας του Σωκράτη - υπάρχει στο βιβλίο του Κ. Κατσιμάνη, Πρακτική φιλοσοφία και πολιτικό ήθος του Σωκράτη.(4) Κατά την άποψη του Κατσιμάνη, η φαινομενικά αντιδημοκρατική ιδεολογία του Σωκράτη πρέπει να θεωρηθεί ως αντίδραση στην επιρροή των δημαγωγών, την τάση των Αθηναίων προς την παρανομία, την πρακτική της υποκατάστασης των νόμων από περιστασιακά ψηφίσματα (Αριστοτέλη Πολιτικά Δ 129a 20-26) που χαρακτήριζε την αθηναϊκή δημοκρατία στο τέλος του Ε΄ αιώνα π.Χ. Η απολογητική προσέγγιση της προσωπικότητας, της σκέψης και των πολιτικών ιδεών του Σωκράτη έγινε ιδιαίτερα έντονη και πήρε τη μορφή της άκριτης εξιδανίκευσης στις μέρες μας, με την ευκαιρία των 2400 χρόνων από το θάνατό του. Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ με τη μελέτη του Α. ΜΠΑΓΙΟΝΑ φωτίζει σήμερα, απ΄ αφορμή την επέτειο του θανάτου του Σωκράτη (-470, -399), έστω και με καθυστέρηση, τις πολιτικές κυρίως ιδέες του.

Το κύριο ερώτημα που θα τεθεί είναι αν ο Σωκράτης ήταν ή όχι "μισόδημος", δηλαδή εχθρός του δημοκρατικού πολιτεύματος όπως λειτουργούσε στην Αθήνα του Ε΄ αιώνα π.Χ.(5) Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα προκύψει εν μέρει από τον καθορισμό του νοήματος της κατηγορίας κατά του Σωκράτη στη δίκη του (399 π.Χ.), από την άποψή του για την πολιτική, από την άποψή του για τους "επαϊοντες" που θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να κυβερνούν, από την άποψή του για το κριτήριο της αλήθειας, από την άποψή του για το αν είναι ορθό και ωφέλιμο για την πόλη να αποφαίνονται όλοι οι πολίτες για τα κοινά, ανεξάρτητα από την παιδεία για τις ικανότητές τους, από τις γνώμες του για τους πιο γνωστούς Αθηναίους πολιτικούς και για την πρακτική της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, τέλος από τις εκφρασμένες συμπάθειές του για αριστοκρατικές, στην πραγματικότητα ολιγαρχικές, πολιτείες όπως η Σπάρτη, οι Θήβες και τα Μέγαρα.

Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο (2,40), το κατηγορητήριο κατά του Σωκράτη ήταν το εξής: "αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δε καινά διαμόνια εισηγούμενος αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων" (πρβλ. Πλάτωνος Απολογία Σωκράτους 24 d, Ξενοφώντος Απολογία Σωκράτους 7 κ.ε.). Η κατηγορία του Σωκράτη τυπικά ήταν για ασέβεια. Ισως, στηριζόταν στο ψήφισμα του Διοπείθη, γύρω στα 430 π.Χ.(6) Σύμφωνα με το ψήφισμα αυτό, απαγορευόταν στην Αθήνα η διδασκαλία του αθεϊσμού, γιατί ρητά ή έμμεσα αρνιόταν ότι τα άστρα είναι θεότητες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στην Απολογία του Πλάτωνα (26 d), ο Μέλητος, ένας από τους τρεις κατηγόρους, κατηγόρησε τον Σωκράτη ότι διδάσκει πως ο ήλιος είναι λιθάρι και η σελήνη χώμα. Με άλλα λόγια, ο Μέλητος ταύτιζε τη διδασκαλία του Σωκράτη με τη διδασκαλία του Αναξαγόρα, που είχε καταδικαστεί για αθεϊσμό.

Στην ουσία, η κατηγορία κατά του Σωκράτη ήταν ότι η διδασκαλία του υπονόμευε τις αρχές και τους θεσμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα 1, 2, 9), το τρίτο σκέλος της κατηγορίας, ότι ο Σωκράτης "διέφθειρε τους νέους", σήμαινε ότι η διδασκαλία του ενέπνεε σ΄ αυτούς την περιφρόνηση προς το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι αποτελεί μωρία να εκλέγονται οι άρχοντες της πόλης με κλήρο, ενώ δεν θα συνέβαινε ποτέ το ίδιο πράγμα για έναν αυλητή ή για έναν κτίστη. Ωστόσο, ένας ακατάλληλος αυλητής ή κτίστης θα έβλαπτε την πόλη πολύ λιγότερο από έναν ακατάλληλο άρχοντα. Η κατηγορία κατά του Σωκράτη ως "μισοδήμου" δεν ήταν δυνατόν να διατυπωθεί ανοιχτά, γιατί οι Σπαρτιάτες επέτρεψαν την παλινόρθωση της δημοκρατίας στην Αθήνα (403 π.Χ.)(7) υπό τον όρο ότι θα χορηγούνταν γενική αμνηστία για το παρελθόν. Φυσικά, αμνήστευση δεν σημαίνει και λήθη.

Τίθεται τώρα το ερώτημα αν η πραγματική κατηγορία κατά του Σωκράτη ήταν δικαιολογημένη κατ΄ αρχήν ως προς τη γνώμη που είχε ο ίδιος για την πολιτική. Στον Γοργία του Πλάτωνα (521 c), ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι είναι ο μόνος Αθηναίος που ασκεί την αληθινή τέχνη, ενώ στην Απολογία του Πλάτωνα (31 d - 32 a) λέει ότι απείχε της πολιτικής γιατί, αν συμμετείχε, θα είχε χαθεί πρόωρα, χωρίς να ωφελήσει τους συμπολίτες του. Η εκ πρώτης όψεως αντιφατική αυτή ρήση σημαίνει ότι ο Σωκράτης ασκεί την πραγματική πολιτική και όχι πολιτική και όχι την ψευδοπολιτική που ασκούσαν, κατά τη γνώμη του, ακόμα και οι επιφανέστεροι Αθηναίοι πολιτικοί, όπως ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων και ο Περικλής. Αυτοί φρόντισαν μόνο για την υλική δύναμη της Αθήνας και δεν ενδιαφέρθηκαν να βελτιώσουν ηθικά τους Αθηναίους, κάνοντάς τους πιο δίκαιους και σώφρονες (Γοργίας 516 d κ.ε., 519 α κ.ε.).

Η αληθινή πολιτική, σύμφωνα με τον Σωκράτη, προϋποθέτει ένα μέτρο ή κριτήριο που να θεμελιώνει τη διάκριση ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο, το αγαθό και το κακό, το εξιέπαινο και το αξιοκατάκριτο (Πλάτωνος Ευθύφρων 7 c-d). Οι διαφωνίες μεταξύ των πολιτών οφείλονται στο γεγονός ότι δεν έχει βρεθεί ένα τέτοιο μέτρο. Το μέτρο αυτό θα έπρεπε να έχει την ίδια βεβαιότητα και σαφήνεια που έχουν οι μονάδες μήκους ή βάρους και οι ποσοτικές μετρήσεις, για τις οποίες δεν υπάρχουν διαφωνίες. Το δίκαιο που επιδιώκει να πραγματοποιήσει ο πολιτικός ο οποίος ασκεί την αληθινή πολιτική τέχνη θεμελιώνεται στη "γεωμετρική ισότητα" (Γοργίας 508 a). Η ισότητα αυτή, που ο Αριστοτέλης ονομάζει "ισότητα κατ΄ αξίαν", σημαίνει ότι για όλους τους πολίτες, ίσως και για όλους τους ανθρώπους, πρέπει να ισχύει η ίδια σχέση ανάμεσα στην προσφορά και την αμοιβή του καθενός, που μπορεί να σημαίνει απλό έπαινο ή, για τη βλάβη και την ποινή, που μπορεί να είναι, απλός ψόγος. Οποιος προσφέρει περισσότερα και σημαντικότερα, πρέπει να απολαμβάνει περισσότερα.(8) Οποιος έχει σημαντικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις, πρέπει να έχει μεγαλύτερα δικαιώματα. Την άποψη αυτή για τη "γεωμετρική ισότητα" επικαλούνται ρητά ή έμμεσα, συχνά προσχηματικά, οι αριστοκρατικές και ολιγαρχικές πολιτείες. Σήμερα, στην τρέχουσα δημοσιογραφική γλώσσα, ονομάζεται "αξιοκρατία".

Χωρίς να είναι αθεμελίωτη, η πυθαγόρειας προέλευσης γνώμη αυτή του Σωκράτη για τη δικαιοσύνη και τη "γεωμετρική ισότητα" είναι αντίθετη προς την απόλυτη ή "αριθμητική ισότητα", στην οποία θεμελιωνόταν ή την οποία επικαλούνταν το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας. Η απόλυτη ισότητα, όπως συνάγεται και από τον Επιτάφιο του Περικλή, δεν προϋποθέτει την οικονομική ή παιδευτική ισότητα των ελεύθερων πολιτών, αλλά την ισότητά τους απέναντι στους νόμους (ισονομία), και μάλιστα απέναντι στο δικαίωμά τους να μετέχουν στην Εκκλησία του Δήμου και να αποφαίνονται για τα κοινά (ισηγορία) (Πρωταγόρας 322 e - 323 a). Aντίθετα, η "γεωμετρική ισότης", που επικαλείται ο Σωκράτης στον Γοργία, θεμελιώνεται σε μια ιεραρχία μέσων και σκοπών, σύμφωνα με την οποία η οικονομική ευημερία αποβλέπει στο αγαθό του σώματος, που είναι η υγεία, και αυτή στο αγαθό της ψυχής, που είναι η δικαιοσύνη.

Εφόσον η αληθινή πολιτική προϋποθέτει την αναφορά σε κριτήρια που παρουσιάζουν αναλογίες με τις μετρήσεις της αριθμητικής, έπεται ότι η αληθινή πολιτική είναι επιστήμη. Μπορεί, συνεπώς, να αποφύγει το τυχαίο, καθώς και τις αστοχίες και τις πλάνες της ψευδοπολιτικής (Χαρμίδης 171 e - 172 a). Σύμφωνα με τον Σωκράτη, η αληθινή πολιτική θεμελιώνει τις αποφάσεις της σε αποδεικτική βεβαιότητα. Αυτή όμως στηρίζεται σε επαγωγή, αναλογικό συλλογισμό, καμιά φορά και σε απλή μεταφορική σκέψη. Ο σωκρατικός συλλογισμός δεν έχει τη μεθοδικότητα της αριστοτελικής θεωρίας για τον αποδεικτικό συλλογισμό. Ο Σωκράτης δεν φαίνεται να έχει συνείδηση της αδυναμίας του αυτής. O επιστημονικός χαρακτήρας της πολιτικής συνεπάγεται ότι η πολιτική είναι διδακτή και αποκτάται με την παιδεία, όπως και οι άλλες τέχνες, λογιστική, ιατρική, αρχιτεκτονική κλπ. ΟΙ αναλογίες αυτές ανάμεσα στις άλλες τέχνες και την πολιτική είναι συχνές στους σωκρατικούς διαλόγους του Πλάτωνα και τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα (π.χ. Γ, 9, 10).

Οι αναλογίες ανάμεσα στην πολιτική παιδεία και την παιδεία των τεχνών θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Σωκράτης υιοθετεί μια τεχνοκρατική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η πολιτική είναι ζήτημα ειδικών, όπως είναι οι άλλες τέχνες. Μια τέτοια ερμηνεία δεν θα ήταν απολύτως ορθή, όσο και αν καθιστούσε εξαιρετικά επίκαιρη τη σωκρατική έννοια της πολιτικής. Οπως είναι γνωστό, οι τεχνοκρατικές αντιλήψεις για την πολιτική είναι εξαιρετικά διαδεδομένες σήμερα, ιδιαίτερα στους αντιδραστικούς κύκλους. Η αναφορά του Σωκράτη στη δικαιοσύνη και τη μετρητική σε σχέση με την αληθινή πολιτική δεν επιτρέπει να του αποδοθεί μια τέτοια αντίληψη. Εξάλλου, αν θεωρηθεί η αναφορά της Πολιτείας του Πλάτωνα (1 601 d κ.ε.) σε μια χρηστική τέχνη ως σωκρατικής προέλευσης, θα ήταν δυνατόν να αποδοθεί στον Σωκράτη η άποψη ότι η πολιτική χρησιμοποιεί τις άλλες τέχνες για την ηθική βελτίωση των πολιτών, όπως αυτός που παίζει φλάουτο χρησιμοποιεί την τέχνη αυτού που το κατασκευάζει για τη διασκέδαση των ακροατών.

Ο Σωκράτης δεν διακρίνει σαφώς την πολιτική ως επιστήμη από την πολιτική ως τέχνη, δηλαδή ως πρακτική που πραγματοποιεί, κατά προσέγγιση έστω, ότι είναι ηθικά ωφέλιμο για την πόλη. Κατά τον Σωκράτη (Ξενοφώντος Απομνημονεύματα Γ, 9, 14), η ολοκληρωμένη πράξη δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα καλής τύχης (ευτυχίας). Κάθε ολοκληρωμένη πράξη (ευπραγία) δεν μπορεί παρά να είναι τέχνη και αποτέλεσμα μελέτης και παιδείας. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για την πολιτική τέχνη και πράξη.Πολιτική αρετή είναι η ικανότητα του πολιτικού, αλλά και του απλού πολίτη, να πράττει σύμφωνα με την πολιτική τέχνη. Οποιος κατέχει την πολιτική και ασκεί την πολιτική τέχνη δικαιούται να άρχει, δηλαδή να δίνει εντολές και να αποφασίζει με σκοπό το πραγματικό συμφέρον της πόλης (Πολιτεία Α, 342 e), ακριβώς όπως ο κυβερνήτης ενός πλοίου, εφόσον είναι γνώστης της "κυβερνητικής", δικαιούται να δίνει εντολές για να ταξιδεύουν άνετα οι επιβάτες και για να σωθούν σε περίπτωση τρικυμίας.

Οι γνώμες του Σωκράτη για την πολιτική επιστήμη, την πολιτική τέχνη και την πολιτική αρχή δεν είναι αναγκαστικά αντιδημοκρατικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν περιφρονεί τους "δημιουργούς", δηλαδή τους τεχνίτες, που ήταν αντικείμενο περιφρόνησης στα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά πολιτεύματα της εποχής του (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1278 a 1-25). Στην Απολογία Πλάτωνος (22 d, πρβλ. Γοργία 512 d) αναγνωρίζει ότι οι "δημιουργοί" έχουν τη γνώση των κανόνων, σύμφωνα με τους οποίους κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται το αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται, σε αντιδιαστολή προς τους μάντεις, τους ποιητές και τους ρήτορες, που δεν ξέρουν τίποτε. Ωστόσο, η άποψη του Σωκράτη μπορεί να θεωρηθεί ως αντιδημοκρατική κατά το μέτρο που δεν αναγνωρίζει στους "δημιουργούς" το δικαίωμα να αποφαίνεται για τα κοινά. Η εντύπωση των συγχρόνων ότι ο Σωκράτης υποστήριζε ότι στην Εκκλησία του Δήμου συμμετέχουν σιδηρουργοί, βαφείς, βυρσοδέψες, κτίστες, έμποροι κ.ά., που ενδιαφέρονται μόνο να αγοράσουν φθηνά και να πουλήσουν ακριβά. Η γνώμη αυτή, αν δεν είναι πλάσμα του Ξενοφώντα, αποτελεί ιδεολογική κατασκευή του Σωκράτη και δεν συνάγεται λογικά από τις θέσεις του για τους "δημιουργούς" και τους τεχνίτες.

Η θέση του Σωκράτη, σύμφωνα με την οποία οι πολλοί και μη ειδικοί δεν μπορούν και δεν δικαιούνται να αποφανθούν για τα κοινά, θεμελιώνεται στην αρχή ότι μια πρόταση είναι αληθινή εφόσον επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του "λόγου" (Κρίτων 46 d). Mια πρόταση, για να θεωρηθεί ως αληθινοί, προϋποθέτει τον παραμερισμό της πλάνης, ο οποίος συντελείται με το σωκρατικό έλεγχο (ειρωνία - επισήμανση των αντιφάσεων στις οποίες καταλήγει μια υπόθεση) και το σωκρατικό ατελή αποδεικτικό συλλογισμό που είναι κατ΄ ουσίαν αναλογικός. Από τη σωκρατική αρχή ότι μια πρόταση είναι αληθινή εφόσον θεμελιώνεται στη μαρτυρία του "λόγου", έπεται ότι οι μαρτυρίες των πολλών δεν αποτελούν κριτήριο αληθείας, όπως δεν έχουν αποδεικτική αξία οι μαρτυρίες ή ψευδομαρτυρίες στα δικαστήρια ή αυτές που επικαλούνται οι ρήτορες. Κριτήριο αληθείας θα μπορούσε να αποτελέσει και η γνώμη του ενός, δηλαδή του Σωκράτη του ίδιου ή του συνομιλητή του Σωκράτη, εφόσον ο δεύτερος αναγκάζεται να δεχθεί την πρόταση του Σωκράτη, εξαιτίας της λογικής αναγκαιότητας των σωκρατικών συλλογισμών (Γοργίας 472 a - 472 d-c).

ΣΥΝΕΧΕΙΑ 

27/03/2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)